Φερνάντο Πεσσόα: «Το πιο χυδαίο στα όνειρα είναι πως όλοι ονειρεύονται»

fernando_pessoa_heteronimia-cover

Φερνάντο Πεσσόα, Το Βιβλίο της Ανησυχίας
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

«Γράφω, λυπημένος, στο ήσυχο δωμάτιό μου, μόνος όπως υπήρξα πάντα, μόνος όπως θα υπάρχω πάντα. Κι αναρωτιέμαι αν η φωνή μου, φαινομενικά τόσο ασήμαντη, δεν ενσαρκώνει την ουσία χιλιάδων φωνών, τη δίψα να μιλήσουν χιλιάδων ζωών, την υπομονή εκατομμυρίων ψυχών υποταγμένων σαν την δική μου στο καθημερινό πεπρωμένο, στο ανώφελο όνειρο, στην ελπίδα που δεν αφήνει ίχνη. Αυτές τις στιγμές η καρδιά μου χτυπά πιο δυνατά γιατί έχω συνείδηση πως υπάρχει».

Αποτελούμενο από 520 αποσπάσματα, Το Βιβλίο της Ανησυχίας είναι το κορυφαίο έργο του Πορτογάλου Φερνάντο Πεσσόα. Σχεδόν όλη την ενήλικη ζωή του και μέχρι το θάνατό του, από το 1913 έως το 1935, ο Φερνάντο Πεσσόα γράφει, με κάποιες διακοπές αλλά χωρίς να το εγκαταλείψει ποτέ. Δημοσιεύτηκε πολλά χρόνια μετά το θάνατό του. Το βιβλίο της ανησυχίας είναι ο απολογισμός της καθημερινότητας, η καταγραφή των αισθήσεων, η οξύτητα της ειρωνικής σκέψης, η ανεπανάληπτη γραφή ενός από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ου αιώνα.
«Να ταξιδέψω; Για να ταξιδέψω φτάνει να υπάρχω: πηγαίνω από μέρα σε μέρα, σαν από σταθμό σε σταθμό στο σιδηρόδρομο του κορμιού μου ή του πεπρωμένου μου, σκυμμένος πάνω από τους δρόμους και τις πλατείες, πάνω από τα πρόσωπα και τις χειρονομίες, πάντα ίδια και πάντα διαφορετικά, όπως τελικά είναι και τα τοπία».

« Η ζωή είναι αυτό που εμείς την κάνουμε να είναι. Τα ταξίδια είναι οι ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι αυτό που βλέπουμε, είναι αυτό που είμαστε».
 
«Υπάρχει μια κούραση της αφηρημένης ευφυΐας, και είναι η πιο φρικτή κούραση που υπάρχει. Δεν βαραίνει όπως η σωματική κούραση, ούτε ανησυχεί όπως η κούραση της γνώσης που αποκτάται μέσω της συγκίνησης. Είναι το βάρος από τη συνείδηση του κόσμου, σαν να μη μπορείς να αναπνέεις από την ψυχή».

«Για τον κοινό άνθρωπο, αισθάνομαι είναι ζω και σκέφτομαι είναι ξέρω να ζω. Για μένα, σκέφτομαι είναι ζω, και αισθάνομαι δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από την τροφή της σκέψης».

«Όσο πιο διαφορετικός είναι ο κάποιος από μένα, τόσο πιο πνευματικός μου φαίνεται, γιατί εξαρτάται λιγότερο από την υποκειμενικότητα μου. Και γι᾽ αυτό ακριβώς η επιμελής και διαρκής μου μελέτη είναι αυτή η κοινή ανθρωπότητα που απεχθάνομαι και από την οποία απέχω. Την αγαπώ γιατί τη μισώ. Μου αρέσει να τη βλέπω γιατί απεχθάνομαι να την αισθάνομαι.

«Όσο περισσότερο βυθίζομαι μέσα μου, όλα τα μονοπάτια του ονείρου με οδηγούν στα ξέφωτα της αγωνίας.»
«Η ζωή μου είναι σαν να με χτυπούσαν με αυτήν….»

