Στέλλα Δούμου, Οδυνηρό Φως

1934613_10153943077067369_8483213833055583095_n

{σαν σήμερα. Που έραψες τον χρόνο πίσω σου..} 



Mε φωτεινά δάχτυλα

τάματα ήλιου
τρυπούν το ζάμπλουτο μαύρο

της τιμωρημένης κάμαρας.

Τιμωρημένη

γιατί κράτησε αδιάφο
ρη
το σώμα του πατέρα

σιωπηλό και παγωμένο που

παρά τα κλάματα και τις ικεσίες

δεν άλλαζε κατάσταση.

Ώστε τα λόγια και οι ματιές

χτυπούσαν σε κάτι σκληρό

και ξαναγύριζαν ορφανά

και άχρηστα φέρνοντας

πόνο οξύ και ασίγαστο.

Στη θύμηση

αυτής της σκληρής και

απαρηγόρητης εικόνας

τα φωτεινά δάχτυλα

του μικρού σώματος του ήλιου

δεν σχεδιάζουν στο σκοτάδι της

κρύας κάμαρας

παρά τη μορφή του πεθαμένου πατέρα

που του ξεσκεπάσαμε το πρόσωπο

μόνον όταν το αυγινό φως

μας πρόσταξε πως ήρθε η ώρα

να πιστέψουμε ότι αυτό το

παγωμένο ξύλο

δεν πρόκειται ξανά ν’ ανθίσει

μακάρι όλο το φως του κόσμου

να το βρέξει.
.


*Από τη συλλογή “Χαμηλές Οκτάβες” εκδ. Φαρφουλάς, 2013. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο της ποιήτριας στο http://doumoustella.wordpress.com

Έρμα Βασιλείου, Η επόμενη μέρα από τις πυρκαγιές (και ένα ποίημα)

468212-medium

Με αφορμή τις Πυρκαγιές του Μαύρου Σαββάτου της 7ης Φεβρουαρίου 2009 στην επαρχιακή Βικτώρια (έξω από τη Μελβούρνη) το άρθρο μου αυτό δημοσιεύτηκε σε εφημερίδα του Σίδνεϊ την ίδια χρονιά. Αναδημοσιεύεται εδώ στη μνήμη όσων χάθηκαν τη μέρα εκείνη τόσο άδικα (173 ψυχές) αλλά και όσων τραυματίστηκαν (414 άτομα).
Θυμόμαστε πάντα το μεγάλο ηρωισμό του Αυστραλού προς τον συνανθρωπό του. Τη μέρα αυτή κάναμε όλοι μια ευχή να μην υπάρχει ποτέ όμοιά της, να μην υπάρχει άλλη ίδια. Επίσης, το άρθρο συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο “Έργα του Νότου”.

epa03527647 Unfamiliar territory.....A kangaroo hops through a burnt out paddock after a grassfire in Sunbury north of Melbourne,Victoria  Jan. 8, 2013. The fire has been contained.  High winds and record temperatures fanned fires in the south east region of the country,. More than 130 fires are preently burning in neighbouring New South Wales state.  EPA/JULIAN SMITH

epa03527647 Unfamiliar territory…..A kangaroo hops through a burnt out paddock after a grassfire in Sunbury north of Melbourne,Victoria Jan. 8, 2013. The fire has been contained. High winds and record temperatures fanned fires in the south east region of the country,. More than 130 fires are preently burning in neighbouring New South Wales state. EPA/JULIAN SMITH

Η τηλεόραση και τα υπόλοιπα Μέσα Ενημέρωσης είχαν προειδοποιήσει για τον κίνδυνο που πλησίαζε. Μα ο καθένας κρίνει μόνος του πότε θα πρέπει να τα εγκαταλείψει όλα για τη ζωή του. Γιατί ζωή είναι αυτή που βλέπει κανείς μπροστά του, αλλά κι αυτή που μένει πίσω του. Είναι και ο χρόνος μεγάλος μάρτυρας σε όλα αυτά. Βιάζεται, και δεν είναι διαθέσιμος πάντα σύμφωνα με το βηματισμό του καθενός. Και κείνη τη μέρα, χρόνος και άνεμος, φωτιά και κόλαση βάδιζαν αντάμα. Οι φλόγες ξεπετάχτηκαν και αγκάλιασαν διπλά, γερά ό,τι έβρισκαν. Και έμεινε η απορία, η έκπληξη και ο πόνος στα συντρίμμια. Πότε! …Πότε πρόλαβε η φύση να δείξει αυτό της το πρόσωπο; Πότε ένα αυστραλέζικο μαγευτικό τοπίο γίνηκε στάχτη; Και μια αγνή εικόνα της υπαίθρου, μια οικογένεια της κόκκινης, παιδεμένης γης έγινε μνήμη; Και σκέφτεται κανείς να μετρήσει παραπάνω…μα…πότε μπορεί μέσα σ’ αυτό να χαθούν τόσο γρήγορα, τόσο αστραπιαία…ανθρώπινες ψυχές…όντα από το ζωικό βασίλειο…η φύση όλη, το βιος, οι ελπίδες, τα όνειρα. Πότε πεθαίνει ένα δέντρο όρθιο, και μια φρεσκοφυτεμένη γλάστρα φωνάζει βοήθεια; Ο θάνατος είναι θάνατος αλλά μπορεί να έρθει πιο γλυκός…ποτέ στη φλόγα μέσα. Πότε φοβούνται τα κατοικίδια και μένουν πίσω, στον αφέντη τους, να μοιραστούν το φόβο του θανάτου μαζί… Η κόλαση γίνεται μεγαλύτερη όταν προχωρά η ίδια σε σένα!

