Lucifugo, a diavolo in corpo, Τραβέρσο

Artwork: Marios Prasinos

Artwork: Marios Prasinos

…Κανένα ευγενές όραμα δε θα μας σώσει

κανένας άγγελος της ιστορίας
μέσα στην κόλαση που την ζούμε

ψάχνουμε μαζί να βρούμε

τι δεν είναι κόλαση

να δώσουμε όλες τις πνοές μας ν’ ανασάνει


τις αμέριμνες αυγές και τα μαγικά ηλιοβασιλέματα
η ίδια κόλαση τα ξεβράζει

πετώντας άμμο στα μάτια

για να μένουν με θαμμένες τις μνήμες

οι κάτοικοι στις όχθες των θαλασσών…

Μαρία Σερβάκη, Δύο ποιήματα

184285-1bi59bln4

Κάπου πρέπει να τελειώνει ο χώρος αυτός… ή δεν τελειώνει;
Βιβλία, χαρτιά, χειρόγραφα κι η σκόνη κι η σκόνη… Κάθομαι
Μπροστά μου ένα μεγάλο τραπέζι. Πιο πέρα άλλα τραπέζια.
Κάποιοι ίσως κάθονται σε κείνες τις καρέκλες. Διαβάζουν;
γράφουν; ονειρεύονται;
Το φως ελάχιστο… κάποτε όμως δυναμώνει απάνω μου ακριβώς…
τ’ άλλα τραπέζια χάνονται. Διαβάζω.

***

Υποσημείωση 1

Κείνα τα χρόνια ποια χρόνια; πότες πού; υπήρχε μια Αθήνα…
την άνοιξη μύριζε γαζία και χαμομήλι

Υποσημείωση 2

Κληθήκαμε να υπάρξουμε χωρίς επιτάφιους χωρίς ρετσίνα
χωρίς τραγούδι στη γη αυτή

Του Νίκου Καρούζου εκεί όπου παντοκρατορεί

*Από τη συλλογή “Ο Οδοιπόρος”, Εκδόσεις Εκάτη, 2013.

Νικόλας Νιαμονητός, Δύο ποιήματα

graffiti2

Και τέλος και αρχή μας

αν η σκιά μας είχε πληγωθεί
πώς θα τη βοηθούσαμε;

αν η σκέψη μας ήταν μουγκή
πώς θα ακούγαμε τα θραύσματα
του όμορφου ναρκωτικού
που το λένε έρωτα;

στις πλάτες του πόνου μας
χαράζονται οι στιγμές

η κάθε αναθυμίαση της ζωής
και τέλος
και αρχή μας

όλα σκοτεινιάζουν στον κόσμο έξω
όλα φωτίζονται μέσα μας

πλημμύρες κενοδοξίας
οι φλόγες μας κυλάνε
στις φλέβες μας

και ας μην είμαστε
αυτοί που ήμασταν

η τράπουλα της μνήμης μας

πάντα τις μυρωδιές των ανέμων θα κυνηγά

ρυάκι η αύρα μας

που κατεβαίνει τον βράχο της ζωής

μιλήσαμε τη γλώσσα τού τίποτα
και όμως σπίθες σκορπίσαμε

απαγορευμένες ανάσες
που στην ιδέα της ύπαρξης

θα καταφέρουν να αναπνεύσουν;

***

∆εν τον χωράει τίποτα

όσο πιο μεγάλη ορθώνεται η πόλη
άλλο τόσο πιο μεγάλος νιώθει

και ο άνθρωπος

δεν τον χωράει τίποτα

μικρό το σπίτι του
μικρή η κοινωνία

μικρή και η Γη─

σαν να στενεύει γι’ αυτόν

μαρμάρινες πόρτες
σε ηλιοβασιλέματα
από όμορφα φιλιά
χτίζει όλο το χρόνο

ο εαυτός του δεν τον χωράει
χωράει όμως όλους τους Άλλους

για κάθε πόλη που χτίζεται

ένα αγκάθι φυτεύεται στο έδαφος

και τα βράδια αργά

όταν κοιμόμαστε

τα αστέρια και οι θάλασσες
επιδεικτικά μας κοιτάνε
και γελάνε

*Από τη συλλογή “Κυνήγα τη νύχτα
 μέχρι να γίνεις φλογερή ύπαρξη”, Εκδόσεις Εκάτη, 2014.

