Dada – 7 ελληνικά τραγούδια

blog-obedience


ΓΙΑ ΜΑΣ ΚΕΛΑΪΔΟΥΝ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

Εμείς, τα κελαηδίσματα των πουλιών
έτσι, πολύχρωμα, έτσι
Εμείς δροσιά κι επιρροή
Sweet Magic
αμύγδαλο κρυφό.

Εμείς, τα κελαηδίσματα των πουλιών.

ΘΑ ΣΕ ΠΑΡΩ ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ

Μπορείτε να πάτε να ψάξετε
στις άλλες περιοχές του φυτού
Όποιος ξέρει
Κανείς δεν ξέρει.

έρευνα
μόνο
Πάρτε απορριμματοφόρο!

ΤΑ ΜΑΤΟΚΛΑΔΑ ΣΟΥ ΛΑΜΠΟΥΝ

Κεφάλι
ρολόι
Πεδίο λουλουδιών.
Τα βλέφαρα είναι
Αγάπησα την εγγραφή.

(Καρδιά και λογισμικό μου
έχουν καταστραφεί…)

Τα μάτια σου, τον αδελφό σου
Crazy
κτύπος της καρδιάς.

ΒΑΡΚΑ ΣΤΟ ΓΙΑΛΟ

Το σκάφος στην παραλία (δύο φορές)
δοχείο του ρυθμού υακίνθων
και το Βασίλειο

59 πενήντα πέντε
δράση
και φιλιά
Ω, γλυκιά μου αγάπη


ΑΡΝΑΚΙ ΑΣΠΡΟ ΚΑΙ ΠΑΧΥ

Πρόβατο
και
πάχους
και
λευκό
Μητέρα απόψυξης
Και έτσι-
Γρασίδι και τρέλα.

Σ’ ΑΓΑΠΩ ΓΙΑΤΙ ΕΙΣΑΙ ΩΡΑΙΑ

-Ι-
Σ ’αγαπώ γιατί είσαι όμορφη
Σ ’αγαπώ, σας αγαπώ όλους πέρα από τον κόσμο

εκκίνηση

Κλείστε αυτό το παράθυρο
Μετατρέψτε τις φωτογραφίες σας
Μπορείτε να δείτε το μαχαίρι;

-ΙΙ-
Καθαριότητα
Πράγματι,
Σ ’αγαπώ
Η αγάπη
Μπορεί.

Με εκτίμηση

Το μυαλό σου
Φωτογραφίες.
Μαχαίρι.

ΓΑΡΥΦΑΛΛΟ ΣΤΟ ΑΦΤΙ

Σκελίδες αυτιών
ως προς τις δεξιότητες,

Άδειες τσέπες έχει
η γεμάτη καρδιά μου

Τρέχα
να πιάσεις το αυτί
Γαρύφαλλο
μεταξωτό των διακοπών

Σφίξιμο σε στήθος δόνησης
χορδές.

ΠΩΣ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΕΝΑ ΝΤΑΝΤΑΪΣΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ
(στην Εποχή του Google)

Παίρνουμε μερικούς στίχους πασίγνωστους. Ο Σεφέρης ή ο Ελύτης προσφέρονται, του λόγου μου προτιμώ το “μου χαρίσαν λουλουδάκια σε δυο κόκκινα γλαστράκια…” αλλά περί ορέξεως κολοκυθόπιττα.
Το λοιπόν:
Τους περνάμε σε μια μηχανή μετάφρασης, το Google translation φέρ’ ειπείν. Μεταφράζουμε από τα ελληνικά στα σουαχίλι, από σουαχίλι σε ισλανδικά, από ισλανδικά σε ταμίλ, ίγκμπο, γιορούμπα, τουρκικά, ιταλικά, τελούγκου, χμερ, γερμανικά, αλβανικά, ζουλού κ.ο.κ.
Αν θέμε, κόβουμε κιόλας το στίχο σε δύο ημιστίχια, κατά προτίμησιν (εγώ) όταν επεξεργαζόμεθα τα ιαπωνικά είτε τα ταγκουτζαρατικά.
Χρήσιμο κουμπί η αυτόματη αναγνώριση γλώσσας (μεταξύ μας αυτό).
Άλλο χρήσιμο κουμπί (αυτό, για προχωρημένους) το “Κάντε κλικ για επεξεργασία και προβολή εναλλακτικών μεταφράσεων”, ιδίως σε γλώσσες που δεν γνωρίζουμε.
Τέλος, από τα περσικά ή τα ουρντού μεταφράζουμε πάλι στα ελληνικά* – κι’ έτοιμο το ποίημα.

(*) καλό είναι κάθε τόσο να επαναλαμβάνεται αυτή η ενέργεια, κάτι καλό μπορεί να έχει προκύψει στο μεταξύ.

Υ.Γ.: Πάντως, συμβουλή: Μην το παρακάνετε, 5-6 γλώσσες αρκούν.

12032075_937715259635345_5321831406846026343_n

Αργυρώ Φραγκή, Πέντε ποιήματα

10808012_1025353577490393_1996914197_n

Ανθρωπολογία

Τι διαφορά έχει
το αλήτικο χαμομήλι
η άγρια παπαρούνα
το ξερό χαμόκλαδο
όλα αυτά στα βάζα
από τα εκθέματα στα μουσεία
από τους πίνακες
με τα κυπαρίσσια
από κεριά που λιώνουν
σε μανουάλια
Αν θες πες
από άδεια μελίσσια
από άδεια θρανία στο σχόλασμα
υπονοούν το τέλος
μα εγώ ζω ακόμα
Άπειροι πρόσκαιροι θάνατοι
ξεβράστε τα νερά στις παραλίες
και τραβήξτε τα νερά
μέσα πάλι
αφήστε την άμμο
τη νεκρή πέτρα
αιώνιους μάρτυρες
Αφήστε έναν άνθρωπο μάρτυρα
κι αυτός θα ομολογήσει
πόσο όμορφοι ήταν
μέσα στα μωβ τους
Ήταν όμορφα τα σύννεφα
Αφήστε τον μόνο μάρτυρα
Δείξτε του έλεος
κι αυτός θα μαρτυρήσει
Αφήστε έναν άνθρωπο μάρτυρα `

