Δύο ποιήματα της Ίνγκριντ Γιόνκερ

ingrid+jonker

Η Ίνγκριντ Γιόνκερ (Ingrid Jonker,1933-1965) ήταν Νοτιοαφρικανή ποιήτρια. Συχνά αποκαλείται «Νοτιοαφρικανή Σύλβια Πλαθ», λόγω της έντασης των ποιημάτων της και της τραγικής κατάληξης της ταραχώδους ζωής της: όταν πνίγηκε, τη νύχτα της 18ης Ιουλίου 1965, ήταν μόλις 31 ετών. Είχε εκδώσει μέχρι τότε δύο ποιητικές συλλογές. Η τρίτη της συλλογή εκδόθηκε μετά τον θάνατό της, το 1966. Έγραψε στα αφρικάανς, τα ποιήματά της όμως μεταφράστηκαν σε πολλές άλλες γλώσσες.Παρόλο που άφησε πίσω της μικρό έργο, άσκησε μεγάλη επίδραση στην ποίηση και τον πολιτισμό των Αφρικάνερ, δηλ. των Ολλανδικής καταγωγής κατοίκων της Νότιας Αφρικής. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν τον θάνατό της, έγινε αντικείμενο λατρείας στη Νότια Αφρική και γνωστή παγκοσμίως. Έχουν γυριστεί πολλά ντοκιμαντέρ με θέμα τη ζωή της.

Ακολουθούν δύο ποιήματά της με την ελληνική τους μετάφραση:

On all faces

On all faces of all people
always your eyes the two brothers
the event of yourself and the unreality
of this world

All sounds repeat your name
all buildings think it and the posters
the typewriters guess it and the sirens echo it
every birth cry confirms it and the renunciation
of this world

My days search for the vehicle of your body
my days search for the shape of your name
always before me in the path of my eyes
and my only fear is reflection
that wants to change your blood into water
that wants to change your name into a number
and to deny your eyes like a memory

Σε όλα τα πρόσωπα

Σε όλα τα πρόσωπα όλων των ανθρώπων
πάντα τα μάτια σου τα δύο αδέρφια
το γεγονός του εαυτού σου και η ουτοπία
αυτού του κόσμου

Όλοι οι ήχοι λένε ξανά και ξανά το όνομά σου
όλα τα κτήρια το σκέφτονται και οι αφίσες
οι γραφομηχανές το μαντεύουν και οι σειρήνες το επαναλαμβάνουν
το κλάμα κάθε νεογέννητου το επιβεβαιώνει και η αποκήρυξη
αυτού του κόσμου

Οι μέρες μου γυρεύουν το όχημα του κορμιού σου
οι μέρες μου γυρεύουν το σχήμα του ονόματός σου
πάντα μπροστά μου στη διαδρομή των ματιών μου
και ο μόνος μου φόβος είναι η αντανάκλαση
που θέλει να κάνει το αίμα σου νερό
που θέλει να κάνει το όνομά σου αριθμό
και να αρνηθεί τα μάτια σου σαν να ΄ταν ανάμνηση

***

The child who was shot dead by soldiers in Nyanga

The child is not dead
the child raises his fists against his mother
who screams Africa screams the smell
of freedom and heather
in the locations of the heart under siege

The child raises his fists against his father
in the march of the generations
who scream Africa scream the smell
of justice and blood
in the streets of his armed pride

The child is not dead
neither at Langa nor at Nyanga
nor at Orlando nor at Sharpeville
nor at the police station in Philippi
where he lies with a bullet in his head

The child is the shadow of the soldiers
on guard with guns saracens and batons
the child is present at all meetings and legislations
the child peeps through the windows of houses and into the hearts of mothers
the child who just wanted to play in the sun at Nyanga is everywhere
the child who became a man treks through all of Africa
the child who became a giant travels through the whole world