Γιάννης Χ. Χαιρέτης, Για την ποίηση και τους ποιητές

eleftheriaki14

Όταν καταγίνομαι με την ποίηση, έχω την αίσθηση πως αρμενίζω σε μια απέραντη και γαληνεμένη θάλασσα. Κι αυτό το συναίσθημα απόλαυσης, το νοιώθω πιο έντονο, όταν βρεθώ στην απομόνωση μιας διανοητικής μοναξιάς και, μονάχος πια, εξερευνώ, με συντροφιά το λόγο της ποίησης, τους μυστικούς κόσμους της Φαντασίας μου.

Θέλω να πιστεύω πως η ποίηση είναι ένα πνευματικό παιχνίδι που παίζεται μόνο μέσα στα όρια της απόλυτης μοναξιάς. Έξω απ’ αυτά τα όρια, οι λέξεις του ποιητικού λόγου χάνουν τις αποχρώσεις εκείνες που θα τις διαφοροποιήσουν και θα τις κάνουν σύστημα από αλληγορίες, σύμβολα και αισθητικές παραστάσεις.

Πιθανόν κάποιος να ρωτήσει: κι ο αγώνας του ανθρώπου για επιβίωση, για ισότητα, για γνώση, για όλα αυτά που με το αβάσταχτο βάρος της στυγνής πραγματικότητας συνθλίβουν την ύπαρξή του –μα και τον ίδιο τον ποιητή, μια που κι ο ποιητής υπόκειται στους ίδιους νόμους της φυσικής και κοινωνικής βαρύτητας–, όλα αυτά πρέπει να μείνουν έξω απ’ τα ενδιαφέροντα της ποίησης;

Γιατί αν ορίσουμε την ποίηση μόνο σαν φυγή απ’ την πεζότητα τούτου του υπαρκτού κόσμου και σαν ένα απλό παιχνίδι των αισθήσεων, τότε όλα αυτά που αποτελούν το κοινωνικό γίγνεσθαι πρέπει για τον ποιητή ν’ απομονωθούν και ν’ απαλειφθούν, για να μπορέσει έτσι απερίσπαστος απ’ τους καταναγκασμούς των όποιων υλικών προβλημάτων να δώσει στο έργο του πλαστική ωραιότητα, μα και μια υπερβατική μορφή της πραγματικότητας;

Και βέβαια όχι.

Ο ποιητής, θέλει δε θέλει, αποτελεί κι ο ίδιος μέρος του κοινωνικού συνόλου. Όπως κάθε άνθρωπος είναι συνάμα άτομο και ολότητα. Κι αυτό, όσο κι αν απομονωθεί, όσο κι αν το επιδιώξει δε θα μπορέσει να το αλλάξει. Υπάρχει και δρα, όταν κατασκευάζει τους στίχους του, και σαν “Εγώ” και σαν “Εμείς”. Δεν έχει σημασία αν τις στιγμές εκείνες δρα συνειδητά ή ασυνείδητα˙ αυτή η αδιαμφισβήτητη αλήθεια τον επηρεάζει -έμμεσα ή άμεσα- στο περιεχόμενο, μα ακόμα και στη μορφή που θα δώσει στο έργο του.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ελευθεριακή Κίνηση”, Νο 14, Φεβρουάριος 2002, σελίδες 105 – 111. Ηλεκτρονικά στο http://www.ekin.gr/node/52

Γρηγόρης Σακαλής, Τρία ποιήματα

560168ef-1401-436b-9a1f-3cf9a0ff71d6

Τελική λύση

Θρυμματισμένες οι ψυχές
πετάνε στον ουρανό.
Μετά το διαβολικό μανιτάρι
ερήμωσε ο τόπος
ούτε άνθρωποι
ούτε ζώα
ούτε λουλούδι απέμεινε
κάτι για να θυμίζει
γήινο τοπίο
όπου γεννήθηκε αγάπη
και στοργή
αλλά και πόνος
δυστυχία
ό,τι περιέχει η ζωή.
Οι απειλές έγιναν πράξη
το μέλλον ήρθε
είναι παρόν
πιο ζοφερό δεν έχει
αυτή είναι η τελική λύση
των δυνατών.

