e. e. cummings – επτά σημεία «σύγκλισης», επτά ποιήματα

cummings

Του Βασίλη Αμανατίδη

Η μετάφραση (κυρίως, μάλιστα, της ποίησης) όταν δεν υπαγορεύεται από στείρα επαγγελματική επιταγή (και στην ποίηση σπάνια υπαγορεύεται), είναι συνήθως μια αργή και απολαυστική διαδικασία, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις θα ήταν καλό να γεννιέται από περιέργεια, υποψία ή βεβαιότητα εκλεκτικής συγγένειας με το προς μετάφραση κείμενο. Μέσα από μια χρονοβόρα, πολύπλοκη και σχεδόν ατέρμονη διαδρομή αντιμεταχωρήσεων κι εγκολπώσεων, η μεταφραστική διαδικασία οφείλει πάντως να διατηρεί ως υψηλό στόχο έναν τελικό μεγαλειώδη «κανιβαλισμό»: ο μεταφραστής, αφού πολέμησε με την ατίθαση φύση του δυσμετάφραστου, προβαίνει κάποια στιγμή σε μια αποφασιστική «κανιβαλική ενσωμάτωση», δηλαδή «τρώει» το πρωτότυπο και το μεταμορφώνει σε «πρωτότυπο». Εννοώ πως: κάθε μετάφραση είναι, αναγκαστικά, μια παρερμηνεία, που για να μπορέσει να λάμψει με τρόπο ανάλογο αλλά διάφορο του πρωτοτύπου, οφείλει να είναι πραγματοποίηση μιας παράλογης αντίφασης – μια «αγαπώσα και σεβαστική άπιστη» ή μια «διαρκώς αμφιβάλλουσα και διερωτώμενη πιστή». Κοινώς, τίποτε στη μετάφραση να μη θυμίζει μετάφραση. Το μεταφρασμένο κείμενο ν’ αποτελεί ένα καινούργιο κείμενο που, αν και αναμετράται αδυσώπητα με τον αρχικό συγγραφέα ή ποιητή, ανήκει πλέον κυρίως στον μεταφραστή. Υπό την έννοια αυτή -και ασχέτως του δικού μου μεταφραστικού αποτελέσματος-, μια προσεγμένη και δημιουργική μετάφραση (δηλαδή μια μετάφραση -ό,τι άλλο θα έπρεπε να αποκαλείται «μεταγλώττιση», και είναι δυστυχώς η μεγάλη πλειονότητα) θα έπρεπε κανονικά να υπογράφεται εξίσου από τον αρχικό συγγραφέα και από τον δευτερογενή συγγραφέα (μεταφραστή), και επομένως από το αναγκαστικό δίδυμο αυτής της υπέροχα παρά φύσιν συνέργειας.

