Με γραπώνει ένα χέρι γερά
από το μυαλό· ο ύπνος κάτι που μόλις
μου διέφυγε
κι είναι Τετάρτη
ημέρα μπάνιου
το χρώμα ξεφτίζει από τα ντουλάπια
μέσα φυλάω πούδρες ρόλεϊ ξυραφάκια
το νερό κυλάει απρεπώς
ανάμεσα στα μπούτια μου
το ίδιο και το αίμα
μια ελεύθερη γυναίκα πάνω σε άλογο
τρέχει ασταμάτητα κάτω από το τριχωτό
της κεφαλής μου, διατάζει /πιο γρήγορα
βιάζεται να την εκστομίσω
καθώς στύβω το στήθος
να αφαιρέσω το γάλα· τροφή των σπαραγμάτων
με καθέτους στην αρχή, ποτέ στο τέλος
μην τύχει και έρθει η νύχτα βουβά
με μια κίνηση τρόμου σαν τον ιερέα
που κάθεται στο προσκέφαλό σου
και σε διαβάζει ερήμην·
ερήμην υποτακτικό και αδιάφορο
για όσα τεκταίνονται
ερήμην του κόσμου ο κακός λόγος
ερήμην ο αγαπητικός μιας άλλης
στο σώμα σου μέσα
ξάγρυπνη στιγμή αφτιασίδωτη
κι εκείνο το τραγούδι
που λένε στο λουτρό οι εραστές στους εραστές τους
αχ πόσο το ζηλεύεις!
Στρατής Φάβρος, Σκυφτός μέσα στο πελιδνό της λάμπας φως
Σκυφτός μέσα στο πελιδνό της λάμπας φως
στοχάζουνταν τα μεγάλα μελλούμενα
δίχως να μπορεί λύση μεγάλη να τους δώσει
κι ούτε θαρρούσε πως καποιος άλλος σ’αλλη θέση
καλύτερη, θα τανανε ίσως μπορετό να τ’ απαντήσει
σκυφτός μέσα στης λάμπας τ’ ωχρό φως
θυμούταν το σχήμα της όμορφιας
και μόνος του έναν στίχο άφατο παλευε ν’ αθροίσει
δεισιδαιμονία η μορφή κι η ομορφιά η ίδια
και τίποτες στον κόσμο τούτη τη δεισιδαιμονία δεν περνούσε
σκυφτός μέσα στα μεινεσμένα ρούχα και
του αδύναμου φωτός το κουρασμένο χάδι
συλλογιζόταν τα πολλά μα ήταν λίγα
όλα όσα στ’ Αλήθεια χρειαζόταν
και δεν ήταν η ομορφιά μα μήτε η μορφή
Μα μια μικρή αγάπη ήταν τρυφερή
μόνος καθώς μέσα στο πελιδνό το φως
και τη γεμάτη στίχους ερημία
Δεκέμβρης 2021
Μανόλης Αναγνωστάκης, Απροσδιόριστη χρονολογία
Αὐτὴ ἡ μέρα πέρασε χωρὶς καμιὰν ἀπόχρωση
Τόσο διαφορετικὴ ἀπὸ τὶς ἄλλες μέρες
(Ἴσως ἡ ἀπαρχὴ ὁμοίων ἡμερῶν)
ἔσβησεν ἔτσι ἀνάλαφρα ὅπως ἦρθε
χωρὶς νὰ παιχνιδίσει ὁ ἥλιος στὰ κλαδιὰ
Τράβηξε τὶς κουρτίνες της μὲ διάκρισην ἡ νύχτα.
Μιὰ μέρα τόσο διάφορη ἀπ᾿ τὶς ἄλλες
Χωρὶς τὰ σύμβολα τοῦ «πλὴν» καὶ τοῦ «σὺν»
π᾿ αὐλακώνουν τὴ σκέψη
Χωρὶς νὰ βαραίνει κἂν τὴ ζυγαριὰ τῆς μνήμης
Πὲς σὰ μιὰ σαπουνόφουσκα ποὺ τρυπήσαμε μὲ τὴν καρφίτσα
Σὰν τὸν καπνὸ τσιγάρου χωρὶς ἄρωμα.
Ἔτσι ἔπεσε ἕνα φύλλο ἀπὸ τὸ καλαντάρι
Δίχως τὸν παραμικρότερο ἦχο
(Χάθηκε καὶ δὲν ψάξαμε νὰ τὸ βροῦμε)
Ἔμεινε τὸ συρτάρι μας ὅπως τὸ ἀφήσαμε.
Ἴσως -λές- πὼς δὲν ἤτανε κἂν μία μέρα
Μόνο που σήμερα φωνάζουν ἀρνητικὰ οἱ ἀριθμοὶ
Τὸ ρολόι γυρισμένο ἕνα ἀκόμη εἰκοσιτετράωρο
-Λές- πῶς περάσαμε ἀσυνείδητα τὰ μεσάνυχτα
Ἕναν ὁλόισιο ἀσφαλτοστρωμένο δρόμο.
