Εκδόσεις-Περιοδικό Πανοπτικόν – Συνέντευξη στον Γιάννη Τσιτσίμη, περιοδικό Ένεκεν, τχ. 30, Δεκέμβριος 2013

12107797_10153761778874887_4439856233434672890_n

Η ποιητική συλλογή “Kλέφτικο’ του Γ. Πρεβεδουράκη είναι τελείως διαφορετική και μη συνηθισμένη στη δομή της από τα συνήθη “ποιητικά σχέδια” της εποχής μας. Αυτός είναι και ένας λόγος που την εκδώσατε, η εκκεντρικότητα σε σχέση με το ουσιώδες περιεχόμενο σάς ώθησαν ως αφετηρία έκδοσης;
Το «τελείως διαφορετική» και «μη συνηθισμένη» που αναφέρετε, αν ισχύει, αρκεί από μόνο του για να εκδώσω ένα ποιητικό βιβλίο· αλλά αυτό δεν συνιστά κατ’ ανάγκη «εκκεντρικότητα» (η εκκεντρικότητα πολλές φορές μπορεί να συνοδεύεται από απουσία περιεχομένου, γι’ αυτό και δεν μ’ αρέσει ως όρος). Μπορεί να είναι τόλμη, τάλαντο, καινοτομία. Το «Κλέφτικο» το εξέδωσα γιατί ήταν ένα ποιητικό κείμενο που μου ήρθε από τον άγνωστό μου τότε Γιώργο Πρεβεδουράκη, το οποίο με συγκίνησε βαθύτατα. Θεωρώ ότι είναι από τα σημαντικότερα ποιητικά βιβλία νέων ανθρώπων που έχουν βγει τα τελευταία χρόνια (τουλάχιστον από όσα έτυχε να δω) και περιμένω πολλά από τον άνθρωπο που το έγραψε.

Τι είναι αυτό που εσείς θα αποκαλούσατε “εκδόσιμη ποίηση” στα 2013;
Ό,τι δεν είναι παραλογοτεχνία (που δυστυχώς αφθονεί γύρω μας) θεωρώ ότι είναι καταρχήν εκδόσιμο. (Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι είναι και πολύ καλό). Το πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι επειδή τις περισσότερες φορές οι ποιητές χρηματοδοτούν οι ίδιοι τις εκδόσεις των βιβλίων τους (και σε ορισμένους οίκους πανάκριβα) πολλοί εκδότες είναι έτοιμοι να τυπώσουν οτιδήποτε, χωρίς κανένα κριτήριο, αρκεί ο υποψήφιος συγγραφέας να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη. Έχω δει με τα μάτια μου Θεσσαλονικιό εκδότη να κλείνει οικονομική συμφωνία με νεαρό συγγραφέα δίχως να έχει κοιτάξει καν το δακτυλόγραφο που του προσκόμισε. Και είναι επίσης γνωστό ότι πολλοί εκδότες δεν διαβάζουν ούτε τα βιβλία που οι ίδιοι εκδίδουν…

Πόσο μακριά από την ποίηση βρίσκεται ο μέσος έλληνας αναγνώστης και ειδικά ο νέος κατά την άποψή σας; Πού οφείλεται αυτό;
Οι Έλληνες γενικά δεν διαβάζουν. Περαιτέρω, η ποίηση είναι κατ’ ουσίαν εκτός εμπορίου (αυτό βέβαια ίσως και να την σώζει με μια έννοια). Ενδεχομένως αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι η εκδοτική βιομηχανία (υπάρχει και τέτοια και καταλαμβάνει το 80% της πιάτσας) έχει ρίξει το βάρος της στο μυθιστόρημα που είναι ογκωδέστερο, συνεπώς και ακριβότερο. Δεν ξέρω ποια άλλη εξήγηση μπορεί να δοθεί, γιατί κατά τεκμήριο η Ελλάδα είχε πάντοτε καλύτερους ποιητές από ό,τι πεζογράφους.

