Yvan Goll, Δύο ποιήματα

iason 1

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΣΚΟΝΗΣ

Ένα δέντρο από σκόνη ψηλώνει
Ένα δάσος από σκόνη παντού στο δρόμο μας
Κι αλλοίμονο! αυτό το χέρι από σκόνη δεν έχει αφή!

Γύρω μας πύργοι της λήθης ανεβαίνουν
Πύργοι που προς τα μέσα γκρεμίζονται
Όμως ακόμη φέγγει απ’ το πορτοκαλένιο σου φως!
Ένα πουλί από σκόνη ξεπετιέται

Το μύθο της αγάπης μας λαξεύω πάνω σε πυρόλιθο
Σε μια έρημο καταχωνιάζω το χρυσάφι των ονείρων μας
Το δάσος από σκόνη θά ‘ναι πάντα σκοτεινό
Αλλοίμονο! δεν έχει αφή αυτό το ρόδο από σκόνη!

***

Η ΑΛΜΥΡΗ ΛΙΜΝΗ

Το φεγγάρι γλείφει σα χειμωνιάτικο ζώο το αλάτι των χεριών σου,
Μα τα μενεξεδένια μαλλιά σου αφρίζουν σαν ένας θάμνος κουφοξυλιάς,
Που μέσα του κραυγάζει ο μικρός έμπειρος μπούφος.

Ιδού για μας χτισμένη η ζηλεμένη ονειροπολιτεία,
Που οι δρόμοι της είναι μαύροι και άσπροι.
Συ περπατάς πάνω στο σπιθοβόλο χιόνι της ελπίδας,
Για μένα στήνονται τα σίδερα της σκοτεινής γνώσης.

Κατάντικρυ στον ουρανό είναι τα σπίτια με κιμωλία ζωγραφισμένα
Κι οι πόρτες τους από χυτό μολύβι.
Ψηλά μονάχα κάτω απ’ την κορφή φυτρώνουν κίτρινα κεριά
Σαν πρόκες σε αναρίθμητες νεκρόκασσες.

Όμως σε λίγο θα ‘μαστε στην αλμυρή λίμνη.
Εκεί τα παγοπούλια μας παραμονεύουν με τα μακριά τους ράμφη.
Που όλη τη νύχτα με γυμνά χέρια τα παλεύω,
Πριν από μας τα ζεστά πούπουλά τοςυ ετοιμάζουν τη φωλιά

*Από τη συλλογή “Ονειροχλόη” (“Traumkraut”), Εκδόσεις στιγμή (σελ. 41 και 49). Μετάφραση: Δ.Π.Παπαδίτσας.

Αντώνης Στασινόπουλος, Τρία ποιήματα

antonis 1

Της Καρδιάς

ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ της καρδιάς σου.
Άνοιξέ το στους ξεριζωμένους μετανάστες,
που σε κοιτούν με βλέμμα κυνηγημένου αγριμιού.
Άνοιξέ το στους ανέργους
που χάνονται στις ψευδαισθήσεις των υποσχέσεων
για μια ακτίνα ήλιου.
Άνοιξε το παράθυρο της καρδιάς σου στα παιδιά των φαναριών,
που το κρύο τους περονιάζει τα κόκκαλα.
Άνοιξέ το σε αυτούς που απέτυχαν να αλλάξουν τον κόσμο
καίτοι προσπάθησαν.
Άνοιξε το παράθυρο της καρδιάς σου
σε όλους τους απόκληρους της γης.

***

Μια Άλλη Πόλη

ΜΑΚΡΟΣΥΡΤΑ βήματα
βγάζουν μεταλλικούς ήχους στους δρόμους αυτής της πόλης.
Υπερυψωμένα κτίρια σκιάζουν τα χρώματα
σ’ ένα και μόνο, το γκρίζο.
Μοναξιά ίσως.
Θα μπορούσε να ήταν και αλλιώς;
Πιο ανθρώπινη, να αποπνέει μια ζέστη
και επικοινωνία
πέρα από τις κεραίες των τηλεοράσεων
και τα καλώδια του ΟΤΕ.
Λέω, θα μπορούσε να είναι κι αλλιώς;
Συνθλιβόμαστε

***

Έκθετοι

ΨΙΘΥΡΟΙ ΒΡΟΧΗΣ,
αυτό το θαμπό πρωινό.
Γραφείο ΟΑΕΔ.
Σαν πουλί παγιδευμένο οι άνεργοι στην ουρά,
όνειρα, φόβοι, προσδοκίες
σε μια υπό θεώρηση πράσινη κάρτα.
Χωρίς ταυτότητα ένθετου
στον αποκλεισμό έκθετοι,
ας πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας.

*Από τη συλλογή “Των ονείρων τα χρώματα”, Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, Αθήνα 2004.

