Ρώμος Φιλύρας, Ποιήματα

FILYRASDSC06193autobiogr-BLOG--.JPG

ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΟΥΝ ΖΑΡΕΣ…
Να μην έχουν ζάρες οι μορφές, αδρές,
ζάρες μίσους, πάθους, πόνου, μα χαρές,
στην ψυχή να πλένε και να μην ξεσπούν,
φυλαχτές για ωραίες, που θα τις χαρούν.
Είναι σαν εικόνες οι άνθρωποι βουβοί,
σαν ιππότες, άγιοι, όμορφοι, καλοί’
κατεβαίνουν όλοι δίχως πονηριά
μες στο μεσημέρι, μες στη δημοσιά.

~
ΥΠΕΡΑΝΩ
Κι αν δοθήκαμε ολάκεροι στη Νιότη,
κι αν άφραστα αγαπήσαμε ό,τι ζει,
κι αν οι στερνοί δεν είμαστε, ούτ’ οι πρώτοι,
ένθεη ορμή μάς ξεπετάει εκεί

Επάνω απ’ της Αβύσσου τ’άγρια σκότη
και πέρα από του πλήθους τη βοή:
δρόμο να μη χαράξουμε προδότη,
στο χώμα αχνάρι μας να μη σταθεί…

Κι αν η πίστη στη χίμαιρα άλλης πλάσης,
δε γλυκάνει την πίκρα στην ψυχή,
Ανυπαρξία, κι αν δεν μας ξεγέλασες,

Οι κοσμικοί κι οι απόκοσμοι μαζί
να πούμε πως εζήσαμε σε αμάχη,
μέσα, μα και σαν έξω απ’ τη Ζωή!..

~
ΜΟΙΡΑ ΑΓΕΙ
Ά, στο λαό πώς μ’ έριξεν η μοίρα,
πώς μ’έκρουσε στην θείαν ανατροφή
και μ’άφησεν ο δύσμοιρος και πήρα
τη χλεύη, τη βρισιά και τη ντροπή!

Όχλε λαέ, βαρβάρων σπέρμα νόθο,
πού τη βρίσκεις την κρίση και χτυπάς
στη ρίζα τον ακόρεστό μου πόθο.
Ά, μαστρωπέ, στην άβυσσο με πας!

~
ΠΟΙΗΤΗΣ
Είχα πέσει σε βύθος, είχα, πάντα, τη μαύρη
κι ολαπέλπιδη νύστα του βραχνά καταλύτη’
μες στο κάμα του θέρους, τη θλιμμένη και λαύρη
ποθοθάνατη ‘νείρια του οράματος νήτη.

Έχω λήθαργου μοίρα κι είχα παραμιλήσει
χρόνια’ κι όμως ο Στίχος, ο Ρυθμός δεν ελείπαν.
Είχα ανέβει εκεί πού’ ναι μονάχα η Βρύση
κι η Επιστήμη, αν δεν είχα, δε θ’ ανέβαινα, είπαν.

Επειδή και είχα χάσει το ρέγουλο, είμαι
ο εμπνευσμένος ονείρων και κόσμων προφήτης,
ο πηγαίος ποιητής που στο σύννεφο κείμαι
ο μεγάλος, ο θείος των ρυθμών υποφήτης.

*Από το http://surrealism9.blogspot.com

Τάσος Ζερβός, Ποιήματα

scan-004-1430x1920

ΚΥΝΗΓΟΣ

Η δίψα του μεσημεριού μού δίδαξε τα χείλη

το μονοπάτι μ’ άφησε στην τελευταία πηγή

πέρασε πια τα σύνορα της πίκρας μου η φυγή

ιχνηλατώντας την κραυγή του περασμένου Απρίλη.

ΙΔΟΥ ΙΠΠΟΣ ΧΛΩΡΟΣ

Όποιος έχει ρίζα σε κορυφή λόφου ή σε κοχύλι πελάγους

ας ακούσει.

Ομιλώ για τους ανέμους που δεν δέχτηκαν προσανατολισμό.

Ομιλώ για τα πριν απ’ τη φωνή μου

και τα πριν απ’ τη φωνή της φωνής μου

Στην πρωτότοκη πέτρα πριν χάσει τα φτερά της.

