Giannis Patilis–Γιάννης Πατίλης
ΤΑ ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΝΝΕΑ ΤΡΙΣΤΙΧΑ τοῦ παρόντος τόμου ἀποτελοῦν νέα, ἐπαυξημένη καὶ ἀνασυγκροτημένη ἔκδοση τῆς ἑνότητας «Εἰκόνες ἀπὸ μιὰ νέα. Σὰν χάϊκου», τελευταίου μέρους τῆς συλλογῆς Γραφέως Κάτοπτρον (ἐκδ. ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα 1989). Στὰ σαράντα τρία τρίστιχα ἐκείνης τῆς ἑνότητας προστέθηκαν ἄλλα δεκαέξι τῆς ἴδιας περιόδου, ἀπὸ ὅσα δὲν εἶχαν συμπεριληφθεῖ σ’ ἐκείνη τὴν ἔκδοση. Ὁλόκληρο τὸ ὑλικὸ ἀναδιατάχθηκε σὲ τέσσερις ἑνότητες μὲ σκοπὸ νὰ ἀναδειχτεῖ καλύτερα τὸ ἀφανὲς ἐρωτικὸ ἄνυσμα ποὺ τὸ διέτρεχε.
Ἔτσι στὴν παρούσα ἔκδοση, κάτω ἀπὸ τὸν συμβατικὸ ἐποχικὸ κύκλο Ἄνοιξη – Καλοκαίρι – Φθινόπωρο – Χειμώνας, ἐπιχειρεῖται νὰ ἀποτυπωθοῦν οἱ τέσσερις στιγμὲς τοῦ γήινου ἐρωτικοῦ πάθους: ἡ γέννηση, ἡ κορύφωση, ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. Ἐπειδὴ τὰ τρίστιχα οἰκειοποιοῦνται τὸν τριμερῆ δεκαεπτασύλλαβο ποδισμὸ τῶν χάικου, τὰ ὀνόμασα «Σὰν-Χά¬ϊ-Κου» – μιᾶς καὶ οἱ στίχοι αὐτοὶ πιθανότατα νὰ μὴν ἀνταποκρίνονται στὸ πνεῦμα του, ἐὰν ὑπάρχει κάτι τέτοιο ἐφάπαξ ὁρισμένο.
Διαβάζοντας, ὡστόσο, λίγα χρόνια μετά, στὴν μετάφραση τοῦ Παναγιώτη Εὐαγγελίδη…
View original post 122 more words
Βάσσος Γεώργας, [Τι θα γινόταν αν συνέχιζα να κοιμάμαι νύχτα μέρα για πάντα;]
αργά το μετάνιωσα συνένοχο κάθαρμα
κι εγώ – δεν αισθάνομαι λύπη – πανικός
με σκέπασε με ματωμένη φανέλα – ποιος
θεός μπορεί να υπερισχύσει των αθώων;
χαμαιλέοντας αντί να γκαρίζω με όλη μου
τη ψυχή – ακέφαλε δολοφόνε σε ξένο χώμα
με στολή σταυροφόρου – σε ποιας μανούλας
τα μάγουλα ζωγράφισες παντοτινά δάκρυα
και πότε επιτέλους θα βρεις λίγο κουράγιο
να ζητήσεις συγγνώμη; – αυτήκοος μάρτυρας
αιματηρής επίθεσης – μνημείο ντροπής
ανθρώπινης κακίας που ευλογήθηκε
μου λένε πως είμαστε φτιαγμένοι γι αυτό
για κατορθώματα που προκαλούν θάνατο
σε ένα εύφλεκτο παράδεισο η πύλη στενή
το πνεύμα μου δύσκαμπτο – βάρυνα από
τύψεις με την εικόνα των θυμάτων σε στεριά
και θάλασσα – και ο πιο μεγάλος θάνατος
η πάση θυσία εκδίκηση που δεν βγάζει νόημα
μικρές και μεγάλες απώλειες χωρίς όνομα
χωρίς επώνυμο ακολουθούν τους κενούς
λυγμούς μου καιρό τώρα – τι κουβέντες
περιμένεις να ακούσεις φουρνέλο να σκάει
απ΄το στόμα μου ένα λυπημένο πρωινό;
το σχοινί κρέμεται μπροστά στη σκάλα
στους δρόμους σε ήθελα ανάσα μου – εκεί
να ζήσεις – να γυμνωθείς σε οδοφράγματα
με άσπρα λουλούδια στα χέρια – να θυμάσαι
πότε πότε πως είσαι ακόμα άνθρωπος – όχι να
γράφεις στοίβα από ποιήματα – να κλαίνε
τα μάτια σου από συνήθεια – διχοτομημένος
ανάμεσα στο σωστό και το άδικο του κόσμου
που άταφος έχει νικηθεί προκαταβολικά
εν καιρώ ειρήνης – πληρώνω με το χάος και
ρωτάω – ας μην υπάρχει κανείς να με ακούσει
– αφού δεν υπάρχει ζωή πριν το θάνατο πως
υπάρχει μεταθανάτιος ζωή; – και αν υπάρχει
ας μη μοιάζει ούτε κατ΄ ελάχιστον με αυτή
που ζούμε
Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Nο 1138 (χωρίς σιωπή)
~
μια μέρα,
κρυφάκουσα
τη νύχτα,
ήταν που ο χρόνος ξέφυγε με τις φτερούγες
της ανάμνησης
κι έγινε
νόμιμη άμυνα στα δακρυγόνα
του
παρόντος
~
τότε έμαθα τι κρύβεται πίσω από
το φράχτη,
τόσα άχρηστα
όσο και ένοχα,
αλλά δεν σας τα πω,
είναι ζήτημα
τιμής,
ιδιόχειρης
~
μόνο πως,
φύτρωσαν λάφυρα ως συμπτώματα,