Όσο κι αν η ιδιοτροπία της ποίησης του e.e.cummings βολεύει έναν τέτοιον ισχυρισμό, δεν υπάρχει εύκολα ποίημά του που να μην μπορεί να μεταφραστεί. Νομίζω, άλλωστε, πως όλα τα ποιήματα είναι μεταφράσιμα, αν διευρύνουμε ελάχιστα το εννοιολογικό πλαίσιο της λέξης «μετάφραση». Απλώς, ένα δυσμετάφραστο ποίημα δε ζητάει διστακτική μετάφραση αλλά επανεγγραφή, η επιτυχία της οποίας, όμως, προϋποθέτει την ύπαρξη αυτού του νεφελώδους, δυσπρόσιτου αλλά υπαρκτού συνδετικού ιστού που δένει τον μεταφραστή με τον ποιητή, και το οποίο λέγεται «εκλεκτική συγγένεια». Κατευθύνθηκα προς τον e.e.cummings το 2000. Υπηρετούσα τη θητεία μου στην Πολεμική Αεροπορία. Βαριόμουν φρικτά. Μέσα σ’ ένα περιβάλλον που επιδιώκει την επανάληψη, τη ρουτίνα και την εξομοίωση, χρειαζόμουν επειγόντως ενέσεις αμετανόητης εφευρετικότητας και υπερήφανα ιδιοσυγκρασιακής διαφοροποίησης. Ξεκίνησα να τον μεταφράζω σαν ηδονικό παιχνίδι. Την εποχή εκείνη είχα ήδη αρχίσει να γράφω το τρίτο μου ποιητικό βιβλίο Τριαντατρία (Γαβριηλίδης 2003), στο πλαίσιο του οποίου κατευθυνόμουν συνειδητά προς μια απενοχοποιημένη υβριδοποίηση των στιλ και των ειδών. Παντιέρα του Τριαντατρία ήταν το εξής τριμερές σχήμα: Αποδοχή του ναρκισσισμού – Διαίρεση αλλά και τήξη των ειδών – Τεμαχισμός του εγώ, του ύφους, του στίχου. Ο e.e.cummings, που ήρθε σε μένα στα μισά της διαδρομής εκείνου του βιβλίου, καθόρισε αρκετά, υποθέτω, τον κυματισμό αυτής της παντιέρας. Η ελευθερία του, ο παιδευμένος παιδισμός του, η σοφή του αφέλεια, ο παραδόξως πειστικός και ιαματικός ρομαντισμός του, η «άτσαλη» φόρμα της γλώσσας του, ο αγέραστος μοντερνισμός του πειραματισμού του, η πρωτοπόρος δυναμική του προδρομικά λετριστικού κοσμοειδώλου του, σε συνδυασμό με την επανανακάλυψή του από τα καινούργια ιντερνετικά παιδιά, τους νέους ηλεκτρονικούς ποιητές και την αενάως παίζουσα αβάν γκαρντ της σύγχρονης μετα-ποπ σκηνής (Bjork) με ώθησαν κατά τρόπο αβίαστο να τον ανακαλύψω ως έναν παράλογα μοντέρνο, ως έναν εντελώς σημερινό, ως κάποιον το παράδειγμα του οποίου όφειλα ν’ ακολουθήσω. Αν ο Beckett είναι για μένα ο ένας πόλος που μπορεί να καθορίσει και τον αιώνα που διανύουμε, ο e.e.cummings -παρά το «μικρότερο» και πιο περιθωριακό δέμας του- έγινε αυτόματα ο άλλος. Γύρω από αυτούς τους τόσο διαφορετικούς πόλους, ανακάλυψα ένα άνυσμα που με τις άπειρες ταλαντώσεις του ορίζει, αλλά και διευκολύνει, την υπαρξιακή και καλλιτεχνική μου αναπνοή. Στην ποίησή του -μια ποίηση ιδιότροπα ατελή, τεμαχισμένα ολόκληρη- ανακάλυψα έναν σπάνιο αναπνευστήρα. Είμαι όμως σίγουρος πως το στόμιο αυτού του αναπνευστήρα ταίριαζε ήδη στο σχήμα του στόματός μου. Στο εξής, έπιανα τον e.e.cummings, δοκίμαζα, μετέφραζα. Πυρετικά ή οργανωμένα. Με διαλείψεις, παύσεις, επανακάμψεις, διαρκείς αναθεωρήσεις. Ξανά και ξανά. ‘Εχοντας πρoηγουμένως βρει ένα μεταφραστικό στίγμα, άρχισα να μαζεύω και τις λίγες μεταφράσεις του e.e.cummings στα ελληνικά που δεν είχα υπόψη μου. ‘Αρχισα έτσι να υποπτεύομαι τις ξεχωριστές προϋποθέσεις, τους συμβιβασμούς, τις επιτυχίες και τις διαφοροποιήσεις κάθε μεταφραστή, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου. ‘Εχοντας πια μεταφράσει πάνω από τριάντα ποιήματά του, προχωρώντας και σε άλλα, και ετοιμάζοντας σιγά σιγά ένα βιβλίο, διακρίνω πια αρκετά καθαρά πού κάνω τον e.e.cummings «κυκλικό» και πού τον «τετραγωνίζω». Πού αφήνομαι (ελάχιστα είναι η αλήθεια) να τον προδίδω και πού παρουσιάζομαι εμφανέστερα σαν ιδιωτικό «μας» παιχνίδι ανάμεσα στους στίχους, πού επιθυμώ να τον μπολιάσω (παράλογα, αλλά και ταιριαστά με ένα π.χ. «ελυτικό» ή ακόμη και «τσελανικό» στοιχείο) και πού να εφαρμόσω αναλογίες και να πάρω ελευθερίες. ‘Ετσι, μεταφράζοντας τον ποιητή που έχει αναγάγει το απόσπασμα και την τμήση σε αισθητική αξία, πώς θα μπορούσα π.χ. να μην προβώ μια-δυο φορές σε εσωτερικές τομές λέξεων, όταν η ελληνική γλώσσα το ευνοεί, ακόμη κι αν ο ίδιος στον στίχο εκείνο δεν το πράττει. (Το «spine», φερ’ ειπείν, έγινε με τομή στίχου «σπονδ/υλική στήλη», υποθέτοντας ότι η ευρηματικότητά του θα συναινούσε, αν ο ίδιος μπορούσε να γνωρίζει τις δυνατότητες επήρειας της ελληνικής επί του λόγου του). Το σίγουρο, πάντως, είναι το εξής: από τις μεταφράσεις αυτές δεν επιθύμησα ποτέ να εξαφανιστώ ως ποιητής. Αντιθέτως, επιδίωξα παθιασμένα να συμπλεύσω μαζί του εμφανώς, και -για να το πω έτσι- κατά έναν τρόπο ισότιμο: ως δύο ποιητές που συμπαθιούνται και αγαπιούνται, ακόμη κι αν ο e.e.cummings αυτό το αγνοεί. Δηλαδή, ενσωμάτωσα μερικά ποιήματα του e.e.cummings διά της βίας (αναγκαστικά, χωρίς τη συναίνεσή του), με την ελπίδα να βγουν από μέσα μου με καισαρική τομή προς το ενδιάμεσο πεδίο μιας άλλης γλώσσας, με φαινομενικά ανώδυνη ύπνωση, χωρίς εμφανείς τους πόνους του τοκετού, αλλά με τη μοιραία ρήξη της γέννας, και μάλιστα με το στίγμα του «μη φυσιολογικού» τοκετού. ‘Οπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε μετάφραση που επιχειρεί -με έκβαση επιτυχή ή μη- να σεβαστεί τον εαυτό και την πηγή της.

Η ποίηση του e.e.cummings, ειδικά η οψιμότερη, βασίζεται πολύ (θα έφτανα στο σημείο να πω ότι βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά) σε μια πολύ ιδιαίτερη χρήση του μέτρου, του ρυθμού και της ρίμας. Σε μεγάλο μέρος της ποίησής του γράφει σατιρικά ποιήματα ή δοξαστικά ερωτικά «τραγούδια», τα οποία μοιάζουν (περιέργως; τυχαία;) με μια ιδιόμορφη «λευκή» εκδοχή των γκόσπελ, ή ακόμη, όσο παρακινδυνευμένος κι αν ακούγεται ένας τέτοιος ισχυρισμός, του σημερινού ραπ. Πρόκειται για μια παιγνιωδώς λόγια εκδοχή «λαϊκής» και «αχειροποίητης» ποίησης, που στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη φωνηματική και φωνητική λειτουργία του λόγου και των παρηχήσεων, στο παιχνίδισμα των ήχων και των σημασιών τους – στοιχεία, πάντως, που εγνωσμένα προορίζονται να ξετυλιχθούν πάνω στην οπτική παγίωση του λευκού «καμβά» της τυπογραφικής σελίδας. Με αυτόν τον υψηλά δημιουργικό περιορισμό κατά νου, στα περισσότερα ποιήματά του, παίζει διαρκώς με την ομοιοκαταληξία στο εσωτερικό των στίχων, και κυρίως μ’ ένα πολύ προσωπικό είδος «οπτικής ρίμας», που στην ηχητική της εκδοχή ακούγεται λοξή, ατελής, «στραμπουληγμένη» και παραφθαρμένη ή μπορεί και να προσπερνιέται ως αθέατη – και εννοώ ανήκουστη (π.χ. know-grow-how / proclaim-dream-seem / amaze-paradise-yes κ.ο.κ.). Αυτή, λοιπόν, η καίρια -για να μην πω πρωταρχική- ηχητική-οπτική διάσταση της ρίμας και του ρυθμού, η ακολουθία και η τήρηση της ιδιόρρυθμης ρυθμολογίας και μουσικότητας του e.e.cummings (που λόγω της εκτεταμένης αγγλικής χρήσης των μονοσύλλαβων λέξεων αποτελεί στην ελληνική μετάφραση ένα μάλλον δύσκολο εγχείρημα), στη συγκεκριμένη μεταφραστική προσέγγιση καταβλήθηκε προσπάθεια όχι απλώς να μην παραμεριστεί αλλά και να τηρηθεί απαρέγκλιτα, ακριβώς επειδή είναι κατεξοχήν ένας ποιητής «σωματικός» (δεν έχω άλλη λέξη), τα ποιήματα του οποίου είναι «πράγματα» που ηχούν και φαίνονται και όχι ιδέες που απηχούν και παραπέμπουν. ‘Αλλα βασικά μεταφραστικά ζητούμενα ήταν η αναλογική ισορροπία του ποιήματος ως μορφολογικής ολότητας και όχι απλώς η κατά λέξη ακρίβεια. Η ανάγλυφη αποτύπωση, και σε καμία περίπτωση η εξομάλυνση, των εσωτερικών ρήξεων, των ασυνεχειών, των επιτηδευμένων υπερβολών και των γραμματικών «λαθών», ακόμη και των αντιφάσεων της γλώσσας του. Ενώ ταυτόχρονα, και παρά την αντίξοη επιβάρυνση των προηγούμενων όρων και ζητούμενων, εδώ καταβλήθηκε προσπάθεια να τηρηθεί, κατά το δυνατόν απαράβατα, και η πιστότητα του νοήματος, φροντίζοντας να περιορίσω στο ελάχιστο ακόμη και τη χρήση των αναλογιών. Σε κάποιες περιπτώσεις έκρινα απαραίτητο να πάρω ορισμένες «χτυπητές» ελευθερίες, κυρίως όμως ως ένα εκ των υστέρων κλείσιμο του ματιού προς έναν πραγματικά ελεύθερο, ανένταχτο και ακατάτακτο ποιητή-εφευρέτη, που αποτέλεσε διά βίου μια ανακουφιστικά «αυθαίρετη» δημιουργική εξαίρεση. Θα θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, εάν μόνο λίγα από αυτήν την προσπάθεια φαίνονται διά γυμνού οφθαλμού στην τελική μετάφραση, και τελικά εάν αυτή δεν μοιάζει και τόσο με μετάφραση. Επομένως, εάν η «κανιβαλική ενσωμάτωση» του πρωτοτύπου έχει επιτευχθεί με ισορροπία απόλυτης βίας-ρήξης και απόλυτης τρυφερότητας-επανόρθωσης.