Without a pass

Το παιδί που σκοτώθηκε από πυροβολισμό στη Νυάνγκα*

Το παιδί δεν είναι νεκρό
το παιδί υψώνει τις γροθιές του προς τη μεριά της μητέρας του
που ουρλιάζει Αφρική ουρλιάζει τη μυρωδιά
της ελευθερίας και της ερείκης**
στα μέρη της καρδιάς υπό κατάληψη

Το παιδί υψώνει τις γροθιές του προς τη μεριά του πατέρα του
στην παρέλαση των γενεών
που ουρλιάζουν Αφρική ουρλιάζουν τη μυρωδιά
της δικαιοσύνης και του αίματος
στους δρόμους της ένοπλης περηφάνιας του

Το παιδί δεν είναι νεκρό
ούτε στη Λάνγκα ούτε στη Νυάνγκα
ούτε στο Ορλάντο ούτε στο Σάρπβιλ
ούτε στο αστυνομικό τμήμα στους Φιλίππους
όπου κείτεται με μια σφαίρα στο κεφάλι

Το παιδί είναι η σκιά των στρατιωτών
που στέκουν σε ετοιμότητα με όπλα, μαχαίρια και κλομπ
το παιδί είναι παρόν σε όλες τις συσκέψεις και τα νομοθετήματα
το παιδί κρυφοκοιτάζει απ’ τα παράθυρα των σπιτιών μες στις καρδιές των μανάδων
το παιδί που απλώς ήθελε να παίξει κάτω απ’ τον ήλιο στη Νυάνγκα είναι παντού
το παιδί που έγινε άντρας διατρέχει όλη την Αφρική
το παιδί που έγινε γίγαντας ταξιδεύει όλο τον κόσμο

Χωρίς πάσο***

*Η Γιόνκερ έγραψε το ποίημα αφού επισκέφθηκε το αστυνομικό τμήμα των Φιλίππων για να δει το πτώμα ενός παιδιού που σκοτώθηκε στην αγκαλιά της μητέρας του από πυροβολισμό αστυνομικών στον δήμο Νυάνγκα του Κέηπ Τάουν. Το περιστατικό σημειώθηκε μετά τη σφαγή του Σάρπβιλ (όπου, το 1960, η αστυνομία σκότωσε 69 και τραυμάτισε 180 έγχρωμους φοιτητές που συμμετείχαν σε ειρηνική πορεία διαμαρτυρίας κατά του καθεστώτος του απαρτχάιντ), νότια του Γιοχάνεσμπουργκ, τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς. Το ποίημα επίσης απήγγειλε ο Νέλσον Μαντέλα κατά την πρώτη του ομιλία στο κοινοβούλιο της Νότιας Αφρικής, τον Μάιο του 1994.

**Η ερείκη (calluna vulgaris, αγγλ. heather) είναι σύμβολο καθαρότητας και θεωρείται ότι φέρνει καλή τύχη.

*** Αν κάποιος τολμούσε να διασχίσει απαγορευμένο δρόμο χωρίς να έχει πάσο, τον εκτελούσαν επιτόπου, όπως τον Hector Pieterson.

Χριστίνα Λιναρδάκη 

Σημ.: Οι μεταφράσεις των ποιημάτων δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά στο τεύχος 31 του ηλ. περιοδικού vakxikon.gr. Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com/2015/11/blog-post_18.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(στίγμαΛόγου)