*Από τη συλλογή “Εποχές”, Θεσσαλονίκη, 1945.
O Φέρμας
του κ. Ν. Ι. Σαράβα
‘Ηταν μια γνωριμία τυχαία.
Καθόταν στο πλαϊνό μου τραπέζι ενός καφενείου απ’ αυτά της Ομόνοιας, που συχνάζουν ηθοποιοί.
Μόλις είχ’ αφήσει τη βραδινή εφημερίδα που διάβαζα, στο μάρμαρο του τραπεζιού και άκουσα μια φωνή βραχνιασμένη να μιλάη σιμά μου.
Τι διαβολεμένο κρύο που κάνει!..
Κρυώνετε;… είπα για να πω κάτι επειδή με κοιτούσε στα μάτια, περιμένοντας απάντηση.
Αν κρυώνω!.. Τα πόδια μου δεν τα νοιώθω… Μα είναι κρύο το φετινό!..
‘Hταν ένα λιγνό κορίτσι με πρόσωπο χλωμό και παιδιάστικο που τόσο ερχότανε σε αντίθεση με τη χονδρή εκείνη φωνή της.
Τι; ‘σεις δεν κρυώνετε;…
Δεν κρυώνω τόσο, όσο πονάν τα μάτια μου απ’ τις καπνούρες των τσιγάρων, που καπνίζει εδώ τόσος κόσμος…
Και μένα μου πονάν τα μάτια… είπε ζαρώνοντας τα βλέφαρά της, σαν νάθελε να προφυλαχθή από καμιά φωτεινή αντηλιά.
Κι’ επειδή εκείνης της επονούσαν τα πόδια από τον κρύο, κι’ εμένα τα μάτια από τον καπνό του καφενείου, βγήκαμε έξω συντροφιά να περπατήσουμε. Μόλις βγήκαμε στο δρόμο, φύσηξε και μας περιέλουσε ένα κύμα ψυχρού αέρα. Και το φουστάνι της συνοδού μου φορμαρίστηκε πάνω στο απαλόγραμμο σώμα της.
Ξέρεις μένω στη Λαχαναγορά, κάτω… μού’πε δυναμώνοντας τη φωνή της, γιατί ο αέρας σκορπούσε τις λέξεις.
Στη Λαχαναγορά! Σαν πολύ μακριά είπα και σκεφτόμουνα αν θάξιζε τον κόπο να πήγαινα με τόσο κρύο ως εκεί κάτω, για μερικές στιγμές της γυναίκας αυτής.
Αν μούλεγε να μείνω τη νύχτα όλη μαζύ της, θάμενα;
Βρίσκουμε στο δωμάτιο του Φέρμα προς το παρόν… συμπλήρωσε απότομα την προηγούμενη φράσι της.
Πώς;… Δεν άκουσα καλά!… φώναξα μέσ’ απ’ το ξεροβόρι, σιμώνοντάς την.
Τον Φέρμα τον ξέρεις… Σας είδα το μεσημέρι στο καφενείο μαζύ να κουβεντιάζετε.
Ε και τι έχει να κάνη ο Φέρμας;
Σου είπα. Μένω μαζύ του… Ήρθα προχτές από την «τουρνέ» που έκανα με το θιάσο πούμουνα και θυμήθηκα τα παληά με το Φέρμα… Έφερα και μερικά λεφτά, και καπνίζουμε αράδα κάθε βράδυ τσιγαριλίκια.
Τι; τσιγαριλίκια!… Ώστε καπνίζει κι αυτή χασίς, όπως ο Φέρμας.
Τι είπες; Δεν τον ξέρεις τον Φέρμα;… με σίμωσε για να καταλάβη τι έλεγα, γιατί ο αέρας δεν άφηνε – καμία λέξη ν’ ακουστή σωστή. Κι εγώ, ναι, ήξερα το Φέρμα, το μαυριδερό πρόσωπό του, που όταν γελούσε δεν ακουγόταν κανένας ήχος, αλλά μόνο το κεφάλι του πετούσε μπρος κι εζάρωνε λίγο το στόμα του. Γι’ αυτόν τον είχαν βγάλει και «Φέρμα». Φτάσαμε στο δωμάτιο.
‘Ητανε σε μια αυλή μέσα, ισόγειο, που όμοια μ’ αυτό θάσαν γύρω κι άλλα δέκα κοντά νοικιασμένα όλα από επαρχιωτόπουλα φοιτητές. ‘Ανοιξε η πόρτα και μέσα είδα τον Φέρμα μ’ έναν άλλο να κάθονται, που αργότερα μου τον σύστησε για φοιτητή της ιατρικής – γιατρό.
Σου φέρνω κι’ ένα σου φίλο!… φώναξε μπαίνοντας εκείνη.