………………………………

Ότι περιφρόνησες τη σιωπή μου σε έρημα μονοπάτια

ταχύνοντας το βήμα σου.

………………………………

Και αποπλάνησες τ’ αγριοπερίστερα των βράχων μου

με αποστάσεις θανάτου.

………………………………

Έχω κατά σου ότι είδες τα πουλιά μου να περνούν

και δεν άφησες κραυγή προσανατολισμού.

Είδες τα ίχνη μου στο χώμα

και τα εκάλυψες με άσφαλτο.

Είδες τ’ αποτυπώματά μου στο νερό

και οδήγησες κοπάδια αλόγων.

Είδες τα ίχνη μου στις παλάμες σου

και εξόρισες τα χέρια σου σε γη ανοήτων.

Αλλ’ ιδού έρχομαι από ώρα σε ώρα

από χιλιάδες μικρές κορφές θα ξεπροβάλω.

Και δεν θα ‘χεις χέρια για ν’ ανοίξεις δρόμο

στον άνεμο που θα με περιβάλλει

ούτε λόγια να συγκρατήσεις τους ιστούς του σώματός σου

που θα έρχονται προς με.

………………………………

Ιδού ίππος μέλας δεν υπάρχει

σύννεφο να σε κρύψω.

Ιδού ίππος χλωρός δεν υπάρχει

χλόη ν’ αναπαυτείς.

………………………………

Έλα με στολή κυνηγού

να ξεγελάσεις τους φύλακες.

………………………………

Έλα, τώρα που η λύπη μου τη λύπη σου

ευαγγελίζεται…

ΕΦΕΔΡΕΙΕΣ

Έρχονται τα μηνύματα απ’ ολούθε·

μ’ εγκαταλείπουνε φρουρές και φίλοι…

Μα έχω εφεδρείες, θ’ αντισταθώ. Μου παραστέκονται

οι αδέσποτοι των Βριλησσίων οι σκύλοι…

Άρης Αλεξάνδρου, Από τα “Ανεπίδοτα γράμματα”

Γιώργος Μπουζιάνης, Αυτο-πορτραίτο

Γιώργος Μπουζιάνης, Αυτο-πορτραίτο

Μαζί σου διστάζω να μιλήσω
πιο σιγά κι από ένα δέντρο στο σκοτάδι.
Μαζί σου η φωνή μου θα διακόψει τη σιωπή
σαν την αγάπη που διακόπτει για μια νύχτα
τη ζωή μας.
Τα σύννεφα
Τα σύννεφα διαβαίνουν χαμηλά
τόσο που κ’ ένα κάγκελο να ‘τανε σπασμένο
θα μπορούσες να άπλωνες το χέρι και ν’ αγγίξεις
τη διαβατική
θηλύτητά τους.
Φρόντισε
Φρόντισε οι στίχοι σου να σπονδυλωθούν
με τις αρθρώσεις των σκληρών των συγκεκριμένων λέξεων.
Πάσχισε να ‘ναι προεκτάσεις της πραγματικότητας
όπως κάθε δάκτυλο είναι μια προέκταση στο δεξί σου χέρι.
Έτσι μονάχα θα μπορέσουν σαν την παλάμη του γιατρού
να συνεφέρουν με χαστούκια
όσους λιποθύμησαν
μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους.
Μέσα στις πέτρες
Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στό
πριονιστήριο;
Η θέση μας είναι μέσα εδώ σ’ αυτό το δάσος
με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς
με τις ρίζες σφηνωμένες μες τις πέτρες.
Γύμνασμα
Δοκίμαζε, συνέχιζε τα γυμνάσματά σου.
Κοίτα που κ’ η θάλασσα ανακατεύει συνεχώς
ουρανό και φύκια
πασχίζοντας να βρει το σωστό της χρώμα.
Το μαχαίρι
Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ΄ την λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.
Υποσημείωση
Φίλε ή αντίπαλε μην τ’ αναγγείλεις πουθενά.
Δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος.