1.
άνοιξη!μάης –
το παντού είν’ εδώ
(με ένα χάμω πάνω χάμω
και το πουλί στο κλαδί)
πώς όμως; γιατί;
δεν μας είν’ εμάς γνωστό
(φίλα με άρα)σεμνή μου γλυκιά με λαχτάρα και πιο
λατρευτή μου στον κόσμο αυτό
(πέθανε!ζήσε!)
το νέο είν’ τ’ αληθινό
και το να χάνεις το να έχεις
μα δεν μας είν’ εμάς γνωστό-γενναίος!γενναία (αντέχω΄ αντέχεις; απόψε η γη
κι ο ουρανός γίναν ένα)ω χαρούμενή μου τόσο,εσύ που για μένα
η νεαρή μου αγάπη είσαι
γιατί όμως;πώς;
δεν μας είν’ εμάς γνωστό
(μ’ ένα πάνω χάμω πάνω
μες στην άνοιξη στον μάη)
πέθανε!ζήσε
(χαμένο τίποτα δεν πάει:το για πάντα είν’ εδώ)
και δέντρο μου στα ξαφνικά που ανθοβολείς,χόρευε εσύ
-εγώ θα τραγουδώ

2.
αυτά τα παιδιά που τραγουδούν σε πέτρα μια
σιωπή της πέτρας αυτά
τα μικρά παιδιά που τυλιγμένα με πέτρας
ανθούς ανοίγουν για
πάντα αυτά τα σιωπηλά μικρά γεμά-
ταφος παιδιά είναι πέταλα
το άσμα τους είναι ένα λουλούδι του
πάντοτε τα άνθη τους
από πέτρα είναι
οι σιωπηλοί τραγουδιστές
ενός τραγουδιού σιωπηλότερου
από σιωπή αυτά τα πάντοτε
παιδιά για πάντα
που τραγουδούν στεφανωμένα με ασμα-
νθούς τα παιδιά της
πέτρας με άνθη
στα μάτια
αυτά ξέρουν καλά αν ένα
μικρό δέντρο
ακούει
για πάντα τα πάντοτε παιδιά που τραγουδούν για πάντα ένα
άσμα πλασμένο
από σιωπηλή σαν πέτρα σιωπή
τραγουδιού

3.
τον καιρό του ασφόδελου (που γνωρίζει
πως στόχος του ζην είναι ν’ ανθίζεις)
το γιατί ξεχνώντας, θυμήσου το πώς
τον καιρό της πασχαλιάς που διακηρύσσει πως το
να ονειρεύεσαι είναι του ξυπνήματος μόνος σκοπός
(ξεχνώντας το φαίνεται)θυμήσου το τόσο
τον καιρό των ρόδων (που εκπλήσσουν σαν άβυσσος
το εδώ και το τώρα μας με παράδεισο)
ξεχνώντας το αν, θυμήσου το ναι
τον καιρό των γλυκών παραπέρα πραγμάτων
ό,τι και αν κατανοεί ο νους εκ των θαυμάτων
θυμήσου το ψάχνω (ξεχνώντας το βρίσκω)
και σ’ ένα μυστήριο που θα έλθει να σώσει
(όταν απ’ τον χρόνο ο χρόνος μάς ελευθερώσει)
ξεχνώντας με, θυμήσου με

4. μου αρέσει το σώμα μου όταν είναι με το σώμα σου. Τόσο που είναι φρέσκο αυτό το πράγμα. Μύες καλύτεροι, νευρώνες περισσότεροι.
μου αρέσει το σώμα σου. μου αρέσει αυτό που κάνει,
μου αρέσουν τα πώς του. μου αρέσει απ’ το σώμα σου να νιώθω τη
σπονδυλική στήλη και κόκαλα, και την τρεμουλιαστή
κρουστο-απαλό τητά του και που εγώ θα το
ξανά και ξανά και ξανά
φιλήσω, μου αρέσει να φιλώ αυτό κι εκείνο σου,
μου αρέσει, αργά να χαϊδεύω το, χνούδι φουντωτό το
γουνάκι ηλεκτρισμένο σου, και τι-ν’-αυτό που βγαίνει
από τη χωρισμένη σάρκα … Και μάτια μεγάλα ερωτο-ψίχουλα,
και ίσως μου αρέσει το ρίγος
του από κάτω μου εσύ τόσο, που, αλήθεια, φρέσκο πόσο