Βρε Δώρα, που τους ξετρυπώνεις και γνωρίζεις όλο ανθρώπους «καθώς πρέπει»!… της είπε ο Φέρμας, πρόσχαρος, με διάθεσι να την πειράξη, που, καθώς φαίνεται, θάχε καπνίσει πολύ, γιατί όλο το δωμάτιο μύριζε από χασίς –μια μυρωδιά πούρχονταν και γαργάλευε ηδονικά τη μύτη. Κάθησα σε μια κασέλα.
Ο γιατρός κάπνιζε απλά τσιγάρα και, καθώς φαίνεται, δεν ήξερε «τι καπνό φούμαραν» οι γύρω του και κάθε τόσο έλεγε ν’ ανοίξουν την πόρτα να πάρει αέρα, γιατί άρχισε να του πονάη το κεφάλι.
Γιατρέ, τούλεγε ο Φέρμας, κυττάζοντας με τα θολά του μάτια, δεν σου πονάει η καρδιά για να πειράζεσαι στο κεφάλι απ’ τον καπνό μας.!…
Κάνε μας τίποτα, κανένα φακιρικό… είπα στο Φέρμα, που τον ήξερα για ηθοποιό και στις επαρχίες για ηθοποιό – φακίρη σε αποτυχημένες «τουρνέ».
Τι να κάνω;… είπε και χαμογέλασε σκεφτικά.
Τη νοομαντεία κάνε μας!… του λέγει η Δώρα.
Νοομαντεία… κάτι έκανε να πη ο γιατρός που κυττούσε εντατικά τη Δώρα, που κάθουνταν πλάι μου στην κασέλα μα τον διάκοψε ο Φέρμας.
Αφήστε με βρε παιδιά… κι’ είμαι και γω βαρεμένος…
Θα καπνίσης;… μου βάζει η Δώρα στο στόμα ένα τσιγάρο.
Πρέπει να ξεχνάει κανείς… ανάβει το τσιγάρο μου απ’ τ’ αναμμένο το δικό της. Πως λάμπουν τα μάτια αυτού του κοριτσιού.
Ξάφνου βλέπω τ’ αριστερό πόδι του Φέρμα νάναι δεμένο μ’ έναν επίδεσμο, μέσ’ από την κάλτσα και να μη φορή παπούτσι όπως στο άλλο του το πόδι, αλλά παντούφλα.
Τι έχει το πόδι σου, Φέρμα;
Μ’ αυτός μου χαμογελάει μυστηριωδώς και δεν μ’ απαντάει Κι’ εγώ τούπα να το κυττάξω το πόδι του, μα δεν μ’ αφίνει,… λέει ο γιατρός, δίχως να μπορή να ξεκολλήση το μάτι του από τα κάπως αμέριμνα ξεσκέπαστα πόδια της Δώρας.
Ναι. Να το ιδής, όπως το δόντι μου, που γι’ αυτό με μαχαίρωσες και δεν μπορώ να φάω δέκα μέρες!…
Εγώ έκανα απλώς μια «τομή»… Τι να σου πω εγώ, αν εσύ το μόλυνες ύστερα;…
‘Ασ’ τα αυτά! Τον αποπαίρνει ο Φέρμας και για ν’ αποφύγει το θέμα του ποδιού του έρχεται στα πειράματα.
Βλέπετε, κύριοι… μιλάει με φωνή επίσημη σαν να βρίσκεται μπρος σε πολυπληθές ακροατήριο. – —Βλέπετε αυτή την εφημερίδα… Λοιπόν, την κάνουμε έτσι, την κάνουμε αλλοιώς, την κάνουμε, κι έτσι…
Τι έχει το πόδι του Φέρμα;… σκύβω και ρωτάω σιγά τη Δώρα γιατί κάτι υποψιάζουμαι.
Μ’ αυτή με πλησιάζει, βάζει το στόμα της απάνω στ’ αυτί μου και μου λέει, ψιθυριστά, πως του Φέρμα δεν του πονάει το πόδι, αλλά τούχει λυώσει πιότερο τ’ αριστερό του παπούτσι, και γι’ αυτό… Και ξεσπάμε κι οι δύο σε κάτι γέλοια, τρελλά, παράξενα. Κι ο Φέρμας, που κατάλαβε την αιτία των γέλοιων μας, μας κυττάει χαμογελώντας.
Ορίστε, για τον κόπο σου!… προσφέρει στη Δώρα μια χάρτινη ανθοδέσμη, που τελείωσε με την εφημερίδα.
Κι’ ύστερα ξαπλώνει κι’ αυτός στο χαμηλό του κάθισμα κι αρχίζει ένα γέλοιο όμοιο με το δικό μας, μα βουβό και ήρεμο.
