Γιώργος Αναγνώστου: Ακαδημαϊκό, Μονοφωνικό

Κάπως για να αιτιολογήσει την συγγραφική του απραξία. Κάπως για να την πικάρει που επιμένοντας στην γραφή γέρασε (έτσι νόμιζε). Κάπως για άλλους λόγους (άγνωστους). «Με βιβλία θα αλλάξουμε τον κόσμο»; την προκάλεσε. Αυτήν, την προσκαλεσμένη, μεταξύ μαρτίνι και μοχίτο στο πάρτι του, under the belt. Της ήρθε αναπάντεχο, υπόκωφο τσεκούρι με φόντο ραφιναρισμένα ράφια ακαδημαϊκού (θεωρία, λογοτεχνία, δοκίμια). Αλλιώς το είχαν θέσει το θέμα όταν τους βασάνιζε σαν φοιτητές. Τον κοίταξε ψύχραιμα, εστιάζοντας πέρα από αυτόν, ο τρόπος της να διαστέλλει αποστάσεις, τα κερδισμένα της γραφής. Μια σπίθα συρρίκνωσης στα μάτια σάρωσε σπιθαμή προς σπιθαμή το ακτινολογικό της συναλλαγής. Πύκνωσε κάτι στην ατμόσφαιρα σαν παρατεταμένη ηχώ αιωρούμενου ασβέστη που κοχλάζει πριν την ώρα του. Δεν χρειάστηκε να πει κάτι καν. Καμπύλη κοινής μνήμης αναπόφευκτα τους έφερε όσο πιο κοντά άντεχε η καμπούρα της στιγμής. Θέλοντας και μη, ποτό και οι δυο στο χέρι χειροπέδες, τσούλησαν πίδακα παρελθόντος χρόνου. Μια θέση του τότε για την ακαδημία σαν σύγκρουση ιδεών με το κατεστημένο αποτύπωσε στην λευκή κουρτίνα του σαλονιού σαθρό πάπυρο. Και μια συζήτηση για την θεωρητική έρευνα σαν μέσο καταξίωσης των εθνοτικών σπουδών που συμφωνώντας είχαν αγκαλιαστεί τώρα μπιμπελό έκθεμα. Πολιτική μικρής κλίμακας, το προσωπικό να παλεύει με το θεσμικό, εκεί που πατάει στέρεα η στάση του καθενός και λερώνουν οι λάσπες, εκεί που θεωρία και πράξη αγκαζέ, έτσι το μιλούσαν. Κοιτάχτηκαν κατάματα. Φόρμα άχρωμη η μορφή του ή έτσι της φάνηκε; Αφορμή για ένα κόκκινο υγρό, θεαματικά βαθύ, να αρχίσει να πλημμυρίζει το σαλόνι προς γενική έκπληξη των παρευρισκομένων. Έβηξαν διακριτικά (βρισκόμαστε στο Νιού Ίνγκλαντ) μη και πιτσιλίσουν τον τόμο στο κομοδίνο που τόσο λαχταρούσε για το βράδι αργότερα. Έσταζε κάτι σαν αίμα-πύον το ταβάνι, μούλιαζαν τα βιβλία στην σινιαρισμένη βιβλιοθήκη, ρυτίδιαζαν οι ράχες τους. Κοκκίνιζαν ασφυκτικά μέχρι να ρυμουλκήσουν χαστούκι ζωής, παταγώδες ράπισμα οργής, ίσως το μαντέψατε, θρύψαλα το μπιμπελό.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://staxtes2003.com/2016/10/22/22-10-16/?fbclid=IwZXh0bgNhZW0CMTEAAR1A7PzxvqjazDL_kO3lCnJcg7_8zyKZr_16n-HlAC-SpgwnVizIoMaeBiM_aem_YTTp_RVry7pmyhhxhCOpEA&sfnsn=mo

Γ. Λ. Οικονόμου, 17η Ιανουαρίου 2013

Ένα παιδί που σήμερα
δε θέλει να πάει σχολείο
Ο Σαχζάτ Λουκμάν ξημερώματα
με το ποδήλατο στο δρόμο
για τη λαϊκή της Πέμπτης

