Γεωργία Τρούλη, Ένας καιρός απών (Όταν έμειναν μόνοι στην ιστορία των κήπων)

tumblr_npbu26hQlo1qczwklo2_500

Να μετράς αλλιώς χρόνο και
Υποτακτική πορεία στο να / αποστάσεις
Να βγάζεις το τίποτα
Και πάλι από αυτό να ξεκινάς
Μικρό αλόγιστο μελάνι
Σχηματισμός
Να εκδίδεσαι σε ορισμένες επαναλήψεις
Να εκπορνεύεσαι με περισσή αθωότητα
Να γίνεσαι α λιβιδινική γραφή
Και συναίσθημα πολυεπίπεδο
Να προσδοκάς τον διάλογο
Και να βάζεις παύλες στο αριστερό διάκενο
της γραφής—————–
Καμιά απάντηση
Καμιά απάντηση
Να αφήνεσαι να καταπίνεις σιωπή και μανιτόλη
στο λευκό δερματόδετο βιβλίο
Να μην βάζεις τελείες ούτε ελιές στο δέρμα
Να λες κάποια παιχνίδια πρέπει
Να παίζονται πιο παιχνιδιάρικα
Παίζουμε τώρα αλήθεια ή ψέμα;
Αλήθεια ή ψέμα;
Όπως τόσοι κορμοί δέντρων για να πάω εκεί
Τόσοι δαχτύλιοι για να μετρήσω ηλικία
Τόσα χαραγμένα κεφαλαία σχεδιασμένα
Με λεπίδα ενός ανεπίτρεπτου ενεστώτα
Να υπηρετήσεις την διαφυγή
Να εκ πορνεύεσαι με περισσή αθωότητα
Να γίνεσαι α λιβιδινική γραφή και συναίσθημα πολυπεπίπεδο
Να απαιτήσεις το πέρασμα
Να ακυρώσεις την λάμψη
Να ωφελήσεις το ανώφελο
Το αδύνατο
Το ανύπαρκτο
Το Α
Του Κενταύρου
Του ανθρώπου
Του ά κεντρου
Να
Πειραζόμαστε πού και πού
Να γελάμε
Να περνάει η κόκκινη μπάλα
Κάτω από τα πόδια μας
Και να μην λέμε
Να!εγώ την έπιασα
Όχι !Εγώ.
Πάει την πάτησε
Πάει!Αυτό ήταν
Αυτός ο γίγαντας έπεσε για ύπνο
Υπάρχει και άλλος πιο πέρα θάνατος
Από την καταστροφή
Μεγάλωσε τόσο πολύ
Στο κρεβάτι του
Που δεν χώρεσε ποτέ
Να βγει από
Το όνειρο
Να.
Τόσα χαλίκια για τις διαβάσεις
Τις μετατοπίσεις
Τις διαδρομές
Τόσες παραλλαγες
Για να μετράς δέρμα
Σε άνθρωπο

Ελένη Φουρνάρου, Microαστές, Εκδόσεις vakxikon.gr

BKS.0080058

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Πώς θα μας φαινόταν μια εξυπνότερη, ωριμότερη αλλά και κοινωνικότερη ελληνική εκδοχή του Sex and the City? Και πως θα μας φαινόταν αν αυτή η εκδοχή δεν ήταν μια ακόμα εύπεπτη τηλεοπτική σειρά, αλλά ένα πολλά υποσχόμενο μυθιστόρημα;

Έχουμε, λοιπόν, την ευκαιρία να έχουμε στα χέρια μας το μυθιστόρημα της Ελένης Φουρνάρου: Microαστές, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις: Vakxikon.gr. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα γλαφυρό με ζωντανές περιγραφές και ρέουσα πλοκή. Με χιούμορ, τροφή για σκέψη και μια γλυκόπικρη επίγευση, που αφήνει σε κάθε αναγνώστη.