5.
η αγάπη είναι πιο πυκνότερη του λησμονώ
πιο λεπτότερη του θυμούμαι
πιο σπάνια απ’ ό,τι είναι το κύμα υγρό
πιο συχνή του θ’ αποτύχουμε
είναι φεγγαρόπληκτη και πιο σαλή
και πιο δεν θα ξε-είναι
απ’ ό,τι όλη η θάλασσα η αλμυρή
που μόνο από τη θάλασσα βαθύτερή ‘ναι
η αγάπη είναι λιγότερο πάντα του κερδίζω
πιο λίγο ποτέ του ζωντανός
λιγότερο μεγαλύτερη απ’ το ελάχιστα αρχίζω
πιο λίγο μικρότερη του συγχωρώ
είναι πιο ηλιόλουστη και λογική
και πιο ποτέ της δεν πεθαίνει
απ’ ό,τι ο ουρανός όλος που στη γη
από τον ουρανό μόνο ψηλότερος μένει

6.
σε πείσμα του οτιδήποτε
αναπνέει και κινείται, μια κι ο Θάνατος
(με χέρια λευκά μακρύτατα
που στρώνουν κάθε ζάρα)
ολοσχερώς θα λειάνει τον νου μας
πριν βγω απ’ την κάμαρά μου
γυρνώ, και(γέρνοντας
μες στο πρωινό)φιλάω,
το μαξιλάρι αυτό, αγάπη μου,
όπου τα κεφάλια μας ζούσαν και ήταν.

7. αν «πάνω» είναι η λέξη΄και πρασινίζει μια γη κάθε λεπτό δευτερόλεπτο, και κάθε περισσότερο πιο-αν είν’ ο θάνατος ο χαμένος και νικητής η ζωή (κι είν’ ο ζητιάνος πλούσιος μα ο τσιγκούνης φτωχός)
πάμε να πιάσουμε ουρανό:
με ένα πέρα δώθε πού
(και ένα εδώ εκεί όπου)και κινάμε γι’ αλλού και στο πιο τεμπέλικο πλάσμα ανάμεσά μας υπάρχει μια σοφία ορθή:να τη θανατώσει δεν μπορεί γνώση καμιά-τώρα η αμβλεία όραση είν’ οξεία, βλέπει όλο και πιο πέρα (αφού πριν λίγο άρχισε η χρονιά, πριν λίγο άρχισε η χρονιά)
πάμε να πιάσουμε ουρανό:
με μια μεγάλη(κι εύθυμη κι απότομη)βαθιά ορμή μέσα από την εκπληκτική ημέρα μόνο μυαλά χωρίς καρδιές έβαλαν τον αμαρτωλό κόντρα στον άγιο΄ πάνω απ’ την ευφροσύνη το κέρδος και κάτω από την έγνοια τη χαρά-ας κάνουμε όπως μία γη που φύσει αδύνατον ποτέ να κάνει λάθος (κάθε λεπτό δευτερόλεπτο, και κάθε περισσότερο πιο)
πάμε να πιάσουμε ουρανό με άλμα εις βάθος: με μια περίεργη(και αληθινή) πτώση -ψηλοκρεμαστή-, προς το μακρινά κοντινό γαλανό αν είν’ ο ζητιάνος πλούσιος(και στον κοκκινολαίμη του τραγουδήσει ο κοκκινολαίμης τραγούδι)μα ο τσιγκούνης φτωχός-ας αγαπηθούμε ωσότου δε μείνει κανείς(πριν λίγο έχει αρχίσει, καλή μου,η χρονιά)που θα είναι όσο εγώ κι όσο εσύ ζωντανός -πάμε να πιάσουμε ουρανό: μ’ ένα εσύ κι ένα εγώ κι ένα καθ(όλα,που είν’ όποιος,που είναι κάποιος,που είν’)ένα,που είναι: εμείς

*Από το http://www.poets.org/poet.php/prmPID/156

Ραφαέλ Αλμπέρτι, Αν η φωνή μου πεθάνει στη στεριά

793790_zoi

Αν η φωνή μου πεθάνει στη στεριά
Φέρτε την στην επιφάνεια της θάλασσας
Και κάντε την καπετάνισσα
Σ΄ ένα λευκό πολεμικό καράβι
Ω, φωνή μου στολισμένη
Με τα ναυτικά σύμβολα:
Πάνω στην καρδιά μια άγκυρα
Και πάνω στην άγκυρα ένα άστρο
Και πάνω στο άστρο ο άνεμος
Και πάνω στον άνεμο το πανί

*Μετάφραση από τα Ισπανικά: Μόσχος Λαγκουβάρδος.

Selections from ‘Written on the Sky: Poems from the Japanese’

51E3cTJ0r%2BL._SX318_BO1%2C204%2C203%2C200_

Translated by Kenneth Rexroth

The mists rise over
The still pools at Asuka,
Memory does not
Pass away so easily.

– YAMABE NO AKAHITO (d. 736)

The flowers whirl away
In the wind like snow.
The thing that falls away
Is myself.

– PRIME MINISTER KINTSUNE (13th c.)

We dressed each other
Hurrying to say farewell
In the depth of night.
Our drowsy thighs touched and we
Were caught in bed by the dawn.

– EMPRESS EIFUKU (1271-1342)

The crying plovers
On darkening Narumi
Each grow closer, wing
To wing as the moon declines
Behind the rising tide.

– FUJIWARA NO SUEYOSHI (1152-1211)

In a gust of wind the white dew
On the Autumn grass
Scatters like a broken necklace.

– BUNYA NO ASAYASU 10th c.)

If only the world
Would always remain this way.
Some fishermen
Drawing a little rowboat
Up the riverbank.