Εργάτης καθαριότητας
που πιάνει σκούπα και καλάθι
με το μυαλό στο όνειρο που άφησε μισό

Πατέρας αγρότης
χειμώνα καιρό αχάραγα ανάβει το τζάκι
σε λίγο ξυπνάει η Βασιλεία του για διάβασμα
τα παίρνει τα γράμματα

Εκείνη η υπογραφή
μεταμέλειας που έβαλε η μάνα
μπροστά στον χωροφύλακα
για να διοριστεί δασκάλα

κι ένα γαλάζιο φως ασθενοφόρου
που γράφει ένσημα βαρέα κι ανθυγιεινά

Πώς νομίζεις γράφεται ένα ποίημα

*Από τη συλλογή “Η σιωπή της κερκίδας”, Εκδόσεις Τύρφη, 2021.

Δανάη Σιώζιου, Τις μέρες που δεν είμαι ο εαυτός μου ευτυχώ

Κάποιες μέρες είμαι σκληρή με τον εαυτό μου
συμβαίνει πού και πού και είναι θείο δώρο
Είναι οι μέρες που ο χειμώνας
αποκτά νόημα μέσα σου. Λες, να,
αυτό το χιόνι που βγάζω απολεπίζοντας
το σώμα μου, το χιόνι που πέφτει καθώς
τρίβονται τα οστά μου και το χέρι μου ξύνει
το αγύριστο κεφάλι μου
αυτό το χιόνι φοβάμαι θα με καλύψει
από τα νύχια ώς την κορφή, και δεν θα σταματήσει
ούτε θα λιώσει, εδώ θα σβήσει η ζωή.
Ύστερα γλυκά σε γλείφεις
ώσπου να φύγουν και οι τελευταίοι πάγοι από πάνω σου.
Κάποιες μέρες είμαι καλή με τον εαυτό μου.
Δώρο άδωρο. Καμιά εποχή δεν διαρκεί.

*Από τη συλλογή “Ενδεχόμενα τοπία”, Εκδόσεις Αντίποδες, 2021.

Δημήτρης Λεοντζάκος, Η κορδέλα στον λαιμό της Ολυμπίας

1.

Ο χρόνος που χρειάζεται το υποκείμενο
για να διανύσει τα δάση, τα φαράγγια, τις κοιλάδες

‒τις καταρρακτώδεις βροχές του γυμνού της κορμιού‒

τα άφατα τοπία του λεκτού διχασμού του.
 
2.

Μη γράφεις.
Απλώς σημείωσε τη διαφυγή, σχεδίασε τη φυγή σου.

Ζωγράφισε ύπτια την άφωνη εξαφάνισή σου.
Πριν τη γραφή όμως, όχι μετά.
 
3.

Πέτα το πρόσωπό σου ‒
αυτό το αθεράπευτο επιφώνημα του μηδενός.
 
4.

Όπως αφήνεις ένα ρούχο πριν εξαφανιστείς
στο λευκό χαρτί μπροστά ή μέσα στου ύπνου το νερό.
 
5.

Ο άνθρωπος δεν είναι παρά μια κραυγή διαυγής.

Και την ίδια στιγμή ο ορίζοντας κάθε απουσίας.

6.

Από αυτήν όμως τη μικρή αμυχή
το μέλλον έρχεται. Το μέλλον θα ’ρθεί.

*Από τη συλλογή “Χλόη ΙΙ”, Εκδόσεις Θράκα, 2020.

Βασίλης Κουντζάκης, Τρία ποιήματα

ΑΣΠΡΟ ΦΩΣ

Φωνές έπεφταν
ψίχουλα
στο βρεγμένο χώμα

μη ορατή περιοχή
πίστη διέσχιζε τη νύχτα

εκεί που σταματούσε η σιγή
το σώμα σου ανέτεμνε την αδυναμία

σαν ηλικία
σαν εποχή
που μας αρνήθηκε.

