Πέτρος Γκολίτσης, Θεσσαλονίκη 2013 μ.Χ (Πόλη κάτω απ’ την πόλη)

11536100_10153361341363446_2875011530144635521_n

Ήρθε ο Ηράκλειτος στην πόλη μας απόψε

μίλησε με σωζόμενα ρητά

−κι άλλα που χάθηκαν−

ακούγονταν

τα πλέον σκοτεινά:

«φωτιές-αιώνιες και ψυχές-αναθυμιάσεις»

«είμαστε και δεν είμαστε»

«στις ίδιες πόλεις κατοικούμε

νεκροί και ζωντανοί»

«ο ένας μες στον άλλον αναπνέουμε»

«νεκροταφεία βρίσκουμε μετράμε τους νεκρούς»

−σε γλώσσα τρέχουσα σαν νά ‘λεγε−

δεν έχει η ανθρώπινη ροή επιστροφή

(εδώ και το ποτάμι)

η αλληλουχία των γενεών

πάνω στη γη, μέσα στην πόλη

1000 και κάτι οι τάφοι

του 4ου αιώνα προ Χριστού 
στο Συντριβάνι

και 411 στα δυτικά, στο ενδιάμεσο 

η decumanus

και μ’ ένα άλμα μετά

απ’ τη σφαγή του Ιππόδρομου

στο Άουσβιτς

Θεσσαλονίκη πόλη με ανοιχτά τα σωθικά

δείξε μας δώσε μας

την πόλη κάτω από την πόλη

κράτα την πόλη την πληγή σου ανοιχτή

πόλη μέσα σε πόλη

κάτω απ’ τα πόδια μας τάφοι και δρόμοι

στους αστραγάλους σου νεκρά φτερά

−στεφάνια δόντια όλα χρυσά−

εγχυτρισμοί

ενταφιασμοί

και καύσεις

δεν θα παύσεις

Θεσσαλονίκη πόλη πάνω σ’ άλλη πόλη

με τους νεκρούς σου να αιωρείσαι εσαεί 

νέα ξανάρχεσαι

λειψή μεταβαλλόμενη

κι εμείς
οι επόμενοι νεκροί

γυαλίζουμε τα μάρμαρα

−in situ−

νεκροί και ζωντανοί

*Από τη συλλογή “Η σάρκα των προσωρινών”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη.

Ξαναδιαβάζοντας την ποίηση του Γιώργου Ιωάννου

giorgos+ioannou

Του Δημήτρη Ι. Καραμβάλη

Τριάντα ολόκληρα χρόνια από την εκδημία του ποιητή και συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου, του λογοτέχνη που σφράγισε με τον δικό του, ανεπανάληπτο τρόπο και το ξεχωριστό του ύφος και ήθος, τη λογοτεχνία μας. Γυρνώντας, μετά από τρεις δεκαετίες στο ποιητικό έργο, καταθέτουμε μερικές ίχνιες σκέψεις για το ποιητικό του σώμα και αίμα.

Τα περισσότερα ποιήματα έχουν ένα ή δύο στίχους στο τέλος, που λειτουργούν σαν επιμύθιο ή συμπέρασμα ή καρπός αντίθεσης με το όλο σώμα του ποιήματος, ή ακόμη λειτουργούν σαν μπούσουλας και σαν σηματωρός στη συνέχεια του ποιήματος, στη συνέχεια της ζωής, όπως:

 «Ας κατεβούμε γρήγορα – ξέρει ο Θεός τι κάνει» (δράση) ή
«Αυτοί αντλούνε από κάπου εξουσία»

(ή προσπάθεια ερμηνείας του απύθμενου θράσους) ή

«Τώρα γυρίζω για να βρω τον εαυτό μου»
(η αλήθεια – η αναζήτηση της χαμένης ταυτότητας)