Ο γιατρός μας κυττάει παραξενεμένος και κουνάει το κεφάλι του πάνω κάτω. Ύστερα νευριάζεται μη ξέροντας τι να κάνη, που να ρίξη την ματιά του, κι έτσι κόβει και σε μας την όρεξη πούχαμε να γελάμε, καθώς τον βλέπουμε. Γέρνει η Δώρα το κεφάλι της ζαλισμένη, κυττώντας με.
Τόνα της χέρι είναι ριγμένο στον ώμο μου και με τραβάει σιμά της. Αχ, εκείνα τα μάτια της πόσο είναι μεγάλα!… Ένας σωστός λαβύρινθος… Πώς εκείνος ο Φέρμας γελάει εκείνο το γέλοιο του το άφωνο!… Ο γιατρός μας καλονυχτίζει και φεύγει.
Πώς έχει γίνει τόσο μικρός σα νάνος;… Τι γελοία εμφάνιση που έχει λάβει… Και μόλις κλείνει η πόρτα πίσω του, νοιώθω δυο χείλια να ενώνουνται καυτερά πάνω στα δικά μου.
Ξέρεις τι γούστο πώχει ο γιατρός!…
Κάθε βράδυ φεύγει από δω μέσα «ντουμάνι» απ’ τα τσιγαριλίκια που καπνίζουμε κι ο «λελές» δεν καταλαβαίνει τίποτα. Και με ρωτάει γιατί, λέει, το πρωί του πονάει το κεφάλι… Σήμερα ήρθε και μούπε, ότι είναι βέβαιος, πως έχει η Αθήνα ελώδεις πυρετούς και γι΄αυτό του πονάει το κεφάλι, και πως από αύριο θαρχίση να παίρνη κινίνο… Καλύτερα να μιλάη ο Φέρμας έτσι παρά να γελάη εκείνο το γέλοιο του.
Να ξέρατε τι μου θυμίζει όποτε τον βλέπω; Θυμάμαι βρε παιδιά, σαν τον βλέπω ένα φίλο μου στο στρατό, στη Μικρά Ασία… τον είδα στην οπισθοχώρηση να πεθαίνει πλάι μου, και φύλαξα να ξεψυχήση για να του βγάλω τ’ άρβυλά του, πούσαν γερά πιότερο απ’ τα δικά μου για να μπορώ να τρέχω. Μα νόμισα, σε μια στιγμή, εκεί που τον έσερνα, τραβώντας για να του τα βγάλω, πως μ’ αγριοκύτταζε με τα γουρλωμένα μάτια του… Και πήρα ένα δρόμο! Ωχ!… Κυττούσε ο Φέρμας εμπρός τρομαγμένος σα νάβλεπε κάτι το τρομερό ν’ αναδεύη μέσα στη θαμπή ατμόσφαιρα του δωματίου.
Κι’ απλώθηκε γύρω μας η σιωπή.
Κι’ από δίπλα μου, εγώ, ένοιωθα δυο άγρια μάτια να προβάλλουν και νάρχωνται, νάρχωνται σιμά μου… Γύριζα να τα ιδώ για να τ’ αποφύγω και ξάφνου με σίμωσαν, σαν αστραπή, κι’ έμπαιναν μέσ’ στα δικά μου και γίνονταν ένα. Κι αυτό διαρκώς επαναλαμβανόνταν. Αχ, τι εφιάλτης! Η γυναίκα, καθισμένη πλάι μου στην ίδια κασέλα;, σφίγγουνταν και πάλι πάνω μου.
Κι’ εγώ σφιγγόμουνα σιμά της, με δέος και πόθο μαζύ.
‘Αλλοτε μ’ αυτόν το φίλο μου, είχαμε τρυπώσει σ’ ένα σπίτι, για να ζητήσουμε ψωμί, γιατί είχαμε περιπλανηθεί μακρυά απ’ τους δικούς μας. ‘Οταν ξάφνου, βρεθήκαμε σ’ ένα δωμάτιο με μια λιμνίτσα στη μέση που πλένονταν τρεις γυναίκες, με πέντε κοριτσόπουλα… Μπήξανε ξεφωνητά σαν τρομαγμένα πουλιά… Εμείς μόνο λίγο ψωμί θέλουμε!… τους φωνάξαμε… Κι’ οι άνδρες τους, πούχαν κρυφτή, μόλις μας είδανε, ‘βγήκαν και μας έδωσαν λίγο ψωμί…
Τραβάω και την τελευταία ρουφηξιά του τσιγάρου μου και το πετάω κάπου, δεν ξέρω που.
Κλείνουν τα μάτια μου βαριά.
… Τι ήσαν αυτές οι φωνές, πούβγαιναν απ’ τον θερμό λουτρώνα;
Μα πως νόμισα πως οι γυναίκες ξεφώνισαν μόλις μ’ είδαν με το σύντροφό μου πλάι; Να, που αυτές χαμογελούν έτσι ολόγδυτες που τις βλέπω. Κι τα νερά χαμογελούν άλλη μια φορά, που τις καθρεπτίζουν απ’ τη μέση κι απάνω, όσο είναι έξω.