*

ΑΝΕΜΟΣ

Κρέμομαι από φωνές
ο δρόμος αδειάζει
ανεβοκατεβαίνω σιωπηρά
μια πρώιμη νεανική ηλικία
διάδρομοι, είσοδοι
σπασμένες λάμπες αγρυπνούν
απόψε δεν σκέφτομαι τη θαυμαστή ουτοπία
το παράφωνο όργανο
το σπίτι που μονολογεί.

Η νύχτα ζεστή,
υποβρύχιο φως
πάνω στο φόρεμά σου

*

ΘΕΡΕΤΡΟ

Ίχνη του χρόνου
ερειπωμένα αξιοθέατα
ακτίνες απογεύματος
γλιστρούν μυστικά.

Το φως δημιουργεί
αποχρώσεις
μία συνάντηση
πεσμένες αποσκευές.

Κωμόπολη
ρόδα μεταλλική
κυλάει
και φέγγει
μέσα στην πράσινη νύχτα.

*Από τη συλλογή “Τηλεφωνικός θάλαμος”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2024.

Θωμάς Τσαλαπάτης, Οι Καναδοί λιώνουν 

Φέρε εδώ του υπολογισμούς σου, τα σχέδια και τους
χάρτες σου,
τη γυναίκα αυτή που οι ρόγες της δείχνουν πάντα τον
Βορρά.
Χάραξε έναν μεγάλο κύκλο με το καρφί του διαβήτη
ακριβώς στην τρύπα αποχέτευσης του επιστητού.
Άπλωσε τους δισταγμούς σου, τις τεχνητές
καθυστερήσεις, την έμφυτη αργοπορία σου
άπλωσέ τα στο πάτωμα και κυλίσου πάνω τους
ηδονικά και απορημένα.
Γιατί κάθε απόσταση οφείλει να είναι καταπάτηση του
ορατού.
Οι κάτοικοι ανακυκλώνουν
Οι προμήθειες τελειώνουν
Οι Καναδοί λιώνουν.
 
Άνοιξε τα παράθυρα ενώ μαγειρεύεις, να εύχεσαι
η ώρα που όλα θα πήξουν να είναι μακριά.
Σκύψε, απλώς σκύψε για όλους όσοι πέρασαν τη ζωή
τους σε ύψος κάτω του 1, 60
Άναψε την τοστιέρα,
αυτή που μεταμορφώνει τον έρωτα σε σεξ.
Η αγριότητα εδώ –όπως το πρόγευμα ή η σιέστα-
είναι απλώς μια στιγμή της μέρας
Τα ξυπνητήρια εξαγριώνουν
Οι φίλοι εξαργυρώνουν
Οι Καναδοί λιώνουν. 
 
Ανάμεσα στην επανάληψη
και την επανάληψή της
εκεί που η άκρη απ’  ό, τι διαρκεί
συναντά αυτό που του δίνει σχήμα
εκεί το σύνολο μηδενίζεται.
Εμείς εδώ…
Ας συνεχίσουμε.
 
Άπλωσε τις ερωτικές σου κρέμες, μύρισε το λευκό
της κουρτίνας και άναψε τα κεριά.
Θα έρθει απόψε και τότε θα δούμε τι είναι.
Μέχρι τότε όλοι οι νεκροί έχουν το ίδιο όνομα
Και αυτό τους συμφιλιώνει.
Γιατί
Τα πουλιά μετανιώνουν
Και τα νερά μας κυκλώνουν
Είναι γιατί,
Οι ιδιοκτήτες στερεώνουν
Και τα πουλιά με αγχώνουν
Είναι κυρίως γιατί
Τα ποιήματα τελειώνουν
Και οι Καναδοί λιώνουν.

*Από τη συλλογή “Η ομορφιά των όπλων μας”, Εκδόσεις Αντίποδες, 2021.

Fernando Arrabal, Ο μαύρος της κάλυκας 

Λικνίζοντας την άγρια επιθυμία
παλίρροιας παράφορης
Σκαλίζω τον χιτώνα της
και τον διακορεύω.

Στις μάχες έμπειρη
που φέρνουν καταιγίδα
Πυρπολεί την καρδιά μου
με στρόβιλους φωτιάς

Προκλητική και λάγνα
η γλώσσα της μ’ αγγίζει
Σκύβει στο τόξο μου
και το τρυγά.