ή ακόμη
«Αυτό το απόστημα θα σπάσει σαν τον ήλιο»
(η διέξοδος-λύση)…

Μέσα στους στίχους του Γιώργου Ιωάννου, αναπτύσσεται με σφοδρότητα μεγάλη η αντιπαράθεση ανάμεσα σε δυο διαφορετικούς κόσμους – της σιωπής της γόνιμης και της φλύαρης και ανούσιας πολυλογίας, η υποκρισία και το ξέσπασμά της με την αιμάσσουσα καταγραφή της ειλικρίνειας, το μαρτύριο γιατί τα πάντα οδηγούν στην απευχόμενη λύση:

«Κι όμως για κει όλα τραβούν.
Το βλέπω με τα μάτια μου, το ξέρω»…

Ο Γιώργος Ιωάννου υπήρξε ένας «ελεύθερος πολιορκημένος» από τους σκληρούς ανθρώπους των γραφείων, με μια «σφραγίδα μοναξιάς» στο μέτωπο, αρνούμενος παρ’ όλ’ αυτά να συνθηκολογήσει:

«Όλη τη μέρα πέθανα να τρέχω
από γραφείο σε γραφείο
να δείχνω τις συστατικές επιστολές,
να κάνω υποκλίσεις»…

Έτσι περνά με αλληλοδιαδεχόμενα ρεύματα από την ελπίδα («Πάλι θαρθεί όμως ο καιρός/πάλι θα πάμε ραντεβού όλο γλυκά απρόοπτα») στην απελπισία («Τι σχέση έχω εγώ μ’ αυτή τη νύχτα;») μέσα σ’ ένα αδιάκοπο πεδίο βολής με τη νοσταλγία των αγαπημένων του προσώπων όπως «η μάνα του των πρώτων πρώτων παιδικών του χρόνων» με την ιδιαίτερη επισήμανση ακατάλυτη και καθοριστική «Τότε που τον φωνάζαμε μοναχογιό»…

Τα ποιήματα του Γιώργου Ιωάννου είναι προπομπός για τη δημοσίευση των πεζογραφημάτων του, μέσα από μια διαλεκτική σχέση που αναπτύσσεται και οριοθετεί το ποίημα αλλά και μια γόνιμη αμφιβολία και μια σκληρή αυτοκριτική απολογισμού που τρυπά κατάσαρκα τον ίδιο:

«Και δεν σε φτάνει ο πυρετός, έχεις και τύψεις,
Γιατί ποτέ σου δεν κατάλαβες ποιοι σ’ αγαπούσαν»….

Η αναμονή, η διάψευση, η προσμονή, η απογοήτευση, η αξία και η απαξία, το ανελέητο μαστίγωμα και η αναζήτηση της ταυτότητας, η πίκρα και η απογύμνωση μέσα σε τρεις μόνο στίχους, το παράπονο, το μεγάλο σχολείο του πόνου, η συνειδητοποίηση πως δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τίποτα, το γενικότερο κλίμα αδυναμίας διαφυγής μέσα από μια έξοδο κινδύνου:

«Νιώθω σαν σπόρος αγκαθιού
με γαντζωμένο το κεντρί
στην αγκαθένια την καρδιά μου»…

Μέσα στο καμίνι της ερημιάς ψυχής του ο ποιητής νιώθει αδύνατο να περιγράψει αφού θα πρέπει πρώτα να διαγράψει κι αυτό το ρολόι είναι ανήμπορο να δείξει τα πραγματικά όρια του χώρου και του χρόνου. Η μοναξιά φτάνει φορές που δεν παλεύεται αφού εξαντλημένη η φαντασία αδυνατεί να φέρει πίσω τις ξεθωριασμένες μνήμες. Και μπορεί να έχει την αίσθηση του ρολογιού, όμως αυτό σε τίποτα δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τα λιμνάζοντα και τα σήποντα:

«Ύστερα έχασα τον ύπνο.
………………………………….
Άκουγα μόνο το ρολόι ως το πρωί»…
Δεν επιθυμεί τέτοια σιγουριά κι ασφάλεια, προκαλεί ακόμη κι αυτό τον ίδιο το θάνατο, ν’ αλλάξει κάτι, και μέσα σ’ αυτή την εξομολόγηση τη λυρική, η σπαραχτική κραυγή του ανθρώπου όπου γης, προσλαμβάνει πλατύτερες διαστάσεις, όταν θυμάται τις εκτελέσεις των αθώων, τις ριπές των πολυβόλων τις ανατριχιαστικές!