Θεωρείτε ότι οι μεγάλοι ποιητές της χώρας μας κατά τα παρελθόντα έτη στοιχειώνουν τους σύγχρονους δημιουργούς και τους οδηγούν σε τέλμα μάλλον αξεπέραστο και σε μιμητικές επαναλήψεις;
Τίποτα δεν είναι αξεπέραστο, απλώς ενώ η ματαιοδοξία πέφτει με το τουλούμι, το ταλέντο πέφτει με το σταγονόμετρο. Μεγάλοι ποιητές (και θεωρώ ότι πρέπει να χρησιμοποιούμε τη λέξη με φειδώ) δυστυχώς βγαίνουν ελάχιστοι. Έτσι συνέβαινε πάντα. Κατά τα άλλα, μάλλον δεν είμαι αρμόδιος να απαντήσω πιο συγκεκριμένα στο ερώτημά σας, μιας και δεν έχω εποπτεία της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής.

Τι εκπροσωπούν λοιπόν οι εκδόσεις “Πανοπτικόν”, με ποια φιλοσοφία αναζητούν μια θέση στα βιβλιοπωλεία της ζωής μας;
Δεν εκπροσωπούν τίποτα (συγγνώμη, αλλά η λέξη εκπροσώπηση μου προκαλεί δυσφορία, σε ό,τι κι αν αναφέρεται). Όπως έχω ξαναπεί, το Πανοπτικόν είναι ένας μικρός, προσωποπαγής, ανεξάρτητος εκδοτικός οίκος, έξω από τα κυκλώματα της διαφήμισης και της οργανωμένης προβολής. Είναι ένας οίκος που τον ξεκίνησα με ανύπαρκτο –κυριολεκτικά– αρχικό κεφάλαιο και περίσσευμα από μεράκι το 2001, μαζί με το ομώνυμο περιοδικό, όπου τα πάντα σχεδόν τα κάνω μόνος μου. Εκδίδω λίγα βιβλία κάθε χρόνο και δεδομένου ότι δεν βιοπορίζομαι αποκλειστικά και μόνο απ’ το Πανοπτικόν (επί χρόνια η βασική πηγή βιοπορισμού μου ήταν μεταφράσεις και επιμέλειες εκδόσεων που έκανα για λογαριασμό τρίτων) έχω την πολυτέλεια να εκδίδω βιβλία που μου αρέσουν, χωρίς να λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη μου εμπορικά κριτήρια. Η θεματολογία των εκδόσεων χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες: είναι κυρίως πολιτικά δοκίμια (ελευθεριακής και αντιεξουσιαστικής, με την ευρεία έννοια, κατεύθυνσης), υπάρχει μια λογοτεχνική σειρά, με κείμενα που θέλω να «ξεφεύγουν» από την πεπατημένη, τόσο ως τρόπος γραφής όσο και ως συνολική αντίληψη για το τι είναι και ποιον ρόλο επιτελεί η λογοτεχνία στην εποχή των βιομηχανοποιημένων best-seller, η συγγραφή των οποίων διδάσκεται σε κάτι απερίγραπτα σεμινάρια δημιουργικής γραφής, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει προστεθεί η σειρά των Απάντων του Φρίντριχ Νίτσε, στις κλασικές πλέον μεταφράσεις του Ζήση Σαρίκα. Μακάρι τα βιβλία που εκδίδω να είναι για κάποιους –όπως θα το ήθελε ο Κάφκα– τα τσεκούρια που θα σπάσουν την παγωμένη θάλασσα μέσα τους.

Έρμα Βασιλείου, Δυο γυναίκες, η Μούργα και η Μούρσα

the_river[1]

Μούργα,
Αν θα μου πάρεις τη λέξη ελιξήριο
Μην πεις ποτέ πως είναι δική σου
Εγώ σου την έδωσα
Την έκανα δική από τα τραύματα του ήλιου της ποίησης
Γιατί αυτή και δυο τρεις άλλες που σου χάρισα
έβαψαν τα παπλώματά μου με αίμα θεράπευσης
όταν με πνίγαν παλιά οι αυθάδικες γλώσσες των πραματευτάδων
…Εγώ σου την έδωσα!

