Γιώργος Αναγνώστου, Αχ αυτά τα Άρθρα!

Αφιερωμένο στα περιοδικά DF741.J68 & JV6001.A1 D53  

Mην τα υποβιβάζετε
τα άρθρα.
Μην τα υποτιμάτε
Την κατηγορία
μονότονης μορφολογίας
Τη μομφή
μέρος του λόγου
«φτωχοί συγγενείς»
αναθεωρήστε.
Εμπειρικά στοιχεία τα
κριτήρια βέρα με φαντασία.

Τες αποκλίσεις τους
–όπως τώρα δα–
αρθρώστε
Διαφορετικότητα στον κανόνα.

Τες ενώσεις ε-τουτες
ακόμα σημειώστε
Έκτακτα προμηθεύουν λέξεις
–«πειθαρχεία Ταο, τατου στο σώμα»

Πέρα από σύνορα
στις αιχμές θεωρίας
νοήματα ζαλίζουν
Διαγλωσσικής élξης.

Και όταν στοίχημα παρέμβασης
κερδίσουν, την ήττα σε ητα
ανατρέψουν
δημόσια παρέλαση τότε
ρυθμός ντουντούκας
τα
οριστικά
τα-τα
τα-τα-τα οι-οι
οι-οι τα-τα-τα τα-τα
Ταράζει το ντουνιά!

Όταν δε το λόγο
μου απευθύνουν
–Ε εσύ!
λιώνω
χρόνια τώρα
μαγεύουν
προσωπικής γραμματικής
αναδιάρθρωση σε
Πολιτιστικό βάθρο τα
προσκυνώ

Το πρώτο το χρυσό
Το δεύτερο το μελωμένο
Το τρίτο το πιο κοπιαστικό

Στρατιές ακολουθούν
τα-της-των οι-η-το
ο-ε-ω του-τις-τους
εύσημα ίσως τότε αποκομίζουν
–tα-tα-ta-ta!

(παρακαλώ!)

Άδετα βέβαια αυτά τα άρθρα=
άνευ εξωφύλλων
Απόντα από των βιβλιοπωλείων
τις βιτρίνες
Από πανεπιστημίων ρετιρέ
με έξωση μειωμένα …


Αλλού το ρεύμα τους
κυκλοφορεί
απαιτεί εντοπισμό
κωδικούς πλοήγησης
–DF741.J68 & JV6001.A1 D53–
Σε πλήρη προβολή
αυστηρά παρατεταγμένα
το διασχίζουν.

Δέστε τα!
Μηχανές στο φουλ
αγέρωχα ρυμουλκά
ιδέες κατευθύνουν.

Δέστε τα
–επαναλαμβάνω και όχι–
Δέστε τα
συρραφή πυροπροστασίας
λόγιστρα συγγραφής
διαρθρώνουν νέα κλίμακα
μεγαλοπρέπειας
Ιδού τα άρθρα
Ναυαρχίδες γνώσης!

Σημειώσεις

  1. ta: ευχαριστώ
  2. DF741.J68 & JV6001.A1 D53: κωδικοί εντοπισμού των περιοδικών Journal of Modern Greek Studies and Diaspora: A Journal of Transnational Studies αντίστοιχα.

Wallace Stevens, Τέσσερα ποιήματα

Όχι ιδέες για το πράγμα,
αλλά το πράγμα καθαυτό
Στο πρώτο τέλειωμα του χειμώνα,
Το Μάρτη, μια κοκκαλιάρικη κραυγή απέξω
Φαινόταν σαν ήχος μες στο νου του.
Τό ’ξερε πως την άκουσε,
Μία κραυγή πουλιού την αυγή ή νωρίτερα,
Στον αγέρα των αρχών του Μάρτη
Ο ήλιος ανέτελλε στις έξι,
Όχι πια ένα τσακισμένο λοφίο πάνω απ’ το χιόνι
Απ’ έξω θά ’ταν.
Δεν ερχόταν απ’ την αχανή εγγαστριμυθία
Του ξέθωρου παπιέ-μασέ του ύπνου
Απ’ έξω ερχόταν ο ήλιος.
Εκείνη η κοκκαλιάρικη κραυγή – ήταν
Ένας σολίστ που το σολ του προηγούνταν του συνόλου.
Ήταν τμήμα του κολοσσιαίου ήλιου,
Περικυκλωμένο από τη χορωδό του άλω,
Μακριά ακόμα. Ήταν σαν
Μια νέα γνώση της πραγματικότητας.