«Ο τοίχος είναι απέναντί μου που τους έστηναν
στο δέντρο που ακουμπάω τους κρεμνούσαν.
Το όπλο αυτό ζωντάνεψε κάτω απ’ τη νύχτα»…

Η ερωτική προσμονή, η αφοσίωση, έστω και η καταδίκη και η τιμωρία αντέχεται φτάνει ναρθεί το αγαπημένο πρόσωπο που χρόνια έχει να φανεί. Ως τότε κάποιο σημείωμα, η θολή μνήμη, η ψευδαίσθηση θα συντηρούν την ελπίδα:

«Μπορώ να περιμένω χρόνους άπειρους
να περπατώ και να μη βλέπω γύρω μου.
Έστω για να με φτύσεις, έλα κάποτε»…

Ποίηση με θραυσματικές απολήξεις, με αγώνα και αγωνία, γνήσιες λυρικές καταθέσεις, απόσταγμα ζωής:

«Και με το στήθος ίδιο ρόδι να τριζοβολά,
να χαίρεται να αποστάζει την ανάσα»!

Σημ.: Αναδημοσίευση από το βιβλίο “Γιώργος Ιωάννου – οκτώ κείμενα για την ποίησή του” του Δ. Ι. Καραμβάλη (εκδ. Δρόμων, 2015) στο οποίο ο συγγραφέας επιχειρεί μια προσέγγιση στο ποιητικό έργο του Ιωάννου “Τα χίλια δέντρα” (εκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1963), όπου “βρίσκεται σε μικρογραφία το κατοπινό πεζογραφικό του έργο”. Τα κείμενα που περιλαμβάνει το βιβλίο έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά έντυπα.

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.gr

Ζήσης Δ. Αϊναλής, Μυθολογία (απόσπασμα)

