Παναγιώτα Μαλαπάνη, Μελβούρνη … Κατερίνα

810629-130706-rev-migrants

Τη λέξη Μελβούρνη
Δεν την γνώριζε η γιαγιά μου
Δεν την είχε ξανακούσει ο παππούς μου
Ήταν απλά μια ξένη λέξη … άγνωστοι ήχοι
Χωρίς ιδιαίτερη σημασία

Μέχρι την στιγμή που η μάνα μου διεκδίκησε
Τη Μελβούρνη ως προορισμό της
Τελικό σταθμό
Σε ένα τριανταήμερο θαλασσινό ταξίδι

Ένα ταξίδι που την ξερίζωσε
Μακριά από τη μητρική αγκαλιά
Και το πατρικό βλέμμα
Μακριά από αδέρφια … αδερφές
Πρόσωπα και τοπία
Που την όριζαν

Μια διαδρομή χαρακτηρισμένη
Από πρόθυμα κορίτσια
Κρατώντας φωτογραφίες
Με υποσχέσεις ακόμα ακέραιες

Μια διαδρομή γεμάτη
Νεανικά όνειρα
Κοχλάζοντας
Με ελπίδες ψιθυριστές

Αυτή τη διαδρομή
Την πήρε από την αγκαλιά ενός χωριού
Στην ημισκιά του Ταϋγέτου,
Την κράτησε μαζί με χιλιάδες άλλες ψυχές
Πίσω από συρματόπλεγμα στην Bonegilla
Και την άφησε τελικά με μια βαλίτσα
Και αμέτρητα όνειρα
Στην Μελβούρνη της δεκαετίας του ’50

Μετά από ελάχιστο καιρό
Είχε μάθει τά σοκάκια
Του Collingwood
Είχε χτυπήσει σε ατέλειωτες πόρτες
Αναζητώντας δουλειά στο Richmond
Μάτια καρφωμένα στις πινακίδες
– Ζητούνται γυναίκες –

No inglis… no understan
Hav tzob? Work hud…

Εργοστάσια, γραμμές,
Παραγωγή, μηχανές
Προϊστάμενοι… διευθυντές… εργοδότες

Οι εβδομάδες μεταμορφώθηκαν σε μήνες
Wog – go home – wog – go home

Οι μήνες σε χρόνια
…δουλειά… σπίτι …δουλειά… σπίτι

Σιγά-σιγά απόκτησε καινούργιες φιλίες
Και δημιούργησε οικογένεια
Βάρδιες πρωινές, απογευματινές, βραδινές
Τράπεζα… δάνεια … σπίτια
Παιδιά και ευκαιρίες
Χωρίς να το καταλάβει
Σιγά-σιγά συνήθισε
Συναντούσε τις φίλες της κάτω απ’ τα Ωρολόγια
στο Flinders Street
Βρήκε την ομάδα της στο football
Φορούσε κάλτσες απ’ το Dimmeys
Και έπινε καφέ στην καφετέρια του Myer

Χαμογελαστοί εισπράκτορες στα τραμ
Τη βοήθησαν να γνωρίσει την πόλη της
Και με τον καιρό παρατήρησε την ανάπτυξή της

Είδε το Oakleigh να μαζεύει τον ελληνισμό,
Καφενεία και μπακάλικα
Όπου η μητρική της γλώσσα ακουγόταν
Είδε το Lygon Street να συστήνει σαλάμι,
Παγωτά και παστά
Έκανε παζάρι για πατσά στο Box Hill
Και μαγεύτηκε με τα μετάξια στο Sydney Road.
Όταν το Telecom τελικά
“μας ένωσε με την κάθε άκρη του κόσμου”
Η φωνή των γονιών της
Έφερε στο νου εικόνες
Άλλου τόπου, άλλου χρόνου
Μιας ζωής
Στην οποία δεν άνηκε πλέον

Γι’ αυτούς επιτέλους
Η λέξη Μελβούρνη
Απόκτησε κάποια σημασία
Δεν ξεχωριζόταν πια
Από το όνομα της μητέρας μου
Η γιαγιά μου… ο παππούς μου
Πάντα αναφέρονταν στα δυο
Με μία πνοή

Μελβούρνη – Κατερίνα

*Το ποίημα πρωτογράφτηκε προφανώς στην αγγλική γλώσσα. Στη μορφή αυτή δημοσιεύτηκε στο ετήσιο λογοτεχνικό περιοδικό “Αντίποδες” του Ελληνοαυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Μελβούρνης.