Ας δούμε λίγο την υπόθεση: Μια παρέα γυναικών γύρω στα τριάντα ζουν και κινούνται στα Εξάρχεια και τα πέριξ, τα πρώτα χρόνια του νέου αιώνα. Στο επίκεντρο η Ιωάννα, η Κάτια και η Δέσποινα, φίλες από τα φοιτητικά τους χρόνια. Πίνουν καφέδες και ποτά συζητώντας πρωτίστως τα ερωτικά τους και ό,τι άλλο ελαφρύ ή βαρύτερο προκύψει. Ώσπου στη ζωή τους εμπλέκονται αναπάντεχα μια διεθνής τρομοκρατική οργάνωση, η ελληνική αστυνομία, οι μυστικές υπηρεσίες και, φυσικά, η οικονομική κρίση. Οι αντοχές τους δοκιμάζονται, οι φιλίες επίσης και τα προσωπικά τους αφηγήματα υπονομεύονται από την αναπόφευκτη πραγματικότητα.

Ξεκινώντας, ας σταθούμε λίγο στον τίτλο. Αντί του γνωστού όρου μικροαστές, η συγγραφέας κάνει λογοπαίγνιο γράφοντας microαστές χρησιμοποιώντας τον όρο micro, που χρησιμοποιείται τόσο στην τεχνολογία όσο και στην οικονομία για να εκφράσει μικρά και πολλές φορές απειροελάχιστα μεγέθη δίνοντάς έτσι από την αρχή έναν ειρωνικό τόνο στο μυθιστόρημα.

Διαβάζοντας το μυθιστόρημα Microαστες διαπιστώνουμε ότι η Ελένη Φουρνάρου περιγράφει πολύ γλαφυρά κωμικοτραγικές καταστάσεις με αρκετή δόση αυτοσαρκασμού καθώς η ίδια παίρνει το ρόλο της Ιωάννας, που αναφέρεται σε πρώτο πρόσωπο. Μέσω της Ιωάννας η συγγραφέας δεν μας αφηγείται μόνο γεγονότα, αλλά στέκεται πίσω από αυτά και φιλοσοφεί καυστικά. Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: «Η κρίση των σαράντα δεν είναι εφεύρεση των επιτήδειων ψυχολόγων, ούτε των λάιφ στάιλ περιοδικών-σας τ’ ορκίζομαι. Υπάρχει στ’ αλήθεια. Παραμονεύει χαιρέκακα να νιώσει πως το ξέχασες, καιροφυλακτεί σατανικά να σε πιάσει αφηρημένο. Και σε χτυπάει αλύπητα. Εκεί που δεν το περιμένεις. Και σου θυμίζει μονομιάς όλα αυτά που έτρεχες να προλάβεις. Και δεν πρόλαβες γιατί δεν βρήκες το χρόνο. Δεν θα γίνεις ποτέ πρίμα μπαλαρίνα, ολυμπιονίκης στο έπταθλο, πυρηνικός επιστήμονας, αστροναύτης, ούτε καν προπονητής του Παναργειακού. Ή δεν θα κάνεις τέσσερα ξανθά, στρουμπουλά μωρά που τρέχουν μέσα σ’ ένα μαγευτικό κήπο με σιντριβάνια…. Τα σαράντα σου σκάνε στη μούρη κωμικά, σαν τούρτα από το υπερπέραν.»

Το μυθιστόρημα της Ελένης Φουρνάρου microαστες, θα μπορούσε, λοιπόν, να είναι ένα χιουμοριστικό βιβλιαράκι για να περνάει ευχάριστα ή ώρα, όμως, οι κοινωνικές προεκτάσεις, που εμπεριέχει βάζουν σε σκέψεις τον αναγνώστη για την οικονομική κρίση, αλλά και το για το πώς πρέπει να αντιστεκόμαστε στο σύστημα. Πως αγωνιζόμαστε; Με ατομική τρομοκρατία ή μέσα από συλλογικότητες; Το μυθιστόρημα δεν απαντά. Θέτει το ερώτημα και αφήνει τον αναγνώστη να προβληματιστεί. Η φιλία δοκιμάζεται. Ποιος θα νικήσει; Η φιλία ή η ιδεολογική περιχαράκωση;