από οφειλές
και ήττες
και πως το σήμερα
τρέφει το θάνατο,
~
και το αύριο;
είναι τύχη ή σύμπτωση
~
(alexmil) ©
Artist: Joan Ponç
Ντέμης Κωνσταντινίδης, 29.10
Manolis Anagnostakis / Μανώλης Αναγνωστάκης, I speak / Μιλώ
I SPEAK
I speak of the last trumpeting of the defeated soldiers.
of the last rags from our festive garments
of our children who sell cigarettes to the passers-by.
I speak of the flowers that wilted on the graves and
rain rots them
of the houses gaping with no windows like toothless
skulls
of girls begging and showing the scars of their breasts.
I speak of the shoeless mothers who crawl among the ruins
of the conflagrated cities the corpses piled in
the streets
the pimps poets who during the night shiver by the front
steps.
I speak of the endless nights when the light is dimmed
at dawn
of the loaded trucks and the footsteps on the wet
cobblestones.
I speak of the prison yard and of the tear of the moribund.
But I speak more of the fishermen
who abandoned their nets and followed His steps
and when He got tired they didn’t rest
and when He betrayed them they didn’t reject Him
and when He was glorified they turned their eyes the other way
and their comrades spat at them and crucified them.
Though they, serene, took the road that had no end
and their glance didn’t ever darken nor bowed down
standing up and lonely amid the horrible loneliness of the crowd.
ΜΙΛΩ
Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών.
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα.
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες.
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους
και τα σαπίζει η βροχή.
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία
ξεδοντιασμένα.
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια
τις πληγές τους.
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα.
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους
δρόμους.
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα
κατώφλια.
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα
ξημερώματα.
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές
πλάκες.
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ
των μελλοθανάτων.
Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες.
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του.
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν.
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν.
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια.
Κι οι σύντροφοί τούς φτύνανε και τους σταυρώναν.
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει.
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει.
Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.
*Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη / Translated by Manolis Aligizakis
**Αναδημοσίευση του ποιήματος από το ιστολόγιο του Μανώλη Αλιγιζάκη στο http://mail.google.com/mail/u/0/#inbox/150fe8453e53fe4d
Ιωάννης Ν. Τσίρκας, Πέντε ποιήματα
Επίλογος
Θα ‘μαι παντού.
Να ελπίζω να σκοτώνω να ψεύδομαι.
Να περιμένω.
Δυο χιλιάδες λεύγες πάνω από τον ουρανό
κι ακόμα παραπέρα.
Ο Θεός κι η σκέψη μου μαζί σου.
***
Τα εντελβάϊς των Εξαρχείων
Ξύπνησες με την επιθυμία να σκοτώσεις.