«Για μένα η ποίηση δεν είναι φιλοδοξία, αλλά τρόπος για να μένω πάντα μόνος.
Είτε υπάρχουν είτε δεν υπάρχουν θεοί, είμαστε σκλάβοι τους.
Το πιο χυδαίο στα όνειρα είναι πως όλοι ονειρεύονται».

« Είναι ανθρώπινο να θέλουμε αυτό που μας είναι απαραίτητο, και είναι ανθρώπινο να επιθυμούμε αυτό που δεν μας είναι απαραίτητο, αλλά που μας είναι επιθυμητό. Αυτό που είναι αρρωστημένο είναι να επιθυμούμε με την ίδια ένταση αυτό που είναι απαραίτητο και αυτό που είναι επιθυμητό, και να υποφέρουμε από την έλλειψη τελειότητας σαν να υποφέραμε από την έλλειψη ψωμιού. Η ασθένεια του ρομαντισμού είναι ακριβώς αυτή: να θέλουμε το φεγγάρι σαν να υπήρχε η δυνατότητα να το αποκτήσουμε. Ζω πάντα στο παρόν. Το μέλλον δεν το γνωρίζω. Το παρελθόν δεν το έχω πια. Το ένα με βαραίνει σαν τη δυνατότητα των πάντων, το άλλο σαν την πραγματικότητα του τίποτα».

Ποτέ δεν αγαπάμε κάποιον. Αγαπάμε απλώς την ιδέα που σχηματίζουμε για κάποιον. Τελικά αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας έννοια και ο εαυτός μας.

«Μη φοβάστε, δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος να καταρρεύσει η κοινωνία από υπερβολικό αλτρουισμό».

*Από το http://freethinking.gr/fernado-pessoa-to-pio-xidaio-sta-oneira-einai-pws-oloi-oneireuontai/

01.06.14_________ ______ _ __ ______ ___ _________

Η κριτική του Διαφωτισμού και ο … Μίλτος Σαχτούρης!

Conte Popolaros's avatar

κόλαση                                                                                                    
με τόσο φως                                                         
δεν το περίμενα                                                  
στρίβοντας στη γωνιά                                          
ν’ αντικρίσω
το μαύρο κόκκινο                  …

View original post 759 more words

Matt Hetherington, The death of Sisiphus

sisyphus

“The gods had condemned Sisyphus to ceaselessly rolling a rock to the top of a mountain, whence the stone would fall back of its own weight. They had thought with some reason that there is no more dreadful punishment than futile and hopeless labour”.
Camus, “The Myth Of Sisyphus”

in vain combat with gravity,
this man is so wise that he’s enchained to life,
and as sure as the sun climbs and falls,
then climbs and falls again, he will work
until he comes to love his martyrdom.
he has his rock; he’s pushing it uphill,
and with each ascent the burden grows more weighty.
he knows that in his time off,
as he moves down from the summit,
he won’t convince himself that all is well.
but then, a lifetime later, with the sun
at its meridian, his arid heart implodes;
the doting stone rolls over him,
grinds his grateful head into the dust,
and continues to the bottom, where it rests in wait.

® 1993

Lucifugo, a diavolo in corpo, Σκάνδαλα

Έργο Fëdor Andreevič Bronnikov (1827-1902)

Έργο Fëdor Andreevič Bronnikov (1827-1902)

Σκάνδαλο είναι το Κράτος
Η υπερβατική γλώσσα της Ισονομίας
Σε σχέση με τον Παντοδύναμο εαυτό της
Έχοντας στον πολιτικό κόρφο της ζωσμένα
Κρυμμένα μαχαίρια, τσεκούρια και αξίνες
Να συμμορφώνει την όποια ανομοιότης
Μπαίνει στο μάτι του Λεβιάθαν

Σκάνδαλο είναι το Έθνος
Αιχμαλωτίζει τους ανθρώπους
Στα σκοτεινά σπήλαια
Του προαιώνιου Μέλλοντος και Παρελθόντος