– MINAMOTO NO SANETOMO (d. 1219)

*Taken from http://poetryblogroll.blogspot.com.au/2015/09/the-living-dead_18.html

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κοντές ανάσες ΙΧ

2191463906_40f04ef2de_b

Ξάστερο βλέμμα.
Το σκοτάδι κρύβεται
καλά μέσα του.
        ——
Κεντάς τη μνήμη
και θυμίζεις τα παλιά,
γλυκό ταξίμι.
       ——-
Άσβεστος πόνος
γι’ άυλη παρουσία
η θανή γονιού.
      ——-
Άνοιξης ωδή.
Δεν τη γράφουν ποιητές.
Η φύση μόνη.
     ——
Άδεια η ζωή.
Μα κλείνεις τα μάτια σου.
Πώς να γεμίσει;

Γρηγόρης Σακαλής, Σαν τον Μπουκόφσκι

dsc00029

Εγώ δεν μπορώ να γίνω Μπουκόφσκι.
Δεν μπορώ ν’ αγκαλιάζω γυμνές γυναίκες
μπροστά σε φωτογραφικές μηχανές
και να χαϊδεύω το πράμα τους.
Ο Μπουκόφσκι ήταν μεγάλος ποιητής.
Εγώ δεν είμαι.
Δεν πίνω παρά ελάχιστα
ο καιρός της κραιπάλης
έχει παρέλθει.
Εγώ δεν μπορώ να γίνω Μπουκόφσκι.
Δεν έχω τη δύναμη
να τα βάλω με όλους
χρειάζομαι στηρίγματα.
Οι στίχοι του Μπουκόφσκι
χτυπούσαν το στόχο στο κέντρο
εγώ βολεύομαι
με μια καλή βαθμολογία.
Κανείς δεν μπορεί να γίνει σαν τον Μπουκόφσκι.
Όλοι έχουν κάτι να χάσουν.

Για τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο

exofyllo 20

Θα μπορούσα να συνυπογράφω το editorial αυτού του τεύχους –γραμμένο, όπως πάντα, από τον Κώστα Δεσποινιάδη– χωρίς να αλλάξω ούτε λέξη. Βλέπετε, για εμάς που εμπνευστήκαμε από τα γραπτά, τις ιδέες αλλά κυρίως την ηθική στάση του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου δεν υπάρχουν και πολλά να διαφωνούμε. Ο Λυκιαρδόπουλος είναι για εμένα ένας από τους μεγάλους δασκάλους. Από αυτούς που διαβάζεις ξανά και ξανά όχι μόνο γιατί θέλεις να εντοπίσεις πάλι αυτά που ήδη έχεις δει αλλά για να νιώσεις αυτή την απεριόριστη πνευματική γαλήνη που εμπνέουν τα γραπτά του. Γιατί μέσα στις καταιγίδες και τους ανεμοστρόβιλους, μέσα στις λυσσασμένες θάλασσες και τα απέραντα αδιέξοδα των ωκεανών που βρεθήκαμε, η σκέψη του είναι ένα μικρό αλλά αβύθιστο ιστιοφόρο. 

Αποσπώ μόνο ορισμένα χωρία από τα κείμενα:

Ένας παλιός σουφικός θρύλος λέει πως υπάρχουν πάντα στον κόσμο τρεις κρυφοί άγιοι που με την ύπαρξή τους τον κρατούν στην πορεία του. Αν λείψουν, θα βυθιστεί στο χάος. Είναι η μυστική θεωρία του κουτμπ (άξονας) στην αραβική παράδοση. Αν υπάρχει ένας τέτοιος αόρατος άξονας που φυλάει ό,τι εξακολουθητικά λέμε νεοελληνικό πνεύμα από την απόλυτη σήψη, ένας αφανής άτλας που σηκώνει στους λιγνούς ώμους του το βάρος τής σκέψης ενός αιώνα στις άγονες ημέρες μας, θα ήταν ένας άνθρωπος που έχουμε το προνόμιο να βαδίζει ακόμα δίπλα μας, να συνομιλεί μαζί μας, μεταγγίζοντας ακατάπαυστα στη ζωή μας πολύτιμες ποιότητες: θα ήταν ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος 
Φώτης Τερζάκης

ο Λυκιαρδόπουλος ακολουθεί τα χνάρια μιας ανανεωμένης παράδοσης, με σταθμούς σε ποιητές που στήριξαν το ποιητικό οικοδόμημα που δεν κατεδαφίστηκε (π.χ. Βάρναλης, Καρυωτάκης), παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειες διαφόρων εποχιακών -ισμών, ευκαιριακών επιδιώξεων, βερμπαλιστικών διαθέσεων και άλλων ηχηρών παρομοίων, εχθρός της ασάφειας και των μπιχλιμπιδιών που κρέμονται από τους στίχους κουδουνίζοντας σε κάθε στροφή, τα αντιπαρέρχεται «πηγαίνοντας προς την τιμή και την υπόληψή του». 
Τάσος Πορφύρης

Η ποιητικότητα είναι αυτή που γεννά το ποίημα του Λυκιαρδόπουλου. Η ποιητικότητα είναι η ψυχική αφετηρία του ποιήματος, το ψυχικό του εκ των προτέρων. Το ποίημα πάντα ακολουθεί σαν λαχάνιασμα, είναι εκ των υστέρων, είναι η λογοτεχνική μορφή της ποιητικότητας, και επιπλέον είναι μια γλώσσα αντιληπτή στο μεταίχμιο που εγκαταλείπει τον ήχο της στην ανάγνωση ή στην παρανάγνωση – πράγματι, έχει αυτή την ικανότητα – του αναγνώστη.
Στέφανος Ροζάνης

Η οξυδερκής πολιτική σκέψη τού Λυκιαρδόπουλου και η θεωρητική του συγκρότηση δεν τον οδηγούν ούτε σε έναν εύκολο, κανοναρχούμενο από μια άκριτη εξύμνηση μιας εργαλειακής εκδοχής του Διαφωτισμού, αντι-ανατολισμό ή φιλοδυτικισμό, ούτε στην εμμονική υπεράσπιση εκείνου που αυτή η εργαλειακή εκδοχή σκοτώνει, απομαγεύει, μεταλλάσσει, καταστρέφει ή διαστρέφει. Καμιά νοσταλγία για ένα «οργανικό παρελθόν» και κανένας εύκολος «φίλαθλος» μανιχαϊσμός (βασικό σχεδόν χαρακτηριστικό στην πολιτική σκέψη εκείνης της μεταπολιτευτικής περιόδου) δεν χαρακτηρίζει τη γραφή, καθώς υπερασπίζεται τη νομαδικότητα της κριτικής σκέψης που αναγκαίος όρος ύπαρξής της είναι η a priori καταστατική εναντίωσή της προς το υπάρχον, και η συγκρότησή της ως μια «κακορίζικη, αρνητική, “αρρωστημένη” διάθεση που δεν αφήνει κανέναν αστό στη χώνεψή του, κανένα φασισμό στην ευτυχία του, κανέναν πιστό στην ησυχία του ύπνου του» (σσ. 17-18). Μια κριτική σκέψη που σαφώς δεν έχει πατρίδα και ιθαγένεια, και η ίδια δεν είναι ούτε βόρεια ούτε νότια, ούτε ανατολική ούτε δυτική (για να μας θυμίζουν κάποιοι την αμαρτωλότητά της: «λες κι όλη η ουσία της “δυτικής σκέψης” συμποσούται στο εμπράγματο σκατό της που είναι ο καπιταλισμός» και λες «σαν να ’ταν από κόσμους διαφορετικούς ο Νίτσε και ο Ντοστογιέφσκι, ή σαν να μην ήταν η ιστορία της ανθρώπινης σκέψης μια ιστορία των αδιεξόδων της»).
Βασίλης Αλεξίου