Μάρκος Μέσκος, Σκόρπιοι στίχοι από το “Ψιλόβροχο”

hqdefault

Μνημόσυνο

Πέτρες σημάδια νεκρών πατούσαμε στον λόφο. ξάφνου

περίεργος κρωγμός (από την γκορτσιά την πικραμένη;)
Γύρω γύρω η Μπούκα. στα ψηλά βουνά οι σκοτωμένοι αθώοι.

Καίνε χαμηλά κεριά της χλόης η νύχτα καλπάζει αλλά πριν

ο κρωγμός του πουλιού βρισιά στην ηλιόλουστη μέρα.
Στο τέλος είπεν ο Γιάννης: χωρικός προσευχήθηκα εδώ.

μας διώχνει όμως το αίμα. λίγοι αντέχουν.

Πες μου χελιδονάκι πώς σχηματίζεις το λάμδα ανεβαίνοντας τον ουρανό;

Πέσε βροχούλα σιγαλά

με το νερό μαλάκωσε το χώμα
τα ράμφη των χελιδονιών να πάρουν

λάσπη για τη φωλιά τους.

Ένα δάχτυλο ένα φύλλο ένας σπουργίτης

δείχνουν τον άνεμο τον άνεμο τον άνεμο!

Τρυφερά μοσκάρια αντάμωναν στο λειβάδι

πρόβατα ενός μηνού κοιτάζονταν στα μάτια.
(μην άνθρωποι τάχα;).

*”Ψιλόβροχο”, 2000.

Αντώνης Αντωνάκος, Σφυροδρέπανα

sfyro1

1


Είναι αυτό το δάσος από γαμήλια δώρα

Από χαμό και ύπαρξη

Είναι αυτό το σεπτό μπράτσο της

Ανελέητο κάτω απ’ τη μπλούζα

Ένα θηρίο χρόνιας απουσίας

Μιαν ασυνέχεια των απολαύσεων

Γράφω τη νύχτα επιστολές

Τη νύχτα που σωπαίνουν οι συντεχνίες

Και γίνομαι μονήρης

Ένας θεός που τα γαμάει όλα

2

Ξεδιψάστε με ποιήματα

Ρουφήξτε μεδούλι από λάθος σώμα

Κρατήστε ενός σπασμού κραυγή

Μετρήστε την θερμοκρασία αισθημάτων και μη

Διηνεκώς νυμφευθείτε

Μέχρι να καρποφορήσει έξτρα δύναμη η φύση σας

Να μπείτε στον παράδεισο με χίλια

Σχεδόν στοργικά να κατεβάσετε το φερμουάρ

Δίχως σκέψεις

3


Εκεί στην άκρη των χειλιών η επιθυμία

Για να βγάλεις τ’ αγκάθια απ’ το κορμάκι της
Ν’ αφήσεις φιλί σάλιο και έρεβος

Τα ωραία έπεα πτερόεντα ελληνικά

Τα ωραία αλαζονικά νυμφίδια της νύχτας

4


Έχω ένα μαγαζί από σκέψεις

Μια φωλιά από σφήκες

Ένα κομματάκι πιπέρι κάτω απ’ τη γλώσσα

Έχω ένα Βόσπορο συλλογισμών

Κι άλλα ακατονόμαστα είδη

Κι έχω την επικαρπία τόσης τρέλας

Τόσο ποιητικώς ατελεσφόρου υλικού

5


Έμπνευση δε σου χρωστώ τίποτε

Ούτε λίγη αγριότητα μέσα στον καύσωνα

Ούτε λίγη καύλα τον Αύγουστο

Όμορφοι τόποι σαν τα μαλλιά σου

Τα πέταλα του μουνιού που ξεδιπλώνονται και μου δείχνουν το δρόμο

Ω έμπνευση δε σου χρωστώ τίποτε

Ούτε καν το περήφανο κόκκινο της μανίας του έρωτά μου

Ω έμπνευση σε παρωδώ, σε σκώπτω

Να μη χαθεί ο υποτροπιάζων λογισμός του ερωτομανή σε τεχνικές

Μη βγει ο μάστορας μπροστά για ποιητής

Η βέβηλη εισβολή της εμπειρίας

Σκέψεις μεγάλες για τον έρωτα μην κάνω

6


Νύχτα που φωτίζει το χνούδι σου το σεληνόφως

*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από το ιστολόγιο του ποιητή στο σύνδεσμο http://dromos.wordpress.com/2014/03/10/%CF%83%CF%86%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%B4%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1/