*

Η περιοχή Νοέμβρης

Δύσκολο είναι ν’ ακούς το βοριά ξανά,
Να βλέπεις τις δεντροκορφές που λυγούν
Βαθιά λυγούν, και ηχηρά, με μια προσπάθεια
Τόσο μικρότερη απ’ την αίσθηση, τόσο πιο λίγη απ’ τη μιλιά
Λέγουν και λέγουν, όπως λέγουνε τα πράγματα,
Στο επίπεδο εκείνου που δεν είναι ακόμα γνώση:
Μια αποκάλυψη δίχως πρόθεση ακόμα.
Επικριτής μοιάζει του Θεού, του κόσμου
και της φύσης του ανθρώπου, που σκεφτικός κάθεται
στον ρημαγμένο της ερημιάς του θρόνο.
Βαθύτερα, βαθύτερα, ηχηρότερα, ηχηρότερα,
Τα δέντρα λυγούν, λυγούν, λυγούν.
Το ποίημα που πήρε τη θέση ενός βουνού
Ήταν εκεί, λέξη προς λέξη,
Το ποίημα που πήρε τη θέση ενός βουνού.
Αυτός ανέπνεε το οξυγόνο του,
Ακόμα και με το βιβλίο ανάποδα, στη σκόνη
του τραπεζιού του.

*

Του θύμιζε πως είχε ανάγκη

Ένα μέρος για να μεταβεί με τη δική του κατεύθυνση,
Πως είχε ανασυνθέσει τα πεύκα,
Μετακινήσει τα βράχια και βρει το δρόμο του στα σύννεφα,
Για τη θεώρηση που θα ήταν ορθή,
Όπου θα ήταν πλήρης σε μια ανεξήγητη πληρότητα:
Τον ακριβή βράχο όπου οι ανακρίβειές του
Θα ανακάλυπταν επιτέλους αυτό που πλησίαζαν, τη θέα
στην άκρη,
Όπου θα ξάπλωνε, και κοιτώντας τη θάλασσα κάτω,
Θα αναγνώριζε το μοναδικό και μοναχικό του σπίτι.

*

Ο κόσμος ως στοχασμός

Πολύ καιρό ξόδεψα ασκούμενος στο βιολί μου, ταξιδεύοντας. Αλλά τη βασική άσκηση του συνθέτη, τον στοχασμό, τίποτε δεν την σταμάτησε μέσα μου ποτέ. Ζω σ’ ένα μόνιμο όνειρο, που ούτε νύχτα ούτε μέρα δεν σταματά.