Κατερίνα Καρπούζη, Δύο ποιήματα

PicsArt_1447785165829

Ιστορία 1

Καθε μέρα καθαρίζω
Περίπου χίλια τετραγωνικά μέτρα
Και όταν βοηθάω την συνάδελφο
Που τεμπελιάζει
Μπορεί να φτάνω και τα χίλια πεντακόσια
Τα γραφεία είναι πάντα σκονισμένα
Τα πατώματα μαύρα ειδικά όταν βρέχει
Και πάλι μου μπήκε συνδετήρας στο χέρι
Αυτός ο βλάκας έπαιζε πάλι με τους συνδετήρες του
Καθαρίζω, σκουπίζω, σφουγγαρίζω
Στο τέλος πετάω πάνω από δυο σακκούλες σκουπίδια
Τις σέρνω κοντά εκατό μέτρα μέχρι τον κοντινό κάδο
Από τις μεγάλες όχι τις συνηθισμένες
Το αστικό πότε αργεί
Πότε ίσα που το προλαβαίνω
Στο σπίτι με περιμένει ο άντρας μου
Πάλι θα αρχίσει την πολυλογία του
Αλλά φταίω που είμαι κουρασμένη
Ευτυχώς η πεθερά μου κλείνεται στο σπίτι τώρα
Χειμωνιάζει
Τα παιδιά μου ακόμη μακριά είναι
Ας πάρω την κόρη μου ένα τηλέφωνο
Ο γιος μου βιάζεται να κλείσει
Μου λείψανε
Μα μου λείπει και κάτι ακόμα
Δεν ξέρω
Κάθε φορά κάτι μου λείπει
και εγώ το καθαρίζω

***

Αποσιώπηση

Και νομίζουμε πως κάτι είμαστε
Σε τούτη την πόλη
Σε τούτο τον δρομο
Πως δεν βρίσκεται τυχαία ψηλά
Το σπίτι μας
Από την θάλασσα
Για να επιπλέουμε μόνο στην ομίχλη
Μα για να έχουμε υψόμετρο
Να βλέπουμε τον αστείο εαυτό μας
Από το παράθυρο
Πόσο μάταια σέρνει την κοιλιά του
Για να αγγίξει το όνειρο…

*Τα ποιήματα και η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από το ιστολόγιο της ποιήτριας στο http://mindances.blogspot.com

Πέτρος Γκολίτσης, Η εξαΰλωση του απτού

81-8-630x420
προτιμώ τον πηλό που με χτίζει σιωπηλά

Ο ποιητής Γιώργος Λίλλης (1974), κάτοικος Βερολίνου, με μια ποίηση ρομαντική και λυρική συνάμα κατορθώνει να διατηρήσει στη νέα του ποιητική σύνθεση Αρλεκίνος μιαν απλότητα και μιαν αμεσότητα στην έκφραση, όχι τόσο συχνή στην τρέχουσα παραγωγή.

Πρόκειται για έναν ποιητή που νοιάζεται πραγματικά για τον παραλήπτη του έργου του και για την πρόσληψη της ποιητικής του διάθεσης. Διότι ενώ το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τον δημιουργό και το έργο προς τον κόσμο και τον αναγνώστη, ταυτόχρονα διατηρεί την τεχνική του αρτιότητα, τη δυνατότητα με το οπτικο-ακουστικό και αισθητικό του εκτόπισμα να ενεργοποιεί ποιητικό ζωτικό χώρο για τον αναγνώστη.

Ενώ στην προηγούμενη συλλογή του, Μικρή διαθήκη, η δομική του μονάδα ήταν ο στοχασμός, εδώ κινείται σε μια αέρινη διαλογική σχέση με τον προσιτό-απρόσιτο ημι-φανταστικό άλλο. Τα κομβικά κλειδιά ώστε να κατανοήσουμε πού εντάσσεται και πώς λειτουργεί τελικά αυτό το έργο −στην αυτονομία του πάντοτε− τα συναντούμε στους Υμνους της Νύχτας του Νοβάλις και στο Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη.

Γιώργος Λίλλης, «Αρλεκίνος»

Συγκεκριμένα, η οπτασία της νεκρής αγαπημένης του Νοβάλις γίνεται στον Λίλλη μία γήινη και συνάμα θεϊκή παρουσία, σάρκινη και ταυτόχρονα αέρινη, στην οποία και απευθύνεται διαρκώς και στην οποία εναποθέτει την «υπερθετική μοναξιά» και το αδιέξοδό του.