Σκάνδαλο είναι η Οικονομία
Το σώμα που δεν βιώθηκε ποτέ μαζί με τ’ άλλα σώματα
Γιατί κλειδώθηκε στα εαυγή κάτεργα της Ανάπτυξης
Το μέτρο του ΑΕΠ δεν είναι παρά οι σωροί των σκελετών
Πίσω από τις φυλλωσιές της πόλης ανθίζουν οι ασφαλιστικές δικλίδες
Και τα κάγκελα των χώρων εργασίας

Σκάνδαλο είναι η μουσική υπόκρουση
Στις αίθουσες των βασανιστηρίων
Στους μη τόπους των μέσων μεταφοράς
Και των μαρτυρικών αντίο
Στ’ αεροδρόμια, στα λιμάνια
Στους σταθμούς των τρένων
Που πάνε κι έρχονται από το πουθενά

Σκάνδαλο είναι η Οικογένεια
Η μαμά και ο μπαμπάς
Η σχέση τους με το παιδί
Στην ώρα του διαλείμματος από τις ώρες της δουλειάς
Σκάνδαλο είναι η Εκκλησία
Όχι για την αμύθητη περιουσία της
Αλλά για την ηθική της εργασίας
Που μας συνθλίβει και μας αποξενώνει
Ως αναπαράσταση σαδιστική
Των Παθών του Ιησού
Στο Σταυρό των Μαρτυρίων
Πρέπει να υπομένουμε λέει τα βάσανα
Και την αυτοταπείνωσή μας
Για να σωθεί η αμαρτωλή ψυχή μας

Σκάνδαλο είναι οι πλούσιοι και οι φτωχοί
Το ίδιο τροπάριο μερόνυχτα να ψέλνουν
Την πρόσβαση στον Πλούτο που νεκροποιεί
Το μυαλό, την καρδιά και την ψυχή

Σκάνδαλο είναι οι άνθρωποι του Πνεύματος
Με το αποκρουστικό τους πνεύμα
Βουτάν’ τις πένες τους στην κοιλάδα με το αίμα
Για να γράψουν με γράμματα χρυσά τα ονοματεπώνυμά τους

Σκάνδαλο είναι το Σχολείο
Οι δάσκαλοι και οι μαθητές του
Που ευλαβικά προσκυνούν
Και πίνουν νερό στ’ όνομα
Όλων των άνωθι σκανδάλων

Κι όλα αυτά τα ονόματα
Διαφορετικά σκάνδαλα κατονομάζουν
Που απορρέουν όλα από το Ένα
Την κεφαλαιοκρατική αξία
Αυτό το αδιόρατο δίχτυ
Της απαγωγής και της ομηρίας
Όλων των ζωντανών πλασμάτων

Το σκάνδαλο είσαι Εσύ
Που σταυρώνεις τα χέρια, τα πόδια και το νου
Και ζαλισμένος παραμιλάς πως έτσι είναι η ζωή

Το σκάνδαλο είσαι Εσύ
Γιατί παραμένεις αυτός-που-είσαι
Γιατί συνεχίζεις αυτό-που-κάνεις
Και γεμάτος έκπληξη Παριστάνεις τον λυπημένο
Για τους νεκρούς του αιγαίου

Το αιγαίο όμως δεν είναι θάλασσα
Είναι η αρχαία ρωμαϊκή Αππία Οδός
Το σταύρωμα των Σκλάβων
Και το τάισμα των Κορακιών

Το σκάνδαλο είμαι Εγώ
Που δεν ξέρω ακριβώς με μια αρμαθιά λέξεων
Τι προσπαθώ να κάνω και τι να πω
Να σε πάρω με το μέρος μου
Ή να πέσω σ’ ένα άπατο πηγάδι και να πνιγώ

Καιρός από τις στάχτες μας να αναδυθούμε! Blackred Wildcat Καλώς ήρθες!

