Γρηγόρης Σακαλής, Εκκρεμότητες

argopethainei

Σ’ ένα δωματιάκι
μ’ ένα φεγγίτη
διάγω τον βίο μου.
Ιδέες μεγάλες
οράματα ζωντανά
σχεδόν πραγματικά
δεν περιορίζεται
η ψυχή
ούτε φυλακίζεται
ολετήρας ο χρόνος
ψυχών και σωμάτων
με καταπίνει και μένα
στα βάραθρα της ανυπαρξίας
μα πρώτα έχω
κάποιες εκκρεμότητες να κλείσω
να γράψω
ν’ αγαπήσω
να ζήσω.

Μήτσος Παπανικολάου – Ένας αξιόλογος «ελάσσων» του Μεσοπολέμου

mitsosPapanikolaou

Ο Μήτσος Παπανικολάου γεννήθηκε το 1900 στην Ύδρα και πέθανε το 1943 στην Αθήνα. Η ζωή του μοιράστηκε, θα μπορούσαμε να πούμε, ανάμεσα στο φως του αισθητισμού και της ποιητικής καθαρότητας από τη μια και από την άλλη στο σκοτάδι των εξαρτήσεων, του «απαγορευμένου» έρωτα και της οικονομικής –προς το τέλος της ζωής του- εξαθλίωσης. Εμφανίζεται στα νεοελληνικά Γράμματα σε πολύ νεαρή ηλικία, μόλις 16 ετών, δημοσιεύοντας μια σειρά ποιημάτων στη Διάπλασιν των παίδων και συνεργαζόμενος με διάφορα περιοδικά. Φοιτητής της Νομικής από το 1917, εγκαταλείπει οριστικά τις σπουδές του και στρέφεται προς τη δημοσιογραφία μετά το πέρας της στρατιωτικής του θητείας στη Χωροφυλακή το 1920. Με την ανθολόγηση δύο πρωτότυπων ποιημάτων του στην ανθολογία του Τέλλου Άγρα, Οι Νέοι, το 1922, «καθιερώνεται σαν ποιητής», ενώ το 1923 αναλαμβάνει αρχισυντάκτης στο περιοδικό Μπουκέτο, ιδιότητα που θα τον καθιερώσει μέχρι το 1939/1940 ως ποιητή, μεταφραστή και κριτικό της νεοελληνικής, αλλά και της ξένης, λογοτεχνίας. Ωστόσο, η αδιέξοδη προσωπική του ζωή, ο κλονισμός της υγείας του και η εξάρτησή του από τα ναρκωτικά, αλλά και οι συνθήκες που θα διαμορφωθούν με τον πόλεμο και την Κατοχή, θα τον οδηγήσουν σε πλήρη εξαθλίωση. Στις 26 Οκτωβρίου 1943, και παρά τα βραχύβια αποτελέσματα απεξάρτησης στο Τμήμα Τοξικομανών του Δρομοκαΐτειου, πεθαίνει από υπερβολική δόση ναρκωτικών μέσα σε άθλιες συνθήκες.

Γράφοντας στα 1938 την κριτική μελέτη «Ο ποιητής μιας γενιάς», η οποία αναφέρεται στο έργο του Κώστα Καρυωτάκη, ο Παπανικολάου αφήνει να διαφανούν οι βασικές αρχές της ποιητικής του: η νεορομαντική και εξιδανικευμένη αντίληψη περί αγνότητας και λυρικότητας του ποιητικού λόγου από τη μια, αλλά και το νεοσυμβολιστικό αίτημα για μουσική υποβλητικότητα από την άλλη, θα οριοθετήσουν τη μόνιμη προσπάθεια του Παπανικολάου να κατακτηθεί η «καθαρή ποίηση», ώστε να «μεταδώσει την καθαρή αισθητική συγκίνηση από το συναίσθημα, από το δραματικό αίσθημα και την εσωτερική κατάσταση ή από την άμεση αίσθηση και την εξωτερική εντύπωση, ακόμη και με τις παρηχήσεις των φθόγγων».