BourkeCentral2

Τάσος Ρούσσος, Δύο ποιήματα

roussos002

ΧΡΩΜΑΤΑ

Αρχίζοντας με το πράσινο
σκοτεινό από τη φυλακισμένη πίκρα
κι ανεβαίνοντας δύσκολα
σε φυλλώματα πιο ευκίνητα
πιο φιλικά στο φως.
Η’ χλόη με τα διάφανα φύλλα
που δανείζονται λίγο τον ήλιο
και λάμπουν σχεδόν ξανθά,
στις δροσερές όμως ραβδώσεις της σκιάς
το μαύρο επιβάλλει πάλι τη σιωπή.
Ψηλότερα απ’ το χώμα στο λαό των θάμνων
ανατέλλει το θαμπό κίτρινο
ή άλλιώς το πεθαμένο πράσινο
και δίπλα οι μικρές φλόγες των λουλουδιών.
Ε’δώ διδάσκονται τα πουλιά.
Σωπαίνουν στους ίσκιους ή ετοιμάζονται,
μελετούν το πολύχρωμο δίχτυ του ήλιου.
Ξαφνικά πετώντας προς τα πάνω
τραγουδούν το βαθύ κίτρινο
κι έπειτα πάλι
πέφτουν στη γαιώδη σιωπή
των ακίνητων φυλλοβόλων
και πάλι ψηλά στο αδιατάρακτο κυανό
ώς τις αινιγματικές ραδιοβολίες τού ιώδους.

***

ΚΑΤΑΦΟΡΤΗ ΜΝΗΜΗ

Καταφορτη μνήμη,
πώς να σε κατοικήσω;
Μάτια που χάθηκαν, βότσαλα μαύρα,
κι απάνω στους κουφαλιασμένους βράχους
ο αγέρας με το φεγγάρι.
Μνήμη φορτωμένη χειρονομίες
κυνηγώντας από γκρεμό σε γκρεμό
τοπία φωνών και πετούμενα ήχων
το χειμώνα που χιόνισε στα μάτια των πουλιών
άκρη άκρη εκεί στα βροχερά χωράφια.

Σ’ αυτό το μαύρο αμπέλι τι να κόψεις.
Αίμα βαθύλαλο μα τό ’φαγαν οι σφήκες
κι ό,τι απομένει χάνεται στο θειάφι.
Γέροντα με το ξύλινο ποδάρι,
κουρσάρε του παλιού γιαλού,
μ’ ένα μπάρκο πού μύριζε κατράμι και μπαχαρικά,
σύριζα στη μαύρη δημοσιά τί περιμένεις;

Α’νεβαίνοντας συναντάς πάλι το βυθό
φωνές που δε σε ξέχασαν και σε γυρεύουν.
Τί να τούς πεις; Μιλούν άλλη γλώσσα.
Αυτοί έχουν πεθάνει πριν πεθάνουν.
Είκοσι χρόνια τώρα ανασαίνουν
και σαπίζουν, σαπίζουν, σαπίζουν.
Σε συνάντησα στις πηγές του ‘Αλιάκμονα
τρεις λεύκες περπατούσανε μαζί σου
μες στο θαμπό πρωί.
Δεν πυροβόλησες
άνοιξες μόνο μια σελίδα
και διάβαζες δυνατά για το Βουλγαροκτόνο
και τις φωτιές στο κάστρο της ’Αχρίδας.
Ε’’πειτα πάτησες τη νάρκη.

Λοιπόν και να ονειρεύεσαι είναι μνήμη.
Αυτά πού ζήτησες ή αυτά πού σε διαλέξαν
μνήμη κι αυτά, κρυφός υπόγειος καθρέφτης,
μπαίνεις κι έτσι άξαφνα οδοιπορείς
εκεί πού θέλησε ή καρδιά σου κάποτε.

Νύχτα, κατάφορτη μνήμη,
πώς να σε κατοικήσω;

*Από τη συλλογή «Ο Ξεναγός και η Νύχτα», εκδόσεις Κείμενα, Αθήνα 1981 (σελ. 22-24).