Ενώ ενδεικτικά η «αγαπημένη μορφή» στον Νοβάλις δεν είναι καλυμμένη, στον Σολωμό −που επίσης εντάσσεται σε αυτή την προβληματική, αντλώντας όπως κι ο Νοβάλις από τη Νύφη της Κορίνθου του Γκέτε− αφαιρείται το «μαγνάδι» και περιβάλλεται η La donna velata του με φωτοστέφανο. Στην περίπτωση του γερμανοτραφούς Λίλλη, το γυναικείο σώμα και κατ’ επέκταση το ποιητικό συναντάται και «φωτίζεται» με γήινες κι άλλες οικείες μυρωδιές και σκιές. Σημειώνει ενδεικτικά:

Ο βουνίσιος άνεμος φέρνει στα ρουθούνια την μυρωδιά
του θυμαριού και της ρίγανης. Και μαζί
γυναίκες ντυμένες σκιές
που κάποτε με κοίμιζαν στην αγκαλιά τους […]

Η «μορφή», στην οποία απευθύνεται ο ποιητής και που τον βοηθά στην αυτογνωσία καθοδηγώντας τον, είναι παρούσα μέσα στην απουσία της και φιλική μες στην αόριστα απόμακρη θέση της. Σε αντίθεση με τη ρομαντική ανάγνωση βέβαια, ο Λίλλης δεν εξιδανικεύει την «αγαπημένη», ούτε τη θεωρεί νεκρο-ζώντανη, αλλά μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους της αφήγησής του, στρέφεται στον εαυτό ως Αρλεκίνο καλώντας προς μια λύση-συμπόρευση «παραμυθητική».
Φλερτάροντας και επαναφέροντας τελικώς σε ένα ανανεωμένο σύγχρονο πλαίσιο την ιδέα της «μυστικής ένωσης με τη φύση», κι από εκεί την έξοδο από αυτή, κατορθώνει να μας μεταφέρει −με τον τόνο και τον ρυθμό του, αλλά κυρίως με τις εικόνες του και τη μυθο-ποιητική πλαστική του φαντασία− ένα πλαίσιο εντός του οποίου εξυψώνεται η ίδια η ζωή και παραμένει παρούσα και μετά τη διάλυσή της, καταφάσκοντας ταυτόχρονα στα εγκόσμια.

Μας λέει:

Σημασία έχει πως από τις γόνδολες των χειλιών ώς τις απύθμενες

λίμνες της όρασης

στρατιές οσμών και γεύσεων

καταθέτουν στεφάνι στην θερμότητα

των σωμάτων.

Τα δακτυλικά μας αποτυπώματα στην διάρκεια.

Το ποιητικό υποκείμενο ως οδοιπόρος-προσκυνητής κι ως ποιητής μύστης, διακριτικός, σεμνός μες στην ευγένειά του, επαναφέρει −έστω ως αξίωμα− όπως κι ο Ελύτης στο Μονόγραμμα, την ταύτιση των δύο τελικά «ιδιοτήτων».
Ο ποιητής με την «έκτη ή εσωτερική» αίσθησή του ενεργοποιημένη, χωρίς να ξενίζει τον σύγχρονο αναγνώστη, ταυτίζει το όνειρο με την ποίηση, και μέσω της ιδιοτυπίας του καταθέτει ένα ποίημα που κινείται παράλληλα με ένα από τα ερωτικότερα ποιήματά μας, το Μονόγραμμα. Αξιώνοντας, αν και προεξοφλώντας αρνητικά, την συν-πλήρωση του εαυτού μέσω του ερωτικού άλλου.

Ο έρωτας στον Ελύτη βέβαια, λόγω της έντασης και της «αγνότητάς» του, φαίνεται να μη γίνεται ακόμη αποδεκτός, ενώ στον Λίλλη έχουμε την αξίωση μιας διάρκειας και μετά τη διάλυση των προσώπων και του χρόνου. Πρόκειται για έναν ποιητή που σίγουρα αξίζει την προσοχή μας και που θα παρακολουθούμε.