***

Φανάρι του Διογένη

Φορώντας ρούχα παιδικά
η καρδιά μου
αναζητεί την αγάπη
στους δρόμους τη ζητιανεύει
στα μικρά καφέ ξημεροβραδιάζεται
ανθρώπους κι ανθρώπους συναντά
μα δεν τους γνωρίζει
κρυψίνοες καθώς είναι αυτοί
οι περισσότεροι
και δυστυχείς
πώς να προσφέρουνε αγάπη
παλεύω μη γίνω κρυψίνους
κι εγώ
και χάσω κάθε πιθανότητα
να την συναντήσω.

***

Μοίρα

Ξύπνησα ένα πρωί ξαπλωμένος
στο πάτωμα
μέσα στα χαρτιά και τις μουτζούρες μου
ήταν χειμώνας και πάγωνα
άνθρωπο δεν είχα να μιλήσω
και τα ντουλάπια μου άδεια
αναρωτήθηκα
αυτή είναι η μοίρα μου
νηστικός και μόνος
και είπα όχι
θ’ αλλάξω τη μοίρα μου
το κάνανε κι άλλοι
που ήτανε πιο δύσκολα από μένα
ας γράφω στο πάτωμα
ας κοιμάμαι με τα ρούχα
θ’ αρπάξω τη ζωή
και θα τη ζήσω.

Οι αφιερώσεις και οι επιγραφές στην ποίηση της Alejandra Pizarnik

του Στάθη Ιντζέ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2. ΑΦΙΕΡΩΣΕΙΣ
(ταξινόμηση ανά ποιητική συλλογή)

2.1. Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΘΩΟΤΗΤΑ, 1955

– Το σύνολο της ποιητικής συλλογής.
Αφιέρωση: στον León Ostrov

Ο León Ostrov υπήρξε ψυχαναλητής τής Αλεχάντρα Πισαρνίκ, από τα 18 της χρόνια, με τον οποίο διατήρησε επικοινωνία πολύ ιδιαίτερη και —κατά τη διαμονή της στο Παρίσι— αλληλογραφία που διήρκησε χρόνια. Ο León Ostrov, ποιητής και λόγιος, ήταν καθηγητής τής Πειραματικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες. Και τους δύο τούς ένωνε η κοινή ρωσο-εβραϊκή καταγωγή τους, η αίσθηση να πατούν ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους και κουλτούρες.

– Τίτλος ποιήματος: Balada de la piedra que llora
Αφιέρωση: στη Josefina Gómez Errázuriz

H Josefina Gómez Errázuriz, υπήρξε φίλη της Πισαρνίκ.

2.2. ΟΙ ΧΑΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ, 1958

– Τίτλος ποιήματος: ολόκληρη η ποιητική συλλογή, καθώς και το ποίημα Siempre
Αφιέρωση: στον Rubén Vela

Ο Ρουμπέν Βέλα είναι πολυταξιδευμένος ποιητής. Γεννήθηκε τις 3 Μαΐου του 1928 στη Σάντα Φε ντε λα Βέρα Κρους, στην Αργεντινή. Το 1954, ο Ραούλ Γκουστάβο Αγκίρε, ήδη δημιουργούσε τη λογοτεχνική ομάδα Poesía Buenos Aires και του πρότεινε να γίνει μέλος της. Αφιέρωσε πλήθος ποιημάτων στην Αλεχάντρα Πισαρνίκ.