Απόψε βρέχει
κάποιοι στον κόσμο
κρυώνουν – όπως πάντα
κλείστε τα όλα
τηλεοράσεις, κινητά, διαδίκτυο
τον θόρυβο του κόσμου
και διαβάστε
μόνοι,
παντέρημοι
Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο

Κώστας Δεσποινιάδης

Δεν θα ’ρθούμε. Τα χρόνια τα κύματα μας έβγαλαν αλλού. Το σπαθί βρέθηκε είναι χαρτοκόπτης, το εμβατήριο μακρινό τραγούδι μες στη νύχτα. Εδώ χρειάζονταν ταμπούρλα και αντοχή εδώ χρειάζονταν λαοί ολόκληροι με τα μπράτσα τους και τα κεφάλια τους. Τι να σου κάνει ο φίλος εκείνος που ξεχάσαμε κι ο άλλος που μας ξέχασε ή θα μας ξεχάσει; Τι να σου κάνουνε τα λίγα εκείνα χρόνια που μπορέσαμε να σταθούμε όρθιοι γύρω σε μια ιαχή; Εδώ χρειάζονταν αιώνες καθαρής γεωμετρίας, κανόνες ανοξείδωτοι σε όλους τους καιρούς, κι εμείς δεν είχαμε ούτε δυο στέρεα χρόνια. Μονάχα λέξεις αφήσαμε πίσω μας, λέξεις κλεμμένες από φτωχούς άρρωστους προγόνους που ξεχάσαμε κιόλας τ’ όνομά τους. Δεν θα ’ρθούμε. Πέρασε η πλώρη μας στ’ ανοιχτά του μέλλοντος, η λάμψη του χαράχτηκε για πάντα στα μάτια μας και στα χειρόγραφά μας αθάνατη σαν την πληγή της πρώτης μας αγάπης. 

….

Κάνε τουλάχιστο σωστά τις τελευταίες κινήσεις 
γιατί ο καιρός είναι στη μπάντα μας
κι ο ναύτης που ‘ρχεται να πιάσει το τιμόνι
ανήξερος και φοβισμένος.

Εσύ που ξέρεις πότε θα πνιγούμε 
δείξε του πού πονάει το καράβι

κι άσ’ τον στην τέχνη σου που δεν είναι πια δική σου.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος

*Αναδημοσίευση από το http://stratigos-anemos.blogspot.gr/2015/10/blog-post_30.html#more

Arthur Rimbaud, Μετά τον Κατακλυσμό

_8

Μόλις η ιδέα του Κατακλυσμού ξανακάθισε,
Ένας λαγός σταμάτησε μέσα στα χόρτα και στις καμπανούλες που κουνιόντουσαν και είπε μια προσευχή στο ουράνιο τόξο μέσα απ’ της αράχνης τον ιστό.
Ω! οι πολύτιμοι λίθοι που κρύβονται,- τα λουλούδια που κιόλας κοιτάζουν.
Στο μεγάλο βρώμικο δρόμο οι πάγκοι με το κρέας στήθηκαν και τραβήξαμε τις βάρκες προς τη θάλασσα στημένη εκεί ψηλά όπως στις λιθογραφίες.
Το αίμα κύλησε, στο σπίτι του Κυανοπώγωνα, -στα σφαγεία, – μέσα στα τσίρκα, όπου η σφραγίδα του Θεού χλόμιασε τα παράθυρα. Κύλησαν το αίμα και το γάλα.
Οι κάστορες έκτισαν. Τα ποτήρια του καφέ άχνιζαν μέσα στα μικρά καφενεία.
Μες στο μεγάλο σπίτι από γυαλί ακόμα μουσκεμένο τα παιδιά με τα πένθιμα κοίταξαν τις υπέροχες εικόνες.
Μια πόρτα χτύπησε, -και πάνω στην πλατεία του μικρού χωριού, το παιδί γύρισε τα χέρια του, και αντιλήφθηκε τους ανεμοδείκτες και τα κοκόρια των καμπαναριών από παντού κάτω από την εκκωφαντική βροχή.
Η Κυρία *** τοποθέτησε ένα πιάνο μέσα στις Άλπεις. Η λειτουργία και οι πρώτες μεταλήψεις γιορτάστηκαν στις εκατό χιλιάδες άγιες τράπεζες της μητροπόλεως.
Tα καραβάνια έφυγαν και το ξενοδοχείο Splendide χτίστηκε μέσα στο χάος των πάγων και της νύχτας του πόλου.
Από τότε το φεγγάρι άκουγε τα τσακάλια να σκούζουν απ’ τις ερήμους του θυμαριού,- και τα ποιμενικά ποιήματα φορώντας τσόκαρα να γκρινιάζουν μέσα στο φρουτόκηπο. Μετά, μέσα στο βιολετί δρυμό με τα μπουμπούκια, ο Εύχαρις μου είπε ότι ήταν η άνοιξη.
Κουφοί, λιμνούλα,- Αφρέ κύλησε πάνω στο γεφύρι και πάνω από τα δάση,- σεντόνια μαύρα και όργανα,- αστραπές και κεραυνέ,-ανεβείτε και κυλήστε,- Νερά και θλίψεις ανεβείτε και ζωντανέψτε τους Κατακλυσμούς.
Γιατί από τότε που έχουν εξαφανιστεί,- ω! οι πολύχρωμες κρυμμένες πέτρες, και τα λουλούδια ανοιχτά!- είναι μια πλήξη και η Βασίλισσα, η Μάγισσα που ανάβει τα κάρβουνά της μέσα στο πήλινο τσουκάλι, ποτέ δε θα θελήσει να μας διηγηθεί αυτό που εκείνη γνωρίζει και που εμείς το αγνοούμε.