my8ologia

Ε, λοιπόν από μικρός είχα την μάλλον παράδοξη δοξασία πως ένα κι ένα δεν κάνουν κατ’ ανάγκη δύο, πως δύο και δύο δεν κάνουν κατ’ ανάγκη τέσσερα. Εκεί όπου οι άλλοι βλέπαν δύο εγώ δεν έβλεπα παρά ένα και ένα κι έτσι αδυνατώντας να δω ένα σύνολο ως άθροισμα πορευόμουνα προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι αφού όλοι οι άλλοι νομοτελειακά στο ένα κι ένα αντιλαμβάνονταν δύο εγώ πρέπει μοιραία να ήμουν παράφρων. Γιατί όμως να ήμουν εγώ ο τρελός; Τι είχαν οι άλλοι περισσότερο από μένα κι η δική τους εντύπωση βάραινε περισσότερο απ’ τη δική μου; Γιατί ετούτη η μαζική πίεση, ο φασισμός ν’ αναγνωρίσω τη λογική τους; Γιατί να μην είναι κάλλιστα όλοι οι άλλοι τρελοί; Ε, πώς να το κάνουμε τώρα, αφού ένα κι ένα δεν κάνουνε δύο! Ένας φυσικός νόμος δεν μπορεί να στηρίζεται στην νομοτελειακή αλληλουχία αιτίου αιτιατού αν το κάθε εγώ βλέπει διαφορετικά αποτελέσματα να εκπηγάζουν από διαφορετικά αίτια έτσι κι εγώ αποφάσισα πως δεν θα αναγνώριζα για νόμο φυσικό παρά ότι εγώ όριζα ως νόμο φυσικό. Βέβαια, αυτό προξενούσε ορισμένα προβλήματα διότι όταν εγώ έλεγα γυναίκα εκείνοι καταλάβαιναν άλογο. Τελικά μεγαλώνοντας ανακάλυψα πως ήμουνα θύμα μιας σκοτεινής διαπλανητικής συνωμοσίας. Ζούσα σ’ έναν κόσμο παρανοϊκών που από μιας αρχής το είχανε βάλει στόχο να τρελάνουν και μένα. Στερώντας μου την επικοινωνία θέλανε να με φυλακίσουν στον κόσμο τους να με κάνουνε να λέω τη γυναίκα γυναίκα και το άλογο άλογο. Κλείνοντας μου το στόμα θέλανε να μου κλείσουν όλους τους δρόμους όλες τις εναλλακτικές και ή να με φυλακίσουν στον κόσμο τους να με αυλίζουνε τις μέρες με λιακάδα ή να μ’ αφήσουνε να σαπίσω ελεύθερος αλλά μόνος μου στο δικό μου. Δεν θα τους περάσει όμως. Βάλθηκα λοιπόν να αποκαλύψω την ειδεχθή τους απάτη αποδεικνύοντας τους ότι ένα κι ένα δεν κάνουνε δύο καθόσον εγώ ο ίδιος που αντικρίζοντας με βλέπανε έναν δεν ήμουν στην ουσία ποτέ ένας παρά πολλοί μαζί συγκολλημένοι σ’ έναν. Αν κατάφερνα να τους κάνω να λένε δύο, τρία, πέντε, δέκα όταν θα αναφερόταν σε μένα θα είχα πετύχει το σκοπό μου διότι βέβαια ένα κι ένα δεν μπορούν ποτέ να κάνουνε δύο όταν το ίδιο το ένα δεν είναι ένα αλλά τουλάχιστον δύο. Τώρα όσο περνάνε τα χρόνια πείθομαι ολοένα και περισσότερο πως ένα και ένα δεν μπορεί δεν πρέπει να κάνουνε δύο αλλά ένα και ένα και πως δύο και δύο δεν πρέπει να κάνουνε παρά ένα και ένα και ένα και ένα. Έτσι χτίζω πετραδάκι πετραδάκι το δικό μου πλανήτη δίνοντας στέγη σ’ όλους τους αποκλεισμένους παράφρονες που επιμένουν να λένε το ένα κι ένα ένα κι ένα. Κι όταν θα γίνουμε ένα ωραίο μεγάλο σύνολο από μονάδες και πια δεν θα έχουμε ανάγκη τη φυλακή τους θα τραγουδήσουμε όλοι μαζί με μια φωνή το χαρούμενο τραγούδι της αντεστραμμένης βαρύτητας τους όπου όλα θα είναι αληθινά και ένα και ένα θα κάνουνε ένα και ένα κι οι γυναίκες άλογα θα μας παίρνουνε καλπάζοντας μακριά τους τρυφερά κουβαλώντας μας μες στην αγέρινη αγκαλιά τους.
 
*Ζ. Δ. Αϊναλής, Μυθολογία, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ
 
**Ο Ζ. Δ. Αϊναλής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει τα βιβλία: Ηλεκτρογραφία, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2006, Αποσπάσματα, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2008, Η σιωπή της Σίβας (e-book), Βακχικόν, Αθήνα, 2011. Έχει μεταφράσει Antonin Artaud: Πούτσα και ξύλο, Ουαπίτι, Αθήνα 2011, καθώς και στο πλαίσιο του εκτενούς αφιερώματος στον Artaud «Εξέγερση και Ουτοπία», Πλανόδιον, τ. 49, Αθήνα, 2010 (σε συνεργασία με τους Ήλιο Chailly & Ειρήνη Παπαδοπούλου). Επίσης έχει μεταφράσει δοκίμια των William Wordsworth και Samuel Taylor Coleridge στον τόμο Ρομαντική Αισθητική. Οι ποιητές των Λιμνών και η Σχολή της Ιένα, Κριτική, Αθήνα, 2011 (σε συνεργασία με τον Μιχάλη Παπαντωνόπουλο). Έχει επιμεληθεί και προλογίσει την έκδοση Μιχάλης Τάτσης, Με το καδρόνι στα χέρια, Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, 2011. Ποιήματα, πεζά, μεταφράσεις και δοκίμια του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.