Και βγαίνει μια από δαύτες μέσ’ από το νερό και πατάει ντροπαλά χάμω τις μωσαϊκές πλάκες με το λεπτό της ποδάρι.
Κ’ έρχεται για μένα, λικνιστή έτσι, που κάνει να τρέμουν τα γιομάτα μπούτια της και τα μελαψά της στήθη.
Έρχεται αυτή για μένα και στο δρόμο της αφίνει τ’ αχνάρια της βρεγμένης πατούσας της απάνω στα μωσαϊκά… που, αχ! Θε μου, έχουν ένα τέτοιο πολυποίκιλο σχέδιο με κόκκινες γραμμές, που όσο το κυττάω ζαλίζουμαι.
Νοιώθω να μ’ αγκαλιάζη αυτή και να με φιλή στα χείλη…
Μα τώρα δεν είμαι εγώ ο στρατιώτης, αλλά η γυναίκα που βγήκε μέσ’ απ το
λουτρό… Νοιώθω τα νερά να στεγνώνουν απάνω μου κι ανατριχιάζω και κρυώνω,
σα να πεθαίνω… Και πεθαίνω… κι είμαι γω τώρα ο στρατιώτης, που σέρνει ο
Φέρμας στο χώμα χάμου, κάτω απ’ τον φλογερό ήλιο, για να μου βγάλη τα
παπούτσια… Κι εγώ είμαι αυτός, που κυττάω με θυμωμένα μάτια… Με τραβάει
και με σέρνει ο Φέρμας απ’ τα πόδια…
Όταν βλέπω γύρω μου όλα νάναι αχνόφωτα.
Και τα μάτια μου τα νοιώθω τώρα, καθώς τ’ ανοιγοκλείνω και καίνε.
Βρε, τι έπαθες και κλωτσάς!… ακούω σιμά μια γνωστή μου φωνή – το Φέρμα –
να φωνάζει.
‘Εχει αρχίσει να γλυκοχαράζη πια.
Τι εφιάλτες, Θεέ μου, που μ’ ετυράννηασαν όλη τη νύχτα!
Η Δώρα κοιμάται ακόμη μισόγυμνη και ξετραχηλωμένη, ακουμπώντας απάνω μου. Κι ο Φέρμας, βρίσκεται πεσμένος απ’ το χαμηλό του κάθισμα, κάτω στα πόδια μας.
Τα μάτια μου καίνε. ‘Ολο μου το σώμα είναι κομμένο και κρυώνω, γιατί έξω μουγκρίζει ένας τέτοιος βορηάς!
Καλημέρα!…
Σηκώνεται η Δώρα να μας ψήση τον καφέ!
Ε, κοιμόμαστε ακόμα;… άνοιξε το θυρόφυλλο και μπήκε ο γιατρός.
Κλείσε γρήγορα την πόρτα, γιατί φυσάει!
Δεν ξέρω τι σόι αρρώστεια νάναι αυτή. Απόψε, όλο το βράδυ, μου πονούσε το κεφάλι κι έβλεπα και κάτι όνειρα…
‘Ετσι, ε;… γελάει ο Φέρμας.
Πήρα τρία κουφέτα κινίνο και το κεφάλι μου πάει να φύγη…
Ελονοσία πούχει η Αθήνα!…
‘Ετσι, ε;…
*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Εβδομάς” στις 30 Ιανουαρίου 1930.
