Νο 33 (παρέμεινε άγνωστος)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

και
όλοι
να φωνάζουν:
σώσε
εμένα
~
κρεμάστηκε
από την
ψυχή του
και κατέβηκε στην κόλαση:
~
δυο
μέρη θεού
και ένα διαβόλου
~
τους
έσωσε όλους,
έναν
προς ένα
~
και μετά,
τα δόντια πολλαπλασιάστηκαν,
δεν
πρόλαβε,
~
τον κατάπιε
η ρωγμή
που τα γέννησε,
~

(alexmil) ©
artist: Anton Semenov

https://www.youtube.com/watch?v=zJ10Gvl3Y-s&index=19&list=RDxAI2W-PuYVY

View original post

Μιχαήλ Μήτρας, Δύο ποιήματα

Screen+Shot+2015-09-27+at+6.42.52+PM

ΑΣΚΗΣΗ ΟΜΙΛΙΑΣ

ας μιλήσει κάποιος γιατί δεν μιλάς

διστάζει να της μιλήσει τώρα μπο­-

ρείτε να μιλήσετε αποφεύγει να του

μιλήσει προτιμώ να μιλήσω αργότε-

­ρα συνέχιζε να μη μιλά έχουμε καιρό

να μιλήσουμε είπε αν του είχε μιλήσει

έγκαιρα θα πούμε πολλά όταν συνα­-

ντηθούμε δεν καταλαβαίνω τι μου λες

μιλούσε χωρίς ν’ ακούγεται να μου το

πεις ξανά ο θόρυβος σκέπαζε τις ομι­-

λίες ποιος το είπε αυτό μίλησε μου

***

ΤΑΣΕΙΣ ΦΥΓΗΣ

να φύγει θέλει να φύγει να φύγει να δεν

θέλει να φύγει όμως δεν μπορεί να φύγει

πώς να φύγει πού να φύγει με τι να φύγει
να φύγουν θέλουν να φύγω να φύγουν να

φύγω θέλω να φύγω να φύγουν θέλουν να

δεν μπορώ να φύγω δεν μπορείς να φύγεις

θέλεις να φύγεις θέλουν να φύγουν όμως

δεν μπορείς να φύγεις να φύγεις να φύγεις

θέλουν να φύγουν θέλω να φύγω να φύγεις

μπορούν να φύγουν δεν μπορείς να φύγεις

να φύγω να φύγει να φύγει να φύγουν δεν

*Από τις «Διακριτικές Μεταβολές»
, συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του, 1982-2002, Εκδόσεις, Απόπειρα, 2004.

Βάγια Κάλφα, Δύο ποιήματα

11796193_10204527271123442_1625895287585916193_n

ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Ζητάνε

Βοήθεια

Κάτω από τις

Μεγάλες ταμπέλες
Και βγαίνουν γιγάντιοι

Λίγο

Μετά μακραίνουν

Μικραίνουν

Χάνονται

Μέσα στην

Ανθρώπινη θάλασσα

Κι έρχεται ένα ακόμη

Ανθρώπινο κύμα
Τους τσαλαπατά

***

Η ΟΥΡΑ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ

Δεν έχουν διάθεση

Καμιά για φιλίες, χειραψίες

Κι άλλες κοινωνικότητες

Εγκλωβισμένοι

Στα λαμπρά τους προσόντα

Δεν πιάνουν κουβέντα

Απροσχημάτιστα κρατούν

Αποστάσεις

Βλέμμα πέρα ή μπροστά

Απ’ ανάγκη

Να διαχωρίσουν τη μοίρα τους

Harold Pinter, Μην κοιτάς…

Απομεινάρια στο Βερολίνο μετά τους βομβαρδισμούς. Μάης 1945.

Απομεινάρια στο Βερολίνο μετά τους βομβαρδισμούς. Μάης 1945.

Μην κοιτάς.
Ο κόσμος πάει να διαλυθεί
Ο κόσμος πάει το φως του όλο να χάσει
Και στο σκοτεινό του πηγάδι να μας στριμώξει,
Σε κείνο το μαύρο, γεμάτο κι αποπνικτικό μέρος
Κει όπου θα σκοτώσουμε ή θα πεθάνουμε
ή θα χορέψουμε
ή θα θρηνήσουμε
ή θα ουρλιάξουμε
ή θα στριγκλίζουμε
ή θα σπρώχνουμε σαν τα ποντίκια
ξανά να διαπραγματευτούμε
την αρχική μας τιμή.