Γιώργος Πρίμπας, Ολιγόγραμμα II (αποσπάσματα)

Photo by Neal Ulevich (c) 2009. All rights not explicitly granted in writing are reserved to the photographer. nulevich@watermargin.com. Sunrise over Denver International Airport October 31, 2009. Airport is 14 miles from camera.

Photo by Neal Ulevich (c) 2009. All rights not explicitly granted in writing are reserved to the photographer. nulevich@watermargin.com. Sunrise over Denver International Airport October 31, 2009. Airport is 14 miles from camera.

Ώ! Λεύκα, όνειρο μου
Κατισχύεις της καταχνιάς.

Γιώργος Πρίμπας

Ολιγόγραμμα.

κάθε ανατολή έλκεται από τη δύση της

από την επιρροή στην εξουσία

λογοκρισία

στο κυπαρίσσι ύψος ρίζα καμιά δεν περισσεύει

cine 8 1/2
μάτια 8 1/2
παγκάκι 8 1/2
μια τίγρης ξαποσταίνει φως
πόση κούραση να σηκώσει τη μέρα;

σταγόνες χαλαζία αναφύονται στο βλαστό δροσιά εαρινού ρόδου
άνανθη ομορφιά

η πεταλούδα πέταγμα μεταβάλλοντας τον καιρό ποιήματα γράφει
αιτιοκρατία
το φως κάνει το χώρο

η αλλαγή μόνον όταν η φαντασία (μας) ξεπεράσει τον καπιταλισμό
προβλέψιμοι

το κτήνος που στολίζει τις πράξεις του με μια θεωρία
άνθρωπος

το νυχτολούλουδο Φάνης διαρρηγνύει το ιδεολόγημα του ορίζοντα των αισθητών
ο Αύγουστος

της άμμου και των αμπελιών
του έρωτα και των ονείρων

ζωή στιγμή
ξύδι γλυκόπιοτο

στους λογιστές της ζωής ο έρωτας στα πρέπει

κατάθεση του σώματος στην ψυχή ο χορός

μόνη μου αντικειμενικότητα τα συναισθήματα από το πρόσκαιρο της εντύπωσης των πραγμάτων

το γιατί δε ρωτά εξουσιάζει

πως, λοιπόν, έγινε ο κόσμος;

ο χορός δεν έχει ηλικία

θέλω να κάνουμε έρωτα

οι σκιές μακραίνουν

αδημονούν τα αστέρια να τρεμοπαίξουν

κάτι να λογιστεί ως άκτιστο

κάτι να θωρηθεί ως άπλαστο

μια ανεμώνη

Ω! Γαία κόρη του γίγνεσθαι μητέρα της ζωής απ’ τα μαστάρια σου απλώνεις αμβροσία

Ισλανδία, Απρίλης 2010

***

ξέρουμε τη μοίρα των άστρων

πότε θα σβήσουν πως θα εκραγούν

στο τετράδιο της ζωής

ο ήλιος προσθέτει το επόμενο φύλλο

άσπρες χαρακιές ματώνουν το γαλάζιο

τόσα να δεις μα πόσα γνώρισες;

η χαλασμένη ενότητα στο προχωρημένο της διαστολής των καιρών όπου το φως νησίδες στο σκοτάδι καμβά

στο χρηματιστήριο λουκέτο ασφαλείας

μια καλή αρχή

μια πεταλούδα η ευτυχία στιγμή

***

Με τρόπο χαϊκού Ι

Δώσε της χώρο.
Θα σε γεμίσει άνθη.
Βοκαμβίλια!

Δυο δεκοχτούρες
Πάνω σε πεύκου κλαδί
Ερωτοτροπούν.

Μικρή ελπίδα
Στο βλέμμα του γεωργού.
Όστρια καιρός.

Μέρες του Μάη
Ο αγέρας λεβάντες.
Η φύση λάμπει!

Μέσα στη γλάστρα
Την απότιστη.
Κοίτα! Αγριόχορτα!