*Από τα ποιήματα σε πρόζα της συλλογής “Εκλάμψεις “(“Illuminations”), 1872. Μετάφραση: Κώστας Ριτσώνης. Από το Ποιείν http://www.poiein.gr

Coriolano Golzalez Montanez, Ποιήματα

images

Η φωτογραφία δείχνει την εικόνα
ενός νεαρού άντρα που κρατά ένα μωρό
λίγων μηνών
και δίπλα σ’ αυτούς μια γυναίκα
που είναι μητέρα και γιαγιά.
Είναι κοντά σε ένα παράθυρο που βλέπει στο δρόμο
και μια μεγάλη φωτοβολίδα  διασταυρώνει το στιγμιότυπο
σε διαγώνιο φθίνουσα απ’ τα δεξιά στ’ αριστερά.
Το άσπρο και μαύρο της φωτογραφίας
τονίζει τη φωτεινότητα.
Υπάρχει μια λεπτομέρεια που δείχνει
τον αυθορμητισμό της στιγμής:
ο νεαρός άντρας έχει τη ζώνη ξεκούμπωτη.

Έχω αναμνήσεις καθημερινές από αυτόν τον άντρα.
Τελευταία με κατατρέχουν
εκείνες στις οποίες ξυριζόταν.
Θυμάμαι το ξυρισμένο πρόσωπο του νεαρού άντρα,
του ώριμου άντρα, του άντρα στο σημείο του θανάτου,
αν και αυτό δεν το ήξερε κανείς.
Θυμάμαι τις χνουδωτές τρίχες
που αντιστέκονταν στο ξυράφι.
Θυμάμαι ακόμα όταν με ξύρισε
για πρώτη φορά στα δώδεκά μου χρόνια.
Αλλά με τον ίδιο τρόπο που αυτές οι αναμνήσεις
με κατατρέχουν, το κάνει επίσης κι η αμφιβολία,
η οξεία αμφιβολία πως στην πραγματικότητα
δεν μένουν αναμνήσεις
αλλά εικόνες άλλων φωτογραφιών
που αντικαθιστούν το κενό πια όχι μόνο στο νου
αλλά και στα συναισθήματα.

Πραγματικά αγαπάμε εκείνο
και εκείνους  που έχουν φύγει;
Δεν θα κατοικίσουν αυτές οι συγκινήσεις στα χαρτιά,
στις φωτογραφίες, στην ύστατη ανάγκη του να μην αναγνωριστεί
πως μόνο στην αμεσότητα υπάρχει αγάπη και μίσος;
Θα είναι ο θάνατος όχι μόνο μια λέξη
αλλά μια ψυχική κατάσταση που μας συνοδεύει
γιατί όλοι οι καθημερινοί θάνατοι
μας οδηγούν στο τέλος και στην εγκράτεια;

Το σπίτι πια δεν υπάρχει.
Πάνε πολλά χρόνια που δεν υπάρχει παράθυρο
για να εισχωρήσει το φως
και, γι’ αυτό, ούτε η πιθανότητα
να το φανερώσω σε μια προσπάθεια
αναβίωσης φωτογραφίας και παρελθόντος.
Το σπίτι κατεδαφίστηκε για να κτιστεί άλλο
που πήρε τις αναμνήσεις του, τις σκιές του.

Τίποτα δεν απομένει πια
αλλά το φως όταν διαπερνά τα τζάμια…

*Από το βιβλίο Η άλλη ακτή (Τετράδια του Γκιγιέρμο Φόντες), Santa Cruz de Tenerife, Εκδ. Baile del Sol, 2008.

Ο ΤΖΙΜΙ ΧΕΝΤΡΙΞ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΠΟΥΝΤΙΓΙΑ

Στην άμμο, μέσω των ακουστικών,
ακούω τον Τζίμι Χέντριξ στο Γούντστοκ.
Στο βάθος η καταλαγιασμένη διάδοση των κυμάτων.
Έχει πανσέληνο και η παλίρροια είναι μεγάλη.
Σιγά σιγά φέρνει την άμμο
που η θάλασσα του χειμώνα σήκωσε.
Τα βότσαλα εξαφανίζονται˙
μία νέα παραλία, ένα νέο τοπίο.
Αφαιρούμαι στον καθαρό ορίζοντα.
Ο ήλιος πέφτει. Ίσως η πράσινη ακτίνα.
Τα παιδιά μου μες στο νερό, πάνω σε ένα στρώμα θαλάσσης,
επίσης παρατηρούν και αναμένουν.
Την τελευταία στιγμή ένα σύννεφο
εμποδίζει το φαινόμενο.
Τα παιδιά βγαίνουν τρέμοντας
και σκεπάζονται με την πετσέτα.
Αύριο.
Hear my train a’comin.

*Από το βιβλίο Κείμενα της Εξορίας. Ανέκδοτο.

**Ο Κοριολάνο Γκονθάλεθ Μοντανιέθ (γεν. Σάντα Κρουζ, Τενερίφη, 1965), έχει σπουδάσει Ισπανική Φιλολογία. Έχει εκδώσει πολλά βιβλία ποίησης και έχει λάβει μέρος σε ανθολογίες σύγχρονης ποίησης των Κανάριων Νησιών, ποίησης σχετιζόμενης με το ιαπωνικό είδος χαϊκού καθώς επίσης και ποίησης μεταφρασμένης στα ρουμάνικα. Ως κριτικός έχει δημοσιεύσει σχετικά με τον Eugenio Millet Rodríguez. Έχει μεταφράσει από τα ρουμάνικα το  «el camino hacia Tenerife (drumul spre tenerife)», βιβλίο του Eugen Dorcescu.  Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ρουμάνικα, στα γαλικιανά και στα αμασίκ. Διαθέτει προσωπικό ιστολόγιο στο http://coriolanogonzalez.blogspot.com/

***Από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης σε επιμέλεια και μετάφραση Άτης Σολέρτη.

Jessica Likar reviews Andy Jackson’s Immune Systems

unnd

Immune Systems
by Andy Jackson

Transit Lounge, 2015

Andy Jackson’s viscerally potent anthology Immune Systems exposes the reader to the bloodline of medical India, where medical tourism leaves the general population battling fraught poverty and the medical afflictions which accompany it.