Γευόμενος την ευωδιά των κρίνων.
Τα μάτια σου οι φύλακες της αθωότητας σου.
Οι ελπίδες σου τα λιγοστά εντελβάϊς.
Στο πέρασμα αιώνων απαξίωσης και πόνου.
Οι ξεχασμένες μνήμες σου
ανασταίνουν το γλυκό συναίσθημα της αγάπης.
Ο φόβος αποσυντίθεται.
Η ηρεμία των επόμενων στιγμών μιας τρελής σου πράξης
σου μαθαίνει πως οι φίλοι
κάτι στιγμές σαν κι αυτές
αποτελούν ανέλπιδες λάμψεις.
Το σκοτάδι της φυγής και του μένους
κι ο δρόμος της απόγνωσης σε περιμένει.
Σου θύμισε τα Εξάρχεια.
Είχες πεθάνει κάποτε εκεί,
μα πέρασε καιρός για να θυμάσαι.
***
Crazy Love
Ό,τι απομένει από μια τρελή αγάπη είναι μονάχα η κου-
ρελαρία του κολαστηρίου.
Η ακατάπαυστη ροή του μένους και των εμμονών για ό,τι
απέμεινε από αυτή
μπορούν να ανήκουν μονάχα στην αποσυντεθειμένη ψυχή
μιας πουτάνας με άδειο ταμείο.
Σπουδή στο βίτσιο η όποια προσπάθεια για μια καταστο-
λή των συνεπειών της.
Πλήρης παρακμή.
Σάπιες φράουλες και ξερασμένα βατόμουρα το οξυγόνο της
εξορίας.
Φιλιά στις καρατομημένες φιλίες και τα παράπονα τους
στους τάφους τους.
Τίποτα δεν κρατάει πάνω από μια ζωή.
Το σπίτι μου το έχτισα δίπλα στο λιμάνι.
Οι εξόριστοι λατρεύουνε τους δρόμους που γυρίζουν στην πατρίδα.
***
Μεθαδόνη
Εξόριστος σε μια πόλη δίχως μόνιμους κατοίκους
καίω από το πρωί μέχρι το τέλος της μέρας
τις όποιες αναμνήσεις μιας γλυκιάς χαμένης πατρίδας.
Έχω ξεμείνει με αγάπες συμβατικές
και χάδια που αξίζουν λιγότερο από αυτό που προσφέρουν.
Η κακή πλευρά της ζωής είναι εδώ.
***
Trypanosoma
Τα ξεχασμένα σου συναισθήματα στις συνελεύσεις τους
ζητούν εμένα.
Σε άδεια δωμάτια με πατώματα γεμάτα ρωγμές
σπάω σαν κρύσταλλο την αγάπη μας πάνω τους
(προσφέροντας σου ένα δείγμα
έντονης ζωής
αυτή τη στιγμή ακριβώς).
Η απόφαση σου είναι μύγες που τρυπούν το σώμα σου
και
το στήθος σου αξίζει μονάχα γυμνό
και
είναι το μόνο που θα αφήσουν να σαπίζει περήφανο στο
τέλος
*Από τη συλλογή Σκεψίρροια (2008)
Γιάννης Στίγκας, Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο
ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Γ.Σ.
Μονίμως ονειρεύομαι
μια ανηφόρα που θα βγάζει ολόισια στα σπλάχνα σου
να μπαίνω και ν’ αλλάζω τους αλγόριθμους
έτσι που η καρδιά
να ξεκουφαίνει ενδελεχώς την νόηση
Αγχειβατείν – Pallasck
που λέγαν κι παππούδες μου
(πατώντας με τα πόδια τους τον μούστο)
υπονοώντας σκοτεινά
—
Αίμα που’ χει το μέλλον μας
και πως να το χορέψεις
—
*
—
Ίσως
εάν ερχόταν σήμερα ένας άνθρωπος
μονάχα με το τυπικό προσόν της εποχής
αυτή τη γεύση πρόχειρου γκρεμού
-ξέρετε-
ένας απ’ τους χιλιάδες παραγιούς του πανικού
—
όπως τους έραβε ο Θεός
ξέχασε μια βελόνη μες τα στήθια τους
—
εάν ερχότανε
και κοίταζε
—
από το μάτι της βελόνας που σας έλεγα
—
θα του στοιχειώναν όλα τα φωνήεντα
Θα του πατούσε το μυαλό ένα τραύλισμα
—
τ-τ-τ-τ-τ…τ-τ-τ-τώρα π-π-π-π-π…π-π-π-που
ζ-ζ-ζ-ζ-ζ-ζ….ζ-ζ-ζ-ζ-ζορίσανε τ-τ-τ-τ-τα-τα-τα-τα
π-π-π-ππ-πρα-πρα….π-π-πράγματα ν-ν-ν-νο-νο…
νο-νο-νομίζεις π-π-π-π….π-π-π-πως το-το-το-το…
το-το-το-το…το φ-φ-φ-φ-φ….φ-φ-φ-φ-φω-φω-φως
κ-κ-κ-κ-κ-κ…κ-κ-κ-κα….κ-κ-κ-κκ-κκ-κ-κ………..