Και βγαίνουν μέσα από τη φωτιά ζωντανά πρόσωπα, με κοκκινόμαυρο χρώμα με ρούχα που η φωτιά άρπαξε…και καραδοκεί να βάλει μεμιάς στο στόμα της…Με το μαρτύριο της αγωνίας στο πρόσωπο, τη δύναμη της ζωής να ζήσει στα μάτια τους…η μάχη ολόρθη για τη γη του ανθρώπου του γενναίου Αυστραλού, που πάλαιψε να την δαμάσει, να την κτίσει με πράσινο χρώμα να έρχονται μαζί, κόποι και πουλιά να τραγουδούν τη δόξα της. Και να η γη τώρα, η κόκκινη να παίρνει πιότερο το χρώμα της φωτιάς.

Γιατί…δεν υπάρχει σκληρότερος τρόπος να περιγράψει κανείς τις φλόγες από το αποτέλεσμά τους, τη στάχτη.  Και για τη στάχτη δεν υπάρχουν περιγραφικά, εκτός από το χρώμα της.

Όλα όσα πορεί να θυμηθεί η ψυχή και να πονέσει την περιγράφουν

Ξημέρωσε η επόμενη μέρα της 7ης Φεβρουαρίου, και η μεθεπόμενη, όπως θα ξημερώσουν κι άλλες. Και μέσα από την εικόνα της τέφρας που βράζει και αχνίζει ακόμα στάχτη, φάνηκαν τόσες άλλες, δυναμικές εικόνες, που ανασαίνουν την ψυχή, δίνουν φτερά στην καρδιά. Άνθρωποι ν’ αναζητούν τους δικούς στα πύρινα τείχη, να βαδίζουν στη λάβρα του αέρα, που δεν ξεχώριζε τη μέρα εκείνη από τη λάβρα της φωτιάς, να ψάχνουν στις φλόγες με ατσαλένια θέληση να βρουν το γείτονα, να χάνουν αδιάφορα πολύτιμες στιγμές για να σώσουν τα κατοικίδια ζώα  τους, να τα ευθανατίζουν ορισμένοι για να μην παρατείνουν τον πόνο τους, με κίνδυνο να χαθούν μαζί τους, να θυσιάζονται για τον δικό, να παγιδεύονται στις γλώσσες της καταστροφής… και ηλικιωμένα ζευγάρια να περιμένουν χέρι με χέρι το τέλος της ζωής τους, παγιδευμένα σ’ ένα γκαράζ με σιδερένια πόρτα, όπου οι φλόγες ούτε το σίδερο θα φοβηθούν για να χωθούν.

Ξένοι να γίνονται δικοί για σωτηρία. Αυτή η αγάπη είναι ο εχθρός της φλόγας. Από το δράμα στον ηρωισμό είναι το θαύμα της ζωής.
 
Η έννοια της εφήμερης ζωής που ζούμε τόσο έντονα σήμερα είναι περισσότερο μέρος μιας ομιλίας του άμβωνα. Δεν πρόκειται εδώ ωστόσο για τη γραμμή της ζωής και όσα θα φέρει ο τελειωμός της στον παράδεισο. Πρόκειται για την ίδια τη γραμμή που περνάει αυτή την ώρα από την κόλαση. Πρόκειται για αυτό που κάνουμε το κάθε εκατοστό της ζωής μας, και που σ΄ αυτό μας παίρνει τόσο εύκολα  η αυτοθυσία.  Κι αυτή την καλή σχέση με τον γείτονα, αυτή τη θυσία, την γνωρίζουν πολύ καλά οι Αυστραλοί. Το mateship, που μοιάζει, μέσα από τη λέξη αυτή, μεγαλύτερο από το friendship.
 
Με δύναμη πνεύματος, ράντισαν και πάλι το χώμα που άφησαν πίσω οι φλόγες. Με δάκρυ ή με πικρό χαμόγελο, η δύναμή τους ορθώθηκε πυρίμαχη, ανεξάντλητη. Θα επιστρέψουν, είπαν οι περισσότεροι, θα κτίσουν και πάλι εκεί που τους πήρε η φωτιά το βιος. Στα κέντρα όπου συνάζονται για να σταθούν στα πόδια τους, η δύναμη του πνεύματος είναι φλόγα που ανασταίνει περισσότερο εμάς που δεν είδαμε το πέρασμα της κόλασης της 7ης Φεβρουαρίου αλλά το νιώσαμε στις πράξεις των συνανθρώπων.
 
Οι θηριωδίες της φύσης έχουν ένα τέλος, όχι όμως και αυτές των ανθρώπων. Και είναι με πληγές που επιστρέφει κανείς πάντα στα ενθύμια του νου για να σκεφτεί τι προκαλεί ο άνθρωπος στον άνθρωπο.
 Συχνά, μπροστά στην τηλεόραση, ή ακούγοντας το ράδιο, είναι για να πάρουμε δύναμη από όσους έζησαν το κόκκινο φιλί του θανάτου. Μα ακόμα και τότε, ορισμένοι από μας δεν είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε.
 
Η μέρα που δεν αφήνει κανείς την σκληρή εμπειρία να γίνει απλά μια κακή θύμηση, η μέρα που ανασταίνεται η στάχτη, αυτή είναι η επόμενη μέρα. Η μέρα που θα ραντίσουμε με ό,τι μπορούμε τη γη εκείνων που την έχασαν. Η επομένη μέρα από τις πυρκαγιές  είναι ακόμα για να σώσουμε.  

Κι όμως η μνήμη φλογίζει ακόμα, θυμίζει ένα θόρυβο που έρχεται, πλησιάζει…και ακόμα και στον ύπνο μας τρίζουν τα δέντρα τα δόντια από φόβο…Ένας Ξυπόλυτος Ήλιος γραμμένος σαν ποίηση στα τετράδια μιας ποιήτριας, έρχεται να ζητήσει καταφύγιο στις σελίδες με πόδια ματωμένα με καρδιά λυγισμένη ζητώντας συγγνώμη για τη δύναμη…τη Δύναμη, τη Φύση. Και τον καλωσορίζουμε σαν άνθρωπο στο κατώφλι με νερό κι ένα κρύο βρεμένο ρούχο στο μέτωπο…κι έτσι μόνο…αγαπώντας τον άνθρωπο όλα σβήνουν όταν πρέπει…όλα διορθώνονται όσο μπορούμε, ακόμα και η συμβολική γραφή που δεν αντέχουμε να γίνεται η κυριολεξία της θεριστικής μηχανής των στοιχείων και ο χαμός του κόπου και της ζωής των δικών μας αδελφών στη ΓΗ, όπου γης.
και δρόσου ξεκούραση

Κάτι στη μνήμη του Brian Naylor, δημοσιογράφου του Καναλιού 9 που χάθηκε εκείνο το Σάββατο με τη σύζυγό του, αλλά και για όλες τις ψυχές που πέταξαν την ίδια μέρα μακριά μας!