12308349_624485364359262_2238179713470907072_n

Φίλοι και φίλες, καλώς ορίσατε στην ποιητική μας ομάδα που σκοπός της είναι η αντίσταση και αφύπνιση, μέσω της ποιητικής και λογοτεχνικής δημιουργίας. Η εποχή μας είναι αυτή η σκοτεινή που όλοι λίγο πολύ έχουμε καταλάβει, βιώνουμε στο πετσί μας και αισθάνομαι την ανάγκη και την υποχρέωση, να συμβάλουμε κι εμείς όσο μπορούμε στην αφύπνιση και συνειδητοποίηση του κόσμου, μέσα από την τέχνη μας αυτή. Με έκπληξη ανακάλυψα ότι τον τελευταίο καιρό η αντιστασιακή, η καταραμένη και η αθεράπευτα ρομαντική – ουτοπική ποίηση εκφράζεται σπανίως. Ας δώσουμε λοιπόν τον καλύτερό μας εαυτό, ας καλύψουμε αυτό το μεγάλο καινό κι ας δώσουμε τη μάχη μας μέσα από τις λέξεις, τις λέξεις που σε πάμπολλες περιπτώσεις ξεπερνούν και τη δύναμη του ξίφους και της βόμβας της ατομικής.

Αν και αυτός ο όρος δεν μου άρεσε ποτέ… Ας στρατευθούμε γράφοντας, δημιουργώντας με τις πένες μας για όπλα. Όσο για τα άλλα όπλα καλύτερα να μην έρθει η ώρα να τα πάρουμε…

…όμως αν χρειαστεί…

Οι καιροί μας επιφυλάσουν πολλά.

Κι εμείς πολεμιστές με τον έναν η τον άλλον τρόπο είμαστε υποχρεωμένοι να αντισταθούμε μέχρι τέλους στο όνομα της ελευθερίας, της ανθρώπινης ανύψωσης, του έρωτα, της ισότητας και της ελεύθερης, απόλυτης και ασταμάτητης δημιουργίας, να μη σβήσει αυτή η δίψα για ζωή τίμια και δημιουργική, να μη σβήσει αυτό το αιώνιο αγνό, πεντακάθαρο παιδί που κατοικεί βαθιά μέσα στις καρδιές μας, πόσο μάλλον από τη δική μας αδιαφορία… Θα αποτελούσε τη μεγαλύτερη εσωτερική μας προδοσία. Δεν θα τους επιτρέψουμε να το σκοτώσουνε ποτέ, δεν θα επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να το ξεχάσουνε ποτέ.
Κουβαλάμε κληρονομιά μεγάλη και νιώθω μεγάλη ανάγκη και υποχρέωση να εκφράζεται και να γεννά παιδιά του νου ελεύθερα και μαχητικά.

Μας έφεραν ξανά στο μεσαίωνα…

Φίλοι, φίλες, σύντροφοι και συντρόφισσες, συνοδοιπόροι στη μάχη αυτή, πιάστε τις πένες σας και αντιταχθείτε στην ψυχολογική, και όχι μόνο, βία, συγκρουστείτε με την παγκόσμια βαρβαρότητα.
Αντίσταση με κάθε τρόπο!

Καιρός από τις στάχτες μας να αναδυθούμε!

http://www.facebook.com/karagiozis.karabinatos?fref=ts

Ηλίας Τσέχος, Τα χάικου της αλεπούς

img_8971-2

.
Λουσμένη στο φως
Απειλούσες ωραία
Τις πονηρίες
.
Τι φύλλο ήσουν;
Θηλυκό, αρσενικό;
Αγαπήθηκες;
.
Ζητούσες γιατρό;
Φάρμακα, τις φωλέες;
Αυτομολούσες;
.
Πως μας κοιτούσες!
Ξαφνιασμένη, ντροπαλή
Και λυπημένη
.
Ορεσίβια
Όψη παραμυθένια
Πικρή Καστοριά
.
Αλεπουδάκι!
Γράφοντας ποιήματα
Πας δεν γυρίζεις

*Από το ιστολόγιο του ποιητή στη διεύθυνση http://thehos.wordpress.com

Κόκκινη Λάμια ή Αντωνία Μερτύρη, Βάρδιες αποκλειστικών

A_magical_kiss____by_L_time

Βραδιάζει
Ξημερώνει
Βραδιάζει
Βραδιάζει
Και βογγάει η διπλανή μου
Ατμομηχανή θανάτου
Στο θάλαμο 218
Στο τάδε τμήμα του λευκού εντέρου…
Χθες πάλι γέννησα σκατά
Χθες πάλι της φυσαρμόνικας ο ήχος
Και θά ‘λεγε κανείς πως παίζω
όπως ακριβώς και χέζω
Ύπτια και λαχανιαστά
Ύπτια και υπερβολικά
Ύπτια…
Όσο το επίτηδες και η θύμισή του
Σαν φθινοπωρινό “ατύχημα”.