Georges Enesco

Ο Οδυσσέας είναι που σιμώνει απ’ την Ανατολή,
Ο ατέρμονος πλάνης; Τα δέντρα επιδιορθώνονται.
Εκείνος ο χειμώνας ξεπλένεται. Κάποιος κινείται
Στον ορίζοντα και υψώνεται από πάνω του.
Μια μορφή φωτιάς πλησιάζει τα εμπριμέ υφάσματα
της Πηνελόπης,
Που μόνη η άγρια παρουσία της ξυπνά τον κόσμο
στον οποίο κατοικεί.
Τόσον καιρό, συνέθεσε έναν εαυτό με τον οποίο
να τον καλωσορίσει,
Του εαυτού του σύντροφο για αυτή, που τον φαντάστηκε,
Οι δυο σε μια καταφυγή βαθιά θεμελιωμένη, φίλος και φίλος
ακριβός.
Τα δέντρα είχαν επιδιορθωθεί, ως βασική άσκηση
Σε έναν μη ανθρώπινο στοχασμό, μεγαλύτερο της.
Δεν την πρόσεχαν τη νύχτα ανέμοι σαν σκυλιά.
Τίποτε δεν ήθελε που δεν μπορούσε να της φέρει ερχόμενος
μόνος.
Δεν ήθελε λάφυρα. Τα χέρια του θα ήταν το περιδέραιό της,
Κι η ζώνη της, η απώτατη τύχη της επιθυμίας τους.
Ήτανε όμως ο Οδυσσέας; Ή ήταν μονάχα η θέρμη του ήλιου
Στο μαξιλάρι της; Η σκέψη παλλόταν διαρκώς μέσα της
σαν την καρδιά της.
Οι δυο παλλόντουσαν διαρκώς μαζί. Ήταν μόνο μέρα.
Ήταν ο Οδυσσέας, και δεν ήταν. Κι όμως, είχαν συναντηθεί,
Φίλος και φίλος ακριβός και ενός πλανήτη η ενθάρρυνση.
Το βαρβαρικό σθένος μέσα της δεν θα ατονούσε ποτέ.
Θα μιλούσε λίγο στον εαυτό της καθώς χτενιζόταν,
Το όνομά του επαναλαμβάνοντας, με τις υπομονετικές του
συλλαβές,
Χωρίς να τον ξεχνά ποτέ αυτόν, που όλο πλησίαζε κοντύτερα.

*Μετάφραση: Αντώνης Μπαλασόπουλος

**Από εδώ: https://tapoiitika.wordpress.com/wallace-stevens/

Βασίλης Νικολόπουλος, Δύο ποιήματα

Πρωινό

Το μπουκάλι κυλά στο πάτωμα
ένα σύνολο από αταίριαστα μεταξύ τους κομμάτια
Αυτά ταξιδεύουν στον ήλιο, πέρα μακριά, στη θάλασσα
Στις ρωγμές τελικά του δωματίου, χωρίς όρους, επιστρέφουν,
Διατρέχουν τη φλέβα

Στις πλάκες αυτού του πεζοδρομίου,
στις κολώνες του ηλεκτρισμού, στις ζάντες των αυτοκινήτων,
όπου ο σκύλος μυρίζει το ίδιο του το κάτουρο·
μόνος με την ουρά του στα σκέλια

Ξεπλυμένο αίμα της χτεσινής νύχτας,
οι συμμορίες βλάπτουν τον έρωτα
Σε γνωρίζω, σε κατοικώ όπως το πτώμα τον τάφο του
Σαν κι αυτό που δεν θα ειπωθεί από χείλια

*

Ερχόμενοι σ’ αυτόν τον κόσμο

Δοσμένοι ολοκληρωτικά ταξιδεύοντας,
εξόριστοι,
ανένταχτοι,
προβληματικοί υπό την έννοιά του,
εννοιολογικά τσακισμένοι,
συλημένοι
καταληστευμένοι και στηλιτευμένοι,

ερχόμενοι σ’ αυτόν τον κόσμο

για να καπνίσουμε,
να θαυμάσουμε,
να λατρέψουμε και να μισήσουμε,
να οργιστούμε,
να μουσκευτούμε απ΄ τη βροχή,
μια στιγμή περηφάνιας
πριν πέσουμε στο σκοτάδι

να επιτεθούμε,
πονώντας,
εκλιπαρώντας σε έναν τόνο παράξενο,
σπάζοντας το κέλυφος του μυθικού στρειδιού,
μένοντας μόνοι

*Από τη συλλογή “Οι μηχανές δονούν το τετράγωνο καθώς πλησιάζουμε στη σταύρωση”, Έκδοση Αγαύη, Αγρίνιο 2024.

Ευγενία Βάγια, Πέντε ποιήματα

ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ

Έριχνα το κέρμα ευλαβικά
στις μύτες σηκωμένη και κατέβαζα με φόρα
το κουλό χέρι της δόξας

έπειτα περίμενα
καθηλωμένη
στη λιμνούλα
της σκιάς μου

είχα δει κάποτε τον σιδερένιο χείμαρρο
να ρέει χωρίς προειδοποίηση
μες στις παλάμες του τυχαίου.

*

ΘΕΟΣΤΑΛΤΗ ΕΚΛΑΜΨΗ

Μ’ όλη τη φωταψία
δεν είδα φως
που να μη μου το κάψει
αύριο ο ήλιος.