– Τίτλος ποιήματος: Tiempo
Αφιέρωση: στην Όλγα Ορόσκο

Η Όλγα Ορόσκο (1920-1999), ήταν Αργεντίνα ποιήτρια. Σπούδασε στο Τμήμα της Φιλοσοφίας και Γραμμάτων του Πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες. Ήταν ένα από τα μέλη τής υπερρεαλιστικής ομάδας Tercera Vanguardia, μέλος της οποία ήταν επίσης ο σπουδαίος, εκείνον τον καιρό, Ολιβέριο Χιρόνδο. Ποιητές που επηρέασαν το ποιητικό της έργο, θεωρούνται οι San Juan de la Cruz, Rimbaud, Nerval, Baudelaire, Milosz και Rilke.

Η ποίηση της Όλγα Ορόσκο και της Αλεχάντρα Πισαρνίκ διατρέχονται από την κοινή μαθητεία τους στους καταραμένους ποιητές, τους ποιητές τού ρομαντισμού και του συμβολισμού όπως οι Blake, Nerval, Baudelaire, Rimbaud. Οι συνεχείς αναφορές τους στον θάνατο είναι ένας τρόπος εξορκισμού του. Αναφορές στις οποίες βρίθουν οι λέξεις-σύμβολα όπως οι καθρέφτες, το φεγγάρι ή οι κούκλες. Η μαγεία και η ενόραση συνθέτουν έναν κεντρικό άξονα στα ποιήματά τους. Το φανταστικό και το ονειρικό πρωταγωνιστούν στους στίχους τους. Η σχέση μεταξύ των δύο ποιητριών ήταν έντονα φιλική, δεν αρκείται στη συγγένεια των στίχων τους. Μετά τον θάνατο της Αλεχάντρα, η Όλγα τής αφιέρωσε ένα από τα πιο όμορφα ποιήματά της με τίτλο Χορός για μια Νεκρή Πριγκήπισσα.

– Τίτλος ποιήματος: Exilio
Αφιέρωση: στον Raúl Gustavo Aguirre

Ο Ραούλ Γκουστάβο Αγκίρε (1927-1983) ήταν Αργεντίνος ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας, πανεπιστημιακός καθηγητής και περίφημος μεταφραστής του Apollinaire.. Σε συνεργασία με τον ποιητή και δραματουγό Έντγκαρ Μπέιλι, ίδρυσε, το 1950, το λογοτεχνικό περιοδικό Poesía Buenos Aires [9], το οποίο κατά τα δέκα έτη που κυκλοφόρησε, φιλοξένησε στις σελίδες του τους πιο γνωστούς Αργεντίνους ποιητές τής δεκαετίας τού πενήντα. Στα τεύχη 13 και 14, το 1954, δημοσίευσε μια ανθολογία με τίτλο «Ποιητές του σήμερα: Μπουένος Άιρες, 1953», μέσα στην οποία συμπεριέλαβε τα πιο πρόσφατα δείγματα της ποιητικής παραγωγής τής χώρας του. Υπήρξε ένας από τους θεμελιωτές ενός νέου ποιητικού κινήματος, του «ινβενσιονισμού».

Για τη σχέση του με την Αλεχάντρα Πισαρνίκ, ο Jorge Carrol αναφέρει:
«Ένα Σάββατο, ο Αγκίρε, ο ποιητής και ιδρυτής του περιοδικού Μπουένος Άιρες μαζί με τον Χόρχε Ενρίκε Μόμπιλι, μας ανακοίνωσαν ότι θα μας επισκεπτόταν ένα κορίτσι που μόλις είχε κυκλοφορήσει το πρώτο της βιβλίο, Η πιο ξένη γη. Εκείνο το απόγευμα γνωρίσαμε μια ντροπαλή Φλόρα Αλεχάντρα Πισαρνίκ. […]».