***

Η υπόσχεση

Αυτό που με τραβάει
στον έρωτα και στο θάνατο
είναι αυτό που σε κάνει
να μελετάς το τραύμα
Το αγριεμένο πλήθος
σε μια στιγμή ησυχίας
κοιτά τα κουφάρια σφαγμένων
από σφαγή τιμωρίας
Η κυρία θεολογία θέλει
να γράψεις χίλιες φορές
«Κύριε ελέησόν με»
Η κυρία ζωολογία θέλει
να κρεμαστείς σα σε σφαγείο
στη βιτρίνα ενός χασάπικου
και η μύγα να ρουφάει το αίμα
Κυρίες καλές
αιμοδιψείς και αιμοσταγείς
σαν άνθρωποι
Αυτό που με τραβάει
στον έρωτα και στο θάνατο
είναι η ελπίδα η δικιά σου
που την κρατώ στα χέρια
και την πνίγω `

***

Άνοιξη

Αν κοιτάξεις στην καρδιά σου
πράγμα που δεν γίνεται
θα δεις βομβαρδισμένα τοπία
είναι σαν να βλέπεις τα κοσμήματα
αρχαίων γυναικών στα εκθέματα
των μουσείων
Κι αν κάτι βλασταίνει
ανάμεσα στις πέτρες
είναι η άγνοια
είναι η απειρία
είναι η θέληση και
η αθωότητα
που ξημερώθηκε
«και καθώς έφευγαν οι μέρες
οι νύχτες απλώς χάθηκαν»
γιατί ό,τι αρχίζει
βραδιάζεται
αυτό που μένει
είναι τα κτερίσματα
στους τάφους
τα ίχνη από τα τείχη
και οι περικνημίδες
των όμορφων στρατιωτών
οι κνήμες οι κώμες
τα όμορφα σπίτια
χάθηκαν σε κάποια
αρχαία μάχη
τόσο παλιά όσο και σημερινή
μέχρι η θηλυκού
γένους ποίηση να σφυρίξει τη λήξη
κάθε ανθρώπινης φιλοδοξίας
και τα βουνά γίνουν νταμάρια
και οι θάλασσες αποστραγγιστούν
θα σας εξοντώσω `

***

Κονσέρβα «ο παράδεισος»

Συμπύκνωση της μνήμης
σε ένα σημείο της στίξης της ζωής
Παράλογα ψάρια μέσα στη λίμνη
γελούν αρρωστημένα με το χάλι μου
Γέφυρες από το τίποτα στο κάτι
ποτάμια από τα βουνά στη θάλασσα
Παράλογοι πύργοι από τη γη στον ουρανό
Χρώματα γαλάζια και πράσινα
μιας σαραντοποδαρούσας
Συμπύκνωση της ζωής
ζωικής φυτικής σε κονσέρβα
με όλες τις γεύσεις
Ένας παράδεισος σε μια κονσέρβα
Να ταΐσω τα παράλογα ψάρια
να τροφοδοτήσω τη θλίψη μου `

***

Αίθουσα αναμονής

Ένα άσυλο ανθρώπων
ανθρώπων σε καταστολή
υποστολή αισθήματος
μια τσιμεντένια πλατεία
δίχως σκιά και
τα παιδιά μουδιασμένα
έχουν παρατήσει
τα παιχνίδια τους
στον ήλιο
Ένας βάλτος
ένα μουσείο από
γαλάζια κύματα νεκρά
νεκρό τσουνάμι
Κάτι υπόγειο υπάρχει
στους υπονόμους
Αναρριχώμενες βοκαμβίλιες
σπάνε τα καπάκια
των αποχετεύσεων
Μέσα στο ποτήρι
ανακατεύεις μουδιασμένα
λίγο βύσσινο
ζάχαρη και νερό
χώμα και πάχνη
υποθαλάσσιος σφυγμός
Όταν έρθει το κατάλληλο
φως
τότε ο φωτογράφος
των ματιών μας
θα δικαιώσει
παγιδεύοντας το
τέλειο πλάνο
στον τρύπιο φακό
το τρυφερό φως
που βρίσκεται
μέσα μας
και ο προβολέας σκηνής
θα ανοίξει
και η ομορφιά αυτού
του κόσμου
θα ξεχυθεί
θα κατακλύσει
θα νικήσει αυτή
τη ζοφερή και
άρρωστη με απoφορά
νύχτα που απλώνεται
στις στέγες των
σπιτιών μας

*Από τη συλλογή “Κυκλική Διαδρομή”, Εκδόσεις “Φαρφουλάς”. Εδώ τα ποιήματα αναδημοσιεύονται από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/28619/index.html

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, απόσπασμα από ανέκδοτη δουλειά

IMG_8707

ΙΙΙ. Να σας πω μια Καλημέρα ήθελα!
Να διορθώσω το σύνθημα αμέσως μετά /η ζωή είναι αλλού/

Εγώ νομίζω πως η ζωή ήταν εδώ.
Κι έφυγε νύχτα.

Να είμαι συνεπής προσπαθώ και ευπροσάρμοστη.
Να διατηρούμαι καθαρή αλλάζοντας ρούχα και συνθήματα.
Με τρόπο σώφρονα να αγγίζω.
Στην συμπόνια εξασκούμενη αδιάκοπα
Με τρόπο κόσμιο.
Να γίνω απόκοσμη.
Αφοπλίζοντας τους κακούς
ποιος θα πολεμήσει το κακό όμως;

Εγώ ακόμα λύκος δεν έγινα.
Ως εκ τούτου μηδέν κοπάδι.
Καμμιά υπακοή στον αρχηγό. Νυστάζω τα βράδια
και δεν βγαίνω για την λεία μου.
Γιατί λύκος ακόμα δεν έγινα.

Γι’ αυτό αν κάποιος με χτυπήσει φιλικά στον ώμο
θα αποκριθώ στρέφοντας το κεφάλι
ξεπέφτοντας σε μια σκυλίσια ευαισθησία.