Aristeidis G. Paradissis, Two poems

dsc_0107

A COLD DRINK AT THE NEW PLAKA

Ten years later at La Trobe University

“Nos plaisirs les plus doux ne vont point sans tristesse.”
Pierre Corneille, Horace, V. i.

the hot day grips me tight in sweat
as I creep into the most current cafeteria
ghosts from the past drift in with me
flowing old friends whose eyes spoke brightly of life
cet eclair dans nos yeux que nous nommons la vie
(Lamartine radiated laments as he gazed at lakes and graves)
I touch old whispers as I clutch my glass of cold pretexts
and sip slow memories amid the tellurian bustle
of bodies I don’t know
cappuccino and cake yells a publicity-conscious window
loudly to the diminished day outside
in the Agora the four bodybuilder plane trees
are still trying to stand guard against the gatecrasher years
ripples of history begin to lap at me
I can hear the smooth scattered.tootling of Athenian flutes
as the Long Walls are pulled down

***

THE ABANDONED BEACH

soft despondency of the sea waves
the abandoned beach seems a Sahara to me
grey flight to the horizon of bitter clouds
the dazed ship knows where it will reach land

let the night ring let the hour come
I’m going the days remain

very far from here lies the panting sun
a bandaged silence fills my ears
a single seagull lectures the survivors
and Apollinaire smiles in his sleep

let the night ring let the hour come
I’m going the days remain

Τι δεν πρόλαβε να δει ο Νίκος Καββαδίας

Το κόσκινο's avatarAmphibian Fate

Κάτι που δεν πρόλαβε, ήταν ν’ ακούσει τους στίχους του μελοποιημένους, από τον Γιάννη Σπανό, το Θάνο Μικρούτσικο, τη Μαρίζα Κωχ και τόσους άλλους αξιόλογους μουσικούς, διαφορετικών τάσεων και ικανοτήτων, που αργότερα καταπιάστηκαν με την ποίησή του, φέρνοντάς τη στα χείλη ανθρώπων, κυρίως νέων. Κι είναι άξιον απορίας, το ότι δεν επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο νωρίτερα, μιας και τα ποιήματά του, διαθέτουν από φυσικού τους μια μουσικότητα αξιοθαύμαστη!

Το 1977, δυο χρόνια μετά το θάνατο του Καββαδία, ο σκηνοθέτης Τάσος Ψαρράς γύρισε την κοινωνική σειρά “Πορεία 090” για λογαριασμό της τότε κρατικής τηλεόρασης. Το σενάριο, που υπογράφει ο ίδιος, είχε να κάνει με τις περιπέτειες και τις συνθήκες διαβίωσης των ναυτικών, στη διάρκεια ενός ταξιδιού του φορτηγού πλοίου «Αργώ» από την Πύλο, όπου επιβιβάζεται το καινούργιο πλήρωμα, μέχρι την Ιαπωνία, που είναι και ο τελικός προορισμός του ταξιδιού.

Η μουσική επένδυση της σειράς προτάθηκε στον συνθέτη Θάνο Μικρούτσικο, που εξέφρασε την…

View original post 167 more words

Κώστας Σοφιανός, Τρία ποιήματα

Photo: Gennadi Blokhin

Photo: Gennadi Blokhin


Η ΡΥΘΜΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΦΘΟΡΑΣ ΣΤΑ ΡΟΔΙΝΑ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ

Στέκομαι και την κοιτάζω που παίζει με τα βότσαλα˙

πηγαινοέρχεται στην παραλία και παίζει με τα βότσαλα:

– φέρνει χαρτιά, φέρνει ξύλα,

βρέχει την άμμο, βρέχει τον αέρα,

θέλει να βρέξει τα καλά μου πέδιλα,

θέλει να φύγω, θέλει να με διώξει

δε θέλει να τη βλέπω που παίζει με τα βότσαλα.

Στέκομαι και την κοιτάζω που παίζει με τα βότσαλα˙

κανείς δεν έχει την ηλικία της

κι όμως

παίζει με τα βότσαλα που έφτιαξε, ως φαίνεται,

για να παίζει.
Στέκομαι και την κοιτάζω που παίζει με τα βότσαλα

και σκέφτομαι,

ακέραια μόνος και ολοένα λιγότερος,

την άλλη,

την ευρύτατη θάλασσα,

που σα βότσαλο,

με άλλα βότσαλα

με συμφύρει και με φθείρει

έτσι- για να παίζει…

***

ΝΙΨΟΝΑΝΟΜΗΜΑΤΑΜΗΜΟΝΑΝΟΨΙΝ

Δόξα

και μνήμη

της σκονισμένης πέτρας,

βροχή Ιουλίου

π’ ανασύρεις τα χρώματα

και δείχνεις

πόσο πιέζονται τα ορυκτά ώσπου να γίνουν!