– Τίτλος ποιήματος: Peregrinaje
Αφιέρωση: στην Elizabeth Azcona Cranwell

από δεξιά προ τα αριστερά: Pizarnik,Aguirre. Elizabeth Azcona Cranwell
Η Elizabeth Azcona Cranwell (1933-2004) ήταν Αργεντίνα ποιήτρια, μεταφράστρια και κριτικός λογοτεχνίας. Σπούδασε στο Τμήμα της Φιλοσοφίας και Γραμμάτων του Πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες, όπως και η Όλγα Ορόσκο. (Έγραψε κριτικές στην εφημερίδα La Nación και μετέφρασε Ντύλαν Τόμας και Έντγκαρ Άλαν Πόε). Η ποίησή της χαρακτηρίζεται ως υπερρεαλιστική, επηρεασμένη από την Όλγα Ορόσκο.

– Τίτλος ποιήματος: El Despertar
Αφιέρωση: στον León Ostrov

(Βλέπε 2.1.)

2.3. ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ, 1962

– Τίτλος ποιήματος: 20
Αφιέρωση: στη Laure Bataillon

Η Laure Bataillon (1928-1990) ήταν Γαλλίδα μεταφράστρια και φίλη τής Πισαρνίκ. Μετά το 1957, μετέφρασε και προώθησε έργα Λατινοαμερικάνων, μεταξύ των οποίων και του Χούλιο Κορτάσαρ.

– Τίτλος ποιήματος: 29
Αφιέρωση: στον André Pieyre de Mandiargues

Ο André Pieyre de Mandiargues (1909 –1991) ήταν Γάλλος συγγραφέας, γεννημένος στο Παρίσι που συμμετείχε στο κίνημα του Υπερρεαλισμού. Ήταν ένας από τους συγγραφείς που γνώρισε η ποιήτρια κατά την παραμονή της στο Παρίσι.

– Τίτλος ποιήματος: 33
Αφιέρωση: στην Ester Singer (Esther Singer)

Το ποίημα αυτό, η Πισαρνίκ, το αφιερώνει στην Αργεντίνα γυναίκα τού Καλβίνο και συγγραφέα με την οποία τους ένωνε η κοινή τους καταγωγή. Ο Καλβίνο γνώρισε την Esther Singer το 1962 και την παντρεύτηκε στην Αβάνα, το 1964, όπου πραγματοποίησε ταξίδι για να επισκεφτεί τη γεννέτηρά του και να γνωρίσει τον Ερνέστο ‘’Τσε’’ Γκεβάρα.

– Τίτλος ποιήματος: 36
Αφιέρωση: στον Alain Glass

Υπερρεαλιστής γλύπτης που έζησε στο Μεξικό.

2.4. ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1959

– Τίτλος ποιήματος: Caroline de Gunderode
Αφιέρωση: στον Enrique Molina

Μεταξύ των Αργεντίνων υπερρεαλιστών, υπάρχουν δύο ποιητές που συμπίπτουν, όσον αφορά τις επιρροές στα έργα τους, με την Αλεχάντρα: ο Ενρίκε Μολίνα (1910-1997) και η Όλγα Ορόσκο. Ο Ενρίκε Μολίνα, σε έναν πρόλογο του 1976, την αποκάλεσε «κορίτσι προορισμένο να ξεχωρίσει», ενώ κάποια άλλη στιγμή, ενθουσιασμένος από την ποίησή της έγραψε για εκείνη: «Βγαίνει αλώβητη από εκείνη την τήρηση των κανόνων που συνιστούν στο να ανοίγει τις πόρτες του ποιήματος, προορισμένο να αναδημιουργήσει έναν παλμό ή μια στιγμή, όπως αντιλαμβάνομαι την ποίηση, με μια μεταστοιχείωση μιας άμεσης πραγματικότητας σε ένα επίπεδο αποκάλυψης». Αξίζει τέλος να πούμε ότι ο Ενρίκε Μολίνα, υπηρέτησε την τέχνη και ως ζωγράφος. (βλ. 1.4.)

2.5. ΤΑ ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΟΙ ΝΥΧΤΕΣ, 1965

– Τίτλος ποιήματος: Anillos de ceniza
Αφιέρωση: στην Cristina Campo

Η Κριστίνα Κάμπο, ψευδώνυμο της Vittoria Guerrini (1923-1977), ήταν Ιταλίδα συγγραφέας, ποιήτρια και μεταφράστρια με την οποία η Πισαρνίκ διατήρησε φιλική σχέση μέσω αλληλογραφίας, επί δέκα έτη.