Ξυπόλυτος Ήλιος

Η λύρα του Νέρωνα
Φοβίζει
Μαζί με φλόγες οι νότες
Περνούν και κροταλίζουν σε άλλους αιώνες
Φεύγει το μαύρο σύννεφο
Μείναν οι προσευχές
Εσύ κι εγώ σωσμένοι
Εσύ κι εγώ χωσμένοι
Και υπεύθυνοι στη μάχη, έτοιμοι για τη μεγάλη δραπέτευση
Που επιστρέφει στη ζωή
Σίδερα λαμαρίνες
Τέφρος
Τάφρος
Αέρας σκοτεινός
Που αποφάσισε ν’ αλλάξει τα ρούχα μας
Σήμερα
Αλλάξαμε μια χειραψία επί τέλους
Στο Kinglake
Στο Marysville
Με πονεμένα χέρια, με σάρκα να μένει ανοικτή
Αν κι ένωσαν για πάντα οι πληγές τις πληγές της
Και προχωρήσαμε μαζί με τον Ξυπόλητο Ήλιο
Και προχωράμε, με φωτιάς βάδισμα
Και δρόσου ξεκούραση!

The results of a bush fire, Heathcote, Royal National Park, Australia.

The results of a bush fire, Heathcote, Royal National Park, Australia.

Κατερίνα Γώγου//Katerina Gogou

vequinox's avatarManolis

gvgou

TROY AVENUE 35A

My house, like yours
intrudes into the houses of others
since the roads are so narrow
and there are so many people.
Sometimes I feel we sleep in the same bed
since we are almost glued together
we use the same brush to brush our teeth
and we eat the same food.
Only when you go
you leave behind your dirty dishes
it can’t be explained otherwise
that the sink is always full.
It doesn’t matter though.
I do what I can
to show how much I love you.
For this I put on the fake moustache
and I go out to the rain with a fan
that your children will laugh.
Only I beg of you don’t gossip about us
and leave my Myrto alone.
She was born as she looks:
sad.

ΤΡΟΙΑΣ 35 Α

Το σπίτι μου όπως και το δικό σας
μπαίνει στα σπίτια…

View original post 321 more words

Στάθης Ιντζές, Οι αφιερώσεις και οι επιγραφές στην ποίηση της Αλεχάνδρα Πισαρνίκ

images

1.    ΠΡΟΛΟΓΟΣ

1.1.    Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΑΛΕΧΑΝΤΡΑ ΠΙΣΑΡΝΙΚ ΜΕ ΤΗ ΓΑΛΛΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ

Για να προσεγγίσουμε τις αφιερώσεις και τις επιγραφές τής Αλεχάντρα Πισαρνίκ στην ποίησή της, χρειάζεται να κατανοήσουμε τη σχέση της με το κίνημα του Υπερρεαλισμού, που γεννήθηκε στο Παρίσι, αλλά και τη σχέση τής ίδιας με τη Γαλλία. Τα γράμματα τής Πισαρνίκ μαρτυρούν ότι κατά το διάστημα που έζησε στο Παρίσι, έμαθε τα απαιτούμενα γαλλικά ώστε να συμμετέχει στη λογοτεχνική ζωή της πόλης. Είχε ήδη συνείδηση της ελευθερίας του πνεύματός της, «του αμαρτήματος να είσαι ποιήτρια, να έχεις αφήσει μόνη τη μητέρα σου»1. Από τα 18 της, ονειρευόταν να ταξιδέψει στο εξωτερικό και να ζήσει το όνειρό της ως ποιήτρια «Ω! πόσο θέλω να ζω αποκλειστικά για να γράφω!»2. Κάπου αλλού αναφέρει για το Παρίσι: «Είμαι ερωτευμένη με αυτήν την πόλη»3. Έγραψε, αργότερα, για τα χρόνια που έζησε στο Παρίσι: «η μοναδική περίοδος της ζωής μου που γνώρισα την ευτυχία και την ακμή ήταν εκείνα τα τέσσερα χρόνια στο Παρίσι»4. Μέρος εκείνης της ευτυχίας συνίστατο στο ότι μπόρεσε να διαβάσει υπερρεαλιστικά βιβλία στον τόπο όπου το ρεύμα αυτό διείπε τη λογοτεχνική έκφραση και την παραγωγή  λογοτεχνικού έργου και όχι από τα ένα-δύο βιβλιοπωλεία τού Μπουένος Άιρες, όπως το Galatea, που ήταν το πιο ενημερωμένο αναφορικά με τα γαλλικά κείμενα. Τα αναγνώσματά της έγιναν ο τόπος στον οποίο ήθελε να ζει. «Τα αγαπημένα ποιήματα είναι σαν μια πατρίδα»5.
Το Παρίσι δημιουργήθηκε από τους συγγραφείς και τους στοχαστές του. Ο τρόπος ζωής και οι ελευθερίες που προσέφερε σε έναν ποιητή αυτή η πόλη ήταν για την Αλεχάντρα το «υπερρεαλιστικό όνειρο» που ήθελε πάντα να ζήσει. Έζησε στο Παρίσι από το 1960 ως το 1964, όπου εργάστηκε για το περιοδικό Cuadernos και μερικούς γαλλικούς εκδοτικούς οίκους. Δημοσίευσε ποιήματα, κριτικές και μετέφρασε Αρτώ, Μισώ, Σεζάρ και Μπονφουά.
   