Χωρίς ευθύνη περπατάς υπεύθυνη-λες είσαι- στην Καρχηδόνα
Με λίγο χρώμα ποίησης που σου εμπιστεύτηκα
Είναι λιγότερα τα πράγματα που κουβαλώ, γιατί κουράστηκα
Μα τα γνωρίζω όσα έδωσα
γράφουν το πάντα το γιατί, σε ποιον και πότε
Κάθισα στον ήλιο τη μέρα αυτή, αν θυμάσαι,
σου έγραψα στην άμμο τη λέξη ελιξήριο
είναι αραβική κι ελληνική μαζί, δεμένη λέξη
άρθρο το ελ, αραβικό…μια αλοιφή ξερή η ελληνική
το αφυδατωμένο σώμα των λέξεών σου την χρειάστηκε
που έπαψε πια να έχει κρύσταλλο νερό και ποίηση στα χέρια
που το πήραν, τα δικά σου…
‘Ανοιξες τη φούχτα σου και ήπιες,
κάτω από τον ήλιο της Αφρικής που δεν γνώρισες
τη δική μου λέξη, το δικό μου ποιητικό βότανο…και
το καρτόρθωσες να μη μας δει κανένας
Ω, ναι, δεν άφησες κανένα χνάρι
Κι η ταυτότητα των λέξεών μου
όταν τη ζήτησα
ήταν μια παραχαραγμένη σιωπηλή πέτρα

με ανορθογραφίες για να πεις
πως δεν υπάρχει άλλο από αυτό που δεν θυμάσαι

Μούργα, το κατόρθωσες να σβήσεις όλα τα στοιχεία δανεισμού…
μα με θυμάται η μνήμη η παλιά η Μούρσα της Ερήμου η δίκαιη
Γι αυτήν την τράβηξα τη λέξη ελιξήριο από τα στόματα των
τεράτων της θάλασσας κολυμπώντας χρόνια να σου την φέρω
Από τις παραλίες της Βόρειας Αφρικής
Στις παραλίες της Αυστραλίας
Δεν ήταν δική σου…
Και λες πως αναγνώρισα εμένα στα δικά σου!
Μα ξέχασες πως αυτά που λες σου ήταν ξένα
Τα χαράματα που σου έβγαλα τον επίδεσμο της
Στεγνής γραφής και σου έβαλα τα ενόργανα
Της ποίησης
Αυτά που χαίρεσαι είναι όλα όσα άλλαξα για να ομορφύνεις
Την ιστορία σου
…Τα δικά μου αναγνώρισα μέσα σε όσα είδα μετά από χρόνια
Όταν μεγάλωσαν οι μέρες
στα λεπτά πέπλα των μίσχων των λέξεων
όχι τη δική σου τέχνη!
Με τα δικά μου καλλώπισα το κρεμασμένο δέντρο σου που
Με το σχοινί της ανίας στο λαιμό
η λέξη ελιξήριο, η δίκαιη Μούρσα
το ανέστησε…

Μύριαμ Μιχαέλις (1908- 2004), Η ιστορία της Ανούσκας

images

Τότε που ήμουν ακόμη πόρνη
και στεκόμουν στη γωνιά του δρόμου μου,
ήρθε μια φορά ένας ποιητής.
Μίλαγε, μίλαγε αλλά δε νοούσα τα λόγια του.
Έλεγε αενάως:Έρωτας! Έρωτας!
Τελικά με πήρε μαζί του,
ξάπλωσε επάνω μου,
έκανε ό,τι όλοι κάνουν
και μού’δωσε χρήματα.
Με αυτά αγόρασα ένα νέο καπέλο.
Όμως μια φορά,
ήταν φαιά σαν ομίχλη η μέρα,
περπατούσαν οι άνθρωποι πιο αποκαμωμένοι
και γρηγορότερα απ’ ότι συνήθως,
στάλαζε η βροχή,
φουγάρα κάπνιζαν πολύ.
Τούτη τη θαυμάσια μέρα ήταν
που ήρθε ένας εργάτης από τη φάμπρικα
με φωτεινά μαύρα μάτια, λαμπερά.
Μού είπε:
Έλα μαζί μου!
Τον ρώτησα :
Έχεις χρήματα;
Χρήματα δεν έχω.
Αλλά θέλω ένα ποτό να σου δώσω να πιεις,
ένα ποτό, ένα ποτό,
να μεθύσεις όπως ποτέ άλλοτε
στον οικτρό σου βίο.
Με πήρε από το χέρι…
Με πήρε από το χέρι και πήγα μαζί του.
Ένιωθα σα να ήταν ένας φίλος,
και μού μίλαγε,
ο λόγος του έπεφτε εντός μου,
και μίλαγε, μίλαγε:
Χίλιοι τροχοί στρέφονται ρυθμικά,
χίλιες φωτιές μέρα τη μέρα υποδαυλίζονται,
ατμοί ανέρχονται με αναβρασμό ολολύζοντα,
στην αυλή του εργοστασίου ένας πλάτανος φυτρώνει.
Άνθρωποι συρρέουν στο σχόλασμά τους.
Κι εγώ είμαι γερός κι εσύ ωραία,
Ανούσκα!
Μα και βέβαια δεν είσαι καθόλου πόρνη
γιατί είσαι μια γυναίκα
κι ωραία.
Καμιά φορά τραγούδαγε ένα πουλί.
Κάπου ρέει ένα πλατύ,ζεστό, ορμητικό ποτάμι ,
Ανούσκα,
Ζήσε ,ζήσε!
Νόμιζα πως θα με σκότωνε…
Νόμιζα πως θα με σκότωνε όταν με αγκάλιασε,
μα δεν θα κραύγαζα.-
Τώρα πια πάλι έφυγε,
για εκεί όπου τα λευκά σιδηρά έμβολα
καθρεφτίζονται μες στα μαύρα φωτεινά μάτια του,
το χέρι του φυτρώνει γιγάντειο μέσα από τις μηχανές…
Και μένα πίσω με άφησε
με το τραγούδι μες στην καρδιά μου,
που τώρα μέρα τη μέρα του παιδιού μου τραγουδώ:
Αγάπησε,αγάπησε.