Η κριτική επεσήμανε την «αδιαφορία» του να εκδώσει ποιητική συλλογή ως ένδειξη υποτίμησης του πρωτότυπου ποιητικού του έργου ή υπογράμμισε την αδυναμία του να δώσει ένα συμπαγές και «μεγάλο» έργο, με αποτέλεσμα να «απομένει, βέβαια, κάπως λίγος». Παρ’ όλα αυτά, ο Παπανικολάου δεν σταμάτησε μέχρι τον θάνατό του να δημοσιεύει ποιητικά κείμενα και, το βασικότερο, να επεξεργάζεται κάποια από τα κείμενά του ενόψει αναδημοσιεύσεων. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε μια σειρά κειμένων που από δημοσίευση σε αναδημοσίευση παρουσιάζονται με σημαντικές διαφορές και με συνεχή προσπάθεια να επιτευχθεί η λιτότερη και καθαρότερη ποιητική εκφραστική και να δοθεί η ιδανική – μετρικά, στιχουργικά και γλωσικά – μορφή, ακόμη και όταν ο ποιητής θα αποπειραθεί να γράψει σε ελευθερωμένο ή και ελεύθερο στίχο. Αυτά τα δύο δεδομένα, η αδιάλειπτη δηλαδή ώς τον θάνατό του ποιητική παρουσία και η προσπάθειά του να πλησιάσει την ιδανική ποιητική μορφή, σε κάποια τουλάχιστον ποιήματά του, μπορεί να μην τον καθιστούν σπουδαίο ποιητή, επιβεβαιώνουν όμως την ταυτότητα του αισθητιστή, που «δεν εζήτησε από την Ποίηση, όπως και από την ίδια τη ζωή, την Αλήθεια ή την Ιδέα. Ακόμα και η Ομορφιά του ήταν λίγο. Εζήτησε κάτι πιο τραγικό: την Ηδονή […] και μάλιστα [την] όσο το δυνατόν δουλεμένη». (…)

Μιχάλης Ρέμπας

Σημ.: Αναδημοσίευση της εισαγωγής ομότιτλου άρθρου που δημοσιεύθηκε στην Athens Review of Books, τεύχος 66, Οκτώβριος 2015. Ο Μιχάλης Ρέμπας είναι φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές στη νεοελληνική φιλολογία. Εργάζεται στη μέση εκπαίδευση, είναι υποψήφιος διδάκτωρ και έχει δημοσιεύσει διάφορα άρθρα και φιλολογικές εργασίες.

Ακολουθούν δύο ποιήματα του Μήτσου Παπανικολάου:

ΜΙΣΟΣ

Τι μένει; Τι μένει;
Μια νύχτα γεμάτη φωνές την πόλη τυλίγει.
Οι δρόμοι είναι τρόμος. Για πάντα έχουν φύγει
οι αγαπημένοι.

Πέθαναν ετούτοι,
εκείνοι χαθήκαν.
Της νιότης τα πλούτη
εσβήσαν, σωθήκαν.

Κι εμείς συντριμμένοι
τραβάμε μοιραία το δρόμο που βγαίνει,
εκεί που κανείς δε γυρίζει.
Μας λύγισε η πείνα… Μας τσάκισε ο πόνος…

Μας έριξε κάτω κι εδώ μας πατάει
ο νόμος… ο νόμος…
Κανείς πια στη νύχτα δεν μας τραγουδάει
κανένας δυο λόγια γλυκά δεν μας λέει
η μάνα μας κλαίει.

Το στήθος μας πού ‘κλεισε τόσην αγάπη,
μας το ‘χει φουσκώσει το μίσος,
το μίσος που ανάβει πυρκαϊές μες στις χώρες
και φέρνει τις μπόρες…

Στυγνοί βρυκολάκοι, μ’ εχθρούς και με μίση
ζητάμε τα θύματα…
Η θάλασσα φτάνει… Ξεσπάνε τα κύματα…
Εμπρός… Να μια λύση.

1933

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Δώσε μου την ανάμνηση του πράσινου δρόμου,
το σπίτι με το κόκκινο φως,
τα παλικάρια που χόρευαν.
Οι αράχνες έφραξαν τα παράθυρα,
γέμισαν σκόνη τα βιβλία.
Τη θύμησή σου δώσε μου
γιατί έμεινε γυμνό το χαίρε.
1938

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2015/10/blog-post_80.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+ (στίγμαΛόγου)

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Δύο ποιήματα

maxresdefault

ΑΠΑΤΡΙΔΕΣ

Εμείς οι απάτριδες
πάνω σε κόκκινο χαλί βαλμένοι
με τα σκονισμένα μας παπούτσια,
με τα μαλλιά αφρόντιστα.
Έτοιμοι για χειραψίες-ρυμουλκά.
Τις εσωτερικές μας σκάλες ανεβοκατεβαίνουν χρησμοί
μέχρι που σπάνε από καθαριότητα.
Κλέβουμε ένα χαμόγελο, μια λέξη, αλλά δεν πλουταίνει
ούτε η γλώσσα ούτε η καλοσύνη μας.
Περιμένουμε εδώ ανέκδοτα ερωτηματοιλόγια,
κάποια μορφή αφαλάτωσης, είναι μια δήλωση
που υποστέλλεται δηλαδή
και μια υπογραφή ακόμη που λείπουν
μια φωτογραφία μας όταν κλοτσάμε αβαθή νερά,
τέτοια που δεν σηκώνουν κύματα.
Ούτε αντιρρήσεις.