Αλέξης Τραϊανός, Ποιήματα
Νά σέ πάρει γιά μιά ακόμα φορά ή νύχτα
Γιά μιά άκόμα φορά ό ούρανός τών πραγμάτων
Νά μαζέψει έρείπια ματιών
Τό άτέλειωτο αίμα καί τήν ατέλειωτη θάλασσα
Δική μου χίμαιρα
Πάθος νυχτερινό
- 6. 73
Μέσα στόν κόκκινο ούρανό
Μές στόν έγκέφαλο τού ποιητή
Τίς φλέβες του άνοιξε
Τό γυμνό φεγγάρι
- 6. 73
Τά χέρια μου μάζεψαν σκόνη
Τοπία πετρωμένων πραγμάτων
Βαριές σκιές του θανάτου
- 6. 73
Είναι τώρα παντού τούτο
Μές στήν αιφνίδια μεταμόρφωση
Τού αίματος σέ ήχο
Δέ φταίει κανείς πού ύπάρχουν όλα
Γιά νά μάς δίνονται μές στήν παραφορά
Ενός ποιήματος πού είναι παντού
- 6. 73
Μή θλίβεσαι
Είναι νύχτα στεγνή τού Ίούνη
Κι ή θάλασσα ύπάρχει
Μές στή γαλάζια λάμπα σου πού ταξιδεύει
Περασμένες ζωές
Τήν άνάμνηση άπαγχονισμένη
- 6. 73
Άδεια δωμάτια πού σού θυμίζουν τό τίποτα
Δίχως άνθρωπο
Κι όμως ό άνθρωπος έκεϊ ’ταν
Σάρκα κλειστού ανέμου
Λουλούδι άνθισμένο σέ γυμνό τοίχο
Τώρα καί πάντα
- 1. 74
[Στίς άρχές τού 1980 ό ποιητής χάρισε, μέ ιδιόχειρη άφιέρωσή του στην κυρία Ντόζη Γιούλη ένα δακτυλόγραφο άποτελούμενο άπό δεκαπέντε μικρά άτιτλα ποιήματά του τά όποΐα, όπως φαίνεται άπό τίς χρονολογίες τους, είναι γραμμένα πιθανότατα λίγο πρίν καί λίγο μετά τήν έκδοση τής πρώτης συλλογής. Ο Τραϊανός δέν τά δημοσίευσε ίσως έπειδή είχε ήδη περάσει σέ μιά ώριμότερη φάση, γράφοντας τά ποιήματα τής δεύτερης συλλογής, πού έπρόκειτο νά κυκλοφορήσει μετά άπό δύο χρόνια (τά περισσότερα άπό τά ποιήματα τής συλλογής αύτής είναι γραμμένα μετά τόν Οκτώβριο τού 1973). Μπορεί εύκολα νά προσέξει κανείς δτι τά ποιήματα αύτά είναι πολύ κοντά στό κλίμα καί τόν τρόπο γραφής τής συλλογής «Οί Μικρές Μέρες» («Τράμ», 1973). Τά ποιήματα μάς παραχωρήθηκαν άπό τήν κυρία Γιούλη καί μερικά άπ’* αύτά δημοσιεύονται έδώ μέ τήν άδειά της. Σ.Μ.).
*Τα ποιήματα αυτά με τη σημείωση δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Γράμματα και Τέχνες», Αριθμ. Φύλλου 5, Μάιος 1982.
John Rety (1930-2010), Three poems / Τρία ποιήματα
The poet offers his wares
I have four liners
I have four liners
I have four liners
I have four liners
Also have three liners
Also have three liners
Also have three liners
Plenty of two liners
Plenty of two liners
Working on one liner now
Ο ποιητής προσφέρει την πραμάτεια του
Έχω τέσσερις γραμμές
Έχω τέσσερις γραμμές
Έχω τέσσερις γραμμές
Έχω τέσσερις γραμμές
Έχω επίσης τρεις γραμμές
Έχω επίσης τρεις επενδύσεις
Έχω επίσης τρεις επενδύσεις
Πληθώρα δύο γραμμών
Πληθώρα δύο χιτωνίων
Εργάζομαι σε μια επένδυση τώρα
*
What’s in a name
What does it feel like, Schoenberg
To be Schoenberg, Schoenberg,
Asked a friend of Schoenberg’s
Difficult, sighed Schoenberg,
But somebody had to be a Schoenberg
And I thought might as well be me that Schoenberg.
Τι κρύβει ένα όνομα
Πώς αισθάνεσαι, Schoenberg;
Να είσαι Schoenberg, Schoenberg,
Ρώτησε ένας φίλος του Schoenberg…
Δύσκολο, αναστέναξε ο Schoenberg,
Αλλά κάποιος έπρεπε να γίνει Schoenberg.
Και σκέφτηκα ότι θα μπορούσα κάλλιστα να είμαι εγώ αυτός ο Schoenberg.
*
Understanding
The most we can hope for
Is that we might be understood by others
with different understandings to ourselves.
Κατανόηση
Το περισσότερο που μπορούμε να ελπίζουμε
είναι να μας καταλάβουν οι άλλοι
με διαφορετικές αντιλήψεις από εμάς.
*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
Diane Di Prima, … απόσπασμα
It is still news to her that passion
could steer her wrong
though she went down, a thousand times
strung out
across railroad tracks, off bridges
under cars, or stiff
glass bottle still in hand, hair soft
on greasy pillows, still it is
news she cannot follow love (his
burning footsteps in blue crystal
snow) & still
come out all right.
Είναι ακόμα νέο γι’ αυτήν ότι το πάθος
θα μπορούσε να την οδηγήσει σε λάθος δρόμο
αν και σωριάστηκε κάτω, χίλιες φορές
…μεθυσμένη…
σε σιδηροδρομικές γραμμές, από γέφυρες
κάτω από αυτοκίνητα, ή με ένα σκληρό
γυάλινο μπουκάλι ακόμα στο χέρι, τα μαλλιά της μαλακά
σε λιπαρά μαξιλάρια, είναι είδηση ακόμα
το ότι δεν μπορεί να ακολουθήσει τον έρωτα (τα
καυτά του βήματα στο μπλε κρυστάλλινο
χιόνι) κι ακόμα
βγαίνει μια χαρά.