10/10/1984

*Δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος της μηνιαίας αντιεξουσιαστικής εφημερίδας ‘Η Αρένα”, Αθήνα, Νοέμβρης 1984, σελίδα 5.

Simon Eales reviews Jennifer Maiden and Stefanie Bennett

the-fox-petition

The Fox Petition
by Jennifer Maiden

Giramondo, 2015

stefanie-bennett-cover-small

The Vanishing
by Stefanie Bennett

Walleah Press, 2015





We are already vanishing. Believe that!
Believe with the same candour
You show in believing me. (Bennett, ‘Believe That’, The Vanishing)

Stefanie Bennett woke up alongside Jennifer Maiden one morning, remarking, ‘An enemy is nothing to sneeze at: / Often his eau-de-Cologne’s / All embracing’ (‘Stratum’). This might be the too-cute, not-clever start to an amalgamating take on these two books from two poets with similar concerns and different styles. On the thirty-fourth page of the The Vanishing, Bennett quotes Maiden in square brackets: ‘But you might as well at this stage ask: / what Civil War is it we are enjoying.’ It is one of many mentions, quotes, and dedications to established poets in Bennett’s book, and it carries a similar sentiment to what I said she said in bed: we can be seduced by opposition. The consequences of this seduction are wide-ranging. Both books clearly stage oppositions and comparisons, not only to connect their poetries with the real world, but also to engage with the tensions of its adversarial discourse.

Maiden’s most delightful representation of this – the matchmaking of strange bedfellows – will be familiar to readers of her previous work. In The Fox Petition, ‘The Harvard Business School woke up next / to Julie Bishop,’ (‘Animism’) and, on a plane, ‘Kevin / Rudd and Dietrich Bonhoeffer, [are] still / trying to sort out Manus Island’ (‘Diary Poem: Uses of Xenophobia’). These couplings allow Maiden to unravel knots of hypocrisy without advocating for one side or another. As each pages-long poem continues, the multiplying ironies that result from these hypocrisies stew, becoming more discomfiting and delicious. In the second section of ‘Uses of Xenophobia’, which is framed as an autobiographical interlude, Maiden reflects on her ‘mad’ next-door neighbours, who have ‘pasted a picture of Rasputin / on their window,’ and ‘placed / a blue cube of rat poison over / [her] fence’: ‘to them / it is vital to be Australian, which / seems to mean rat poison and a flag’. This microcosmic, urban passive aggression brings into relief Rudd’s political – read, dehumanising – equivocations regarding the best ‘solution’ to the ‘asylum seeker problem’.

Maiden’s autobiographical voice is familiar, too. It transmits the kind of insight her poetry advocates, which is also, in musical terms, the tonic to dialogic friction. In the Diary Poem, ‘Uses of the Female Duet’, similar pairings, between Tanya Plibersek and Julie Bishop, opera singers Rosa Ponselle and Marion Telva, and Penny Wong and Gillian Triggs, give way to a resonant Melissa Parke, Federal Member for Fremantle (with Jenny Macklin in harmonic support), who, like Maiden in The Fox Petition, ‘does seem / devoted to the innocence in living’.

Both books bow deeply, if also ironically, to European influence. The title of Maiden’s book refers most directly to the petition circulated in New South Wales in 2015 calling for an official bounty system for foxes (imported from England in order for colonials to have something to hunt). The Shooters and Fishers party of NSW, unsurprisingly, were all over it. In Parliament in May 2014, ridiculing another petition seeking to allow foxes to be kept as pets, their member, Robert Borsak, lamented, ‘I dread the day I walk down George Street and pass a yuppy with a fox on a lead or indeed see a fox sticking its head out of a man bag.’ The title also alludes to the eighteenth-century Whig statesman and politician, Charles James Fox, who Maiden claims as her ‘favourite politician / of all time’ (‘Uses of the Female Duet’). Like Melissa Parke, Fox, known for his support of the French Revolution, abolitionism, and the deepening of juridical capability, might be described as ‘devoted to the innocence in living.’ And, significantly to The Fox Petition, he spent almost his entire career in political opposition.