An Amazing and Powerful Poem by Warsan Shire

emily's thoughts's avatarEmily's thoughts

regugee girl  

Today I would like to share with you this amazing poem. Considering the current situation that takes place in my country and Europe in general as regards the thousand of refugees that running away from their homes,searching for safety and hope, traveling miles on foot to the crossing borders, when I read this poem it touched me deeply. Many of them won’t survive through their journey and probably nobody will return back to their country that violently left due to the war. They have suffered so much so long, we ought to help them as we can. Humanity has to take measures and act efficiently so noone forced to leave his home.

Home by Warsan Shire

no one leaves home unless
home is the mouth of a shark
you only run for the border
when you see the whole city running as well

your neighbors running faster than you

View original post 417 more words

Erma Vassiliou, Flamingos

Unknown

…are words with large wings
parrying through the wetlands of inner peace
the heights of my compassion
breaking my muteness with their colours
writing my verses with their feet

and in the night
I found their lexical steps
on the carpet
on the wall
and here they are
in the frame, composed as a poem
amusing my imagination
with their extravagant stillness
flamingos are reversing my time
sitting in the torso of the night
kneading your name with ground
the ground you touched
the ground you so much love
the deepness of your heart
you avoid to face
they will be up again
when fast asleep I travel to your calls

*From “FLEUR DE SEL He… for sentimental reasons”

Τάσος Λειβαδίτης. Οι γυναίκες με τ’ αλογίσια μάτια

hopper

(απόσπασμα)

Η Ελένη, γυμνή, κυλιέται πάνω στο κρεβάτι, σχεδόν αδιάφορη για τον εραστή
ολότελα άγνωστη για τον εαυτό τους –σα να πάλευε να ξεφύγει το τεράστιο χέρι του Θεού,
που την έσφιγγε. Όταν τέλος, ύστερ’ από μια ολόκληρη περιπλάνηση στην αιωνιότητα,
ξαναγύρισε στο δωμάτιο 27 του ξενοδοχείου, φοβήθηκε απ΄ την ερημιά της
κι ανατρίχιασε. Και πήρε το σεντόνι και σκεπάστηκε.
Ο εραστής συλλογίζεται: «Έτσι κάνουν όλες, ντρέπονται ύστερα».
Δεν ήταν παρά ένας άντρας ατέλειωτα φτωχός, όπως όλοι εκείνοι
που πιστεύουν στον εαυτό τους. Ήθελε να ζήσει
και δεν υπάρχει άλλος τρόπος ζωής, έξω απ’ τη ματαιοδοξία.
Ενώ πίσω από κάθε τους φιλί, κρυμμένο, παραμόνευε το τέλος
οριστικό και αμετάκλητο
σα μια αριθμητική.

[…]

Κι η κρύπτη της, γυμνή, μοιάζει τώρα μ’ εν’ απόμακρο ρημοκλήσι
πνιγμένο στα χόρτα και τη μοναξιά. Ο άλλος, ο εραστής,
ήταν απλώς ο εραστής –σαν ένα κομμάτι θαμπό ζυμάρι που παίζουν τα παιδιά
φτιάχνοντας ένα σωρό απίθανα σχέδια. Ώσπου τελικά βαριούνται
και το πετάνε. Μα τα μεγάλα, σοφά, μητρικά χέρια μαζεύουν
αυτά τα παιχνίδια απ’ όλες τις γωνιές της γης
και τα σμίγουν με τα’ άλλο ζυμάρι και τα ξαναπλάθουν
σε αιώνιο ψωμί. Και τα παιδιά μεγαλώνουν
τρώγοντας την ίδια τους την παιδικότητα.