*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης
Ανδρέας Τσιάκος, από τις “Ασκήσεις Αναπνοής”
Τώρα το σώμα μου θα ζητά ψυχή και αίμα όπως ζητούν τα τρένα στους σταθμούς ένα ταξίδι ακόμα, θα ‘ναι αντάρτικο πιστόλι η αγάπη μου, με έξι σφαίρες στην καρδιά και με την έβδομη στην τσέπη, σε μια άκρη θα γυρεύει κάποια να φανεί ή έστω η σκιά της, ασκόπως θα στοχεύει ψηλά στον ουρανό την τράπουλα της Αφροδίτης, αφού όταν δεν με σκέφτεσαι δεν υπάρχω, παρά μονάχα στα βιβλία της λογιστικής θα ψιχαλίζει το δάκρυ μου τις πράξεις που ‘χαν σκοπό να λευτερώσουν την πρόσθεση και την αφαίρεση από τα βαρετά σχολικά τετράδια, μα εσύ λέει θα ‘σαι εξωλογιστικό βιβλίο κρυμμένο στις παλιές ελληνικές ταινίες και διάλογος στο διάλλειμα κάποιας παράστασης σπουδαίας, το πρώτο όνομα στις ορχήστρες των πειραματικών συνόλων, η γεύση που κρυώνει το μυαλό μου και το πρώτο φως που είδα σαν γεννήθηκα και πίστεψε η μάνα μου πως ο καρπός της θα γίνει λουλούδι καλοκαιρινό, μα έφυγε ο πατέρας μου να πιει ένα ακόμα μπουκάλι ποτό αναγνωρίζοντας αμέσως την παρουσία του στον καθρέφτη των ματιών μου, και πέταξε ύστερα από δεκαοχτώ χρόνια το τελευταίο τσιγάρο του πάνω μου, πριν μπει στο χώμα ή πριν ταξιδεέψει στα σύννεφα – για λίγο είπε κι αυτός ότι φεύγει, και τον πίστεψα – γιατί τις ταινίες τις είχε ξαναδεί και γνώριζε το τέλος.
*
Όχι, δεν γύρευα να βρω μπελάδες, γύρευα απλώς να έρθει η ζωή, να καθίσει στην καρέκλα που κοιμάμαι να δει τα πράγματα όπως τα βλέπω εγώ, να δει παιδιά στην παραλία να γυρίζουν στην μάνα τους μ’ ένα σπασμένο χαρταετό, να δει το χρώμα που έχουν τα φτερά των αγγέλων να δει πως γίνεται η πέτρα φαγητό, να δει που βρίσκεται η αγάπη μου μόνη να της πει πως είμαι μόνος κι εγώ, να κοιτάξει πέρα από τους βράχους τα σημάδια που έγραψε ο τραυματίας εραστής, να γυρίσει το μέτωπο στο μέλλον, να αποδώσει την πείνα στο παρελθόν, να μου δωρίσει μια ματιά σαν στιλέτο τις μέρες να κόβω σαν ψωμί ξερό, να δει πως φλέγεται ο πόνος όταν η νύχτα δεν ξημερώνει ποτέ, να τρομάξει το χέρι που στρίβει το κέρμα που τζογάρει την καθημερινότητα, να δει πως γεύεται ο κόσμος το νοίκι που δεν χρωστάει ποτέ, να δει την άνοιξη να ξεκληρίζει τις καρδιές που επιθυμούν την ανάσταση, κι όταν ακόμα κουραστεί και πνιγεί από ανάσα που δεν ξέρει τι σημαίνει πνοή, να συγχωρέσει όσους σκοράρουν σε άδεια δίχτυα και δεν έχουν δει τη ζωήτους στα μάτια ποτέ, όχι δεν γύρευα να βρω μπελάδες μα είναι μπελάς να γυρεύεις τη ζωή.