*Aπόδοση από τα Γερμανικά: Βούλη Ζώγου. Στη μορφή αυτή δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού “Παρέμβαση”.

Κώστας Δεσποινάδης: Οἱ κυνηγοί

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

Despoiniadis,Kostas-OiKynigoi-Eikona-01

Κώ­στας Δε­σποι­νιά­δης

 

Οἱ κυ­νη­γοί

03-PiΑΡΑΘΕΡΙΖΩ σ’ ἕ­να μι­κρό, ἀ­πο­μο­νω­μέ­νο σπί­τι στὴ νῆ­σο Σκ. Κα­νέ­νας θό­ρυ­βος τοῦ «πο­λι­τι­σμοῦ» δὲν φτά­νει ἐ­δῶ· τὸ πλη­σι­έ­στε­ρο σπί­τι βρί­σκε­ται στὰ τρί­α χι­λι­ό­με­τρα. Ἀ­κού­γον­ται μό­νο τζι­τζί­κια, κο­κό­ρια, τὰ βε­λά­σμα­τα τῶν προ­βά­των ἀ­πὸ κά­ποι­α μα­κρι­νὴ στά­νη καὶ τὸ θρό­ι­σμα τῶν φύ­λ­λων. Φύ­ση καὶ ἡ­συ­χί­α.

       Κά­θε τό­σο, ὅ­μως, ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῆς λαγ­κα­διᾶς, ἀ­κού­γον­ται πυ­ρο­βο­λι­σμοί. Ἕ­νας ξε­ρὸς κρό­τος σπά­ει τὴν ἡ­συ­χί­α τοῦ κα­λο­και­ρι­νοῦ το­πί­ου, σέρ­νε­ται γιὰ λί­γο ἡ ἠ­χώ του κι ἔ­πει­τα χά­νε­ται.

       Κυ­νη­γοὶ εἶ­ναι ποὺ πυ­ρο­βο­λοῦν τὰ ἐ­λεύ­θε­ρα κι ἀ­νέ­με­λα που­λιά.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Νύ­χτες ποὺ μύ­ρι­ζαν θά­να­το (ἐκδ. Πα­νο­πτι­κόν, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2010.

Κώ­στας Δε­σποι­νιά­δης (Κο­ζά­νη, 1978). Ἀ­πὸ τὸ 2001 ἐκ­δί­δει καὶ δι­ευ­θύ­νει τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­νο­πτι­κόν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ με­τα­φρά­σεις καὶ ἐ­πι­μέ­λεια ἐκ­δό­σε­ων. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριο, ­νε­κεν, Πλα­νό­διον

View original post 58 more words

φόβος 2000

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Κατάρα να σαι το εκτελεστικό απόσπασμακαι συνάμα ο κρατούμενος.Μα μεγαλύτερη κατάρα είναινα ζεις διαρκώς με τον φόβοτης εκπυρσοκρότησης.ΥΓ: Η καταστροφή δεν είναι το φαινόμενομα ο φόβος του φαινομένου.