1.2.    ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ

–    8 Ιανουαρίου, Παρίσι, 1961

«Στον δρόμο Gay-Lussac ένα παλιό αυτοκίνητο γεμάτο από χαρτόκουτες. Καθισμένος ανάμεσά της, ένας ηλικιωμένος λευκής επιδερμίδας, μαύρο πανωφόρι και μαύρο καπέλο, πρόσωπο όμορφο και λυπημένο. Συλλογίστηκα ότι κανείς, πέραν εμού, δεν γνωρίζει ότι είναι λυπημένος μέσα σε ένα πολύ παλιό αυτοκίνητο σε έναν έρημο δρόμο. Αλλά ξαφνικά είπα στον εαυτό μου: ‘’Κι αν αυτός ο άνδρας δεν υπάρχει, αν δεν υπήρξε;’’ Πλησίασα και πράγματι, δεν υπήρχε κανείς».

–    15 Οκτωβρίου, Μπουένος Άιρες, 1964

«Η μοναξιά τού καθενός. Να μην είσαι αντικείμενο των βλεμμάτων. Να κοιτάς και μερικες φορές να σε κοιτούν. Να χρησιμοποιείς τα μάτια. Όρια. Να μην γράφεις, να μην σε απασχολεί να γράφεις. Να μην παριστάνεις τον Φλωμπέρ. Σε καταλαβαίνει. Αυτή που δεν καταλαβαίνει είμαι εγώ».

1.3.    Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ

–    ΤΟ «ΧΡΕΟΣ» ΤΗΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΑΝΤΡΕ ΜΠΡΕΤΟΝ

Η απόσταση που κράτησε από τον κλασσικό υπερρεαλισμό εξηγείται από το γεγονός ότι ο υπερρεαλιστικός κύκλος του Παρισίου τη δέχτηκε μόλις στις αρχές του 1960, όπου και πήρε την απόφαση να ζήσει εκεί. Η Πισαρνίκ όχι μόνο διάβαζε κλασικά υπερρεαλιστικά κείμενα, όπως το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Μπρετόν Nadja (1928), αλλά και απορρόφησε την ακμάζουσα κριτική διαπλάθοντάς τη σε κριτικό τού υπερρεαλισμού. Επιτέθηκε στον Μπρετόν για το «απελευθερωμένο ασυνείδητο» που διακύρησε. Η Πισαρνίκ δεν μπόρεσε να απελευθερώσει το ασυνείδητό της καθώς χαρακτήριζε τον εσωτερικό της κόσμο σκοτεινό, απειλητικό και μη προσβάσιμο. «Όχι, οι λέξεις δεν συνθέτουν τον έρωτα συνθέτουν την απουσία»6. Έτσι, τον πιο κρίσιμο ρόλο στο έργο της θα τον έπαιζε το αποκρυφιστικό στοιχείο στον χαρακτήρα του Μπρετόν. Η Πισαρνίκ απορρόφησε τα στοιχεία που συνέθεταν τον υπερρεαλισμό την εποχή που εκείνη βρισκόταν στο Παρίσι, δηλαδή τη δεκαετία που οδήγησε στον θάνατο του Μπρετόν το 1966.
Η Πισαρνίκ, ως αναγνώστρια, ταυτίζεται τόσο έντονα με αυτό που διαβάζει κατά τρόπο τέτοιο ώστε να μεταμορφώνεται σε αυτό και υποφέρει από τις συνέπειες. Στο ημερολόγιό της σημειώνει για το «χρέος» της απέναντι στον Μπρετόν « Ίσως είναι εκείνο που ποτέ δεν μου έμαθε και παρόλο αυτά είναι εκείνο που είχε τη μεγαλύτερη επίδραση πάνω μου»7.

–    ΑΝΡΙ ΜΙΣΩ Ή «Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ ΜΑΣ»

Η Αλεχάντρα Πισαρνίκ, επηρεασμένη από το κίνημα του Υπερρεαλισμού, με τις αφιερώσεις και τις επιγραφές στο έργο της, θέλει να δείξει στον αναγνώστη ότι και η ίδια διάβαζε. Και διάβαζε κυρίως υπερρεαλιστές συγγραφείς. Μέσω τού Οκτάβιο Πας, γνώρισε και μελέτησε τον Ανρί Μισώ, ο οποίος ήταν γνωστός ως ο πιο αυθεντικός υπερρεαλιστης, γιατί αρνήθηκε να εισχωρήσει στο κίνημα του Μπρετόν το 1920. Η Πισαρνίκ έγραψε ένα δοκίμιο για τον Ανρί Μισώ ως παρουσίαση για τον βιβλίο του Passages, 1963. Βλέπει τον Μισώ ως «μεγάλο θεραπευτή» και τη γραφή του ως γιατρειά για τη ψυχική διαταραχή. «Η καλύτερη ποίηση του αιώνα μας» έγραψε για τον Μισώ τοποθετώντας τον στο ίδιο ύψος με τον Ρεμπώ και τον Λουτρεαμών. Αναγνωρίζει ότι το έργο του είναι κάτι σαν εξορκισμός, ένας όρος που η ίδια κουβαλά στην ποίησή της, των δικών του δεινών και εμμονών.

–    ΛΑΤΙΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ

Για να αντιληφθούμε τη θέση των Λατινοαμερικάνων λογοτεχνών στον Παρίσι εκείνη την εποχή, αξίζει να σημειώσουμε ότι η Πισαρίνκ υπαινισσόταν ότι η ίδια «ήταν και δεν ήταν υπερρεαλιστής» κάτι που ίσχυε και για τους υπόλοιπους Λατινοαμερικάνους λογοτέχνες που ζούσαν στον Παρίσι την ίδια εποχή.

1.4.    ΓΙΑ ΤΗ ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

σκίτσο της ποιήτριας

Πολλές είναι οι αναφορές ζωγράφων στην ποίηση της Αλεχάντρα Πισαρνίκ (βλ. Κεφάλαιο 3). Η ίδια, πίσω στο Μπουένος Άιρες, επέδειξε ένα ενδιαφέρον για τη ζωγραφική και σπούδασε πλάι στον υπερρεαλιστή Αργεντίνο, με καταλανικές ρίζες, Juan Battle Planas.