*Δημοσιεύτηκε στην “Εφημερίδα των Συντακτών”, στο http://www.efsyn.gr/arthro/i-exaylosi-toy-aptoy

81-7-630x420

Στρατής Πασχάλης, Κοχύλι (Παιδική μνήμη)

ioynios_new_PRESS

Εΐχεν αύτοκτονήσει. Τό νεαρό του σώμα μόνο μέ παντελόνι
μισόγυμνο καί τά μαλλιά βρεμένα. Μες στό σεντόνι
τά ύγρά πού του έβαλαν πρίν πεθάνει πινελιές
είχανε μείνει μές στις πτυχώσεις. Παντού σκιές.
Κουρέλι πλάι του ένας άντρας. Από μαργαριτάρια
βρεχότανε τό πρόσωπό του. Τά λιγοστά φανάρια
τού δρόμου έξω σβήσανε. Τό σώμα πήραν
τό δροσίνανε. Μία λευκή φανέλα σΰραν
στό πάνω μέρος του. Τόν χτένισαν. Δέν άκουγότανε ανάσα.
Σέ λίγη ώρα ήρθανε καί πήρανε τά μέτρα γιά τήν κάσα.
Είχε πεθάνει μές σέ ώδινες. ’Οσμές ξιδιού
καί οινοπνεύματος μές στό βαμπάκι. Στού σκοταδιού
τά ξέφωτα γυναίκες όλη τή νύχτα στίς σκάλες τις κυρτές
τούς καλυμμένους μέ χαλιά διαδρόμους ή κάποτε σκυφτές
στά μυστικά δωμάτια. “Ενα μόνο πρόσωπο άνδρικό
μεσόκοπο σάν γερασμένο κάπου μέσ’ άπό τίς γριές διακό-
νισσες φιγούρες ή άλλοτε στό βυσσινί
τής κάμαρας μέ τόν αύτόχειρα μ’ ένα πανί
ξεχώριζε τό δέρμα νά στεγνώνει στά μαλλιά κάτι ν’ άγγίζει
στοργικά πέφτοντας κάπου έκεΐ πλάι νά δακρύζει.
Χαράματα ξεψύχησε. Κι αυτός ό άντρας άφού συμφώ-
νησε τήν άμοιβή μέ όλους —νά κρατηθεί κρυφό—
κι ετοιμάστηκε κάθισε κάπου καί περίμενε μόνος.
Τό πρόσωπό του ένώ ράβδωνε βαθιά ό πόνος
όπως εχθές δέ βρέχονταν σιγά καί συνεχώς άπό μαργαριτάρια
—μάζευαν γύρω του σεντόνια γάζες καί πεταμένα μαξιλάρια
τακτοποιούσαν— “Οπως χρειάζεται λές γιά πομπή θυσία
(έχοντας πιά ή ανάμνηση άκριβώς τήν ΐδια σημασία
μ’ ένα τσαλακωμένο άπ’ τόν καιρό πολύτιμο μαντίλι)
άργά επίσημα ή όψη του σχήμα θλιμμένο έγινε κοχύλι.

*Από τη συλλογή “Ανασκαφή”, Εκδόσεις Ίκαρος, 1984, σελ.26.

Μιλτος Σαχτούρης, Ποιήματα από “Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο” (1958)