View original post

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Τους είδα

1106641

Τους είδα τους ανθρώπους
άσχημους και κακούς
αδύναμους και νοσηρούς
κι αδιάφορους
ισορροπημένους πάνω στο αδιέξοδο
ισοπεδωμένους απ’ τη γνώση
οικτρά πλανεμένους
μέσα σε τύπους άλυτους κι εξισώσεις
σε προθαλάμους μαντείων
σε προθαλάμους γραφείων
να μην είναι στο εδώ
μήτε στο εκεί
γλιστρώντας η ψυχή τους μες στη λάσπη

αξιωματούχους
εμπόρους
φορώντας καθαρό πουκάμισο
φορώντας καθαρό παντελόνι
γραβάτα
ατσαλάκωτους
σε συνέδρια
σε τελετές
πάνω σε κόκκινα χαλιά
και πλατείες κατάμεστες
ουρλιάζοντας στο μπαλκόνι
με τις φωνές τους τελεσίγραφα σαν το χαλάζι
να πήζουν πληγές στην ακοή

κι έρπητες τους είδα
κι εγγαστρίμυθους
πίσω απ’ το κρυφό φονικό
κουνώντας την ουρά τους σαν μαστίγιο
τρέμοντας το σινιάλο του φοβερού αρχηγού
τρέμοντας ακόμη και τον εαυτό τους
μικρούς
βαρετούς
ξέπνοους
πίνοντας ήσυχα τον καφέ τους
ναυαγισμένους στη βαθιά τους πολυθρόνα
σε στάσιμα νερά
πονηρούς
συριχτά ανασαίνοντας σαν το φίδι
καχύποπτους
Τελώνες και Φαρισαίους στη χάρτινη τάφρο τους

κι εκδιδόμενους
εισπράττοντας παλιά ξεπουλήματα
πλάσματα της λύπησης με τις αφέγγαρες νύχτες
οξειδωμένους
ρίχνοντας το λίπασμα του μετάλλου στις ρίζες των παιδιών
παράφρονες
αμετανόητους
όμοιους με τα άγρια ζώα που συνήθισαν το κυνήγι.

Τους είδα τους ανθρώπους
δίχως έπη
δίχως ήρωες και θεούς
σκυλιά γαυγίζοντας στα όνειρά μου
κουρδισμένα κοράκια
λύκους μέσα στο βέλασμα του αρνιού
ενώ τα τοπία βουλιάζαν
βουλιάζαν
τοποτηρητές σ’ ένα διαρκές πραξικόπημα
μαυραγορίτες με την πραμάτια τους –
στερήσεις
φόβο
ψέματα κι απόγνωση
στο τρομακτικό έρεβος ενός απύθμενου φερέτρου.

Ναι
ναι
τους είδα
σε δωμάτια ερειπωμένων ασύλων
σκαλί σκαλί ν’ ανεβαίνουν στα δωμάτια της τρέλας
αλέθοντας με την ψυχή τους πόνους αγιάτρευτους
χρόνια σκληρά
κάθε νύχτα
και το πρωί να τους λείπει το σώμα

κι άλλους
σε πολέμους
κραχ
ξεριζωμούς
μέσα σε τάφους
έξω από τάφους
ανάμεσα στο θάνατο και τον αριθμό
στην απέραντη έκσταση της βόμβας μεγατόνων
στάζοντας αίματα
αίματα
με σπλάχνα χυμένα

κι άλλους
κι άλλους
ξέπνοους
αποκοιμισμένους στο νεκρικό φως
της τηλεοπτικής σκλήρυνσης κατά πλάκας
σάπια μαργαριτάρια που έχασαν την αξία τους.

Τους είδα
τους είδα τους ανθρώπους
πολλούς μαζί και πάντοτε μόνους
να τους υφαίνει η αράχνη του πλεξιγκλάς
ο ιστός της να τυλίγει τις μέρες
τις νύχτες τους

σκορπισμένους παντού
πάνω σε τρένα και τραμ
και καταστρώματα πλοίων που πρόδωσε η αντάρα
με την ανάσα κομμένη στα στεγνά τους λαρύγγια
κομματιασμένους
κουλουριασμένους
στήνοντας αυτί στο ατέλειωτο κλάμα
που ξέσκιζε το σιδηρούν παραπέτασμα
ψηλαφώντας σιωπηλές φωνές
νεκρές ανεμώνες
καταδικασμένους να επαναλαμβάνουν κάθε μεσάνυχτα
τον ίδιο δίκαιο φόνο

χωρίς μάτια
χωρίς χέρια
στο στόμα του τυφώνα
στη γλώσσα του τυφώνα
να πέφτουν πρηνηδόν βλέποντας ανθρώπους.