*

ΤΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Η λογική και τα λογιστικά
το αχανές κι απερινόητο
τα ίχνη του ανείπωτου
οι θυρίδες της εξουσίας
η αλήθεια ως έκθεμα
και τα ραφεία τεχνασμάτων.
Ανάμεσά τους, πόλεις και ποτάμια.

  • ΠΟΕΖΙΑ Η ΑΝΩΦΕΛΗΣ

Πιο κατηφορική από το μάτι
Πιο ερειπιώδης απ’ το δάκρυ
Η ποίηση είναι εικονολάτρισσα και λογοφοβική.
Αποφλοιώνει το κρεμμύδι ώς το βαθύ του μέλλον
Τις Κυκλάδες.
Μια καίρια μαχαιριά
Κι η λάμψη τρέχει στη σκληρή θαλάσσια ράχη.

*

Η ΕΡΩΤΗΣΗ ΠΟΥ ΚΑΤΑΡΡΙΠΤΕΙ ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ

Όταν με βλέπετε έτσι
νά ’χω
μάτια και χέρια ανοιχτά
σαν τον Χριστό πάνω απ΄το Ρίο
μόνο ένα πράγμα
μη με ρωτήσετε
“Τι κάνει η μάνα σου”

*Από τη συλλογή “Η ρήξη – δενδρίτες και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις Περισπωμένη, Ιούλιος 2023.

Γιώργος Κοζίας, Επτά δημόσιες αμαρτίες

Οι προσπάθειες μας υπήρξαν ατελέσφορες,
εκλιπαρώντας μισό γραμμάριο ελευθερίας,
στα ωραία πάρτι γενεθλίων να κλαίμε,
στα γαλήνια μνημόσυνα να γελάμε.

Στο κάτω-κάτω δεν είχαμε άλλη επιλογή,
με φως και με σκότος:
Οκνηρία, Αλαζονεία, Λαιμαργία
Λαγνεία, Απληστία, Οργή, Ζηλοφθονία

Επτά τα θανάσιμα αμαρτήματα,
το μερτικό μας ξοδέψαμε με κρότο
Ερασιτέχνες Υπάλληλοι Αναπνοής.

Ποιοι λεηλάτησαν τα σπίτια
των επιθυμιών και των πόνων,
τα εφηβικά κορμιά, τα ερωτικά ενδύματα;
Τι χάσαμε, τι μας πήραν οι ύπατοι
οι ντελικάτοι θάνατοι, οι τελετάρχες φίλοι;

Οξυγόνο με δόσεις πάλι μας τάζουν
και με θλιμμένο ύφος
σε αμήχανες κηδείες με άνθη μας χλευάζουν.

*Από τη συλλογή “Πολεμώντας υπό σκιά … Ελεγεία και σάτιρες”,. Εκδόσεις, Περισπωμένη, 2017.

Bob Kaufman, Believe, Believe / Πιστέψτε, Πιστέψτε

Believe in this. Young apple seeds,
In blue skies, radiating young breast,
Not in blue-suited insects,
Infesting society’s garments.

Believe in the swinging sounds of jazz,
Tearing the night into intricate shreds,
Putting it back together again,
In cool logical patterns,
Not in the sick controllers,
Who created only the Bomb.

Let the voices of dead poets
Ring louder in your ears
Than the screechings mouthed
In mildewed editorials.
Listen to the music of centuries,
Rising above the mushroom time.

Πιστέψτε, Πιστέψτε

Πιστέψτε σε αυτό. Νεαροί σπόροι μήλου,
σε γαλάζιους ουρανούς, που ακτινοβολούν νεαρό στήθος,
Όχι σε έντομα με μπλε κοστούμια,
που μολύνουν τo ύφασμα της κοινωνίας.

Πιστέψτε στους ταλαντευόμενους ήχους της τζαζ,
που σκίζουν τη νύχτα σε περίπλοκα κομματάκια,
…που την ξανασυναρμολογούν,
σε δροσερά λογικά μοτίβα,
Όχι στους αρρωστημένους ελεγκτές,
που δημιούργησαν μόνο τη Βόμβα.