πεθαμένα εξάρχεια

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

a_LIFO_Asimos_3.jpg
στο πρόσωπο ένα ξυράφι/
στο στήθος οι τριβές/
και όπως ντύνεται ένα ποίημα – από την απέχθεια για τον άνθρωπο –
με δέρμα ανθρώπου/
κι ο χρόνος μας δέρνει ως να καταλήξουμε,
αυτό ρωτάω:
πού θα κατέληγες
αν είχα τα μάτια σου
όταν σε έπινα;
Είσαι η ίδια;
Έντρομη συνενοχή
στους ναούς των αστέγων,
ή ξινή αντιμετάθεση
στης ζωής τα δόντια;
Εδώ που τερματίσαμε,
ποντικάκια σε πρόβα λεόντων,
ότι μας συμβαίνει είναι δανεικό
(ή δανεισμένο)
Κι αν ο ήλιος ανάβει ή σβήνει σαν χαλασμένη ασφάλεια/
σταθερά/
επειδή εμείς έχουμε σπίτια/
κλειστά – ανοιχτά
τα χαμόγελά τους παραμένουν πεθαμένα/
Στο στομάχι αντιόξινα
να φύγει η αηδία/
Τα Εξάρχεια
πεθαμένα κι αυτά/

View original post

Νίκος Καρούζος, Δύο ποιήματα

χ4

Λαλώντας απ’ το μέλλον

Δεν έχει stop η ποίηση.
Να προκαλείς αχόρταγες φωτιές
τραγουδώντας τους άχραντους πάγους.
Είμ’ εγώ που σου λέω· που συγκατοικώ

σε υπόγεια υγρασία
με αόρατο τέτανο που καιροφυλαχτεί

και μ’ ανόσιες αράχνες.

***

Χρησμός και Πράγμα

Τι χαίρεσαι; την αθαμβία;
Μα ο θεός νοσεί
σε φρικαλέες αναγκαιότητες

τίκτοντας ελευθερία
πέρκα τραγουδιστή και ηδύχρωμη
στην επιούσια θάλασσα λησμονήσου.

Matsuo Basho, Από το “Μόνο
 τα όνειρά μου συνεχίζουν”

basho

Πάει κι αυτό το φθινόπωρο. Ένα σύννεφο
κι ένα πουλί μεγαλύτερος.
􏰀
***

Άσπρισαν τα μαλλιά τους, χρειάζονται μπαστούνια πια.
Πήραν το δρόμο για το νεκροταφείο, οικογενειακώς.

***
􏰀
Ανήμερα του Βούδα, οι προσευχές τρίζουν στα γέρικα χέρια.
􏰀
***

Σήμερα – μέρα των ψυχών – βρήκες να σκεφτείς
πως δεν αξίζει τίποτε η ζωή σου;
􏰀
***

Τι καθαρό φεγγάρι! Και να το σέρνει έτσι
στη σκόνη αυτός ο μοναχός!
􏰀
***

Λυσσομανούσε παγωνιά το φθινόπωρο
όλη νύχτα πίσω από τα βουνά.
􏰀
***

Μπλε το πέλαγος, βαθύ, φουρτουνιασμένο.
Το φεγγάρι κουτσοπίνει το κρασί του με το κύμα.
􏰀
***

Νυχτώνει. Οι μοναχοί στηρίζουν τα χέρια τους στα γόνατα
κι ανατέλλουν ξυρισμένα κεφάλια.
􏰀
***

Αργά ή γρήγορα, πίσω απ’ αυτή την πόρτα που σκέπασαν τα χόρτα,
μια νέα γενιά θα μεγαλώνει κούκλες.

*Μετάφραση – Επίλογος: Γιώργος Μπλάνας

Linda Stevenson, Clovers

IthicaPaintingCropped.JPG

Setting aside a mask, or several

she plays, as when a child

pressing against

the beaten bronzed air

stroking the shiny surfaces of afternoons

as they drift;
finds and picks out from faded grass

or from between the leaves

of now shelved books

the different gifts

for the ones she loves, kneels
and hands up to them, with no words

their four-leafed presentations.

*Taken from http://poetryblogroll.blogspot.com.au/2015/12/i-wish-id-written-this.html
The artwork here is also by Linda Stevenson, inspired by Cavafy’s “Ithaca”. Linda lives in Melbourne

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Πυρρίχιος

magical_night_by_tahaalasari-d54e2dx

Μες στη σιωπή κοχλάζει ο χρόνος.