Κλείνοντας, οφείλουμε να ευχαριστήσουμε την Ελένη Φουρνάρου για το πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημά της microαστές και να περιμένουμε τις νέες πνευματικές της δημιουργίες.
ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Μιχαήλ Μήτρας, Τρία ποιήματα

Wolfgang Paalen, The light towers

Wolfgang Paalen, The light towers



ΑΣΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ 3

τα αυτοκίνητα στη λεωφόρο

οι πεζοί που αργοπορούν

καθώς τα φώτα εναλλάσσονται

τα αυτοκίνητα αργοπορούν

οι πεζοί καθώς εναλλάσσονται

τα φώτα στη λεωφόρο

τα αυτοκίνητα εναλλάσσονται

οι πεζοί καθώς αργοπορούν

και τα φώτα εναλλάσσονται

τα αυτοκίνητα στη λεωφόρο

οι πεζοί καθώς αργοπορούν

τα φώτα στη λεωφόρο καθώς

ΕΝΑΛΛΑΣΣΟΝΤΑΙ

αυτοκίνητα πεζοί φώτα
 

***

ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΣ

υδαταγωγός υδάτινος υδατόπτωση

υδατόστρωμα υδατόσφαιρα υδραγωγός

υδραντλία υδρατμός υδροδείκτης

ύδρευμα υδρόγειος υδροδίαιτος

υδροδοχείο ΕΝΑ υδροθεραπεία

υδροθήκη ΠΟΤΗΡΙ υδροθάλαμος

υδροληψία ΝΕΡΟ υδρομετρητής

υδρόβιος υδρόλυτος υδρολαίλα
ψ
υδροπότης υδρορροή υδροστεγής

υδροσκοπία υδροστάσιο υδρόσφαιρα

υδροστεγής υδρόφιλος υδροφοβία
 

***

Η ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ
ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΑ

απαγορεύεται η είσοδος

απαγορεύεται η είσοδος

απαγορεύεται η είσοδος

απαγορεύεται η είσοδος

απαγορεύεται η είσοδος
απαγορεύεται η είσοδος

απαγορεύεται η είσοδος

απαγορεύεται η είσοδος

ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΞΟΔΟΣ

*Aπό τις «Διακριτικές Μεταβολές»
συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του, 1982-2002, Απόπειρα, 2004.

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Δύο ποιήματα

32368_210423145760150_1247825670_n

ΟΔΥΣΣΕΑΣ

Μεταφραστές σιωπής μού είπαν
πως τάχα σε δύσκολους καιρούς
κόβεις δρόμο, περνάς μέσα απ’ τις ζωές των άλλων
φορώντας μια μεταποιημένη λύπη, που σέρνεται πίσω σου.
Χρυσοφόρων Μήδων αναπνοές σε προσεγγίζουν,
εκεί που κατοικείς σε πάθη αλλότρια,
που σχίζεται μεταξωτός ο χρόνος,
μισός για πεθαμένους κι άλλος μισός για ζωντανούς.
Σε λένε Οδυσσέα στο τέλος.
Μα ξέρω, μπροστά σου τείχος, πίσω σου κορναρίσματα,
δεν επαναπατρίζεσαι.

***

Ο χρόνος υπερδιπλασιασμού του πόνου
δεν ορίζεται.
Θα περπατάει εκεί που τον αφήσατε
με το κούτελο ψηλά.
Δεν χάνεται. Κινούμενος ασυμπτωματικά σε τοίχους για
παράδειγμα νεκροταφείων, καίγοντας τα λιβάνια του,
μοιράζοντας φρούτρα στους περαστικούς,
ευλογώντας τα γένια του
με τη βραδύτητα αυτού που στηρίζεται στην ξινή
εσπεριδοειδή του φύση.
Γι’ αυτό δεν θα ’ρθω να σε δω, μητέρα,
εκεί που ξεκουράζεσαι,
σηκώνοντας πάνω στο λιπόσαρκο κορμί σου -έτσι ήσουν
πάντα-
πάλλευκα μάρμαρα.