Στάζουν τη δροσιά.
Τα φύλλα στα μάρμαρα.
Αρχαίος ναός.

Ιστός αράχνης.
Πόσο όμορφος!
Κάποιος θα πεθάνει!

Καθώς πέρναγα
Το κοτσύφι σώπασε.
Βουή μελισσών!

Πόσα τζιτζίκια;
Φορτωμένα η ζέστη.
Από το πρωί.

Ένας αετός
Πετάει ψηλά.
Στη γη θα καταλήξει.

Μια παπαρούνα.
Κόκκινη από ντροπή;
Ή από ζωή;

***

η νύχτα ξέσπασε…

οι ψυχές των δέντρων
αναβλύζουνε τρεμοφεγγιές.
πυγολαμπίδες!

από το Ένα
αναβλύζουνε μορφές.
αγέννητο!

Αλέξης Αντωνόπουλος, Απόσταση

hoppervupar1

Την ξέθαβε κάθε βράδυ
τη ρωτούσε τι βλέπει.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπο http://www.alexantonopoulos.com .

Γιώργος Γέργος, Δύο ποιήματα

giannena

.απογευματινή βροχή

βρέχει βροχή αιώνων

ας φιληθούμε κάτω απ’ αυτό το νερό

εσύ τυλίξου στο λαιμό μου

εγώ στερεώνω το κεφάλι μου στην άβυσσο

να τραγουδήσω στη μανία της

για σένα

είμαστε μαζί

της πιο μεγάλης Άνοιξης το αειθαλές υπονοούμενο

το άπειρο στα χέρια μας

Θα είναι μία του ουρανού ακόμα

ολόφωτη ηλεκτρική εκκένωση


(21/5/04)

***

.εκπαιδευτικόν

έμαθα στην επιφάνεια

στην επιφάνεια ξαναγυρνώ

τρέφομαι με πάθη
γη και οργή καθώς το όνομά μου το επι-

βάλλει

γιαυτό και φλέγομαι και

χαίρω άκρας ουσίας
μνήμη μανίας μητέρα
ή κήτος ή κλείνω ανισοτρόπως προς την Άνοιξη
την ημέρα εξάλλου κανονίζω το Αδιανόητο

διδάσκοντας μορφασμούς

περί της παραβίασης της πραγματικότητας

λειαίνοντας δακρυδόχους

κοινώς: προγυμνάζοντας ζέσεις

*Από τη συλλογή “.ο εαυτός ήχος”, Εκδόσεις Εξάρχεια, 2013

Massimiliano Damaggio, Δύο ποιήματα

BOOK flying

«Ανοίγω τα χέρια, γεμάτα με άχρηστα δάχτυλα

που ξέρουν μόνο να γράφουν λέξεις»


(Μ. Νταμάτζιο)
*Από τη συλλογή «Τα κτίρια τα επισφαλή»

Η απόλυση του Τζανλούκα

Τζανλούκα, έχεις ένα πληγωμένο χαμόγελο

απ’ την ψαλίδα μεταξύ στόχου και τζίρου

στη θωρακισμένη καρέκλα της συνάντησης

γεμίζεις την κάννη με τον τελευταίο απολογισμό

και σε ακούμε

γύρω σου μια άπλετη σιωπή, και στο θόρυβο

της εσωτερικής σου διαταραχής ο καθένας

κάθεται στη συμβατική του θέση

Πίσω από αυτά τα κάδρα τα μικρά

κινούνται οι άνθρωποι οι γαβγισμένοι

απ’ το σκυλί του καθημερινού δόγματος

Εσείς τώρα ανήκετε, σου λένε,

στο αρχείο ονομάτων σε αχρηστία

∗ ∗ ∗

Μάνα

Δεν είναι πρέπον

και δεν είναι ποίηση

να μαζεύω έναν πόνο

για να γράφω λέξεις

εάν στα δυο είσαι διπλωμένη από τον πόνο

στο δωμάτιο, στον πρώτο όροφο

του εγκαταλειμμένου σπιτιού

καθώς φωνάζεις στο βουβό σκυλί

που το σκάει και πέφτει στα σκαλιά, και κρύβεται

μες στο δίχως όρια σκοτάδι, ακούει

το αλύχτισμα του πόνου σου

που τρυπάει την οροφή.