κ-κ-κ-κα-κα-καταλαβαίνει;
—-
—-
Δεν έχω φυσικά καμιάν απάντηση
—
σηκώνω το λοιπόν στους ώμους μου όπως όλοι σας
μ’ εκείνο το παλιό
κουσούρι μου της Άνοιξης
ακόμα δεν ξεμπέρδεψα
κι αφήνω να μου βόσκουν το λαιμό
κάτι σημάδια κόκκινα
δεν είναι φευ από φιλιά
—
την λένε πνιγμοσύνη τη λεγάμενη
—
αλλά δεν είναι η ποίηση που βάζει τη θηλιά
—
αλλά
κλωτσάει το σκαμνί
—
*
—
Γιατί η ποίηση
-ψιτ μεγάλε-
δεν είναι αιώρα ρεμβασμών
δεν ειν’ το φτερωτό σου κατοικίδιο
-ψιτ μεγάλε-
Όταν υποδύεσαι το φεγγάρι
να το υποδύεσαι και στη χάση του
-δεν θα στο κάνω πιο λιανά –
Αν το νοείς αυτό
έχει καλώς
αλλιώς
Ε ρε Mαγιακόφσκι που σου χρειάζεται
—
*
—
Πού να’ σαι τώρα βρε Βλαδίμηρε
Τώρα που και τα δυο μας νόμπελ έγιναν συμπληγάδες
Κανείς δεν αρμενίζει πια για τ’ άρμενα
Κανείς για το γαλάζιο
μονάχο του συχνάζει στα μεγάλα υψόμετρα
και στις παλιές αγάπες
—
*
—
Η Δώρα
Η Κωνσταντίνα
Η Ευανθία
Όποτε αλλάζω το πλευρό στον ύπνο μου
μου ξεκουρδίζουν σιωπηλά το ζώδιο
μέχρι να γίνει το ποτέ
το τυχερό μας νούμερο
– τι ρώσικη ρουλέτα Παναγία μου –
εσύ γνωρίζεις απ’ αυτά Βλαδίμηρε
έγινε
έγινε στην Οντέσσα
—
εδώ να δεις τι γίνεται
—
*
—
Εδώ
—
τhe evil eye is working overtime
—
λυπάμαι που το γράφω αλλά
το φως το καταντήσαμε
την τέλεια -για το τίποτε- κρυψώνα
-Τι άλλο θέλεις να σου πω-
εχθές το βράδυ στο μετρό
αγγίζονταν χιλιάδες σώματα
κι ούτε ένα τσαφ για τα προσχήματα
ούτε ένα τόσο δα ηλεκτρόνιο
κάτι
ν’ ανατριχιάσει τα χαμένα βλέμματα
μήπως και δούμε την Ιθάκη ολόγυμνη
κάτω από τα ταγιέρ
και τα πουκάμισα
—
*
—
Είναι που να τρελαίνεται κανείς
Όπως ξηλώνουν έτσι τα μερόνυχτα
Το αίμα σου κλωστή –κλωστή
Οι τρεις σου μοίρες να πανιάζουνε
Τι περιμένεις ν’ αρχινίσει βρε κουτέ
Δεν είναι παραμύθι αυτό
—
Είναι
—
μονάχα το κουφάρι του
—
*
—
Η τραγωδία του τόπου μου
Αν εξαιρέσεις βέβαια τους σεισμούς
Όλοι οι υπόλοιποι – ισμοί
Μας πούλησαν κατάμουτρα
Καλέ μου λόρδε Βύρωνα
Τσάμπα την λούστηκες την έξοδο
Τσάμπα την άναψες την έξοδο
Ο πυρετός σου σήμερα
Υπάρχει – δεν υπάρχει στα συγγράμματα
Του’ χουν κοτσάρει κάτι ελεεινά μικρόβια
Ενώ ήταν σκέτη λεβεντιά
Οκτώ μποφόρ Χριστός
Κι ακόμα τόσα
—
Τότε –χαμένα μες στις καλαμιές
Τώρα- χαμένα στα σκυλάδικα
—
*
—
THIS THE PLACE GENTLEMEN
—