17 Ιανουαρίου, 1995

*Παρμένο από τη σελίδα της φίλης Αλεξάνδρας Νικητοπούλου στο facebook.

MANOLIS ANAGNOSTAKIS–ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

vequinox's avatarManolis

93119261_134154321279
ΔΡΟΜΟΙ ΠΑΛΙΟΙ

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή.

Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά
κάμε να σ’ ανταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο του πόθου μου
κι εγώ.

Ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ
κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες.

Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα
κι ούτε κανένας κι ούτε κανένας με γνώριζε με γνώριζε.

OLD STREETS

Old streets that I loved and I hated forever
where I walked under the shade of houses
inescapable nights of the return and the city: dead.

I discover my insignificant presence in every corner
wishing that at some time I meet you: lost ghost of my passion
and I.

As I, forgotten and idocile walked holding a flickering spark
in my wet palms.

And I walked in the night and I…

View original post 17 more words

Θωμάς Γκόρπας, Ποίηση ανάμνηση από φίλντισι

532915+(1)

Ποίηση ανάμνηση από φίλντισι
άναμμα τσιγάρου κατά λάθος από φεγγάρι
δασκάλα μόνη μελαγχολική στο διάλειμμα
ένα βιολί που παίζει μοναχό του
χαλκός χαλκωματένια χαλκωματάς
–όλα τα παλιά γυαλίζω
πεταλούδα που γλιτώνει από τη φωτιά
φωτιά που γλιτώνει από τα νερά
βιολέτες σ’ άσπρο λαιμό
άσπρο άλογο που τρέχει σε μαύρο ουρανό
νύχτα στρωμένη τσιγάρα
λέξεις.

*Από το ποίηση ’76 http://www.ashinart.gr

Massimiliano Damaggio, Ποίημα της δύναμης πωλήσεων

url

Υπάρχει ο καιρός των νοικιασμένων ανθρώπων

στη σύμβαση διπλωμένων στα δυο

στην πράξη ν’ ανοίγουν διάπλατα το στόμα

το κέρμα για να καταπιούν: Συγχαρητήρια

μου λέει ο μάνατζερ, σημειώνετε πρόοδο

αλλά δεν ξέρετε από διαχείριση ατόμων

θέλει το καρότο, θέλει και το μαστίγιο

Υπάρχει ο καιρός των μηρυκαστικών

που ξέρουν την ενδότερη ηδονή του μαστιγίου

ο στόχος σας είναι να είστε ένα ελατήριο

να κουρδίζετε το νόημα των σωμάτων: εσείς

πρέπει να δρασκελίζετε το σωρό των ημερών

όπου πάνω του κάθεται ένας στόχος, που μας σημαδεύει

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου. Από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr

Κώστας Σοφιανός, Αστήρικτο

1613893_640399289379885_4463616727463050269_n

Παράλογη

μιά υποψία με πειράζει,

κάθε

που η “πένθιμη’ πομπή του επιταφίου

το σώμα περιφέρει του Κυρίου

στις γειτονιές.

Λαός χαριέντως λαμπαδηφορεί

κι ο στρατός – άγημα τιμητικό –

τον ύπνο του φρουρεί ενόπλως!

Τίποτα το παράξενο στο όλο σχήμα

- κι όμως,

κοιτώντας τους φαντάρους,

η κουστωδία έρχεται στο νου μου

κ’ εκείνο το:

κέλευσον ουν ασφαλισθήναι τον τάφον`

λες

και κρατεί, ακόμη ο φόβος ενδεχόμενης αναστάσεώς Του…

Άρης Αλεξάνδρου, Εισήγηση

ejoria

à la manière de Jdanov
 

 
και κατά συνέπεια η ποίηση
είναι μια υπόθεση αντικοινωνική.
Πιστεύει σε λέξεις και ιδεογράμματα
και δε βλέπει λόγου χάρη
πως άλλο ένα δέντρο να ξαπλωθείς στον ίσκιο του
κι άλλο το ίδιο δέντρο να πάρεις την ξυλεία του.
Το πράγμα είναι σοβαρό: Κάτω από τα σχήματα (δήθεν ποιητικά)
κρύβεται το μαχαίρι που μας χτυπάει πισώπλατα.
Εξομοιώνοντας τα πάντα
παραβλέποντας συνθήκες χρόνο τόπο
οι στιχοπλόκοι καταντούν να υποστηρίζουν
πως τα κόκκαλα κ’ οι φλέβες
βαραίνουνε το ίδιο στη ζωή του κάθε ανθρώπου
επιμένουν να πιστεύουν πως μια πληγή κακοφορμίζει
με την ίδιαν ακριβώς αιτιοκρατία
κι όταν την άνοιξαν οι σφαίρες
των αγροτών του Κόκκινου Στρατού
που χτύπησαν τους εργάτες διαδηλωτές του Βερολίνου
κι όταν την άνοιξαν τα βόλια
των εργατών της Deutsche Wehrmacht
τότε που τα δέχτηκαν στους δρόμους της Aθήνας οι γεωπόνοι σπουδαστές.
Ο ποιητής, ξεκομμένος απ’ τους πόθους του λαού
καταντάει τελικά να μην πασχίζει γι’ άλλο
παρά μονάχα πώς θα πει την προσωπική του αλήθεια
καταντάει να λέει τις σφαίρες σφαίρες
και τους πληγωμένους πληγωμένους
κι όλο το πρόβλημά του στενεύει μες στα όρια
μιας αναζήτησης σωστού λεξιλογίου
έτσι που με κάθε θυσία
αδιάφορος για όλα
ακόμα και την πάλη των τάξεων
να φτάσει τελικά να καυχηθεί
πως ναι, αυτό πάσχιζα να πω
όπως βλέπει ένα σώμα στερεό και σκέφτεται
“Τούτο δω ίσως νάναι κείνο που γυρεύω”
το παίρνει στο χέρι το ζυγιάζει και σκέφτεται
“Με τούτο δω, ίσως μπορέσω να καρφώσω μια πρόκα πίσω απ’ την πόρτα μου”
στεριώνει την πρόκα κρεμάει το σακάκι του και λέει
“Ναί, αυτό είταν που γύρευα.
Από δω και μπρος
τ ονομάζω
σφυρί”.
Η ποίηση λοιπόν είναι μια υπόθεση αντικοινωνική.
Το κόμμα οι οργανώσεις κυρίως η αγκιτπρόπ
έχουν καθήκον να
 
*Αυτό είναι το πρώτο ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959), που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974. Στη συγκεντρωτική έκδοση υπάρχει στο τέλος η εξής σημείωση του ποιητή για το ποίημα αυτό: «Είναι γνωστή η κατ’ εισήγησιν του Ζντάνοβ απόφαση της Κ.Ε. του Κ.Κ.Σ.Ε. (μπ.), που είχε σαν συνέπεια, μεταξύ των άλλων, να καταδικαστεί σε πολύχρονη σιωπή η Άννα Αχμάτοβα».

Νίκος Κροντηράς, Απόμακρα νοιώθονται τ’ άστρα

Έργο: Tadeusz Kantor

Έργο: Tadeusz Kantor

ΑΠΟΜΑΚΡΑ ΝΟΙΩΘΟΝΤΑΙ Τ΄ΑΣΤΡΑ
αστρούθιστοι παραμένουν οι ανθρώπινοι σπόροι
τ’ αγάλματα σκιάχτρα
άλλη μια μέρα δείραν οι δήμιοι
πιτσιλιές αίματος τα μάρμαρα
σκόνη τα πνευμόνια
ανέμελα σκοτώνουν οι νοικοκυρές
χορτασμένοι σάρκα οι πολιτισμοί

Ο άνθρωπος πίσω από τα σκόρπια βαρέλια
χωράει σε μια τρύπα στη γη
πελώρια αδιαφορίας.
Χύθηκαν μύρια οξέα
γερά έπεσαν δόντια πολλά
τα κατεψυγμένα στοιβάχτηκαν εκεί…
Εσύ που με ευχές σε αστέρια λαμπτήρες
με τέτοιο νόμισμα κρύο βάζεις μπρος το μηχάνημα
σου μιλάω
πόσο γρήγορα γέρασε η επιστήμη…
και ο αιώνας κυνήγησε τα παιδιά από μικρά…

Σιγή στα μαξιλάρια με τα ματωμένα πούπουλα.