*Από τη συλλογή ‘Η άστεγη μέρα”, Εκδόσεις Μελάνι, 2014 (σελ. 14-15).

Λίνα Φι, Δύο ποιήματα

img008

οι πύρινοι

θα ‘ρθει μια μέρα που η γη
θα ενωθεί με τον ήλιο
θα λιώσει
θα γίνει μία μόνο απ’ τι φλόγες του.
κι εμείς τότε
μόνο πυρετό θα έχουμε ανεβάσει.
τη συνηθίσαμε τη φωτιά
τόσα χρόνια ζώντας με αυτή να καίει μέσα μας.
μα πάντα απ’ έξω παγωμένοι
παγωμένα χέρια παγωμένα χείλια
ανάβουμε άλλη μία φωτιά
κάπου στο δρόμο
σε ένα κτίριο
κάπου στο δρόμο μας
για να συντροφεύει αυτή που καίει στα σωθικά μας.

***

ηλεκτρικός

διαταραγμένος ψυχικά
μεσ’ στο στομάχι του βαθιά
άνθρωποι κοντοί ως τα πόδια ζητιανεύουν.
καθείς κι από ένα χάλκινο “αξίζει”.
σεμνά η κυρία φτύνει το εισιτήριο
με σάλιο επικυρώνει την τιμή.
χέρια νωπά γλιστράνε στο δικό μου
κι όλο ανεβαίνουν και κατεβαίνουν πάλι.
κι ένα άλλο χέρι δεσποινίδος
τρεμάμενο στο κράτημα σακούλας
κι ας είναι μόνο μία
θυμίζει μαγαζιά που έμειναν κλειστά
σε συνοικίες εργατικές που τα ρούχα της
παγίδεψαν στην πλέξη τους.
-μυρίζει ιδρώτας και σε ‘μένα-
κι έπειτα η έναρξη της προσφοράς.
φωνές την αναγγέλουν.
παζάρι χαρτομάντηλων θυμίζει.
μάρκες διαφορετικές για να διαλέξω
χέρια διαφορετικά
πιο σκληρά
χέρια που λυσσάνε για ένα άγγιγμα
μυαλά που τα κρατάνε ευπρεπώς κοντά στο σώμα.
και μάτια
όλο μάτια αυτός ο ηλεκτρικός..
πόσα πολλά να είδαν πριν μαζί βρεθούμε
κι έχουν έτσι αλλοιωθεί στο κοίταγμα της πόρτας του τρένου.
όλοι μαζί για μια τρενόπορτα ν’ ανοίξει.
λίγη ακόμη υπομονή
αν και μπορεί
μιας και βρεθήκαμε
να πεθάνουμε μαζί.
πώς αλήθεια δεν εκρήγνυται το τρένο
στο βάρος τόσων κουρασμένων ψυχών
στριμωγμένων στα βαγόνια;

*Από τη συλλογή “δημιουργικό μηδέν”, εκδόσεις προςποίηση. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι δουλειά της orgbamaria και περιλαμβάνεται στη συλλογή.

Σπύρος Μεϊμάρης, Πρωινή Δοκιμασία

Light+in+the+Window

Τόσο ξένος προς το περιβάλλον.
Εξετάζοντας τις αποχρώσεις,
εξετάζοντας τα πάντα.

Τρίβω, χαϊδεύω τα χέρια μου.
Τα τετράδια αναπαύονται ήσυχα πάνω στο τραπέζι.
Το δωμάτιο είναι φωτισμένο από τον Ήλιο.