tumblr_lhr728tiIM1qcwfxxo1_1280

ΙΣΤΟΡΙΑ

Όταν άνοιξε η σκουριασμένη πόρτα σαν αυλαία
έτρεξε
όπως σάπιο καράβι σε κακό λιμάνι
πρόβαλε γελασμένο το πρόσωπο του κοριτσιού
μέσα στο άρωμα της φωτιάς και του καπνού
η φωνή της
σα σκοτεινή αίθουσα κινηματογράφου
πρόβαλε γελασμένη
κι εγώ
ένα πουκάμισο στον αέρα μέσα στο χαλασμό
κρεμασμένο
ετοιμαζόταν να πετάξει
το κορίτσι
ένα ζωντανό λουλούδι
ένα λουλούδι αναμμένο
ένα ωραίο τέρας
ανάποδα γυρισμένο το στόμα
τα μάτια
τα φρύδια
ένα ωραίο τέρας
που χτυπούσε
σα μαγικό ρολόι
το βράδυ αυτό το μαγικό
τέλος προχώρησε
η νύχτα
το κορίτσι έσπασε μέσα στον καθρέφτη
ύστερα
φάνηκαν πάλι
τεράστια
το πρόσωπό μου
το πρόσωπό της
παραμορφωμένα
άγρια ματωμένα
σαν κινηματογράφος

***

Ο ΣΚΥΛΟΣ

Ο σκύλος αυτός πρόβαλε πρώτη φορά σε δρόμο
σκισμένο από κοφτερά γυαλιά
ύστερα φάνηκε στον ουρανό
μέσα σε ένα σκοτεινό πηγάδι τ’ ουρανού
έπινε ένα φως αστραφτερό σκυλίσιο
συνόδεψε ένα χέρι λίγα βήματα
ύστερα γίνηκε φωτιά
έκλαιγε σαν κακό πουλί
έκαιγε σαν ελπίδα
ποιος ξέρει από πού ήρθε και πως έφυγε
Μα εγώ ξέρω πως θα γίνει θάνατος
μια μέρα

***

Η ΥΔΡΑ

Η Ύδρα είναι μια φραγκοσυκιά
γεμάτη πυρετό όνειρα και αγκάθια
κι όπου γυρίσω βλέπω όλα κίτρινα
και δε μπορώ να κοιτάξω τα παράθυρα
γιατί μέσα περνούνε
βάρκες φαντάσματα
φαντάσματα καΐκια
κι όλο γυρίζουν
κι όλο με κοιτάζουνε
μάτια ανάστροφα και τρομαγμένα

Νικόλας Ευαντινός, Πέντε ποιήματα

DSC01596

Ενοικιάζεται ρήση

——–
Ενοικιάζεται η ρήση:
«είμαι πεζός, δεν σκαμπάζω
από ποίηση»
σε ποιητή που φιλοδοξεί
να είναι πεζο-δρόμιο,
έδαφος στέρεο για την πορεία
προς τον θάνατο της πορείας.

***

Μισό αναζητά το χαμένο του μισό

————
Στην ατελείωτη πλατεία
του «δεν γνωρίζω τίποτα πια…»
εξαφανίστηκε κοπέλα

——–
λυγερή σαν μύχιος πόθος
απτή σαν μαξιλάρι εφήβου που προβάρει φιλιά
ανέκφραστη σαν αδιέξοδο καλντερίμι.

——-
Φορούσε φόβο για την επιφάνεια
και όχι το βάθος των θαλασσών,
αγωνία για τις γλώσσες
και όχι τον σπινθήρα των πυρκαγιών.

———-
Όποιος την δει
ας με ειδοποιήσει.
Ανάποδα γυρισμένο θα με βρει
να κοιτώ έναν απέραντο τοίχο,
με πλάτη προς τις κάννες
των όπλων που στήθηκαν
για κάποιον
που δεν μπορώ να γίνω.

***

Αναζητείται καπετάνιος

—–
Αναζητώ τον ομιχλώδη καπετάνιο που
στοίχειωνε την έκτη πρωινή, δηλαδή
τη νηνεμία πριν από την έκρηξη του φωτός, και

——
λύγιζε τους ώμους της χαρμολύπης:
της ματαιότητας για όσα αλιεύονται
μες στην πάχνη της σκέψης.