***

ΤΟΠΙΟ 1

Όταν πέρασα τα σύνορα
το τοπίο ήταν γνώριμο και οι φρουροί φιλικοί,
οι στολές κάπως τσαπατσούλικα φορεμένες
– είναι αλήθεια.

Το χέρι έτρεμε στο χαιρετισμό
η γλώσσα δίσταζε να προφέρει ξένες λέξεις
κι απ’ τα μάτια κρέμονταν χαμόγελα αφόρετα.

Ο ήλιος έλαμπε
το πράσινο ανακατευόταν με το μπλε,
η βροχή δυστροπούσε.

Μια καληνύχτα μάς σκέπασε αφίλητους.

*Από τη συλλογή “Η άστεγη μέρα”, Εκδόσεις Μελάνι, 2014 (σελ. 32 και 44).

Kenneth Rexroth, Δύο ποιήματα

DSCN2282

Cinque Terre

Μια φωνή οδύρεται στην χρωματιστή άμμο
Που τρέχουν χρωματιστά άλογα
Πλάγια στο κύμα
Εμείς μόνοι μέσα στο σύμπαν
Όπου οι θλίψεις κινούνται σαν τη θάλασσα
Του χαμένου έρωτα
Κάτω από τον αυγερινό
Που γλιστρά από τον ουρανό
Μέσα στο χλομό τυφλό νερό
Και κάνουμε έρωτα
Άκρη-άκρη στο βράχο
Που σταματούν οι αμπελώνες
Στις παρυφές των αρχαίων
Ασημένιων ελαιώνων.

***

Διαβάθμιση

Κοιμηθήκαμε γυμνοί
Πάνω στα σκεπάσματα και ξυπνήσαμε
Το ψυχρό ξημέρωμα και χωθήκαμε
Στα ζεστά σεντόνια και κάναμε έρωτα
Το πρωί είπες
“Χιόνιζε χθες τη νύχτα στο βουνό”
Εκεί ψηλά στον μπλε μαύρο βασάλτη
Αμυδρές πορτοκαλί ραβδώσεις χιονιού
Μέσα στο ροδαλό ξημέρωμα
Είπα
“Χιόνιζε μήνες
Σ’ όλο τον Καναδά και την Αλάσκα
Τη Μινεσότα και το Μίσιγκαν,
Αυτή τη στιγμή ρίχνει χιονόνερο
Στους πρωινούς δρόμους του Σικάγο,
Λίγο-λίγο μετατρέπουν τον κόσμο
Ακόμα και στο Μεξικό ακόμα για ‘μάς”.

*Από το βιβλίο “Κέννεθ Ρέξροθ, ποιήματα”, Εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 2014. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς (σελ. 34 και 48).

Μάριος Χάκκας, Όμορφο καλοκαίρι ΙΙ

inspiration_s

Έρχεται μέσ’ απ’ την καλοκαιρινή μπόρα
κατηφορίζοντας λόφους από δαφνώνες
ένα δάσος από καστανιές τα μαλλιά της
φορτωμένα με τα φύλλα της κουμαριάς
και τις υγρές ανεμώνες.
Δε φιλώ το αφράτο καστανόχωμα των πελμάτων της
δεν αγκαλιάζω τους κορμούς των δέντρων
στη δόξα της έλευσής της δεν πλησιάζω γυμνός
όπως το χορτάρι.
Κρατώντας ένα μάτσο από λουλούδια ψεύτικα
ένα μπουκέτο plastic flowers
φορώντας ένα πλαστικό χαμόγελο
μέσα στο κατανυχτικό μεσοκαλόκαιρο
στέκομαι άφωνος στο πέρασμά της.

*Αναδημοσίευση από το http://demispoetry.wordpress.com/2015/10/01/όμορφο-καλοκαίρι-ιι/

ΠΕΡΙ ΈΡΩΤΑ…….

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

WILLIAM CARLOS WILLIAMS…..

                            Θέλω μόνο να σου πω

                           ότι έφαγα

                          τα δαμάσκηνα

                          που ήταν στο ψυγείο.