Στο άκουσμά της
αθέατα παφλάζουν οι παλίρροιες
οι ώρες περιστρέφονται διαρκώς
ξυπνούν κρυμμένοι ήλιοι

ανεξίτηλα πρόσωπα χορεύουν
στο κατώφλι της έκπληξης

Άννα Νιαράκη, Δύο ποιήματα

Artwork: Egon Schiele

Artwork: Egon Schiele

ιδαλγός

Είσαι γιος του ευγενούς χάους και της ανυπαρξίας
δεν μοιάζεις, περιφέρεσαι πιο πολύ 
απ’ όλους τους ομοειδείς σου
τροχιά ασυνήθιστη στο σύμπαν, ένας αλήτης αστεροειδής
που διασχίζει τις νύχτες ελλειπτικά τα όνειρά μου

και μου υπαγορεύει της ψυχής μου τον κωδίκελλο

όχι δεν είμαι κληρονόμος εγώ αστεροειδών, εκτελεστής είμαι
των τελευταίων επιθυμιών τους
τακτοποιώ τα ζητήματα της ύλης και διευθετώ την κατανομή 
του μαύρου

κρατάω τεφτέρι, κάθε 13,77 χρόνια, η επιθυμία αλλάζει
κάθε 13,77 χρόνια ξυπνώ κάθιδρη και σημειώνω ακατάπαυστα 
τα υπαγορευόμενα:
τόνοι αστρικής σκόνης εκεί
τόσα μεταλλεύματα εκεί
η ενέργεια σε ισόποσες δόσεις στον τάδε και στον δείνα
η λάμψη στον ουρανό – όλη
και το μαύρο, κάθε φορά το μαύρο
δικό μου

σαν ιερέας που ανακηρύσσει την ανεξαρτησία μου

***

μόνο τους αμετανόητους

Αυτές οι νύχτες είναι φτιαγμένες για έρωτα
γιατί χαλάμε τις ώρες μας;
γιατί υπομένουμε άχρηστες συζητήσεις
γιατί φοράμε τα ρούχα μας
γιατί ο ένας μακρυά ο ένας από τον άλλο παραμένουμε; 

αυτές οι ώρες δεν ξανάρχονται                                                                                                                  
αυτές οι ώρες που το φθινόπωρο υποχωρεί
δειλά σαν ντροπαλό φιλί στο μάγουλο

δεν ξανάρχονται μάτια μου
κι εμείς δεν θα είμαστε αιώνια νέοι

κι οι γέροι μόνο να νοσταλγούν ξέρουν
κι είναι νωρίς για να μετράμε τις απώλειες                                                                                               
είναι νωρίς καρδιά μου για να προσποιούμαστε
τους κατασταλαγμένους 

οι νύχτες δεν συγχωρούν τους δειλούς
μόνο τους αμετανόητους

*Δημοσιεύτηκαν στο ιστολόγιο της ποιήτριας Αντιποίηση. Εμείς τα πήραμε από το http://dreaming-in-the-mist.blogspot.fr/search/label/%CE%9D%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B7%20%CE%86%CE%BD%CE%BD%CE%B1

Γρηγόρης Σακαλής, Οι άλλοι

cap41-253x300

Είναι μερικοί άνθρωποι
ίσως οι περισσότεροι
που ζουν για να βασανίζονται.
Παιδιά που δουλεύουν
γυναίκες κακοποιημένες
απλήρωτοι εργάτες
άνεργοι
τοξικομανείς
φυλακισμένοι για τις ιδέες τους
δεν έχει τέλος ο κατάλογος.
Ζουν την κόλαση επί γης
ο ήλιος
δεν βγαίνει γι’ αυτούς
μαύρες μέρες
διαδέχονται η μία την άλλη.
Ας μιλήσουμε γι’ αυτούς
φτάνει πια
με τα λουλούδια
και τους έρωτες
μη κλείνουμε τα μάτια
ας κάνουμε κάτι γι’ αυτούς
η ανθρωπιά εξανθρωπίζει.

Δημήτρης Τρωαδίτης, σαν εμμονή αιμορραγούσα

Artwork: garcia - 15

Artwork: garcia – 15

οι ερημιές κυριαρχούν παντού
στα πολύβουα εμπορικά κέντρα
στις λαϊκές αγορές
στις μεγάλες λεωφόρους
στις γιορτές των πολιούχων αγίων
στις ατραπούς της λησμοσύνης
στις αφύλακτες διαβάσεις

εκεί γλοιώδεις έμποροι
καρφώνουν το κεφάλι σου
τεμαχίζουν τις ανάσες σου
παζαρεύουν ακόμα κι αυτά τα ξέφτια σου
με εμπορικές ρήτρες
αλλά και μουσειακή έπαρση

εκεί σηκώνεις για λίγο το βλέμμα
μα κι αποστρέφεις τη θωριά σου
σαν εμμονή αιμορραγούσα.

εκεί αφήνεις το αίμα σου
σε πασσάλους
σε βωμούς
για την απόλυτη δόξα
των ιεροεξεταστών …

*Πρώτη δημοσίευση εδώ: http://inner.gr/1274