Μαρια Τσιράκου, Αποδοχή

DSC08400

Έκαμα τόση υπομονή
που πια, δεν τη θυμάμαι.
Έμαθα άωρα να ζω
το έτσι, στο αλλιώς,
της ανοχής μου,
της ενοχής μου.

Ποιας σάρκας ηδονή τώρα να γίνω;
Απουσιάζει η ζωή μου από τούτη
την πραγματικότητα
και συ, που με κοιτάς με αθωότητα,
φύλαξε τα σεντόνια σου
κρυφοί οι πόθοι σου,
στου μπαλκονιού σου τη σιωπή
αυγή δε θα υπάρξει,
για όσους κοιτάξουν.

Φύλαξε τα σεντόνια σου,
κρυφοί οι πόθοι σου.

Έκαμα τόση υπομονή
ζωή ευτέλεια
για όλους όλα τέλεια,
θα το φωνάξω!
Άπλωσα τα σεντόνια μου
στης μειονότητας τη θέα,
εδώ οι πόθοι μου!
Και κείνη η σάρκα, η ηδονή;
Παραδοχή, αποδοχή, μοιραία.

Άπλωσα τα σεντόνια μου,
νιώθω τους πόθους σου.

Της ηδονής μου η αθωότητα
πραγματικότητα,
στης ενοχής μου την αβρότητα
δε θα γυρίσω.
Έκαμα τόση υπομονή,
θέλω να ζήσω!.

*Από τη συλλογή “Εν πορεία…”, Εκδ. Γιάννης Σκ. Πικραμένος, Πάτρα 2010, σελ. 11.

ALBERT CAMUS

vequinox's avatarManolis

images

Ο ιός του φόβου

Οι συμπολίτες μας δεν ήταν περισσότερο ένοχοι από άλλους, ξεχνούσαν μόνο να ’ναι μετριόφρονες, αυτό είναι όλο και σκέφτονταν πως όλα είναι ακόμα δυνατά γι’ αυτούς, πράγμα που προϋπέθετε ότι οι συμφορές ήταν αδύνατο να υπάρχουν. Εξακολουθούσαν τις εμπορικές συναλλαγές, ετοίμαζαν ταξίδια και είχαν τις απόψεις τους. Γιατί να σκέφτονταν την πανούκλα που καταργεί το μέλλον, τις μετακινήσεις και τις συζητήσεις; Νόμιζαν πως ήταν ελεύθεροι ενώ κανείς δεν μπορεί να είναι ελεύθερος όσο υπάρχουν συμφορές. [Αλμπέρ Καμύ, Η πανούκλα]
Διαδίδεται σαν αστραπή, κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτε πια∙ ο ένας κολλάει τον άλλον σχεδόν ακαριαία. Δεν υπάρχει πλέον τρόπος να ελεγχθεί η εξάπλωσή της. Δεν έχει βρεθεί το φάρμακο κι ίσως να μην προλάβει να βρεθεί, πριν αφανιστεί η ανθρωπότητα. Ο φόβος κι ο τρόμος κατακλύζουν τις συνειδήσεις. Η ακοή δεν είναι αρκετή για ν’ ακουστεί το τέλος που πλησιάζει. Φόβος για τον εαυτό και…

View original post 465 more words

Poetic inspirations @ Emerald – Saturday, 14 November 2015

670px-Get-Inspiration-for-Poetry-Step-5

Poetic inspirations @ Emerald

November 14, 11.45am-1.45pm

Poetry reading with

JENNIFER MACKENZIE
HIDAYET CEYLAN
ALANA KELSALL

and open mic

at Emerald Hill Library & Heritage Centre

195 Bank St.,
South Melbourne

(opposite South Melbourne Town Hall)

11.45am- 1.45pm
(Library closes at 2pm on Saturdays)

The room can seat up to 30 persons. There is a kitchen available to use, with the usual facilities, including crockery and a hot water urn. The room also has audio visual equipment and screen if it will be required.  
 
The next and last for 2015 reading is December 12, 11.45am-1.45pm

For more information:

– Dimitri Troaditis troaditisdimitris@gmail.com and/or 0432 094 342
– Emerald Library and Heritage Centre
Art & Heritage Programs | Arts & Culture 9209 6416