Ειρηναίος Μαράκης, Sarabande

Ἂς βασιλεύῃ μόνη ἡ ἀγάπη, καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη στρατοῦ ἢ φυλακῶν.
Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης

Τριάντα χρόνια
ταξίδι στην καταστροφή
έλα, χόρεψε μαζί μου
ένα τελευταίο πένθιμο χορό
ο κόσμος που φτιάξανε
βυθίζεται στο ψέμα
οπλισμένο το χέρι τους
τραυματίζει την καρδιά μας

τριάντα χρόνια
με τρελές αναμνήσεις πορεύομαι
έλα, χόρεψε μαζί μου
ένα τελευταίο ερωτικό χορό
ο κόσμος που θα φτιάξουμε
θα χαίρεται με την αλήθεια
οπλισμένο το χέρι μας
θα τραυματίσει την καρδιά τους

τριάντα χρόνια
ταξίδι στην παρακμή
κι ακόμα να μάθω
πως δεν έχουν καρδιά
ο κόσμος λένε δεν αλλάζει
εμπιστοσύνη έχουν τυφλή
στο αόρατο χέρι της αγοράς
είπαν, πως δεν πιστεύουν σε θεό

τριάντα χρόνια
μόνος στην πόλη γυρίζω
σε ψάχνω σε άγνωστους τόπους
σε τοπία τραγωδίας και μαχών
κι όμως αλλάζει ο κόσμος
αυτοί πρώτοι το τόλμησαν
ας κάνουμε κι εμείς την αρχή
πιάσε το χέρι μου

έλα, χόρεψε μαζί μου
ένα τελευταίο πένθιμο χορό
έλα, και δεν αντέχω άλλο
να βλέπω μικρά παιδιά
να πνίγονται στο Αιγαίο.

skitsa7

Γεωργία Τρούλη, Η νόσος κατάδυση

vessel-tree-large-bckg5

Η νόσος των δυτών χρειάζεται πάντα μια κρούστα αμφίεσης
Μη περατή ορατότητα και μια κρυστάλλινη επιφάνεια
Ανάδευσης
Ενθάρρυνσης και πνιγμού
Αναδίπλωση της αναπνοής
Μια κατακόρυφη καταβύθιση
Μια πνοή συρίττουσα
Ενα βάθος βυθού γεμάτο
Διακυμάνσεις κοιλάδες οροπέδια
Πλάσματα εξωτικά
Το φεγγάρι να διαθλά τον ήλιο
Σε στρώσεις
Διαζώματα ψυχρότητας

Μια άβυσσο τραβηγμένη στα όρια
Του κενού
Στον πιο γεμάτο κατακρημνό της
Στερεότητας
Την σιωπή που θ’αναδύουν υπερηχητικά
Ταξίδια
Τον βόμβο της χελώνας
Το σαλάχι
Το ναυάγιο
Τον θησαυρό
Τη σάρκα να γίνετα βορρά
Εξευγενισμένων πλασμάτων
Η νόσος της κατάδυσης
Εμπεριέχει νερό
Ασύμφορο
Δαιδαλώδες
Μπλε
Πράσινο
Μαύρο
Διάφανο
Λαδί
Σχεδόν μωβ
Σχεδόν υπέρηχο
Υπέρχρωμο
Γεω φυσικό
Αλμυρό
Αφηγηματικό
Σχεδόν
Αφύσικο
Η παραμονή στο βάθος
Είναι κυκλοτερής
Η αναπνοή το ίδιο
Η στρόφιγγα του κοχυλιού
Η διαπλάτυνση του πτερυγίου
Η συγχώνευση του σώματος
Μέσα στο σώμα
Η έλλειψη γλώσσας φωνής
Τρομακτική πιθανότητα
Για στέρεο λάθος
Η κίνηση
Η στερεότητα
Η απομάκρυνση
Οι υπόγειες σήραγγες
Η εξάλειψη απόστασης
Βαθύ σκούρο σχεδόν ανύπαρκτο
Έρχεται το χρώμα ενός χαλαζία
Να σημάνει ξημέρωμα
Σε έναν χώρο που ο χρόνος
Κινείται σε κύκλους
Και σε απουσία ανθρώπου
Και στο συλλάβισμα
Ενός φυσητήρα
Κήτος ξεβρασμένο σε θάλασσα
Προκαλεί λόφο απορίας
Και δέους
Δεν παραμένουν οι αποστάσεις
Παρά μόνο στο άκουσμα
Μιας κατάρρευσης
Που έρχεται σιγά σιγά
Με την άνοδο

Αναπνοή

Θύμιος Χαραλαμπόπουλος, Μακρύς ο δρόμος

11917677_10204625298095375_1923598115035274066_n

Μακρύς ο δρόμος.
Μα πιο μακρινός ο καιρός…
Παντού ασπρισμένα άδεια καύκαλα,
βιβλία σιωπής στη σκέψη…
Βάζω σημάδια
για να μη χάσεις
το δρόμο με το νυχτολούλουδο.
Βάζω σημάδια
για να μη χάσεις την ανάσα
αυτών που αγρυπνούν
με τον παλμό της αγάπης
για σένα.

Νίκος Δ. Καρούζος, Διάλογοι


ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

__ Σα να μην υπήρξαμε ποτέ
κι΄ όμως πονέσαμε απ΄ τα βάθη.
Ούτε που μας δόθηκε μια εξήγηση
για το άρωμα των λουλουδιών τούλάχιστον.
Η άλλη μισή μας ηλικία θα περάσει
χαρτοπαίζοντας με το θάνατο στα ψέματα.
Και λέγαμε πως δεν έχει καιρό η αγάπη
να φανερωθεί ολόκληρη.
Μια μουσική
άξια των συγκινήσεών μας
δεν ακούσαμε.
Βρεθήκαμε σ΄ ένα διάλειμμα του κόσμου,
ο σώζων εαυτόν σωθήτω.
__ Θα σωθούμε από μια γλυκύτητα
στεφανωμένη με αγκάθια.
Χαίρετε άνθη σιωπηλά
με των καλύκων την περισυλλογή,
ο τρόμος εκπλεπτύνεται στην καρδιά σας.
Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί,
ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας.
Δεν έχει η απαλή ψυχή βραχώδη πάθη
και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής.
Ω, θα γυρίσουμε στην ομορφιά
μια μέρα …
Με τη θυσία του γύρω φαινομένου
θα ανακαταλάβει η ψυχή τη μοναξιά της.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