Μέσα στις δίνες τις στυφές
του μαύρου της κάλυκα
Καθρεφτίζομαι, πεθαίνω
μεθάω και πνίγομαι.
Μοσχοβολώντας μυστήριο
σουλτάνα αινιγματική
Εκτελεί τη συνταγή
των σκληρών συγκινήσεων.

Το δωμάτιο σκοτείνιασε από ερέβη φλογερά
απ’ τη μαύρη αρρώστια την υγρή μας ένωση.

Ύστερα έρχεται το βάναυσο αντίο
μετά τον άγριο πυρετό και τους σπασμούς:
Κάθε αγάπη είναι βάρβαρη
κάθε λήθη πικρή.

*Mετάφραση: Αλέξανδρος Σκάγιαννης

Αφροδίτη Κατσαδούρη, Τρία ποιήματα

Σαρκοθέντα

λ
ι
ώ
ν
ο
υ
μ
ε
η σάρκα στάζει στο μπαλκόνι μας νερό
δεν είναι το ερκοντίσιον.

*

Ν

Κι έφερα τόσους κύκλους με το σφουγγάρι μου
στο βραδινό πλύσιμο πιάτων
για να μην πέσω πάνω σου.

*

Το μπαρ το ναυάγιο

Τον μπάρμαν
που ’λεγε
πως δεν θα ξαναρθείς
ΤΟΝ ΣΚΟΤΩΣΑ
τώρα
τον πόνο σου
τον λέω
στα υπουργεία βαθέων εσωτερικών
και στους βιβλιοπώλες.