Αναζητώ εκείνον:
τον πολλαπλασιασμένο θανόντα της στιγμής,
τον πολλαπλάσιο του αιώνιου τίποτα

——————
που ποτέ δεν ξέφευγε
της αποτύπωσης
όσων

—————
αφόρτιστη η φαντασία αραδιάζει
μεταξύ ύπνου και ξύπνιου

***

Ιατρικό ανακοινωθέν για έναν ποιητή


Ο συνήθης ασθενής
εισήχθη στο νοσοκομείο «Λευκή Σελίδα»
την ώρα που τα πουλιά αποδημούν.


Στο σάλιο του
εντοπίστηκαν φτερά κύκνου.


Η κατάσταση του κρίνεται
κρίσιμη, και το χειρότερο σταθερή,
καθώς οι λέξεις του
πετούν απροσγείωτες
δίχως το απαιτούμενο
βάρος.


Παρ’ όλα αυτά
οι αόρατες,
μες στη λευκή στολή τους, νοσοκόμες
δεν τον αφήνουν λεπτό
απ’ τα στοργικά τους μάτια.

***

Παρ’ ολίγον έκρηξη


Αυτοσχέδιος χειροκροτικός μηχανισμός
ενετοπίσθη αργά τη νύχτα
στη βάση του Άγνωστου Μίδα.


Ειδικοί εγγαστρίμυθοι της ομάδας
εξουδετέρωσης ξαφνικών συγχύσεων
έσπευσαν στο σημείο
και με ελεγχόμενη έκρηξη συνθημάτων
απεκατέστησαν την τιμή
της ελεύθερης βούλησης.


Την ανευθυνότητα της πράξης τους
ανέλαβαν οι «Γελωτοποιοί
του δεν γνωρίζω / δεν απαντώ*»
με τηλεφώνημα τους στην εφημερίδα Αγκίστρι,


ως όφειλαν

*δεν γνωρίζω / δεν απαντώ = συνηθισμένη φράση όσων περπατούν άσκοπα στους δρόμους, όσων είναι πολύ, μα πάρα πολύ επικίνδυνοι.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Ο ψίθυρος δεν είναι ψίθυρος

raven

Ποιος είπε ότι ο ψίθυρος είναι ψίθυρος;

Σ’ αυτή την άγρια ερημιά
σήμερα
παντού
ο ψίθυρος δεν είναι ψίθυρος

είναι το νερό
η ορμή του ποταμού
το υπόγειο ρεύμα

και η δίψα
η δίψα
η δίψα.

Γιώργος Θ. Γιαννόπουλος, Δύο ποιήματα

2bbb57b4ef6463512e7b21ecc616eba1

Πράσινη πέτρα Ινδίας

Στη Μαρίκα

Ώρες μετά που πέθανε ο πατέρας
τον έφεραν κάτω
ντυμένο σε κοστούμι ριγέ
σιωπηλό και αυστηρό,
όπως απαιτούσε η στιγμή.

Ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα
με τα φρύδια του άγρια και ανήσυχα
σαν σαύρα που ταράζει η ανθρώπινη παρουσία.

Και μόνον του νεκροθάφτη ο άξεστος τρόπος
-μιαν απόπειρα να τον ξυρίσει με πλαστικό bic
μαρτυρούσε για τη σοβαρότητα της ζωής.

Όπως η πράσινη πέτρα Ινδίας
που απ’ τις θάλασσες έφτασε εδώ
κι έγινε επένδυση κλίμακας
εξόριστου για θάνατο εξ αμελείας
μηχανικού.

Κι από το έργο του
άγγελος έπεσε
ξανά
με το κεφάλι στο δάπεδο
διαφεύγοντας
τώρα
τον θάνατο.

Αντίθετα με τον γεννήτορά του
που η ψυχή του
έγινε
πράσινη πέτρα Ινδίας.

*Από τη συλλογή “Το θέρος των βροτών”, Εκδόσεις “Ένεκεν”, Θεσσαλονίκη 2010, σελ. 50-51.