…Απρόβλεπτο νερό

ξέπλυνε κ’ εμένα

από τη σκόνη των ματαιώσεων˙

κάνε

να λάμψουν μέσα μου

όσα προδίδω.

***

ΚΑΡΤΕΣΙΑΝΟ

Αν κατεβώ στον εαυτό μου

θα χαθώ
αν ανεβώ στον εαυτό μου

θα πέσω

γι’ αυτό στριμώχνομαι όπως-όπως

σ’ Ι αυτό

που λεν σ υ ν ε ί δ η σ η

κ’ έτσι – σκεπτόμενος – υπάρχω.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Επιθυμία

51

(Σ.Κ.)

για τον ανθισμένο κούρο
που έκανε τοξοβολία
ένα βράδυ του μικρού καλοκαιριού

(λες και οι πνοές ξεκινούν μονάχα τα βράδια ∙
πνοές μέσα από σώματα που δεν μιλούν,
από υπάρξεις που αρέσκονται στο να κοιτούν)

                                                      Νέττα, 11/10/2015

Νίκος Βαρδάκας, Τέσσερα ποιήματα

Σύνθεση: Jackson Pollock

Σύνθεση: Jackson Pollock

Αρχή

Η ζωή μου ξεκινάει πάλι.
Η αρχή είναι σαν το μαχαίρι
που κόβω το παρελθόν.

***

Νησί

Το νησί εκείνο στέκει μόνο
στην θάλασσα. Όπως και εγώ
ανάμεσα στους συνανθρώπους μου.

***

Θέληση

Η θέλησή μου είναι σφαίρα. Η
πράξη μου θα γίνει πιστόλι να
σκοτώσω τους φόβους μου.

***

Χέρια

Ευλογημένα τα χέρια που
ποτίζουν τη γη. Καρποί
θα φυτρώσουν με κόπο.

*Από το βιβλίο “Μέχρι την λύτρωση”, Θεσσαλονίκη, Ιούλιος 2015.

Μάρθα Μυλωνά, Δέσμιοι

photo

Ταξιδεύοντας την Ελλάδα του 2010

Οι φύλακες πολλών ειδών,
με κλειδιά διαφόρων σχημάτων
ποικίλων ήχων,
κρούσματα συνηθισμένα ή ασυνήθιστα,
φωνές γνώριμες, θεσπέσιες, φιλικές,
αλαζονικές ή εκφοβιστικές,
και πάνω στο πλαδαρό μας μυαλό
κατοχυρώνονται, πλάθουν
και αναπλάθουν τις αφηγήσεις μας
διεκδικούνε το είναι μας
κάνουν συνδέσεις και επανασυνδέσεις
στα νευρόνια του νου
κι εμείς άβουλοι και βολεμένοι
αφημένοι στην ευνοιοκρατία
που καλλιεργήσαμε σε τέχνη,
στην έλλειψη πραγματικής φωνής αφημένοι
φωνή που κατοχυρώσαμε παρά μόνο στο
ρητορεύειν, στη θεατρική διαμάχη και κάθαρση
στη φιλαρέσκεια και διαμέλιση
στην εξαφάνιση του είδους πορευόμαστε ταχέως
με αβρότητα πάντως και συναυλίες
γιατί μόνο εκεί κάπου
σε κάποιο τραγούδι, όλοι, βρισκόματε
μ’ όλες τις ψευδαισθήσεις,
Σίσυφοι,
θύτες και θύματα
δέσμιοι πάντα.

Αθήνα 2010

Fuck all lines (ηχητικό ντοκιμαντέρ)

Teflon's avatarΤεφλόν | Ποιητικό Σκεύος

1b

Fuck all lines
Ένα ηχητικό ντοκιμαντέρ των Jason Bakey και Jazra Khaleed

Ακούστε το εδώ

Το βράδυ της 24ης Σεπτεμβρίου 2015 εκατοντάδες μετανάστες, κυρίως από τη Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν,
περιμένουν στο λιμάνι της Μυτιλήνης το πλοίο που θα τους μεταφέρει στον Πειραιά.

View original post