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου. Από το Ποιείν http://www.poiein.gr

Vedem: Λογοτεχνικό περιοδικό σε στρατόπεδο συγκέντρωσης

1024px-%C4%8Casopis_Vedem

Vedem (του), ήταν ένα λογοτεχνικό περιοδικό στην Τσέχικη γλώσσα που υπήρξε από το  1942 έως το 1944  στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Terezin κατά τη διάρκεια του Oλοκαυτώματος.Δημιουργήθηκε  από  μια ομάδα αγοριών που ζουσαν  σε  στρατώνες, με επικεφαλής τον Petr Ginz. Συνολικά, περίπου 700 σελίδες του Vedem επέζησαν κατά τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το περιοδικό  έγραψαν ,επιμελήθηκαν και εικονογράφησαν εξ ολοκλήρου  νεαρά αγόρια, ηλικίας δώδεκα έως δεκαπέντε, που  έζησαν στο Στρατόπεδο L417, ή ένα Σπίτι που  αναφέρεται ως Δημοκρατία της Shkid . Το περιεχόμενο του  Vedem  περιελάμβανε ποιήματα, δοκίμια, αστεία, διαλόγους, λογοτεχνικά περιοδικά, ιστορίες και  σχέδια. Τα θέματα αυτά στη συνέχεια αντιγράφονται με το χέρι και να διαβάζονταν γύρω από τους στρατώνες κάθε Παρασκευή βράδυ. Για κάποιο χρονικό διάστημα, το πόσταραν  στον πίνακα ανακοινώσεων του στρατώνα , ωστόσο, αποφασίστηκε να σταματήσει αυτή την πρακτική, επειδή κρίθηκε επικίνδυνο σε περίπτωση SS επιθεωρήσεων.

Περισσότερα διαβάστε εδώ: http://en.wikipedia.org/wiki/Vedem

*Το πήραμε από το http://varelaki.blogspot.com

Γιώργης Παυλόπουλος, Άσκηση

1544520_743003695734539_1330777888_n

Άρχισε τότε να βγάζει προσεχτικά τα φτιασίδια

Η μορφή του σαν του πνιγμένου

κάτω από το νερό

κυμάτιζε περνώντας ολοένα

μέσα στον καθρέφτη

χωρίς να βουλιάζει

Σιγά-σιγά φανερωνόταν

πιο καθαρά το πρόσωπό του

Ξαφνικά το είδε

να πλησιάζει γρήγορα μικραίνοντας

και πάλι γρήγορα να μεγαλώνει

καθώς χανότανε σβησμένο

σε μια καταχνιά

Έκλεισε τα μάτια και στα τυφλά

πήγε ν’ αγγίξει το κρύσταλλο

μα δεν ήταν εκεί κανένας καθρέφτης

Τρομαγμένος ψηλάφισε τον αέρα

ψάχνοντας για το πρόσωπό του

φώναξε δυνατά ν’ ακούσει τη φωνή του

και η φωνή δεν έβγαινε από πουθενά.

Τότε κατάλαβε πως βρισκότανε πάλι

σε μιαν αόρατη σκηνή

χωρίς να τους βλέπει και χωρίς να τον βλέπουν

έτοιμος ν’ αρχίσει

υπολογίζοντας τώρα στην τέλεια παράσταση.


*Από “Το σακί”.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Η θάλασσα

106539-237114

Από στιγμή σε στιγμή
από στίχο σε στίχο
από ποίημα σε ποίημα

η θάλασσα
Μέδουσα μεταμφιεσμένη σε γοργόνα
Παναγιά ή το αντίστροφο

μονίμως εγκυμονούσα
επίμονα
επίμονα
ξεχειλίζει

να δείξει τα φυλακισμένο αίμα
να δώσει λόγο στους πνιγμένους.