Τρίβω τα πόδια μου.
Κλείνω τα μάτια από την έκσταση.
Ακουμπώ τα γυαλιά μου στο γραφείο.

Πατάμε πάνω στις λέξεις για να μας πάνε κάπου.
Να μας πάνε ίσως πίσω, έξω, στον κήπο.
Να εισέλθουμε σε άλλη Πραγματικότητα.

Αποσπώντας τις εικόνες που εμφανίζονται στο νου
και ευθυγραμμίζονται μέσα μου με ότι συμβαίνει ολόγυρα.
Και τα γέρικα χέρια αναπαύονται.

Είναι η μέρα των λουλουδιών, η μέρα του Ήλιου.
Είναι η μέρα κάποιου αδιόρατου θριάμβου.
Ακούγονται ήδη οι ύμνοι χιλιάδων ανθρώπων.

Μας έφυγε το βάρος, μας έφυγε η θλίψη.
Υπόκωφα φουσκώνει το ρυάκι.
Οι φωνές εντείνονται.

Κολυμπάμε κι εμείς, παίρνουμε θάρρος.
Έχουμε προσδοκίες, έχουμε γαλήνη.
Κρύωσαν τα χέρια.

Θρίαμβος στο μέσα, θρίαμβος στο έξω, ένα είναι.
Αυθόρμητα θες να ευχαριστήσεις κάποιον.
Σε μπερδεύουν όμως οι άνθρωποι.

Μέσα από τα πιο απλά συμβάντα
δημιουργείς καινούργια πράγματα.
Οι εικόνες, οι αντιλήψεις.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα 2009-2013”.

Αντώνης Ψάλτης, Ο ήρωας μέσα μου

anaepfet6-thumb-large

τα βράδια
είμαι ένα παράξενο ψάρι του ωκεανού
δεν γνωρίζω τίποτα για τον πάνω κόσμο
ούτε πως ο ήλιος φωτίζει
κοιμάμαι στον μαύρο απύθμενο βυθό
όπου δεν φτάνει ανθρώπου μάτι
κι ένα τηλέφωνο χτυπά σαν γέννα
από έναν άλλο ωκεανό


βγήκανε στους δρόμους καρναβάλια
ντυμένοι δολοφόνοι
με όπλα αληθινά
σκοτώνοντας τους κόσμους
εξαίφνης
εξ επαφής
είμαστε ντυμένοι δολοφόνοι
λένε
 —
είστε ντυμένοι νεκροί

ΙΜΕΡΟΣ


δώσ’ μου το τσιγάρο απ’ το στόμα σου!
έτσι πως στα χείλη σου κρυστάλλινα
ανηλεώς καρφώθηκε
εσύ το κόκκινο κρασί χαζεύοντας
και το ποτήρι τη δική σου ανία
και με τα δάκτυλα ρυθμούς σκαλίζεις
στο μπαρ απογοήτευση
δώσ’ μου το τσιγάρο απ’ τα χείλη σου!
κι όταν τα χείλια τα δικά μου το ρουφήξουν
το φιλί σου που μ’ αρνήθηκες
εγώ θα σου το κλέψω!

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Ποιήματα

images

μια ώρα αρχύτερα

Θυμάσαι τότε στο πάρκο ξημερώματα
που είδαμε τις έγκυες να περπατούν
πιασμένες χέρι χέρι,
μ’ ένα σάπιο καρβέλι ψωμί
η καθεμιά στην άδεια τους παλάμη;

Εμείς καθόμασταν κάτω στα φύλλα τα ξερά,
τα κόκκινα του φθινοπώρου αποφάγια,
τρίβαμε τα στομάχια μας
γιατί μας είχαν πει πως κάθε ανθρώπινη ανάγκη
ικανοποιείται μ’ ένα παραπλανητικό
υποκατάστατο άγγιγμα.
Μάταια, ακόμα ένα ψέμα, μονάχα μυρμήγκια
κυλούσαν από τους αφαλούς μας.