Δεν χωρά αμφιβολία ότι αυτή η εξέλιξη επηρέασε αποφασιστικά τον τρόπο που η ποιήτρια θα έγραφε, αργότερα, τα ποιήματά της. «Ευφορία βλέποντας τα κάδρα του Ενρίκε Μολίνα (βλέπε Κεφάλαιο 2, αφιέρωση στον Ενρίκε Μολίνα). Η υπερρεαλιστική ζωγραφική μου αρέσει όσο τίποτα στον κόσμο. Μου αρέσει και με ηρεμεί».8

το κείμενο αποτελεί μέρος της μελέτης
“Οι αφιερώσεις και οι επιγραφές 
στην ποίηση της Αλεχάντρα Πισαρνίκ”
 του Στάθη Ιντζέ

Συνεχίζεται…

*

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ 1

1(Ημερολόγια, σελ 442)
2(Ημερολόγια, σελ. 27 και 64). 
3(Αλληλογραφία, σελ. 68)
4(Αλληλογραφία, σελ. 288)
5(Αλληλογραφία, σελ. 175)
6(Αλληλογραφία, σελ. 304)
7(Ημερολόγια, σελ. 422).
8 Pizarnik, Alejandra: Op. cit., 1992, Buenos Aires, 1964, 8 Ιουλίου, σελ. 261

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο της “Θράκας” στο σύνδεσμο http://thraka-magazine.blogspot.gr/2016/01/1.html

Antonin Artaud, Ήρθα στο Μεξικό για να δραπετεύσω του ευρωπαϊκού πολιτισμού…

Le grand écrivain's avatarΚΕΝΟΣ ΤΙΤΛΟΣ

02

Antonin Artaud

 

Ήρθα στο Μεξικό για να δραπετεύσω του ευρωπαϊκού πολιτισμού…

(Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής)

 

Ήρθα στο Μεξικό για να δραπετεύσω του ευρωπαϊκού πολιτισμού, βγαλμένου ούτε λίγο ούτε πολύ από εφτά-οχτώ αιώνες αστικής παιδείας[1], ακριβώς διότι μίσησα βαθιά τόσο τον πολιτισμό αυτόν όσο και την παιδεία που τον υποστηρίζει. Ήλπιζα να βρω εδώ μια διαφορετική, μια ζωτική μορφή παιδείας, αλλά δεν βρήκα τελικά παρά το κουφάρι της παιδείας της Ευρώπης, το οποίο η Ευρώπη έχει ήδη αρχίσει να προσπαθεί να ξεφορτωθεί.

Υπάρχουν, αναμφίβολα, αρκετοί άνθρωποι, τόσο στην Ευρώπη γενικά όσο και στη Γαλλία ειδικά, που έχουν επίγνωση του συγκεκριμένου ζητήματος. Οι άνθρωποι αυτοί είναι ριζοσπάστες κι εγώ θέλω να συγκαταλέγω τον εαυτό μου ανάμεσα τους. Θα ήθελα, όμως, το πρόβλημα της επανάστασης [που θέτει αναπόφευκτα ο ριζοσπαστισμός], να το θέσω με έναν τρόπο απόλυτο και, αν όντως θέλουμε να δώσουμε στον όρο το πραγματικό του περιεχόμενο…

View original post 2,351 more words

Η πισίνα των αναρτήσεων

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ's avatarΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

pisina

Εδώ είναι ο λάκκος του ζευγαρώματος των ανήσυχων ψυχών. Εδώ ρίχνουν τις βουτιές τους όλα τα εγκλωβισμένα θηρία. Ο ηλεκτρισμός μας φέρνει πιο κοντά. Η επαφή μας πυροδοτείται απ’ την ταχύτητα της σύνδεσης. Εδώ μέσα σ’ αυτή τη μήτρα του δούρειου ίππου της επιθυμίας, αρχίζουν να ξιφουλκούν τα κορμάκια που δεν αγγίζονται, με αναρτήσεις. Φωτογραφίες, εξυπνάδες, σχόλια, στίχοι, άρθρα, κακίες, καλοσύνες, στριγκλιές, μα κυρίως ο νάρκισσος εαυτός που όλο και ναρκισσεύεται.

Η φιλία αρχίζει και τελειώνει με το πάτημα ενός κουμπιού. Η ευχαρίστηση είναι προγραμματική. Δικτυώνομαι άρα υπάρχω. Πάντα εγώ ο βασιλιάς της μοναξιάς μέσα στο πανοπτικόν μου ενδιαίτημα. Μπορώ να συζητώ ξεβράκωτος με έναν άγνωστο απ’ την Αυστραλία, να ανεβάζω τραγούδια, να παίρνω κεφάλια, να σχολιάζω, να το παίζω έξυπνος, καλός ή κακός. Μπορώ να βλέπω πόλεμο χωρίς γρατζουνιά, να παίρνω μάτι όμορφες εργάτριες του σεξ τζάμπα και παστρικά, μπορώ να θαυμάσω λίμνες, θάλασσες, ποτάμια, βουνά.

Μπορώ να ξεσπαθώσω…

View original post 201 more words

Antonio Machado, Κάμποι της Σόρια

I

Είναι η γη της Σόρια, κρύα και άγονη.
Πάνω στα φαλακρά βουνά, πάνω στους λόφους,
πράσινα λιβαδάκια, σκονισμένα υψώματα,
περνάει η άνοιξη και αφήνει
ανάμεσα στα αρωματισμένα χόρτα
τις μικροσκοπικές της άσπρες μαργαρίτες.
Η γη δε ζωντανεύει, ο κάμπος ονειρεύεται.
Αρχές Απρίλη κι είναι χιονισμένη
η ράχη του Μονκάγιο-
ο επισκέπτης χώνει στο μπουφάν του
στόμα, λαιμό και οι τσοπαναραίοι
περνάνε τυλιγμένοι στις μακριές τους κάπες.