*
Μας επισκέφτηκε σήμερα το μεσημέρι η θεία η Ελπίδα, την είχαμε ξεχάσει και την βρήκαμε να περιμένει συντροφιά με τον σκύλο στα σκαλοπάτια, με τα γυαλιά μυωπίας στα μάτια να κοιτά τον ασβεστωμένο κήπο μας, τα χάσαμε για κάποια στιγμή, ευθύς όμως αλλάξαμε πρόσωπο, την καλωσορίσαμε και την βάλαμε να καθίσει στο στρογγυλό μας τραπέζι, την ρωτήσαμε αν πεινά, αυτή μας είπε πως είχε φέρει φαγητό για όλους και άνοιξε την παλιά μαύρη τσάντα της, έβγαλε ένα καρβέλι ψωμί και τρία μεγάλα κατακόκκινα αυγά, καθώς τα τοποθετούσε στο τραπέζι, για να σπάσουμε την σιωπή που βάραινε το στομάχι μας, την ρωτήσαμε τι κάνει ο θείος Αναστάσης, ασχολείται με χωράφια μας απάντησε, οι ελιές φέτος θα του βγάλουν το λάδι συνέχισε χαμογελώντας, ζήτησε ύστερα ένα μεγάλο μαχαίρι να τεμαχίσει το ψωμί, το έκοψε σε πέντε μεγάλα κομμάτια και το πρόσφερε σαν κλεμμένο χαρτονόμισμα στο καθένα μας, έπειτα καθάρισε τα αυγά, έμοιαζαν τα τσόφλια σαν κέρματα ματωμένα, μας τα έδωσε, τα πήραμε σκεφτικοί ,τα φάγαμε, μάζεψε την παλιά μαύρη τσάντα της, ώρα να φεύγω είπε, δεν ξέρω πότε θα ξανάρθω και εμείς απομείναμε με την απορία γιατί την είχαμε για πεθαμένη δέκα χρόνια τώρα.
*
Εδώ και κάμποσο καιρό, γράφω και ξαναγράφω ένα γράμμα που ο παραλήπτης είναι η μητέρα των φόβων μου, προσπαθώ με δάκρυα και γέλια να της εξομολογηθώ την καθημερινή μου ζωή και να, ήρθε η ώρα, το πήρα απόφαση, θα της γράψω για τους δρόμους που δεν πέρασα, για κείνη την βροχή που δεν δρόσισε την αυλή των ματιών μου, θα της πω για τα όνειρα που μεγαλώνουν, που μεγαλώνουν και φωτίζουν το ταβάνι μου, για τις σκιές πέρα από τα παράθυρα που ‘ναι στα κάγκελα αραγμένες και παίζουν σκάκι στα πλακάκια, θα της γράψω πως τρέμουν τα χέρια μου κάθε φορά που πάω να υπογράψω μια σύμβαση για δουλειά, πόσο αβέβαιος νιώθω από τη στιγμή που έφυγες για το καινούργιο σου λιμάνι, ότι τα σύννεφα πολλές φορές μοιάζουν σαν αληθινά, θα της γράψω ότι σ’ αυτόν τον τόπο που ζω ακόμα κι η θλίψη μου κλαίει, πως τη νύχτα τα ρολόγια σταματούν το τικ τακ και ξεκινούν σαν μπάντα του δρόμου να παίζουν μουσική στο ρυθμό της καρδιάς μου, ναι, επιτέλους πήρα το θάρρος να της γράψω, να της το ταχυδρομήσω αλλά φοβάμαι, πολύ το φοβάμαι πως το γράμμα θα έρθει σε μένα.
*”Ασκήσεις Αναπνοής”, Εκδόσεις Χαραμάδα, 2011.
Χαράλαμπος Μαγουλάς, Δέκα χαϊκού
Στη λαιμητόμο
το πιο αιχμηρό είναι
η φαντασία.
Σ’ ένα κρεσέντο
ζω σιωπής εκπάγλου
σαν το χρυσάφι.
Ταινία, καλός
αγωγός θεάματος,
σχοινί, σαπούνι.
Η αγάπη μου
είναι πια παλτό — γεύμα
ηδύ του σκόρου.
Ξάπλωσε πρώτος
ο πόνος και ζεσταίνει
τα σκεπάσματα.
Το πένθος είναι
ουσία και φαλλός της
φιλοσοφίας.
«Ποιο το νόημα
να ζητάς το νόημα;»
«Φίδι!», απαντώ.
Παυλόφ: αν μείνω
μόνος στον χρόνο, είμαι
επικίνδυνος.
Ρεύμα νωπό με
σχίζει, γονυπετώ στο
σωσίβιο σοκ.
Πεθαίνω. Βλέπω
ήδη το Άγαλμα της
Ελευθερίας.
*Από τη συλλογή “Ψυχιατρικές σημειώσεις: περίπτωση δ. δ. (60 χαϊκού)”. Εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα 2013.
Γρηγόρης Σακαλής, Θέατρο
Δεν υπάρχουν πραγματικοί ιδεολόγοι.
Γεμίσαμε τυχοδιώκτες
που παριστάνουν τους ιδεολόγους
πολεμάνε δήθεν το σύστημα
μόνο που είναι μέσα σ΄αυτό
μέχρι το λαιμό.
Βιβλία, τραγούδια, παραστάσεις
ανώδυνες συγκεντρώσεις
και πορείες
αποτελούν το οπλοστάσιο τους
ο κόσμος τους ακολουθεί
τους πιστεύει
όμως αυτοί κάνουν παιχνίδι
για τον εαυτό τους
ζουν στα πλούσια σπίτια τους
ντύνονται με ακριβά ρούχα
κάνουν ταξίδια
και μιλάνε για τον άνεργο
και τον απλό εργάτη.