Τα δόντια μας ερμητικά σφιχτά,
δαγκώνανε τη γλώσσα κι αίμα πότιζαν τα χείλη
μην τυχόν και ξεχυθεί ο βούρκος απ’ το στόμα μας.
Μην τυχόν και πεις τίποτα για τις γυναίκες
πόσο όμορφες σαν το φθινόπωρο ήταν,
πόσο άπιαστες σαν την άνοιξη.
Μην τυχόν και με ρωτήσεις πού πάνε;
και σου απαντήσω: μα στο νεκροταφείο, φυσικά.
Για να γεννήσουν.

***

ειδοποιητήριο θανάτου

Περπατούσα κι είδα καρφωμένη στην κολόνα
την αναγγελία της κηδείας μου.
Ένα σκισμένο, σαν τη ζωή μου, ήταν χαρτί.

«Τον αγαπητό μας εχθρό
κι αντίπαλο και σκουλήκι
κηδεύομεν σήμερον.
Απεβίωσε ετών μηδέν,
ώρα αγνοουμένη
κάπου μεταξύ μεσονυκτίου και χαραυγής,
εν μέσω ύπνου, δυστυχής,
κι ονείρων.
Οι τεθλιμμένοι, λατρευτοί του δολοφόνοι».

Φόρεσα το δέρμα μου και κίνησα για το μέρος.
Ένα μεγάλο φράκτη κάγκελα βρήκα
και μέσα άνθρωποι πολλοί γύρω απ’ τον τάφο
με το πρόσωπό μου στους ώμους τους.
Φύγε, φώναξαν όλοι μαζί,
καθώς άνοιγα με τα κλειδιά του σπιτιού μου.
Δεν επιτρέπονται ‘δω πέρα ξένοι.

***

οικογενειακή γιορτή

Ήταν στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι
η μάνα μου, ο πατέρας, ο Φραντς κι εγώ.
Ο πατέρας μού έτρωγε το χέρι
κι εγώ με το άλλο ανακάτευα το μυαλό μου,
ψάχνοντας να βρω το κουτάλι που είχε πέσει μέσα.
Η μάνα,
μοναδική γυναίκα πια στον κόσμο,
κρατούσε την ομπρέλα για να μην πέφτουν
οι βόμβες στα κεφάλια μας.
Κι ο Φραντς στη μέση του τραπεζιού
περίμενε τον πατέρα μας να τελειώσει μαζί μου.

Ο Φραντς
πάνω στη μεγάλη ασημένια πιατέλα
μ’ ένα μήλο στο στόμα.

***

ο κιτρινολαίμης

Ας κάνει κάποιος θεός
να προφτάσω τον κιτρινολαίμη.
Ας κάνει να μείνει ζωντανός
κάπου μες στο σύμπαν,
για να ξέρω απλώς ότι υπάρχει
κι ότι αναδεύει το τίποτα με τα φτερά του.
Να με κρατά η προσμονή
μην τύχει κάποτε και τόνε δω
να ξετρυπώνει με το ράμφος του μια νύμφη
απ’ τα σπλάχνα μιας βελανιδιάς.

Ας κάνει κάποιος άνθρωπος
Θεός να υπάρξει,
που θα μου φυλάξει
έναν μοναχά μικρό
κιτρινολαίμη.

***

ηδονίζονται

Με ρωτούν στον δρόμο οι περαστικοί:
Γιατί κρατάς τα φρύδια σου σφιχτά κατεβασμένα;
Ηδονίζονται να το ακούν:
Για να μην μου βγάλετε τα μάτια.

*Από τη συλλογή “Ανεκπλήρωτοι φόβοι”, εκδ. Πολύτροπον.