Αφήστε τις φωνές των νεκρών ποιητών
να ηχούν πιο δυνατά στα αυτιά σας
…από τις στριγγλιές που ακούγονται…
σε μουχλιασμένα άρθρα.
Ακούστε τη μουσική των αιώνων,
που υψώνεται πάνω από το χρόνο των μανιταριών.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

William Everson, Seed / Σπόρος

Some troublous birth,
Like an awkward awakening,
stirs into life.

Terrible and instinctive
It touches my guts.
I fear and resist it,
Crouch down on my norms, a man’s
Patent assurances.

I don’t know its nature.
I have no term for it.
I cannot see its shape.
But, there, inscrutable,
Just underground,
Is the long-avoided tatency.

Like the mushrooms in the oak wood,
Where the high-sloped mountain
Benches the sea,
When the faint rains of November
Damp down the duff,
Wakening their spores- –
Like them,
Gross, thick and compelling,
What I fear and desire
Pokes up its head.

Σπόρος

Κάποιος σπόρος μέσα μου,
Κάποια ταραγμένη γέννηση,
σαν ένα αμήχανο ξύπνημα,
αναδεύεται στη ζωή.

Τρομερό και ενστικτώδες
αγγίζει τα σωθικά μου.
Το φοβάμαι και του αντιστέκομαι,
Σκύβω πάνω στις νόρμες μου.
διαβεβαιώσεις μου.

Δεν γνωρίζω τη φύση του.
Δεν έχω κανένα όρο γι’ αυτό.
Δεν μπορώ να δω το σχήμα του.
Αλλά, εκεί, ανεξιχνίαστο,
Απλά υπόγεια,
…είναι η μακροχρόνια απελπισία που έχει αποφευχθεί.

Όπως τα μανιτάρια στο δάσος της βελανιδιάς,
όπου το ψηλό βουνό…
…ακουμπάει στη θάλασσα,
Όταν οι αμυδρές βροχές του Νοεμβρίου
υγραίνουν την άμμο,
ξυπνώντας τα σπόρια τους…
Σαν κι αυτούς,
ακαθάριστα, παχιά και επιτακτικά,
Αυτό που φοβάμαι και επιθυμώ
βγάζει το κεφάλι του.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Joyce Mansour, Τρία ποιήματα 

Σʼ αρέσει να πέφτεις στο ξεστρωμένο μας κρεβάτι
οι παλιοί ιδρώτες μας δεν σʼ αηδιάζουν
τα λερωμένα, από ξεχασμένα όνειρα, σεντόνια μας
οι κραυγές μας που στο σκοτεινό δωμάτιο αντηχούνε
όλα ετούτα ξεσηκώνουνε το αχόρταγο κορμί σου,
το άσχημό σου πρόσωπο επιτέλους λάμπει
που οι χτεσινοί μας πόθοι είναι όνειρα αυριανά σου

*

Η ανάσα σου μέσα στο στόμα μου
τα ξερά σου χέρια τα νύχια σου τα σουβλερά
δεν αφήνουνε ποτέ το κρεμεζί λαρύγγι μου
κρεμεζί απʼ την ντροπή την ηδονή τη γλύκα
τα μελανιασμένα χείλια σου βυζαίνουνε το αίμα μου
κι οι στιλβωμένες σάρκες μου θα σε ξεσηκώνουν πάντα
ενώ τα μάτια μου θα μένουνε κλεισμένα.
Πόσοι έρωτες έκαναν να κραυγάζει το κρεβάτι…

*

Γυμνή θέλω να δειχτώ στα ωδικά σου μάτια
θέλω να με δεις να ουρλιάζω από ηδονή
που τα λυγισμένα κάτω από μεγάλο βάρος μέλη μου
σε ανόσιες σε σπρώχνουν πράξεις
που τα ίσια μαλλιά της ασημένης κεφαλής μου
μπλέκονται στα νύχια σου
απʼ την παραφορά καμπυλωμένα
που τυφλός κρατιέσαι ορθός κι αφοσιωμένος
ξανοίγοντας από του μαδημένου μου κορμιού το ύψος.
Το κορμί σου ισχνό ανάμεσα στα σατινένια μου σεντόνια…

*Από τα “Ερωτικά”, Εκδόσεις Κείμενα, 1978. Μετάφραση: Έκτωρ Κακναβάτος.