Tripartite in structure, the series begins with a verse novella which explores medical tourism with an uncanny and thought provoking lens. A series of quick witted haiku’s offering small dense exposures of humour follow, while the series ends in a suite of complex and lyrically engaging Ghazals.
Jackson uses the insights of poetry to blur the lines of the physical experience, dissolving the state of otherness which exists when rigid physical boundaries are used to establish a sense of self and other. Jackson demonstrates the personal body and the societal body of urban India, to be experiencing the same contingencies and complications. This allows the reader to establish an empathic solidarity for the portraitures and circumstances presented throughout the series, rather than generating feelings of sympathy and otherness.

Jackson attaches you to the beating transport – ‘ the heart of this city of millions’ (15) – with a warm touch which takes in and acknowledges the desperation of people, evolving a tourist experience beyond the untouchable and distancing ‘ clichéd images of India’ (11). Abject vagrant bodies are observed with an eerie silence as city noises are decomposed and images are evoked like a ‘light film’ (15) which settles over the eyes.

An intimate connectivity is developed Immediately as the boundaries separating tourist from local are scattered by the reflective mirror surface present in the anthologies first poem, ‘Apollo Hospital’. Beginning at a point of vulnerability, the sweat fuelled and panicked speaker searches skyward for a hospital – an emergent layer – amongst a population condensed within an unrelenting street level filled with ‘crushed plastic and food scraps’ (11). The skyline holds a ‘white and mirrored’ (11) luxury hotel. The hotel’s reflective state creates a symbolic socio-economic barrier which perpetually projects poverty back onto its own reflection. Whereas the non-reflective steadfast ‘white–grey’ (11) water of the canal – which the speaker passes on the way to the hospital – threatens to pull its surroundings ‘down [into its] … banks’ (11). With these images Jackson illustrates the post-colonised space which the poverty afflicted are forced to hover in between. Progression is left ‘unfinished’ (11), and medical infrastructure suffers; ‘a British surgeon gives up translating/ Ayurvedic texts’ (31). The speakers taxi driver later says ‘The British brought good things,/ but divided us, kept people uneducated’ (15). Taking this in the speaker ‘keep(s) walking’ (11) and instead focuses on the portraitures of people – observing them with a tender observatory gaze – without letting the ‘shocking/ clichéd images of urban India‘(11) amount people to a state of caricatured otherness.

Jackson breathes humanity into the societal body locked out of medical treatments and forced to live ‘in clusters of concertinaed flesh/outside the best hotels, the five-star hospitals’ (19). He uses space and rhythm to symbolically embody the state of the medical infrastructure in a man with ‘no legs … crossing the road,/ using his calloused hands,/ moving slowly towards the gutter, backwards/ [while] An autorickshaw honks in protest/or warning’ (31). All encounters are felt with a devastation, as the sense of normalcy with which ‘you just have to accept suffering’ (25) is felt like the bloody reports of ‘newsprint (staining) your fingers … black’ (14).

The language is hygienically simple and unflinching and, despite the haze brought on by the sheer density of desperation, the anthology does not shy from questioning the fraught system which perpetual cycles poverty.

The speaker’s anger emerges in ‘Whatever exists in the universe’ where statistics of ‘unlicensed medicine factories’ (33) cover a prose type space, while excerpts for medical tourism marketing sit neatly aligned and centralised attempting to cover the poverty fuelled edges;

India is an extraordinary destination,
Ideally suited for recovery and unwinding
after a stressful surgical intervention. Our after-care … (33)

Jackson turns a fraught interwoven society characterised by poverty into an ‘inverted jewel’ (17, Sadhu) through its efficacious portraitures. He skilfully demonstrates urban India as an intrinsically and inextricably connected body, characterised by ancient tradition and globalised entrepreneurialism. The series feels as intimate as a heat driven dream in the first few glossy moments of waking and ‘the sun is everywhere … swollen’ (22) and unforgiving.

Jackson forces poverty to be seen as a unattended wound, which despite ‘police/ resorting to batons to subdue’ (14), remains a festering limb infecting and disturbing the whole immune system of society; he refuses to let poverty be reduced to a phantom limb. Immune Systems raises pertinent issues about the effects of medical tourism on an already impoverished society, while its efficacious portraitures itch and stay with the body like a ‘mosquito’ (37) bite.

*Jessica Likar is a passionate, vivacious writing and literature student at Deakin University on the homestretch of her BA degree. She writes poetry reviews for Rabbit, volunteers with Writers Victoria and was the Creative Producer of the 2015 Digital Writers’ Festival.

**Taken from Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org.au

Γεωργία Τρούλη, Η μίτωση

Hidden_Flame

Πώς κρέμονται σαν διάφανες κερήθρες
Πάνω στα αγκάθια οι μπουρμπουλήθρες
Η μία πάνω στην άλλη
Σε διαφορετικό μέγεθος η κοιλότητα
Η μίτωση γίνεται με αντιπαροχή
Του κυττάρου σε οξείδωση
Από ήλιο ανέχειας
Πυρηνική αντίδραση μέσα Στο
Διάφανο και στην χλωροφύλλη
Του λίγο Αέρα
Σαν μόρφωμα που αναπαράγεται
Διστακτικά
Σαν νέο άνθος πάνω το άγριο μωβ
Εκεί μέσα ελάχιστοι κόσμοι
Κατοικούν αόρατοι
Και με διαύγεια φαίνεται
Το εύθραυστο για στολίδι
Το δίχρωμο για αμφιβολία
Το σκούρο για ύπαρξη
Καμία βασίλισσα μέλισσα
Μέσσα αιμάσσουσα εκεί δεν κσσέρει
Βασσιλικό τρόπο να προφυλάσσει
Τα ασσημένια φτερά της
Αλλά με
Την ακκίδα μιας ακκανόνιστης
Ακκακίας που θα έρθει με νερό
Να συγχωνεύσει το σίγμα το κάππα
Στο ξ
Θα μείνει ξξερό το λουλούδι
Μόνο με αγκάθια
Και με μια
Αίσθηση
Λυγερόκορμου τρόμου
Αέρα
Θα μετατοπιστούν
Οι μπουρμπουλήθρες
Τα αγκάθια
Οι καταπακτές
Και η μίτωση
Που τώρα λέγεται Σφαγή
Θα αρχίσει
Να λαμβάνει χώρα
Σε
Άνθρωπο