                          και που

                          μάλλον

                          φύλαγες

                          για πρωϊνό

                         συγχώρησέ με

                   …

View original post 33 more words

Δημήτρης Γιαλαμάς, Δύο ποιήματα

052-copy1

Άλλως επαιτείας ή υπερύθρων φάσμα DAF De Sade

… της γενιάς μου ο αστάθμητος παράγων
που τόσο τέλειος
μόνο μια φορά εφανερώθη

ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ

Τι γύρεψα
σκυμμένος πάνω από τη μέρα
με τη χειρουργική μελάνη μου
και τις εφημερίδες αγάπης;
Μικροί ανώνυμοι θεοί
προσεύχονται τ’ όνομά μου.
Στέλνουν στον ουρανό μου
τους αγγέλους τους
νύχτα να γαβγίζουν τη θλίψη μου
μες στα γαλάζια τα μεσημέρια
ν’ αγαπιούνται
τις ώρες που λυμαίνονται τα πάθη μου.
Ποιος ουρανός θα χωρέσει τους ποιητές;

***

ΓΙΑ ΕΝΑ ΣΤΙΧΟ ΤΟΥ Μ. ΣΑΧΤΟΥΡΗ

Στον Χρίστο Τσιαμούλη

Κάθε πρωί που κόβεις τη ωή
το θυμάσαι
ποτέ καμιά Βιολέτα
δεν φύτρωσε μ’ αγκάθια
μα
κρύψε από τους ληστές
τον ποιητή σου.

*Από το περιοδικό “Επίπεδο”, τεύχος 2, Γενάρτης 1981.

untitled149

Tonia Andollina, Κινηθήκαμε σε κάτι πυκνά χαμόκλαδα

12105758_911017285643647_3473250428988003817_n

Κινηθήκαμε σε κάτι πυκνά χαμόκλαδα
τραγουδώντας κάτι παλιά τραγούδια.
Ήμασταν δεμένοι σε μεταλλικά κρεβάτια
επενδυμένα με καουτσούκ.
Φορέσαμε κάτι χάρτινα καπέλα στο κεφάλι 

και κοιταζόμαστε γελώντας στους καθρέφτες.

Βγάλαμε τα τροχοφόρα κρεβάτια μας στους διαδρόμους

και χτύπαγαν δυνατά οι πόρτες πίσω μας.

Σκυλιά και σειρήνες της αστυνομίας ούρλιαζαν.

Κάτω στην πλαγιά περνούσε η σιδηροδρομική γραμμή.

Τρέξαμε κατά κει.

Το τρένο ερχόταν τόσο αργά που σκαρφαλώσαμε

ακίνδυνα.

Στα δάπεδα των βαγονιών

γράψαμε τα όνειρα των χαμένων συντρόφων μας.

Το τρένο εξαφανίστηκε,
μαζί και εμείς,

στα φωταδερά μονοπάτια

των πρώτων ηλιαχτίδων.

Π.Ο., Fitzroy – Τhe biography

12006312_919398748154270_6571218428068103902_n

Τhis book will be launched in this coming Saturday, 17 October in Fitzroy, Melbourne.
Its author is poet Π.Ο.

In this 740 pages long new book, the reader can find the “biography” of the inner suburb of Melbourne and of Π.Ο. himself, through the more than 400 portraits of some of the most important people in Australia, from prime ministers and priests to artists and gangsters…

The reader can also find portraits of places and stories about the visits in Melbourne of international “acts” such as poet Allen Ginsberg, troubadour Bob Dylan, boxing great and political activist Mohammad Ali and others…

The Greek Australian and the migrant presence in Fitzroy, once upon a time, is featured as well.

Important Australian poet Π.Ο. was born in Katerini in 1951 and arrived in Melbourne with his family in 1954. P.O. who now lives in Preston was raised in Fitzroy, worked as a survey draughtsman and edited a number of poetry magazines. Currently he edits the magazine “unusual work”.

Π.Ο. is the poet amongst the others of the critically acclaimed book “24 Hours”, an epic poem that takes place within 24 hours and has been described as an act of homage to the once working class suburbs of inner Melbourne, particularly Fitzroy.

Αυτό το Σάββατο στο Fitzroy, της Μελβούρνης, θα παρουσιαστεί αυτό το βιβλίο. Συγγραφέας ο σημαντικός Αυστραλός ποιητής ελληνικής καταγωγής Π.Ο.

Σε αυτό το βιβλίο, ο Π.Ο., παρουσιάζει τη δική του «βιογραφία», αλλά και τη «βιογραφία» ενός σημαντικού για την ιστορία και τον πολιτισμό της Αυστραλίας προαστίου της Μελβούρνης, του Fitzroy, μέσα από περισσότερα από 400 πορτρέτα ανθρώπων και χώρων που έχουν άμεση σχέση με την περιοχή στην οποία έζησε και μεγάλωσε o ποιητής.

Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου περνάει και η μεταναστευτική ιστορία και ανθρωπογεωγραφία ενός προαστίου προπύργιου κάποτε της εργατικής τάξης της Αυστραλίας, των Αβορίγινων αλλά και των μεταναστών, Ελλήνων και άλλων…