ΙΙ

Οι κάμποι της δουλειάς,
όπως ρετάλια καφετιού υφάσματος,
ο κήπος, το μελίσσι, τα κομμάτια
του βαθιού πράσινου που βόσκει η προβατίνα,
ανάμεσα σε μολυβένιες ριζιμιές, σπέρνουν
το χαρούμενο όνειρο μιας αρκαδικής νηπιότητας.
Στις μακρινές, τις μαύρες λεύκες του μονοπατιού,
τα στητά κλαδιά τους μοιάζουνε με καπνό
σαν γλαυκό μούχρωμα -τα νέα τους φύλλα-
και στις ρωγμές μέσα σε αυλάκια και πεδιάδες
ασπρίζουνε οι ανθισμένοι βάτοι, κι οι βιολέτες
φυτρώνουν και σκορπίζουν το άρωμ.α τους.

ΙΙΙ

Είναι ο κυματιστός κάμπος, οι δρόμοι
κρύβουν τους ταξιδιώτες που καπλάζουν
επάνω στα σταχτιά τους γαιδουράκια,
στο βάθος της δυσμικής μέρας που φλέγεται
υψώνουνε τις ταπεινές μορφές,
που στιγματίζουν τον χρυσό καμβά της δύσης.
Αλλά αν δεις τον κάμπο από ένα ύψωμα,
από τις κορυφές που κατοικεί ο αετός,
είναι ιριδισμοί πορφύρας και ατσαλιού,
μολυβί ισιώματα, ασημένιοι λόφοι,
τριγυρισμένα από βιολετί βουνά,
με χιονισμένες ρόδινες κορυφές.

IV

Οι εικόνες του κάμπου στον ουράνιο θόλο!
Δυο αργά βόδια οργώνουν
σ’ ένα λόφο, σαν μπαίνει το φθινόπωρο,
κι ανάμεσα στα μαύρα τους κεφάλια,
τα λυγισμένα κάτω απ’ το ζυγό,
κρέμεται ένα καλάθι από σπάρτα και βούρλα,
που είναι η κούνια ενός μωρού-
και πίσω από τη ζεύγλα
πάει ένας άνθρωπος σκυφτός κατά τη γη,
και στα ανοιγμένα αυλάκια μια γυναίκα
ρίχνει τους σπόρους.
Κάτω από ένα κρεμεζί, πορφυρό σύννεφο,
μες στο ρευστό, πρασινωπό χρυσάφι
της δύσης, οι ίσκιοι γιγαντώνονται.

V

Το χιόνι. Στον ανοιχτό βουνόκαμπο
φαίνεται η καλύβα που το τζάκι βγάζει
καπνό κι η κατσαρόλα βράζει μπουρμπουλίζοντας.
Τρέχει ο βοριάς στον παγωμένο κάμπο,
στροβιλίζοντας άσπρα σύννεφα
σιωπηλού χιονιού.
Το χιόνι πέφτει στον κάμπο και στους δρόμους
και μοιάζει σα να πέφτει πάνω σ’ έναν τάφο.
Πλάι στη φωτιά ένας γέρος σταυροπόδι
βήχει και τρέμει κι η γριά του γνέθει,
και μια κοπέλα ράβει κόκκινο στολίδι
στο κρεμεζί της φόρεμα.
Οι γέροι είναι οι γονείς ενός ημιονηγού
που οδοιπορούσε στου χιονιού τις στράτες,
αλλά μια νύχτα χάθηκε
και θάφτηκε κάτω από του βουνού τα χιόνια.
Πλάι στη φωτιά είναι μια θέση άδεια
και στο σκυθρωπό μέτωπο του γέρου
μια ζοφερή σβησιά
-σαν ένα αυλάκι τσεκουριάς πάνω σε ξύλο-.
Η γριά κοιτάζει προς τον κάμπο, σα ν’ ακούει
πάνω στο χιόνι βήματα. Όμως κανένας
δεν περνάει. Έρημος είναι ο δρόμος,
κι όλα ερημιά στον κάμπο γύρω.
Η κοπέλα σκέφτεται πως στα πράσινα λιβάδια
θα ροβολάει μαζί με συνομήλικές της
τις γαλανές και τις χρυσές ημέρες,
όταν ανθίσουν οι άσπρες μαργαρίτες.

VI

Κρύα Σόρια, αγνή Σόρια
αρχή της Εξτρεμαδούρα,
με τον πολεμικό πύργο
ερειπωμένο, πάνω στο Δούρο·
με τα φαγωμένα τείχη
και τα μαυρισμένα σπίτια!
Νεκρή πόλη των προυχόντων
κυνηγών ή στρατιωτών
πύλες με τους θυρεούς τους·
ιδαλγοί εκατό γενεών
και των λιμασμένων σκύλων,
που φαίνονται τα πλευρά τους
και μαζεύονται κοπάδια
μες στα βρώμικα δρομάκια,
και το μεσονύχτι ουρλιάζουν
όταν κρώζουν τα κοράκια!
Κρύα Σόρια! Η καμπάνα
της λειτουργίας στη μία.
Σόρια, πόλη της Καστίλλης,
τόσο ωραία στο σεληνόφως!

VII

Ασημένια βουναλάκια,
γκρίζοι λόφοι, κόκκινοι βραχότοποι
απ’ όπου περνάει ο Δούρο
τη στροφή του της βαλλίστρας
γύρω από τη Σόρια, σκοτεινά λιοπρίναρα,
άγρια βραχοτόπια, φαλακρά βουνά,
ποταμίσιες λεύκες κι άσπροι δρόμοι,
αποσπερνά της Σόρια, μυστικής, πολεμικής,
σήμερα αισθάνομαι για σας
από τα βάθη της ψυχής μου, λύπη,
λύπη που είναι αγάπη! Πεδιάδες της Σόρια
όπου οι βράχοι μοιάζουν να ονειρεύονται,
είστε μαζί μου! Ασημένια βουναλάκια,
γκρίζοι λόφοι, κόκκινοι βραχότοποι!