Μίλτος Σαχτούρης, Τρία ποιήματα

checkmate-evelina-kremsdorf

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ
Μοσχοβολούσε το φεγγάρι
σκύλοι μ’ άσπρα λουλούδια στο κεφάλι
περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί
κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο
και μέσα φαίνονταν τα σφυριά και τα μαχαίρια
Μέσα στα χέρια μου έσπασα το κρύσταλλο
Και τότε είδα κόκκινο το σύννεφο
να μεγαλώνει ν’ ανάβει την καρδιά μου
και τ’ άλλο γκρίζο σαν καπνός
ν’ αδειάζει από μέσα μου
να φεύγει

Η ΜΑΡΙΑ
Η Μαρία σκεφτική
έβγαζε τις κάλτσες της
Από το σώμα της έβγαιναν
φωνές άλλων ανθρώπων
ενός στρατιώτη που μιλούσε σαν
ένα πουλί
ενός αρρώστου που είχε πεθάνει από πόνους
προβάτων
και το κλάμα της μικρής ανεψιάς της Μαρίας
που αυτές τις μέρες είχε γεννηθεί
Η Μαρία έκλαιγε έκλαιγε
τώρα η Μαρία γελούσε
άπλωνε τα χέρια της το βράδυ
έμενε με τα πόδια ανοιχτά
Ύστερα σκοτείνιαζαν τα μάτια της
μαύρα μαύρα θολά σκοτείνιαζαν
Το ραδιόφωνο έπαιζε
Η Μαρία έκλαιγε
Η Μαρία έκλαιγε
το ραδιόφωνο έπαιζε
Τότε η Μαρία
σιγά–σιγά άνοιγε τα χέρια της
άρχιζε να πετάει
γύρω-γύρω στο δωμάτιο

ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ
Είναι πουλιά
που δεν πετάνε
είναι πουλιά
θαμμένα
μεσ’ σε κουτιά
Είναι δωμάτια
και είναι λέξεις
που σκίζουνε το κεφάλι
σαν καρφιά
Είναι καρφιά
που δεν πονάνε
είναι καρφιά
π’ ανακουφίζουν
Όταν χτυπήσουν
πάλι οι καμπάνες
θα πεταχτούμε
σαν τα πουλιά

*Από “Τα φλάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο” (1958).

Στέφανος Μπεκατώρος, Το δάκρυ

tumblr_moeyp8au8z1sunjgjo1_500

Όπως τα δάκρυ έτσι έρχεται το ποίημα μέσα από τις βαθιές χαραγματιές
του σώματός μου. Βγαίνει απ’ το σώμα μου
στο χώμα πέφτει κάποτε – κόκκινο ρόδο
και γίνεται χίλια κομμάτια κόκκινα
στον ουρανό πετάει κάποτε – το κόκκινο μαντήλι
που έφυγε από τα χέρια του παιδιού
στα χέρια πέφτει κάποτε – κόκκινος θρόμβος
γεμίζοντας ένα λευκό χαρτί.

Ό,τι κι αν γίνει
θα επιστρέψει κάποτε το ποίημα
ό,τι κι αν γίνει
θα σε γυρέψει κάποτε το ποίημα
ήσυχο κλάμα του νερού στην πηγή
φύλλωμα δέντρου όπως ξεψυχάει το απόγευμα
βιβλίο που φαγώθηκε απ’ τη σκόνη
και την υγρασία κι έμεινε
στη μοναξιά καιρό.

Όπως το δάκρυ κι όπως το αναφυλλητό –
φτάνει μια μέρα που όλα γύρω γέρνουν κλείνει
ο κορμός χάνεται σβήνει ο ουρανός και μόνο
μένουν τα λόγια πάνω στο χαρτί κι η μουσική
πριν απ’ τα λόγια πριν απ’ το χώμα πριν
απ’ τον ουρανό
κι όμως
μετά απ’ το ποίημα. έτσι –
όπως το δάκρυ κι όπως το αναφυλλητό.

*Από τη συλλογή “Περιορισμένος χώρος* (1975).