__ Θάνατε, που περνάς σαν ρεύμα μες΄ απ΄ τις στιγμές,
κι΄ αν λέγεσαι Σήμερα
κι΄ αν Αύριο
κι΄ αν Χτες:
δεν αγνοούμε.
Της φύσεως την κυκλοθυμία,
τη φρίκη των αναμνήσεων
τη φρίκη του τι επράξαμε
και των προσώπων μας το κλαίον βάθος,
δεν αγνοούμε.
Μας μένει να συνεχιστεί αυτό το πράγμα,
χωρίς να θέλουμε,
χωρίς να μη θέλουμε.
Φωτοχυσία στο κενό τα όνειρά μας.
__ Με δειλινά δάκρυα
υποδέχομαι τα λόγια σου.
Το πνεύμα σου προεξοφλεί,
κινείται διαγωνίως.
Δεν είδες τα ωραία δίπλα σου
στο φοβερότερο πέσιμο;
Να γυρίζεις – αυτό είναι το θαύμα -,
με κουρελιασμένα μάτια,
με φλογωμένους κροτάφους απ΄ την πτώση,
να γυρίζεις
στην καλή πλευρά σου.
Πεσμένος αισθάνεσαι
την κόλαση που είν’ η αιτιότητα,
το στήθος ωσάν συστατικό του αέρα,
τα βήματα χωρίς προοπτική.
Κι΄ όμως
στη χειμωνιάτική γωνία ο καστανάς
περιβάλλεται από σένα.
Κόψε ένα τραγούδι απ΄ τα΄ άνθη
με δάχτυλα νοσταλγικά.
Να γυρίζεις – αυτό είναι το θαύμα.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΡΙΤΟΣ

__ Νύχτα εξοντωτική,
το κυριακάτικο φως περιμένουμε.
Κι΄ αν είναι να μην έρθει
απαγχόνισέ μας απ΄ τα΄ άστρα,
να αιωρούμεθα προς δόξαν του μηδέν.
Καταβροχθίσαμε τον πόνο,
τι άλλο μας μένει,
μπορούμε να φύγουμε.
Πάρε μας, νύχτα
καθώς μια τελευταία ομορφιά του κόσμου,
αν είναι
να μην
έρθει
το φως.
Μη μας εγκαταλείψεις,
απ΄ το γαλάζιο σου φόρεμα πιαστήκαμε,
στο μαύρο ήλιο μη μας αφήσεις.
Είναι μοιραίο
να
μη
διακρίνουμε τότε.
και θα χτυπούμε το στήθος στις ακρογιαλιές της φωνής μας
για ένα κύμα _
αν γυρίζουν πίσω τα κύματα,
για να μας πάνε, να μας πάνε …
Δε μας έδωσε σημεία το φως
και μάταια περιμένουμε.
Λύτρωσέ μας, νύχτα.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ

__ Άπλωσε η γαλήνη τα φτερά της
ωσάν αλησμόνητος κύκνος ονείρου
σ΄ αυτά τα έρημα νερά.
Κάτι νιώθω σήμερα
βλέποντας τα πουλιά.
Είπε μου αδελφέ,
μήπως όλο το ζήτημα
είναι να μοιράσουμε την απελπισία μας;
Έχεις τα χρώματα στην ψυχή;
Είμαι ήρεμος.
__ Προσμένω
μια βαθύτερη χαρά από σένα.
Φιλαμαρτήμων κήπος η καρδιά σου
έλα και φέρε τους καρπούς.
Ολόκληρος να ομολογήσεις.
Χωρίς την ομολογία τι κοστίζει η τέχνη;
( Ίσως, και τι η ψυχή … )
Ο δούλος του θεού
προς όλους τους ανθρώπους:

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ

__ Η αγωνία μου υψώνεται
ως τα εδελβάϊς άνθη.
Δεν έχω την ετοιμασία μέσα μου
για κατορθώματα.
Θεέ μου, σε κυνηγώ,
όπως παιδί τις πεταλούδες.
Είναι αλήθεια
πως μας έστειλες το γυιό σου
ή μήπως εκλύεται η φαντασία μας έτσι;
Θεέ μου, σε κυνηγώ,
όπως παιδί τους συνομηλίκους μου
στο δειλινό παιχνίδι.
Θεέ μου, διδάσκεται ο Σαίξπηρ στον παράδεισο;
Και συ αδελφέ μου
άνοιξες την αυλαία
για να με δουν αιχμάλωτο.
Δεν είμαι έτοιμος. __ Αποθέσαμε το μέλι στ χείλη μας.
Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ,
η φωτιά που μας καίει δεν είναι του κόσμου.
Έρχεται
με της Αποκαλύψεως τα λόγια …
Υιέ του Θεού ρίξε κι΄ άλλη φωτιά
για τη διεστραμμένη γενεά.
Ιησού Χριστέ,
ανάτειλε,
αυστηρός,
ανείπωτος,
υπέρτερος της πίστεως.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΕΚΤΟΣ

__ Θέλω να φτάσω στην καρδιά σου.
Ποτίζω με δάκρυα τη γη
μετά τόσους καιρούς
ολοήμερα κ΄ εγώ.
Σήμερα το να είσαι άνθρωπος
ζυγίζεται με τα δάκρυα,
Ζητώ μια νέα γραφή για το μέσα κόσμο.
Πάσχω για ένα χαμόγελο του πλησίον
ελεύθερο από όλα τα αισθήματα.
Θέλω να φτάσω στην καρδιά σου,
εκεί που το χαμόγελο πλέκεται
με το φως του ήλιου,
δίχως ρίζα πουθενά.
__ Κύριε, απ΄ τα μαύρα νέφη του χειμώνα
κι΄ απ΄ τις εικόνες των ναών,
απ΄ τα ολόχρυσα στάχυα των κάμπων
και απ΄ της θάλασσας το έρεβος,
από κάθε ομορφιά να εγερθείς
μ΄ ευθεία ορμή προς την καρδιά του,
γιατί μες΄ στη δική μου καρδιά
ποτέ δε θα σε συναντήσει.
Μην επικαλείσαι τον πόνο, αδελφέ μου,
όταν δεν έχεις μυστήριο στη θέληση.
Δείξε μου το μέσα πράγμα.
Δεν είναι να τεντώσουμ΄ ένα τόξο στη ζωή,
δεν είναι να μιλήσουμε σε γλώσσα πολέμου.
Έχασες το παιχνίδι του πόνου
αν μείνεις
μες΄ στων δισταγμών τα παγερά φώτα.
Ωστόσο, κράτησε στην ψυχή σου την αγάπη.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΕΒΔΟΜΟΣ

__ Δεν έχω πια λύση καμιά.
Και κουβεντιάζω με τους δρόμους
σε γλώσσα που κ΄ εγώ δεν ξέρω.
Όμως, η περιέργεια με κρατά στη φοβερή γιορτή,
μεγάλη περιέργεια, ομολογουμένως,
να δω πως δεν υπάρχει λύση ως το τέλος.
Για την αγάπή κ.τ.λ.
έχω
συμφωνήσει.
Δεν μπορώ
να βάλω την πίστη ανάμεσα
στον πόνο και στην αιωνιότητα.
Τρίβονται τα όνειρά μου
σαν φύλλα του φθινοπώρου
που πέφτουν αθώα
και τα πατούμε. __ Τα όνειρα,
βλαστοί στο στήθος,
κλήματα μες΄ στην καρδιά.
τα όνειρα …
Διαιώνια εκδικούνται το χώμα
σκοτώνοντας εμάς.
Οι νέες δροσοσταλίδες κάθισαν στα φύλλα,
χύθηκε το αίμα του θεού.
Οι νέες αισθήσεις δόθηκαν.
Μη στέκεις στο προαύλιο του ναού
με μάτια μόνο.
Άτονα τα χέρια σου τώρα,
υψώνονται, υψώνονται αύριο,
μονάχα μην πέσεις όταν το φως
ανάμικτο με άπιαστη φωνή
και λυπημένη
σε σταματήσει:
« Γιατί με πολεμάς ; »
( η ερώτηση διαρκεί )

Βύρων Λεοντάρης, Ποιήματα

11225078_10153673177822642_1428459649504667911_n

Χωρίς τίτλο (I) /  κ Επεράτων

Ι
Οἱ μέρες μου ὅλες λάθος μετρημένες
σὲ τσακισμένα δάχτυλα καὶ καταφαγωμένα
καθὼς χυμοῦσε πάντα πάνω μου τὸ λυσσασμένο τίποτε τῆς ζωῆς

Δὲν ἔχω χρόνο πιὰ
μὲ ἐγκαταλείπουν
οἱ πράξεις καὶ τὰ λόγια
Ὅλα ἔχουν τώρα τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
τὰ χέρια τῶν ἀγαπημένων μας ψάχνοντας γιὰ ἄλλες χειροπέδες
κι ἡ ἄμπωτη ἀπ’ τὰ σπασμένα κρύσταλλα τοῦ ἔρωτα
κι ὁ δήμιος ποὺ τελειώνει τὴ δουλειά του καὶ κάνει τὸ σταυρό του
καὶ γυρνάει κι αὐτὸς στὸ σπιτικό του
ὅλα ἔχουν τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
καὶ μόνο ἡ φωνὴ μίας γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
«… τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις…»
ποιὸ βράδυ, θεέ μου, τί νὰ μὴν ἀργήσω
μέσα σ’ αὐτὸ τὸ ἀβυσσαλέο παθητικὸ τοῦ χρόνου

Πῶς τὸν καιρὸν ἐν ἀτοπήμασιν ἐβιότευσα ρεμβόμενος…
Μαρτύρια πάνω στὰ μαρτύρια
καὶ κρίματα πάνω στὰ κρίματα
χρεωκόπος τοῦ καιροῦ ἀσύγγνωστος
καὶ φτάνει τώρα ξαφνικὰ τὸ μήνυμα ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει…
Νὰ τὸν προφτάσω πρέπει, ἀνάγκη πᾶσα
τώρα, σ’ αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου κι ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει
νὰ τὸν προφτάσω κι ἂς μὴ τὸν προφταίνω πιὰ
νὰ ξεκινήσω ἀμέσως… ἀπὸ ποῦ γιὰ ποῦ
σὲ μία κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
-ἔτσι τὰ βρίσκει ὅταν ἔρχεται τὸ μήνυμα
ἔτσι ὅπως πρὶν ἀπὸ μετοίκηση μὲς σ’ ἔξαλλα δωμάτια
σκόρπια χρειώδη καὶ ἄχρηστα εὐτελῆ καὶ τιμαλφῆ ἐνθύμια καὶ φυλαχτὰ
φτωχὲς παρηγοριὲς τῆς καθημερινῆς ἁφῆς καὶ τῆς χαμοζωῆς μας
ἀπελπισία τοῦ τί νὰ πάρεις τί ν’ ἀφήσεις
ἀπελπισία του νὰ σὲ νοιάζει ἀκόμη τί νὰ πάρεις τί ν’ ἀφήσεις…-
σὲ μιὰ κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
σ’ αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου
κι εἶμαι στὸ πουθενὰ
καὶ μόνο ἡ φωνὴ μιᾶς γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
«… τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις…»

Στάζει το σπίτι μας /  Ψυχοστασία (Ποιήματα 1949-1976

Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζει.
Σπάνε στο μέτωπό σου οι στάλες και σημαίνουν
το εγερτήριο των λυγμών.
Και να! φουσκώνουνε τα βλέφαρά σου
– φλόκοι τού ονείρου που χτυπούν
στον άνεμο της λύπης – Ξεχειλίσαν
τα μάτια σου – και πού είναι; –
πλημμύρισε το πρόσωπό σου – και πού είναι
τα μάτια σου, πού είναι το πρόσωπό σου;

Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου, και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μα εκεί μέσα θα χυθώ,
στα βάθη της μια πολιτεία φωνάζει τ’ όνομά σου,
πηδάνε τα γαλάζια φώτα της, χορεύουν
στα σταυροδρόμια οι ελπίδες των μαλλιών σου.
Εκεί σε καρτερεί ένα σπίτι από ελαφρόπετρα,
χτυπούν την πόρτα – μπαίνεις,
στο μέτωπό σου λάμπει
το χαμόγελο της βροχής,
μυρίζουν τα βρεμένα ρούχα σου νύχτα κι αγάπη…

Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου.
Πόσες φορές δεν πέρασα συρματοπλέγματα κι αγκάθια
για να ‘ρθω αυτού να δω για λίγο
πόσο γλυκά χτυπά η καρδιά μου μες στα μάτια σου,
για να ‘βρω το νερόκρινο το στόμα σου,
επάνω σου σκυμμένος να γυρεύω
τους παιδικούς σεισμούς σου να τρυγήσω…

Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μια λίμνη φιλώ, μια θάλασσα αγκαλιάζω,
αιώνες θα μπορούσα αυτού να ναυαγώ
μα αυτός ο ωκεανός τού πόνου μού γλιστρά απ’ τα χέρια,
υψώνει το λαιμό του ο τυφώνας και ψηλά
το πρόσωπο της θύελλας αστράφτει!

Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζει και χτυπούν
στο μέτωπο οι σταγόνες και χτυπούν
μια λίμνη που φιλώ, μια θάλασσα που αγκαλιάζω.
– Πού είσαι; πού είμαι; πού είναι το σπίτι μας;

– Δεν έχουμε σπίτι εμείς,
ποτέ δεν είχαμε σπίτι, ποτέ μια νύχτα αδιάβροχη στον πόνο.
Να ‘σαι σίγουρη μονάχα
γι’ αυτό που μπορούν να σκεπάσουν οι πλάτες μου
κι αγάπα αχόρταγα
τα μάτια, το στόμα και την τιμή μου.

Απόσπασμα ΙΙ

Είπα να ομολογήσω πια κι εγώ τον εφιάλτη μου
να ξεμπερδεύω μ’ όλ’ αυτά
να πάρουνε τον προβολέα απ’ τα μάτια μου
να μου δώσουν νερό και τσιγάρο
να μου επιτρέψουνε χαρτί και μολύβι
να συνεχίσω την ποίηση…

– Την ποίηση είπες ; Ασφαλώς θα σου χρειάζονται εικόνες
κι εμένα το μυαλό μου είναι άδειο δωμάτιο

Ξεκρεμασμένα τα παράθυρα απ’ τους τοίχους
γύμνια και γύμνια
και στιλπνό μαρτύριο
– Σκέπασε τούτα τα σημάδια απ’ τα καρφιά που με τρελαίνουν
ή κρέμασε ξανά φωτογραφίες, πορτρέτα… – και γιατί πορτρέτα ;
σάρκες, καλύτερα, σπλάχνα, κομμένα μέλη, αναθήματα,
ότι επιτέλους μας πονάει στ’ αλήθεια
κι όχι να παίζουμε αδιάκοπα τα αινίγματα

– Περίμενα πως θα ήσουνα πιο δυνατός…
Πιο δυνατός… Θεέ μου, από τι ;

…και το κορμί όλο και χαμήλωνε το φως του
και το κορμί χαμήλωνε το φως του
χαμήλωνε το φως του


Αυτές οι εκβολές των ματιών σου… / Γενική αίσθηση (1954)

… Αυτές οι εκβολές των ματιών σου
πνιγμένες μες σε γαλανά συρματοπλέγματα
για να μην έρχονται ποτέ ως εμάς τ’ αγκάθια της λύπης σου
μα μόνο ο αχνός της λύπης που στεγνώνει
παρήγορα πάνω στο δέρμα σου – είχες ένα δέρμα
μυρουδιά κερήθρας
όταν καθίσαμε στην πιο σκληρή ακτή της ζωής μας.
Θυμάμαι, δεν σ’ άγγιξα, μα όπως μιλούσαμε, οι φωνές μας
εσφίχτηκαν σαν δυο μικρά παιδιά με τόση απελπισία
που τίποτε δε θα μπορέσει πια να τις χωρίσει.

Στάζει το σπίτι μας / [Από τη συλλογή Γενική αίσθηση (1954)]

Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζει.
Σπάνε στο μέτωπό σου οι στάλες και σημαίνουν
το εγερτήριο των λυγμών.
Και να! φουσκώνουνε τα βλέφαρά σου
– φλόκοι τού ονείρου που χτυπούν
στον άνεμο της λύπης – Ξεχειλίσαν
τα μάτια σου – και πού είναι; –
πλημμύρισε το πρόσωπό σου – και πού είναι
τα μάτια σου, πού είναι το πρόσωπό σου;

Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου, και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μα εκεί μέσα θα χυθώ,
στα βάθη της μια πολιτεία φωνάζει τ’ όνομά σου,
πηδάνε τα γαλάζια φώτα της, χορεύουν
στα σταυροδρόμια οι ελπίδες των μαλλιών σου.
Εκεί σε καρτερεί ένα σπίτι από ελαφρόπετρα,
χτυπούν την πόρτα – μπαίνεις,
στο μέτωπό σου λάμπει
το χαμόγελο της βροχής,
μυρίζουν τα βρεμένα ρούχα σου νύχτα κι αγάπη…

Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου.
Πόσες φορές δεν πέρασα συρματοπλέγματα κι αγκάθια
για να ‘ρθω αυτού να δω για λίγο
πόσο γλυκά χτυπά η καρδιά μου μες στα μάτια σου,
για να ‘βρω το νερόκρινο το στόμα σου,
επάνω σου σκυμμένος να γυρεύω
τους παιδικούς σεισμούς σου να τρυγήσω…

Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μια λίμνη φιλώ, μια θάλασσα αγκαλιάζω,
αιώνες θα μπορούσα αυτού να ναυαγώ
μα αυτός ο ωκεανός τού πόνου μού γλιστρά απ’ τα χέρια,
υψώνει το λαιμό του ο τυφώνας και ψηλά
το πρόσωπο της θύελλας αστράφτει!

Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζει και χτυπούν
στο μέτωπο οι σταγόνες και χτυπούν
μια λίμνη που φιλώ, μια θάλασσα που αγκαλιάζω.
– Πού είσαι; πού είμαι; πού είναι το σπίτι μας;

– Δεν έχουμε σπίτι εμείς,
ποτέ δεν είχαμε σπίτι, ποτέ μια νύχτα αδιάβροχη στον πόνο.
Να ‘σαι σίγουρη μονάχα
γι’ αυτό που μπορούν να σκεπάσουν οι πλάτες μου
κι αγάπα αχόρταγα
τα μάτια, το στόμα και την τιμή μου.