Πολλές οργιές κάτω απ’ το τίποτα
έτσι
που τα μαλλιά μας μπλέκονται στις ρίζες του
υιέ μου υιέ μου Αβεσσαλώμ
σαν εκκρεμές δεν θα’ χες πέραση
έτσι κι αλλιώς εμείς
τον χρόνο τον εισάγουμε απ’ το Γκρήνουιτς
γιατί ο δικός μας
έχει λαγούμια μαύρα κι ανεκπλήρωτα
—
φωνάζεις την αγάπη
και σου επιστρέφει ο αντίλαλος αιμόφυρτος
—
έχει μυριάδες χέρια που κοπήκανε
δεν ήταν αγαλμάτων
όλα τους
αργότερα μαρμάρωσαν
—
*
—
*Από το http://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2012/09/09/yannis-stigkas-kiosk/
Θανάσης Τζούλης (1932-2010), Τρία ποιήματα
Ποιήματα που τα παίρνει νωρίς ο θεός σχεδόν αβάφτιστα και αναμάρτητα
Στο τέλος φωτίζεται το ποίημα
με αρχές μετατόπισης προς τα έξω όσο που σε κλείνουν
οι ανταύγειες
κι εκεί είναι το σημείο του Σταυρού
μην περάσεις τα οριζόμενα κι έχουμε θεομηνίες
πριν προφτάσεις τα νερά που συνέρχονται
Σίγουρα ο Ηράκλειτος θα κανοναρχούσε αλλιώς
όπως ο Αλκιβιάδης που έβλεπε επερχόμενη τη θαλασσοφαγή
και τη σχεδίαζε ανάποδα με τον εαυτό του στο κέντρο
όπως τα ποιήματα που τα παίρνει νωρίς ο Θεός
σχεδόν αβάφτιστα και αναμάρτητα
[Η γλώσσα του Αδάμ, 1982]
***
Τα σπίτια είναι οικότροφοι της τρέλας τους
Τα άδεια σπίτια αυτοκτονούν αλλιώς
σκοτώνουν ένα ένα τα όργανά τους
αλλά δε γίνονται πτώματα
ασπρίζουν από το λαιμό ως κάτω
κι άλλα είναι ψυχές άλλα φαντάσματα
άλλα ανοίγουν από κάτω την καταπαχτή
και περισσεύουν στον ορίζοντα
κι άλλοι τα λένε φυγάδες
άλλοι αυτόχειρες
κι αυτά είναι οικότροφοι της τρέλας τους
***
Τα σπίτια είναι έξω από τους τοίχους
Γι’ αυτό τα σπίτια είναι έξω από τους τέσσερις τοίχους
όπως τα ζωντανά του κατωγιού που ξενυχτούν
απλωμένα στα γειτονικότερα βουνά
κι έρχεται ο νεκρός γείτονας που τα μετράει κάθε νύχτα
φυσώντας από μέσα του μιά φλόγα
να τον γνωρίζουν και να χάνονται
[Και γάμον Έβρου του ποταμού, 1996]
Nanja Noterdaeme, Here and than
It’s here
It’s next the spiral wall
full of graffiti now
by the acacia
I write.
What for
the real story
if the words
are never true?
Whatever,
I cannot lie
I am in pain
Moonshine in my head
I pick up the stars
that ramble on in my pocket
I see over my shoulder
the shadows
in the car mirror
three shadows
of your being
both presence and threat.