Γωγώ Πονηράκου, Δύο ποιήματα

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Τις πιο οριστικές αλήθειες
τις μοιράζομαι με ξένους,
γιατί έχουν ευθύβολα μάτια και
θαρρετά αυτιά
Μετά μετανιώνω,
έγιναν αμέσως
δικοί μου

-σαν
τους φόβους.-

Αλλά,
για λίγο,
όσο έμοιαζαν ερευνητές,
που παρατηρούν
το άγνωστο πλάσμα,
μπόρεσα να πω
το ακριβές που είχα στο μυαλό μου
και να το φτύσω
στο κέντρο της παλάμης
σαν μπουκιά που μου
κάθισε
στον λαιμό

*

ΣΥΓΓΕΝΗΣ Η ΘΛΙΨΗ

Δεν έγινε βιαστικά
την προετοίμαζε καιρό,
το χιούμορ χάραζε το μισό του πρόσωπο
το υπόλοιπο το διέτρεχε μια γαλήνη ανυπόκριτη
σαν μάσκα κλόουν
ένα αγκίστρι τραβούσε το στόμα προς τα κάτω
παραμορφωμένος και γελούσε που
δεν την καλοδέχτηκε κανείς για όσο φορέθηκε
αυτή η μάσκα
συμπλήρωσε τα εξήντα και
έφυγε, μέσα στον ύπνο του σαν ανέκδοτο
οι καθρέφτες καλύφθηκαν με λευκά πανιά
το σπίτι μύριζε λιβάνι, ίσως δυόσμο

Ο αποχαιρετισμός ήταν κλαυσίγελως
ανάμεικτος με ντροπή,
αγάπη και ειλικρίνεια.

*Από τη συλλογή “Έξζιτ”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.

Alejandra Pizarnik, Σιωπές 

σιωπή εγώ ενώνομαι στη σιωπή
εγώ έχω ενωθεί στη σιωπή
και αφήνω να με κάνουν
αφήνω να με πίνουν
αφήνω να με λένε

μαχαιρωμένη απ’ αυτό που λείπει
από την άτιμη αναμονή
θα ξαναγεννηθώ στα τρομερά παιχνίδια
και θα τα θυμάμαι όλα

οι ναυαγοί πίσω από τη σκιά
αγκάλιασαν αυτή που αυτοκτόνησε
με τη σιωπή του αίματός της

η νύχτα ήπιε κρασί
και χόρεψε γυμνή ανάμεσα στα κόκαλα της ομίχλης
ζώο ριγμένο στο πιο μακρινό χνάρι του
η κοπέλα γυμνή καθισμένη μέσα στη λησμονιά
ενώ το ανοιγμένο κεφάλι της πλανιέται κλαίγοντας
ψάχνοντας να βρει ένα πιο αγνό σώμα

ύστερα όταν πεθάνουν
εγώ θα χορέψω
χαμένη στο φως του κρασιού
κι ο εραστής του μεσονυκτίου

που είναι
πίσω από τα μάτια μου
κι από τα μάτια σου
τώρα που είναι νύχτα
στο αίμα
και δεν μπορούμε να δούμε
τον κρύο κόσμο μεγάλο

δεν έχει σημασία αν όταν φωνάξει η αγάπη
εγώ είμαι νεκρή
θα έρθω
πάντα θα έρχομαι
αν κάποτε
μου φωνάξει η αγάπη

ταξιδεύτρα της καρδιάς μαύρου πουλιού
είναι δική σου η μοναξιά τα μεσάνυχτα
δικά σου τα γνωστικά ζώα που πληθαίνουν τον ύπνο σου
περιμένοντας τον πανάρχαιο λόγο
δική σου είν’ η αγάπη κι ο ήχος του ραγισμένου ανέμου

*Mετάφραση: Ρήγας Καππάτος.