Stefanie Bennett looks across the Channel to the little-translated, northern French and quotidian poetics of Guillevic. James Sallis’s piece on John Montague’s translation of Guillevic’s Carnap, for the Boston Review, suggests that ‘even in French, Guillevic can be an elusive read. Slight, elliptical, gnomic, the poems vanish when looked at straight on. ‘Les mots / C’est pour savoir,’ he says. Words are for knowing.’ Bennett attains many of these traits. In her Foreword, she invokes Guillevic as a model meditator on the complex relationship between ‘man’ and the natural world. His sparse lines suggest that while he may have considered a multitude of phenomena, in keeping with the tradition of the mystic, he delivers only a few symbolic points for us connect ourselves. Inviting us, too, into such thought, Bennett writes, ‘we had best gather together what’s left of all we’ve scattered, abused and refused to take notice of in memorandum.’ We – in all senses of the word: individual human subjects; the zeitgeist; collective culture; and the ecology we share and are destroying – are vanishing. We best believe it, because memento mori is the best we can do. Only our totems of this remembering, the menhirs, will continue to objectively exist.

In her Part II poem, ‘Memoir,’ for example, Bennett links the ancient Celtic religious practices of ‘the Menhir people,’ carried out on Guillevic’s home turf in Brittany, with the conditions for a ‘con- / Structed future.’ She describes the agent of this connection as ‘A kinetic Mammon / Wearing / Two hats,’ the one hat belonging to complex history, and the other to present action. The collection also wears two hats: one, the first part, posited as a present lyricism, with universalising titles such as ‘Stratum,’ ‘Arrival,’ and ‘Exit,’ and the second as a history, subtitled ‘Repel & Attract: An Orphic Conflict.’ There are certainly elements of religious Orphism present, of transmigration, the ascetic life, and having seen the underworld and returned. However, this is perhaps only inasmuch as the collection proceeds from Guillaume Apollinaire’s artistic Orphism, with its fauvism, colour theory, and pure lyric abstraction.

The next poem, ‘Variable Contrasts’, dedicated to Thomas Shapcott, stages a significant oscillation between unlikely opposites, suspension and coagulation, under this tarp of surrealism:

Now you’ve returned
From the Baltics
Hurling broken oars
At the strait’s
Dizzying
Shock-waves,
An irrepressible
Frontier
Beckons:
Klee’s
Aspic renaissance
And Eluard’s ‘the wind,
Undecided rolls
A cigarette of air …’

Within the Charnel-house
You’re knee-high deep again
– Hesitating.
It’s not Passé fanaticism
that coagulates,
But the knowledge
Of it.

The idea of an ‘Aspic’ renaissance suggests that the ‘pure psychic automatism’ of surrealism is aesthetically upheld as an aperitif of stasis. The gelatinous mould can change – it can be French surrealist Paul Éluard’s ‘wind, / Undecided,’ for example – but it remains some version of discrete and wobbly. The micro-variations in this state’s definition (‘Aspic,’ ‘Undecided,’ ‘Hesitating,’ and ‘coagulates’) each take a turn, none acceding to preeminence. As the final lines reveal, awareness of this free agitation of thought is different to being involved in it. Neither ‘Passé fanaticism,’ nor having ‘knowledge / Of it,’ sounds desirable, but they constitute Bennett’s two necessary poetic and, perhaps, human, processes. The aspic metaphor suggests that, for Bennett, the meat of life, its events and physical objects, are irrepressibly transformed into poetic symbols. And, then, if we frame her as a surrealist following poets like Éluard and Aragon, we are able to view these symbols as expressions of some notion of true life.