[…]

Γιώργος Φιλιππίδης, Από τη “Γαλάζια μηχανή”

dtbook150912

Επιστολή

Έχω να πω τόσα πολλά, κι όμως ξέρω πως δεν θα τα καταφέρω να πω τίποτα. Φοβάμαι ότι η μοναξιά είναι πιο κοφτερή ανάμεσα στους γνωστούς, μέσα στην οικειότητα των προσώπων και των δρόμων. Οι τοίχοι του δωματίου μου δεν λιώνουν ποτέ όταν είναι κάποιος άλλος στο δωμάτιο. Έτσι περιμένω τα βράδια· τότε καμιά φορά προσεύχομαι κοιτάζοντας χαμηλά ή κλείνοντας τα μάτια. Το απόλυτο πάλλεται μες στο κεφάλι μου και μ’ εξουθενώνει· τόσο που καμμιά φορά νομίζω πως όλα τα μελίσσια του κόσμου θέλουν να φτιάξουν τις κυψέλες τους μέσα στο μυαλό μου.

μέλι

Τα πρωινά κοιμάμαι. Δεν έχω όρεξη να ζω άλλο εδώ· ψάχνω για σπίτι (μάλλον όταν θα κατέβεις, θα με βρεις να μένω μόνος μου). Δεν γράφω πολύ, μεθώ όμως τακτικά, περπατώ πολύ, συνήθως μόνος, αράζω σε μπαρ μόνος, κάνω ασκήσεις τηλεπάθειας, αγαπώ (θέλω να προλάβω να το κάνω καλά, όλο και καλύτερα). Είναι στιγμές που δεν φοβάμαι τον θάνατο…

θάνατος

Υποκρίνομαι όπως πάντα, φρικάρω με τον εαυτό μου, παραλογίζομαι. Γδέρνομαι σε μια δυο αληθινές φιλίες και σ’ έναν έρωτα. Απλώνω τα χέρια μου στον ουρανό, ζω, δεν ζω, έχω δύναμη, δεν έχω, είμαι ευτυχισμένος,

πυγολαμπίδες

είμαι δυστυχισμένος, είμαι εγώ σε μιαν άκρη του σύμπαντος, είμαι εγώ σκυμμένος πάνω απ’ την άβυσσο, είμαι εγώ ταπεινός και αλαζόνας, είμαι εγώ συρματοπλέγματα γύρω στον πολτό της θάλασσας

τρέλα

«Δεν είναι αυτά για σας
που ζείτε ακόμη με το σώμα σας,
δεν είναι για ακοές που ‘χουν αυτιά από σάρκα»

Το φάντασμα του πατέρα του Άμλετ στον Άμλετ
ΟΥΙΛΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ

Στο σπίτι που μένω είναι τώρα ένα βαθύ βαθύ πηγάδι από πέτρα. Είναι λερό και πάντοτε υγρό. Όταν σκύβω πάνω του, βλέπω κάτω χαμηλά τα σαγόνια του φωτός και νερό που λαμπυρίζει ανατριχιάζοντας το σώμα μου. Αν ποτέ θελήσεις να τα πούμε, σκύψε πάνω απ’ το δικό σου πηγάδι στην Perugia. Αρχίζω να υποψιάζομαι πως όλος ο κόσμος είναι οργανωμένος σ’ ένα γιγάντιο δίκτυο από τέτοια πηγάδια που επικοινωνούν μυστικά μεταξύ τους. Πρέπει να σεβόμαστε τις λεπτές μεμβράνες των νερών, ω, είναι τόσο εύθραυστες, σαν να μην μπορεί να τις απειλήσει τίποτα. Πρέπει να τις σεβόμαστε.

REALITY IS MAGIC

Βγαίνω στην Ιπποκράτους· είναι κυλιόμενη κάτω από τα πόδια μου, είναι τόσο ανάλαφρη, που περιμένεις από στιγμή σε στιγμή ν’ αρχίσει να λικνίζεται και να τσιτώνεται σαν βασιλική κόμπρα από ένα φλάουτο που παίζει ένας δερβίσης απ’ την Άγνωστη Χώρα. Άκου, όχι τη χώρα της αδιαφορίας, αυτή είναι δική μας, των ανθρώπων. Άκου, από τη γη την Έρημη· πες πως είναι ένα λουλούδι που φυτρώνει σε μια μαύρη πέτρα, πολύ μακριά, μακριά από τα κόλπα των ανθρώπων.

*Γιώργος Φιλιππίδης, Γαλάζια μηχανή (με ένα κείμενο του Γιώργου Χειμωνά και πρόλογο του Νάσου Βαγενά), εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2000.