Ζωή – χωρίς να ζούμε  / Ψυχοστασία

“Τόσα φιλιά- μα δίχως χείλη/ τόσες αφές- μα δίχως χέρια

τόσοι φρουροί- μα δίχως πύλη/ τόσες ειδήσεις- δίχως περιστέρια

 τόσοι αγώνες- δίχως μάχη/ τόσες μαγείες- δίχως θάμα.

Κρυφά θα φύγει δίχως να ‘χει/ αφήσει ούτε ένα ίχνος η γενιά μας…

 Έρωτας- δίχως ν’ αγαπάμε./ Ζωή- χωρίς ποτέ να ζούμε.

Έλα λοιπόν κι απόψε, ας πάμε/ να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε.

 Τι μπέρδεμα η ζωή μας, τι ιστορία…/- Σάμπως να υπάρχει πια Ιστορία

δική σου ή άλλη… Τι σκαλίζεις/ τα σπλάχνα του ραδιοφώνου;

 Ήμασταν θάλασσα κι έχουμε γίνει/ σάπια βροχή και τιποτένια.

Ξύσε το λούστρο των νυχιών σου,/ το ρίμελ, το make up και μίλησέ μου.

 -Είμαστε μεσοπόλεμος σου λέω,/ ανίατα μεσοπόλεμος… Ας πάμε

λοιπόν κι απόψε, ας πάμε πάλι κάπου/ να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε…”

Αγριομυρίκη εν τη ερήμω…

Αγριομυρίκη εν τη ερήμω
επικατάρατος εν γη αλμυρά. . .
Έτσι το θέλησα και μη ρωτάς
Κι αν τώρα θλίβομαι είναι που σ’ αφήνω

στους πέντε δρόμους δίχως να ’χω πει
για σένα όσα σου άξιζαν και δίχως
να σε δοξάσει ένας μου στίχος
Τόσο βαθιά τόσο πολύ

σε σώπασα μέσ’ στη ζωή μου
Δεν ήτανε για να φανερωθεί
ούτε με ουράνια λόγια να ειπωθεί
αυτό το μυστικό που ήσουν κι ήμουν

Σε όσους με ποιήματα τα αισθήματα μετρούν
τι θα ’χεις από μένα να τους δείξεις;
Μια τέτοια αγάπη. . . δίχως αποδείξεις. . .
Και ποιος αυτός ο Βέρνερ Λέιο θα ρωτούν

Με τι καρδιά με τι πνοή είχα πάρει
τή ζωή. . . Μα δεν την άλλαξα· ούτε εσύ
Γι’ αυτό λοιπόν «χαμένη υπόθεση»
ο ποιητής Βύρωνας Λεοντάρης

Εν γη αλμυρά, 1996

Μέσα στο Ποίημα σε Χάνω

Μέσα στο ποίημα σε χάνω Έξω από μένα
άλλη ομορφιά σε παίρνει, αγαπημένη
Τί θα γίνω και τί με περιμένει
σε άδειες αισθήσεις και χωρίς εσένα

που είσαι για μένα ό,τι είμαι και που τώρα
δεν είσαι μυστικό και πια δεν είμαι ό,τι είμαι
Τί να μου κάνουν νοσταλγίες και μνήμες
Το απτό με αρνιέται αυτή την άχρονη ώρα

το απτό που ήταν η τρέλλα μου και το άγχος
α, όλα αυτά που γίναν τώρα στίχοι . . .
Τί άδοξα που έχασα το στοίχη-
μα ανάμεσα στο «υπάρχω – δεν υπάρχω»

Να χάνω όσα είχα το άντεχα· μα εσύ ήσουν
και όσα ποτέ δε γίναν και δεν είχα
Αυτά, πώς να τα χάσω αυτά που ματαιωθήκαν ;
Σε άλλη ομορφιά θ’ αγιάζουνε μαζί σου

λόγια που αρνήθηκαν να ειπωθούνε
αγγίγματα που πήραν πίσω το αίνιγμά τους
σημάδια του έρωτα και του θανάτου
γραφές που γράφτηκαν για να σβηστούνε

Μέσα στο ποίημα σε χάνω και δεν ξέρω
εσύ μου φεύγεις ή εγώ σου φεύγω ;
Πώς σκοτεινιάζω απ’ το δικό σου φέγγος . . .
Και δε με θέλω πια και δε με ξέρω

Σε άλλη ομορφιά φριχτή και δίχως έλεος
θα ’σαι για πάντα, έξω από μένα, ωραία ωραία
τόσο άδικα τόσο άσπλαχνα ωραία . . .
Και δε με ξέρω πια και δε με θέλω

(από τη Συλλογή  ” Έως” )

Το “ως σεαυτόν” δεν ήτανε για μένα
Αγάπησα τους άλλους δίχως ν’αγαπάω τον εαυτό μου
Χωρίς αγάπη του εαυτού μου δεν ήμουν ούτε εγώ ούτε
άλλος ανάμεσα στους άλλους
δεν ήμουν τίποτε μέσα στην τρικυμία της σάρκας μου
στα σαλεμένα λόγια μου και στ’αναφιλητά του νού μου
μα έπασχα στα δράματα των άλλων
εγώ ο χαμένος πάντα στα αδιέξοδά τους
εγώ των αποχωρισμών τους ο εγκαταλειμένος
ο παραμιλητός του πυρετού τους
Κι όλα αυτά έτσι Για ένα ήθος δηλαδή για μια ιδεολογία

Δεν ήταν ήθος ύβρις ήταν. Και δεν το ‘ βλεπες
αργεί αλλά σε βρίσκει το κακό
άξαφνα όλα γυρνούν τ’ απάνω κάτω
πατάς τους όρκους σου και πράττεις τ΄αντίθετα απ’ την
πίστη σου και μένεις
στην ερημιά της πτώσης σου
να δέρνεσαι και να χαλιέσαι

Ά ν άντεξα τη ζωή μου ως εδώ δεν ήτανε για μένα
Και τώρα ποιος ο αμητός;
Ω βλέμματα, ω φωνές, ω αγγίγματα που με λιχνίσατε
στ΄αλώνια της αλαζονείας και της ταπείνωσης
κρατήστε τον καρπό αλλά
δώστε μου πίσω το άγανο
το άγανο που τ’ αφήσατε του ανέμου
και χάθηκε χρυσίζοντας
προς τον βαθύψηλο ουρανό.