***

Το Τομάρι

Την πρώτη φορά παντρεύτηκα τη μάνα μου
-πήγαν το σκυλί μου στα χασίλια,
μούχε πει,
και πάει

Έπειτα λιαζόταν στην αγορά
της Δήλου
το κορμί της πονούσε τα μάτια των αντρών
και πάνω στην τρελή τους τη χαρά
τις σάλπιγγές της έλαμψε
στα τείχη της πόλης

μαύρη δίψα πλάνταξε τ’ αστέρια
κι ένα κομμάτι τους
άνθισε στη σάρκα της

Τη δεύτερη φορά
πήρα την αδελφή μου
τα πέλματά της σήκωναν το βάρος του ανθρώπου
κι ήταν όλα κατακόκκινα
στο φέγγος της σαβάνας
στον ύπνο της λιονταρίνας

Την τρίτη την φορά
πήρα την κόρη μου
Ερχόμαστε από μακριά, μού είπε,
παίζαμε πριν γεννηθώ

Τότε ήταν που με κάλεσε ο μάντης
και μούδειξε το δέρας,
είναι για τις γιορτές,
είπε,
φόρα το

χάρηκα για την αναβάθμιση
της ύπαρξής μου
στ’ ασπράδι των ματιών μου
μοχθούσε ήδη
του σκουληκιού
η αθωότητα

*Από τη συλλογή “Λόγια θανάτου και αγάπης”, Εκδόσεις “Ένεκεν”, Θεσσαλονίκη 2015, σελ. 25-26.

Βάγια Κάλφα, Τρία ποιήματα

Bruce Holwerda

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ

Τα μεγάλα βιβλία
Κλείνουν κάπως έτσι:
Τα δάχτυλα στέκονται
Τα μάτια συντριμμένα
Παρατηρούν τη λύση
Βλέποντας πως υπήρχαν
Οι ενδείξεις στην αρχή
Όμως επέλεξες να μη δώσεις σημασία
Και να ζήσεις
Μονορούφι.
Κι απρόσκοπτα.

***

ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Ζητάνε
Βοήθεια
Κάτω από τις
Μεγάλες ταμπέλες
Και βγαίνουν γιγάντιοι
Λίγο
Μετά μακραίνουν
Μικραίνουν
Χάνονται
Μέσα στην
Ανθρώπινη θάλασσα
Κι έρχεται ένα ακόμη
Ανθρώπινο κύμα

Τους τσαλαπατά

***

ΕΝΑΣ ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ

Φυσικά κι είναι σπουδαίο
Κανένας άλλος
Στη θέση μου
Δε θα το ‘κανε
Εννοούσε
Κάτω απ’ τις απασχολημένες σιωπές

Φανερά ενοχλημένος
που δεν φιλούν
Δεν περιφέρουν παντού
Σφίγγουν μόνο
Κι αφήνουν

Το σωτήριο χέρι του

*Από τη συλλογή “Ληθόστρωτο”, Εκδόσεις “Εκάτη”, 2013, σελ. 9, 15 και 24.

Αγγελική Σιδηρά, Τέσσερα ποιήματα

parmatrema-hypotropum

Ο ποιητής

Άσαρκες λέξεις ερωτεύεται.
Τις ντύνει και πεθαίνουνε.
Τα ξένα μάτια φταίνε.

***

Όνειρο

Κοιμάσαι
γίνεσαι
ο σκηνοθέτης σου
ο ήρωάς σου
κι ο θεατής σου.

***

Ο καφές

Αχνίζει
η μέρα σου
βουλιάζει
ύστερα
στο κατακάθι.

***

Φθίνουσα τάξη

Κάποτε ήμαστε ένα πλήθος
ύστερα πολλοί.
Διαδοχικά:
αρκετοί
λίγοι, ελάχιστοι
τρεις, δύο, ένας,
έτσι για να το αποφασίζουμε
σιγά σιγά
ότι κι εμείς θα γίνουμε
κανένας.

*Από τη συλλογή “Απόπειρα Τοπίου”, Εκδόσεις Ερμείας, 1994, σελ. 7, 10, 26 και 39.