VIII

Ήρθα να δω ξανά τις χρυσές λεύκες
του δρόμου που είναι πλάι
στην ακροποταμιά του Δούρο,
ανάμεσα Άγιο Πόλο κι Άϊ Σατούριο,
πίσω από τα παλιά τείχη
της περιζωσμένης Σόρια
-κατά το Αραγκόν, στη γη της Καστίλλης-
Αυτές οι μαύρες λεύκες, που συνοδεύουν
με τον ήχο των ξερών φύλλων τους
τον ήχο του νερού, όταν φυσάει ο αγέρας,
έχουν στη φλούδα χαραγμένα
αρχικά ερωτευμένων και ημερομηνίες.
Λεύκες της αγάπης που χτες είχατε
τα κλώνια σας γεμάτα αηδόνια·
λεύκες που αύριο θα γίνετε λύρες
του αρωματισμένου αγέρα στην άνοιξη·
λεύκες αγάπης πλάι στο νερό
που τρέχει και περνάει τραγουδώντας,
λεύκες της ακροποταμιάς του Δούρο,
είσαστε μαζί μου, σας κουβαλάει η ψυχή μου!

IX

Ω, ναι! Μαζί μου πάτε, πεδιάδες της Σόρια,
μενεξεδί βουνά, γαλήνια βράδια,
περίπατοι του ποταμού, πράσινο όνειρο
της γκρίζας γης, της σκοτεινής πεδιάδας,
πικρή μελαγχολία της ρημαγμένης πόλης.
Φτάσατε στην ψυχή μου,
ή μήπως κιόλα έχετε μέσα της φωλιάσει;
Άνθρωποι του οροπεδίου της Νουμάνθια
που φυλάτε το Θεό σαν χριστιανές γερόντισσες,
ο ήλιος της Ισπανίας να σας χαρίζει
γέλιο, φως και αγαθά!

* * *

Έχε γεια, γη της Σόρια· έχετε γεια βουνόκαμποι,
φράχτες από λοφίσκους, στρατιωτικά υψώματα,
ριζιμιές και βραχότοποι της άγονης Καστίλλης,
πουρναρόμαζες-φαντάσματα και ίσκιοι από λιοπρίναρα!
Μες στην απελπισία και τη μελαγχολία
της θύμησής σου, Σόρια, ποτίζεται η καρδιά μου.
Γη ζωντανή, ολόκληρη, προς τη δική μου γη,
απ’ τους ολόανθους κάμπους, σε πηγαίνει η ψυχή μου.

Ταξιδεύοντας με το τρένο, Απρίλης 1912

*Από το βιβλίο “Antonio Machado, Ποιήματα”, δίγλωσση έκδοση σε Ισπανικά και Ελληνικά. Μετάραση και γενική επιμέλεια: Ρήγας Καππάτος. Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2009.

machado004

Γιώργος Μανέτας, Άφθονος πόλη

1935130_956474651106653_9177692845981322671_n

Πολυκατοικία 97.

Οι δρόμοι της πόλεως έρημοι.

Αοιδοί με μικρές φυσαρμόνικες 

συνωστίζονται στων φαναριών τα πόστα

καρδιοχτυπώντας για μεροκάματο.

Χαστουκίζονται για τεχνικές που δεν ευόδωσαν.

.

Πολυκατοικία 81.

Από νωρίς ξηλώνουν τα δέντρα.

Στις θέσεις τους φυτεύονται μικρά παιδιά

με χλωροπράσινα μαλλιά καταστόλιστα θάνατο.

Στα κορμιά τους αποφόρια υφασμένου ξύλου

δουλεμένα μ’ απειλές ψιλοβέλονες.

.
Πολυκατοικία 48.

Τα άλογα της πόλεως χλιμιντρίζουν – 

Λαμπορκίνες και Φεράρες συν 4Χ4 (=16?)

κι αυτή… κουλουριασμένη νεκρή πλάι σε όρνια

που ‘χουν νύχια και ράμφη γαμψά,

κρατά στης ψυχής τα θεμέλια μπουρίνι τον έμετο. 

.
Πολυκατοικία 69.

Έρωτες… μετρημένοι στης Κάλι τα δάχτυλα,

αθόρυβοι μα κι επίμονοι,

πικρόθυμοι,
παρομοιώδεις μα κι ευγνώμονες.

Θλιμμένες στην έξοδο νύφες με βλέμμα κενό.

.
Πολυκατοικία 12.

Αυλότοιχος.

Δολοφονημένος στίχος ερωτικός

από νωρίς φτεροκόπος.

Είναι γιατί κρυφοκοίταξε

γραμμένο σύνθημα πολιτικό.

Δυο λουλούδια στη μνήμη του.

.

Πολυκατοικία 24.

Φανάρι. Οι δρόμοι της πόλεως έρημοι.

Τώρα στις γλάστρες φυτεύουν τις έγκυες.

Καβάλα στη σπορ σκούπα κολίγας σπινιάρει.

Τα παιδιά φυτεύονται ακόμα.

Στα κλαριά τους αυτόχειρα περιστέρια
.
.

Άλλαξε η μέρα σκυτάλη με τη νύχτα.

Το δαχτυλίδι της μπόχας μονόπετρο.