………………………………………………………………..

Έμπλεος από σένα
πώς κι από πού να σε φωνάξω;
Χύνεται μέσα μου η φωνή μου
και δεν μ’ ακούς και δε μ’ακούω
και σε ζητώ και δε σε βρίσκω
γιατί είσαι όπου είμαι
κι είμαι όπου είσαι
και κανείς μας δεν είναι όπου είναι.

Απροσδιόριστοι στον κόσμο
Ένα κυμάτισμα είμαστε ένα τρέμισμα
έρωτα το είπαν
ποίηση το είπαν…

Ας ήταν να βρεθούμε
έξω από μένα
έξω από σένα
γιατί περνάει η ώρα και βραδιάζω.

Στα δυτικά μου πάντα ήθελα να’ σουν
να μου γνέφεις
απ’ τα βαθιά των ημερών.

………………………………………………………………..

Ένας ο βίος κι αγύριστος κι όλα του αμετάκλητα
ό,τι είπαμε και πράξαμε δε σβήνει ούτε ξεγίνεται
μα η μνήμη βολοδέρνει όλο στο κακό.
Γιατί ποιος λογαριάζει το καλό ποιος το θυμάται
το ρίχνεις στο γιαλό και χάνεται
μα το κακό πώς να χαθεί που είναι χαμός
με τίποτε δε σβήνει ούτε ξεγίνεται
για πάντα μένει και μας τυραννάει.

Και δε μιλώ για τύψεις.
Αυτές λίγο -πολύ όλους μας βολεύουν
είναι κρυφές οι τύψεις δεν εκτίθενται και
δεν σε εκθέτουν
δε σου στερούν υπόληψη κι αυτοεκτίμηση
μυθοποιούν τα κρίματά σου και τα παρασταίνουν
μέσα σου περίτεχνα
με νέες πάντα ερμηνείες και εκδοχές
και στο άλλοθι του θεατή του εαυτού σου
νιώθεις σιγά -σιγά να γίνεται η συγκίνησή σου
αισθητική
εν τέλει μια ποιητική του ήθους
κι αν σε τρελαίνουν κάποτε σε ξαγοράρη πήγαινε…

Ντροπή ξέρεις τι είναι κι ένιωσες ποτέ σου;
Αυτή δεν κρύβεται εκτίθεται και σ’ εκθέτει σε
φτυσιές και λιθοβολισμούς
αυτή δεν έχει αντισήκωμα
δεν την καλύπτει τίποτε στο πρόσωπό σου
και στη γυμνή της θέα εξαγριώνονται
όσοι δεν ντρέπονται ή φοβούνται να ντραπούν,
οι ανώδυνοι και ανεπαίσχυντοι κι ειρηνικοί,
και σου χυμούν με λύσσα να σε ξαποστείλουν
σε ανεξιλέωτο θάνατο.

Ντροπή ξέρεις τι είναι κι ένιωσες ποτέ σου;
Ντροπή ν’ ανοίγει να σε καταπιεί η γή
ντροπή
που έζησες
στον κόσμο ετούτον

Ο νεκρός της οθόνης

Έτσι όπως έγυρε στην τελική του πτώση
αρπάχτηκε από την οθόνη που έπεσε κι αυτή μαζί από πάνω
του
μανδύας διάτρητο σκοτάδι.
Τρέξαμε τον σηκώσαμε και στα κρυφά περάσαμε στην έξοδο
κινδύνου
έμπαζε από παντού αναφυλλητό
η νύχτα της Αθήνας ξέβραζε ναυάγια τραγουδιών και σάπια
φώτα
κι η σκάλα φρέαρ στο πουθενά.

Ίλιγγοι και στροφές η κάθοδος.
Χυμούσε από ψηλά να μας τον πάρει ο ουρανός
και κάτω μας λυσσομανούσαν υποχθόνια πνεύματα
κάθε σκαλί μάς σκαμπανέβαζε σαν κύμα
– κι η σκάλα ανέβαινε; κατέβαινε; –
μα εμείς γερά κρατούσαμε
παληοί της συντεχνίας
μανουβραδόροι σε λιμάνια και σταθμούς
σε αναχωρήσεις και αφίξεις
για τα μεγάλα βάσανα και τα βαριά τα πένθη
βαστάζοι των αβάσταχτων κι ασήκωτων του κόσμου.

… Αγέρωχος, αγαλματένιος μες στην πίκρα του
άσπρα κοράλλια οι ξεραμένοι αφροί στα χείλη του
η θάλασσα απ’ τα μάτια του φευγάτη
ολόσωμος μέσα στη νύχτα φωσφορίζων
σήματα κρυπτογραφικά απόκοσμα μηνύματα.

Όχι, θα τον αφήναμε στον έλεο του κοινού
σε ασθενοφόρους κριτικούς και περιπολικούς
δημοσιογράφους
για την των παθημάτων κάθαρση…
Aσ’ τους να ψάχνονται οι περίοπτοι θεατές στην αίθουσα
όταν ανάβουνε τα φώτα κι ασβεστώνονται οι ψυχές.
Ίσαμε εδώ η μέθεξη.
Μας παίξατε, κύριοι, στην τέχνη και μας χάσατε.

… Κι έτσι, τρεκλίζοντας, αγκαλιαστά μπουκάραμε
απρόσκλητοι
στο Poetry Bar.
Κονιάκ!… και μη μου λες εμένα “κλείνουμε” παλιορουφιάνα
Ποτήρι και στον φίλο μας… Και μακριά τα χέρια απ’ τον
συναγερμό.
Τώρα θα δεις τι θα πει μεθύσι των νεκρών.
Δεν είμαστε ποιήματα για απαγγελία και πώληση αλλά για
αυτοπυρπόληση.

Κάθε πρωί εξαφανίζουνε τις στάχτες μας.