Treating Bennett as a visionary poet, we can discern an isotope of essentialism in The Vanishing. Her poems are titled for us to be led in this direction. ‘Kinship,’ for example, gives the reader access to the feeling of kinship, setting an archetypical scene of warmth and comfort at the hearth, or around the campfire, while reinforcing instincts for togetherness, sensuality, and our commingling with ‘the elements.’ Each poem is linked to its neighbour in a similar way. The poem following ‘Kinship’, called ‘Smoke’, can be read as a reconstitution of kinship’s overflow (the fire around which we develop kinship produces smoke). This poem produces an imperative that seems to resonate through the collection. It’s a Jacob’s Ladder to the Tower of Babel. Poets not feeling well, as one line suggests, is indicative of ecological sickness. Bennett’s answer is to remain receptive, ‘stay / Sober. Stay serene. / Play / Pat-a-cake / With the screech-owl / in God’s sweet acre’. This imploration to realise what we have and appreciate it occurs repeatedly under different guises. In ‘Rilke’s Desk: A Postscript’, it is ‘Don’t / Scramble / The cornucopia!’. The Vanishing is a humble because fatalistic call to appreciation a la Guillevic, before ‘All’s well!’ disappears.

I wanted to reflect at some point on the status of vermin in both of these books. What happens with the pestilential creatures that often so delightfully hive through subversive poetic works? But neither The Fox Petition nor The Vanishing entertains the idea. Instead, the creatures that would be called so are incorporated. Because both texts stage contests without actualising them, there are no victors; no one stranded on Manus Island, and only people left speaking who can imagine extraordinary compassion. For both, such compassion involves Bartleby-like refusal to play along. Maiden, especially, expresses the importance of maintaining the capacity to resist; to oppose; to imagine difference. She does so sympathetically, mindful that weakened and traumatised creatures can read a helping hand as another backhand whack. Under the spell of ‘eau-de-Cologne,’ regular people who should not be are kept in remote prisons, and foxes are obliged to be shot.

Now,
since new laws for Biosecurity,
if I spoke to the fox without
killing it, I would be charged, but
we once had much in common. A quality
spare and wild with desperation
in its streetlamp eyes, its old headlight
eyes could still suggest a city
in shifting shapes, its identity
aristocratic in lost deceptions.
On an empty
road by the Lakes, I once met a fox
whose eyes were ghosts with pity. (‘Once I Met a Fox’)

Empathy might not save the day, but we must muster it regardless.

*Simon Eales was born and lives in Melbourne. He recently completed a MA on Australian satirical poetics at the University of Melbourne.

**Taken from Cordire Poetry review at http://www.cordite.org.au

Χούλιο Κορτάσαρ, Από “Το Κουτσό”

koutso

Αγγίζω το στόμα σου, με το δάχτυλό μου αγγίζω το περίγραμμα του σώματός σου, το σχεδιάζω σαν να το δημιουργεί το χέρι μου, σαν το στόμα σου να μισανοίγει για πρώτη φορά και αρκεί να κλείσω τα μάτια μου για να το σβήσω και να ξαναρχίσω να το φτιάχνω, και κάθε φορά κάνω να γεννιέται το στόμα που ποθώ, το στόμα που επιλέγει το χέρι μου και σχεδιάζει πάνω στο πρόσωπό σου, ένα στόμα επιλεγμένο ανάμεσα σε τόσα άλλα, επιλεγμένο με ηγεμονική ελευθερία από μένα για να το ζωγραφίσει το χέρι μου πάνω στο πρόσωπό σου και που από ένα γύρισμα της τύχης που δεν προσπαθώ να καταλάβω συμπίπτει ακριβώς με το στόμα σου που χαμογελάει κάτω από εκείνο που σχεδιάζει το χέρι μου.