Ό,τι έχει απομείνει από αξιοπρέπεια
στο στάχυ μαζεύεται
συμφωνία στο φως στο νερό
να φτιαχτεί το ψωμί
πρωτού απλώσει ο πολέμαρχος κάτι σα να δύει
και ατιμάσει το μέλλον.

Ξανά η πείνα
αφαιρεί τα μεγάλα λόγια από τα δόντια.
Όταν χίλια στόματα έχουν σωπάσει
δεν έχουμε δικαίωμα να μιλάμε χίλιες φορές
περισσότερο
ποιός χτίζει εδώ
ποιός περνάει απ’ τις οδομαχίες
οι μονόλογοι
ανέβασαν έναν πριυτογονισμό αφύσικο
μιαν ακαρπία βυθίζουσα
η απανθρωπιά κάλεσε τους δαίμονες
με όλες τις μορφές.
Αμμόκοσμος και σαύρες στην επιφάνεια τα κόκκαλα συνήθη
αντίθετα με το μέλλον.
Άναψαν στριμώχνουν τους λαιμούς τους οι μηχανές
κοιτάζουν από πάνω,
Τα έντομα βαδίζουν πάνω στο ποίημα
είναι κάτι που αποφεύγουν οι άνθρωποι.
στον αιώνα της δίψας
οι πελώριες δικαιολογίες
δυο μαχαίρια καρφωμένα στον ουρανό
μοιάζουνε όλο να οδηγούν το θάνατο να κατεβεί.
Ταξίδεμα σκόνης δίχως ρυθμό έτσι ο χρόνος
κάτι μυρίζουν οι δείκτες ο χαλαζίας…
οι δειλοί πεθαίνουν από θάνατο.
Μες τα σκουπίδια βρίσκω παιδιά
οι μεγάλοι αδιάφοροι έχουν νομίσματα κάλπικα
και δεν ξέρουν Χορό.

Μια ξυπόλυτη λέξη πάλι, κάτι Αφρικάνικο
στο όνειρό μου
προσμένω σ’ αυτές τις θερμοπύλες,
βλέπω τους ρωμαίους που ξαναβγήκαν
μέσα από τις στάχτες της ευδαιμονίας
και είναι μια νύχτα απ’ αυτές
που το περίσσιο πετρέλαιο βαραίνει τα φτερά
κοκκαλώνει τα παιδιά
το σύννεφο της χημείας πνίγει τα δίκια
σε μια μάζα αδικίας για το τίποτα,
με μεγάλο ερωτηματικό.
Τα δέντρα είναι ξερά από το λάθος
(είναι φρικτό οι νικητές να ζούνε σ’ έναν κόσμο
φτιαγμένο από τους νικημένους)
μα οι ρωμαίοι τρώνε πάνε στον πόλεμο
αυτοί δεν είναι άνθρωποι
αυτοί ξέρουν μόνο να θανατώνουν και να θανατώνονται

Γέφυρα με ρηχά νερά, ας προσέχω,
με την ζωή των αδυνάτων πληρώθηκε.

Αποστεωμένη απειλή το άπειρο με δυο μεγάλα μάτια
η σκιά του φεγγαριού έπεσε
μ’ ένα θόρυβο χάχανου
Αυτό που δεν τους σκότωσε δεν το σεβάστηκαν.

Φαρδιά σταγόνα
λιγοστεύουν διαρκώς
όμως πάντα θα γράφονται
με τον ίδιο αριθμό γραμμάτιων
στην ίδια ειρωνία όσο υπάρχει ιστορία
σαν μια τεράστια παλάμη μια τρύπα
Xορταριασμένα κάγκελα
καυματισμένες μάσκες αντιασφυςιογόνες μηχανές
δεν είναι ποτάμι βροχής
ξεκλέβει ξεγελάει το στάσιμο.
Βρέξε την πανοπλία τολμηρή ψυχή
κοίταξε γύρω
σε έναν κόσμο που θ’ άξιζε να έχει όνομα
ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΜΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

*Το ποίημα αυτό είναι συνέχεια προηγούμενου που είχε δημοσιευτεί εδώ: https://tokoskino.wordpress.com/2015/06/17/%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AC%CF%82-%CF%83%CE%B5-%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1-%CE%B1%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%81/
**Από τη συλλογή «Επανάσταση και…», αυτοέκδοση, Αθήνα 1991.