*Από εδώ: 
http://georgemanetasexaformis.wordpress.com/2005/03/14/5/
©Γιώργος Μανέτας

Δωρεάν Hλεκτρονικό Βιβλίο
http://joom.ag/gr5b#.U-IXne0Irlg

Lucifugo, a diavolo in corpo, Προσμονές

60033_217692198568053_8576635340481334093_n

Κάθε πράγμα στον καιρό του
Κι ο θάνατος στην ώρα του

Μας βάζει το πιάτο στο τραπέζι
Το χέρι του προσκέφαλο
Μας κοιτάζει όταν κοιμόμαστε
Και τα μάτια μάς ανοίγει το πρωί
Να κινήσουμε για το σχολειό, τη δουλειά
Τη βόλτα τη βραδινή

Κάθε πράγμα στον καιρό του
Κι ο θάνατος ακούνητος στο θρόνο του
Ξεπηδάει από τις εσοχές του χρόνου
Κι όλα τα ξεκινάει από την αρχή

Σαν βασιλιάς που εκμαιεύει την αφοσίωση
Και το σεβασμό των υποτελών του
Ο θάνατος πλέκει το εγκώμιο της ζωής
Και μάς υφαρπάζει κάθε στιγμή

Αναπνέει τον αέρα του σπιτιού που κατοικούμε
Οι ανάσες του το χειμώνα θολώνουν στα παράθυρα το γυαλί
Το καλοκαίρι ξαπλώνει γυμνός στο κρεβάτι μας
Και γρήγορα ξαναστρώνει το σεντόνι
Να μην αντιληφθούμε το αποτύπωμά του
Πως πέρασε κι από ‘κει

Μπροστά στις παλιές φωτογραφίες
Κλαίμε σαν το μικρό παιδί
Που έμεινε ξαφνικά ορφανό από γονείς

Ακόμα πεθαίνουμε με την ελπίδα
Πως θα ‘ρθει η στιγμή και θα ξαναγεννηθούμε
Κι όλο λησμονούμε τις στιγμές που χάθηκαν
Τα ίχνη που έσβησαν και μας έφεραν ως εδώ

Στο φως της ελπίδας
Πως είμαστε κάποιοι άλλοι
Ξεροσταλιάζουμε και ξεσπαθώνουμε σαν το κερί Που ανάβει και λιώνει στο σκοτάδι
Ώσπου να το πλακώσουν οι μαύροι καπνοί
Έτσι ξεχνούμε στο πρόσκαιρο φως
Πως γίναμε το θλιβερό απολειφάδι
Που είμαστε ετούτη τη στιγμή

Ο εαυτός μας καθημερινά
Ξεγλιστρά μέσα από τα χέρια μας
Μας βγάζει τη γλώσσα του στον καθρέπτη Και το γέλιο του θανάτου κοντεύει
Να τρυπήσει τα τύμπανά μας

Ψυχορραγούμε χωρίς να χυθεί ρανίδα αίμα
Σαν γλώσσα που οι άνθρωποι την έκαμαν πέρα
Και δεν την ομιλούνε πια
Εφευρίσκοντας συνεχώς μιαν άλλη πιο νέα
Που κανένα νόημα δεν αντηχεί
Στον πνευμόνων μας το θαμμένο αέρα
Ανήμπορη ν’ αναστήσει τη σκοτωμένη μνήμη των ζωντανών
Η παντοτινά νέα γλώσσα
Είναι κιόλας η ξεχασμένη παμπάλαια νεκρή γλώσσα ολονών

Αν προσέξουμε το καθρέφτισμά μας
Στα ιριδίζοντα νερά της λήθης που ακουμπούμε τα χείλη μας
Για να φυλαχτούμε απ’ το ζόφο
Της καθημερινής μας συναναστροφής
Θα δούμε το αγγελικό κεφάλι του θανάτου
Ίσα-ίσα να προεξέχει πάνω απ’ το δικό μας
Και να μας ψιθυρίζει στο αυτί τα μυστικά της αιώνιας ζωής

Matsuo Basho, Χαϊκού από τη συλλογή “Μόνο τα όνειρά μου συνεχίζουν”

haiku_01_c

Πάει κι αυτό το φθινόπωρο. Ένα σύννεφο κι ένα πουλί μεγαλύτερος.
􏰀
Άσπρισαν τα μαλλιά τους, χρειάζονται μπαστούνια πια.
Πήραν το δρόμο για το νεκροταφείο, οικογενειακώς.
􏰀
Ανήμερα του Βούδα, οι προσευχές τρίζουν στα γέρικα χέρια.
􏰀
Σήμερα – μέρα των ψυχών – βρήκες να σκεφτείς πως
δεν αξίζει τίποτε η ζωή σου;
􏰀
Τι καθαρό φεγγάρι! Και να το σέρνει έτσι στη σκόνη
αυτός ο μοναχός!
􏰀
Λυσσομανούσε παγωνιά το φθινόπωρο όλη νύχτα
πίσω από τα βουνά.
􏰀
Μπλε το πέλαγος, βαθύ, φουρτουνιασμένο. Το φεγγάρι
κουτσοπίνει το κρασί του με το κύμα.
􏰀
Νυχτώνει. Οι μοναχοί στηρίζουν τα χέρια τους στα
γόνατα κι ανατέλλουν ξυρισμένα κεφάλια.
􏰀
Αργά ή γρήγορα, πίσω απ’ αυτή την πόρτα που
σκέπασαν τα χόρτα, μια νέα γενιά θα μεγαλώνει κούκλες.
􏰀
Τώρα που κοιτάζω το φεγγάρι… κανείς δεν ήταν
τόσο ωραίος στη χθεσινή γιορτή.
􏰀
Το φθινόπωρο τσιρίζει ψύχρα κάθε φορά που ανοίγει πόρτα.
􏰀
Χόρτασαν θύελλα τα κόκαλά μου. Τώρα φτάνει
να σκεφτούν αέρα και περονιάζουν.
􏰀
Αν είναι θλίψη ένας πίθηκος που κλαίει, τι είναι
ένα παιδί χαμένο μεσ’ στη θύελλα.
􏰀
Ξεπάγιασαν φθινόπωρο στα χείλια μου οι λέξεις.
􏰀
Φεύγω κι αφήνω πίσω μου δυο φθινόπωρα αγάπη.
􏰀
Τι πάει να πει ήρθε ο καιρός του θερισμού;
Το καπέλο μου μόλις που χορτάριασε.
􏰀
Μεσάνυχτα: η δροσιά δανείζεται ύπνο από το σκιάχτρο.
􏰀
Το απόγευμα τραβάει ολομόναχο το δρόμο.

*Μετάφραση-επιμέλεια: Γιώργος Μπλάνας