Από τη συλλογή “Η σάρκα στάζει από το μπαλκόνι”, Εκδόσεις Έναστρον, 2024

Αθανασία Δρακοπούλου, Στη Γάζα

Κοιτώ
την εικόνα ενός παιδικού κορμιού
να ανασαίνει την αυγή,
απ’ τα συντρίμμια
ενός κτιρίου βομβαρδισμένου.
Λέω
πως θεός δεν υπάρχει
στην κόψη των καιρών,
μπρος στ’ ανθοφόριο της κοιλιάς του ,
ένας καθρέφτης των τοπίων που ψυχορραγούν.
Η όραση
περιθανάτιο πέρασμα,
του ματιού μου η ματιά
χαϊδεύει με χέρια σταυρωμένα
πίσω από πόρτες,
όλα τα γνώριμα πρόσωπα .
Ακόρεστα λάφυρα της σάρκας,
παρόντα είναι τα χέρια, τα πόδια, τα σώματα,
τα μαλλιά τους και τα ρουθούνια στην θέση τους, ακόμα στεγνά.
Κάθε βραδιά
που ένα κτίριο γέρνει,
οι Δημοσιογράφοι στραγγίζουν νούμερα τηλεθέασης,
οι Ιεροεξεταστές του καναπέ ακυρώνουν με λόγια λαιμητόμους,
την τροφαντή ομορφιά της Γης.
Οι Πολιτικοί με τις πολύχρωμες γραβάτες και τα δόντια πορσελάνης, δεν σταματούν να υπόσχονται ,
τα ψεύδη των ψευδαισθήσεών μας.
Κάθε δευτερόλεπτο σκέψης,
αναβρύζει τον θάνατο ενός παιδιού απ’ τα ερείπια.
Κάθε βραδιά
ακούω την ένταση των τηλεοράσεων
απ’ τα διαμερίσματα του πρώτου ορόφου.
Κι ανοίγω τις πόρτες των υπνοδωματίων,
πιάνοντας γελοίες, ενοχλητικές κουβέντες
με τους Συγκατοίκους μου.
Τι θα μαγειρέψουμε αύριο, θα πας τράπεζα, πήρες τηλέφωνο τη Φωτεινή, κι οι παρενέργειες απ’ την χημειοθεραπεία;
Ύστερα
γνωρίζοντας το ιερό σφάγιο,
αποφεύγω ν’ ανέβω προς το βωμό,
τα παιδιά εξακολουθούν να πεθαίνουν,
καμία σμίλη προσευχής απάνω τους δεν σταματά.
Μέσα μου
η μουσική είναι ένα μοιρολόι ηπειρώτικο,
έξω μου
ελέγχω το σκυλί στο μπαλκόνι,
τέσσερα πόδια, γρήγορη ανάσα, μια ουρά,
το χάδι στο δέρμα του και το δικό μου δέρμα ζωντανό ακόμα.
Το βλέμμα και η λύπη του, όλες οι αναμονές κι ο πρώτος στραγγιστής της λήθης στη λύπη του πρώτου Ανθρώπου.
Και συ κατεβαίνεις
κατεβαίνεις απ’ το ανάστημα,
καθε φορά που είναι αδύνατον να σώσεις το παιδί απ’ την βασιλιά των σκιών.
Και συ κατεβαίνεις
γιατί ο αφρισμένος ποταμός μέσα σου,
είναι αδύνατον να ξεδιψάσει τη λύσσα των αφεντάδων
κι όλο παρασύρει νεκρά και νεκρά κορμιά ,
ως την Αχερουσία λίμνη.
Και συ κατεβαίνεις
και στο διάβα των νεκρών παιδιών,
χαμηλώνουν Άνθρωποι, Άνθρωποι και βουνά.
Οι αγκαλιές
Μαυλίστρες των αιώνων!
Αγκαλιάζω το γάτο μου,
που τα ανασηκωμένα του ρουθούνια στο ημίφως ,
γίνονται αθέατη Σινδόνη από φοινικικό λινάρι,
για να σκεπάσουν τη γύμνια της συντριβής μου.
Συστρέφομαι στα σείστρα των σφυριών του μυαλού μου,
κάθε φορά που τα παιδιά πεθαίνουν,
τίποτα και κανέναν δεν μπορώ να σώσω,
τίποτα και κανέναν δεν μπορώ να σβήσω,
τίποτα και κανέναν δεν μπορώ να ξεχάσω.
Και τότε
μπορώ να αγαπώ λίγο περισσότερο
τους δικούς μου Ανθρώπους,
να θυμάμαι την προσωρινότητά μας
και να ελέγχω αν είμαστε ακόμα εν ζωή.
Γιατί πατρίδα του Ανθρώπου είναι μονάχα οι Άνθρωποι
Και μοναδική περιουσία του,
μονάχα τα παιδιά του.
Κάθε φορά που τα παιδιά πεθαίνουν κάτω απ’ τα συντρίμμια ενός κτηρίου βομβαρδισμένου, ενός έρμαιου του σεισμού,
βλέπω μονάχα τα κρίνα του Αυγούστου να ματαιώνονται στην άμμο.
Τα όμορφα κρίνα,
που κανείς δεν ποτίζει ,
μα πάντα, μα πάντα ανθίζουν την πιο αναπάντεχη έκπληξη στην ήττα της ζωής

*Δημοσιεύτηκε στο φυλλάδιο ”Κουνούπι” Νο 6, 2024.

Φρίντα Λιάπα (1948-1994), Τρία ποιήματα

ΤΕΡΜΑ

Το πέτρινο πρόσωπο στην ερημιά περιμένει, ξέροντας
πως όποια στράτα κι αν πάρουν τα βήματα
το σκληρό του σχήμα θα προσκυνήσουν στο τέρμα.

*

ΔΙΑΘΕΣΗ

Τινάξαμε τη σκόνη του αυτοκινήτου
φορτώνοντας τις άδειες βαλίτσες
κρεμάσαμε ένα χαμόγελο στο τζάμι
ξεκινώντας στον άδειο δρόμο
Κάθε στιγμή
είναι πιθανό το δυστύχημα.

*

ΚΥΡΙΑΚΗ

Έκλεισε έξω απ’ την πόρτα το φεγγάρι
παίζοντας με ψεύτικους διακόπτες
αν και τό ‘ξερε
πως δεν ήταν λιγότερο επικίνδυνο έτσι
-μονάχα πιο μάταιο.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό των φοιτητών της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών “Αργώ”, τεύχος 2, Δεκέμβριος 1966.