Με κοιτάς, με κοιτάς από κοντά, κάθε φορά και από πιο κοντά και τότε παίζουμε τον κύκλωπα, κοιταζόμαστε όλο και από πιο κοντά και τα μάτια μεγαλώνουν, πλησιάζουν το ένα το άλλο, κολλάνε το ένα στο άλλο και οι κύκλωπες κοιτιούνται, οι ανάσες τους μπλέκουν, τα στόματα συναντιούνται και παλεύουν ανόρεχτα, δαγκώνονται χείλια με χείλια, ακουμπώντας μόλις τη γλώσσα πάνω στα δόντια, παίζουν μέσα στον περίβολό τους όπου πηγαινοέρχεται ένας βαρύς αέρας με ένα παλιό άρωμα και μια σιωπή.
Τότε τα χέρια μου θέλουν να βυθιστούν στα μαλλιά σου, να χαϊδέψουν αργά τα βάθη των μαλλιών σου ενώ φιλιόμαστε σαν το στόμα μας να είναι γεμάτο λουλούδια ή ψάρια, ζωηρές κινήσεις, σκοτεινή ευωδιά.
Και όταν δαγκωνόμαστε ο πόνος είναι γλυκός κι όταν πνιγόμαστε μ’ ένα σύντομο και τρομερό ταυτόχρονο ρούφηγμα της αναπνοής, αυτός ο στιγμιαίος θάνατος είναι όμορφος.
Και υπάρχει ένα και μόνο σάλιο, μια και μόνη γεύση από ώριμο φρούτο κι εγώ σε νιώθω ν’ ανατριχιάζεις απάνω μου όπως η σελήνη στο νερό.

*Από “Το κουτσό” (Κεφάλαιο 7).

Jaques Prevert, Τρία ποιήματα

Η ΩΡΑΙΑ ΕΠΟΧΗ

Νηστική χαμένη παγωμένη
Ολομόναχη άφραγκη
Μια κοπέλα δεκάξι χρόνων
Ακίνητη όρθια
Πλατεία Ομονοίας
Μεσημέρι Δεκαπενταύγουστου.

***

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ

Η μητέρα πλέκει
Ο γιος πολεμά
Το βρίσκει πολύ φυσικό η μητέρα
Και ο πατέρας τι κάνει ο πατέρας;
Κάνει επιχειρήσεις
Η γυναίκα του πλέκει
Ο γιος του πολεμά
Αυτός επιχειρήσεις
Το βρίσκει πολύ φυσικό ο πατέρας
Και ο γιος και ο γιος
Τι βρίσκει ο γιος;
Δε βρίσκει τίποτα απολύτως τίποτα ο γιος
Ο γιος η μητέρα του πλέκει ο πατέρας του επιχειρήσεις αυτός πόλεμο
Όταν θα έχει τελειώσει ο πόλεμος
Θα κάνει επιχειρήσεις με τον πατέρα του
Ο πόλεμος συνεχίζεται η μητέρα συνεχίζει πλέκει
Ο πατέρας συνεχίζει κάνει επιχειρήσεις
Ο γιος σκοτώθηκε δε συνεχίζει πια
Ο πατέρας και η μητέρα πηγαίνουν στο νεκροταφείο
Το βρίσκουν πολύ φυσικό ο πατέρας και η μητέρα
Η ζωή συνεχίζεται η ζωή με το πλεκτό τον πόλεμο τις επιχειρήσεις
Οι επιχειρήσεις ο πόλεμος το πλεκτό ο πόλεμος
Οι επιχειρήσεις οι επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις
Η ζωή με το νεκροταφείο.

***

ΠΡΩΙΝΟ ΓΕΥΜΑ

Έβαλε τον καφέ
Στο φλιτζάνι
Έβαλε το γάλα
Στο φλιτζάνι με τον καφέ
Έβαλε τη ζάχαρη
Στον καφέ με το γάλα
Με το κουταλάκι
Γύρισε
Ήπιε τον καφέ με το γάλα
Και ξανάφησε το φλιτζάνι
Χωρίς να μου μιλήσει
Άναψε
Ένα τσιγάρο
Έκανε δαχτυλίδια
Με τον καπνό
Έβαλε τις στάχτες
Στο τασάκι
Χωρίς να μου μιλήσει
Χωρίς να με κοιτάξει
Σηκώθηκε
Έβαλε
Το καπέλο του στο κεφάλι του
Έβαλε
Το αδιάβροχό του
Γιατί έβρεχε
Κι έφυγε
Μέσα στη βροχή
Χωρίς μια κουβέντα
Χωρίς να με κοιτάξει
Και ’γω πήρα
Το κεφάλι μου μέσα στα χέρια
Κι έκλαψα.

prevertpaper01