– Τίτλος ποιήματος: Grandes palabras
Αφιέρωση: στον Antonio Porchia

Στην Αλληλογραφία της Πισαρνίκ, διαβάζουμε το παρακάτω γράμμα:

30, rue Saint Sulpice, Παρίσι, Φεβρουάριος 1963
«Αγαπητέ κύριε Αντόνιο Πορτσία,

Σας σκέφτομαι πάντα και είναι αναρίθμητες οι φορές που θέλησα να σας γράψω. Όμως πάντα ήθελα να έρθει μια μοναδική στιγμή, ιδιαίτερη, ξεχωριστή από τις υπόλοιπες, που να μην μοιάζει με καμιά άλλη, για να σας στείλω κάποιες γραμμές. Πόσο τρόμερα σημαντικό ήταν —είναι— να έχω γνωρίσει τη φωνή σας, τις Φωνές[10] σας. Σας ευχαριστώ απέραντα για εκείνες που μου στείλατε. Η οικογένειά μου μου τις προώθησε. Τώρα εκείνα τα δύο φύλλα με τη γραφή σας έχουν λεηλατηθεί (από τα μάτια μου) γι΄αυτό τις φέρω μαζί μου σαν κάποιος που είναι υποχρεωμένος να φέρει μαζί του τα έγγραφα της ταυτότητας. Και, αλήθεια, τέτοια είναι.

Θα γνωρίζετε από τον κοινό μας φίλο Ρομπέρτο Χουαρός ότι πάνε ήδη τρία χρόνια που βρίσκομαι στο Παρίσι. Συχνά σκέφτομαι την επιτροφή, να δω εσάς, τον Ρομπέρτο, και μερικούς ακόμα… Τώρα πιστεύω ότι θα μπορούσα να συνομιλίσω «καλύτερα» από πριν, ίσως γιατί έχασα την εφηβεία μου ή έχω υποφέρει περισσότερο ή γέρασα, δεν ξέρω, αλλά ξαναδιαβάζοντας το υπέροχο βιβλιαράκι σας η έξαψή μου ήταν μοναδική. […]

Επιστρέφοντας στο θέμα του Παρισιού, αυτό που με γαληνεύει εδώ είναι το ότι ζω μόνη, δίχως οικογένεια, βλέποντας τον κόσμο μονάχα όταν το επιθυμώ. Αυτό είναι πολύ σημαντικό για μένα. Χρειάζομαι τη σιωπή (ή ίσως η σιωπή χρειάζεται εμένα). «Ήρθες σε αυτόν τον κόσμο που δεν καταλαβαίνει τίποτα δίχως λέξεις, σχεδόν δίχως λέξεις».

Αυτή η φράση αντηχεί μέσα μου και μου τραγουδά με ακραία συχνότητα. Αλήθεια, δεν κάνω τίποτα άλλο από το να σκέφτομαι τη σιωπή. Και κατέληξα να αναρωτιέμαι αν η σιωπή υπάρχει. Αλλά αν το ρωτώ δεν υπάρχει σιωπή πια.

Αν κάποια φορά θελήσετε να μου γράψετε μερικές γραμμές θα μου δώσετε πολύ μεγάλη χαρά. Από τη μεριά μου, μετανιώνω που δεν έχει έρθει ακόμα εκείνη η ξεχωριστή στιγμή να σας μιλήσω και να σας ρωτήσω με έναν τρόπο ομορφότερο από αυτόν της αλληλογραφίας. Αλλά καθώς δεν έχω τόση υπομονή, εξ ου και το γράμμα».

– Τίτλος ποιήματος: Memoria
Αφιέρωση: στον Jorge Gaitán Durán

Ο Χόρχε Γκαϊτάν Ντουράν (1924-1962), Κολομβιανός ποιητής και κριτικός, υπήρξε ιδρύτης ενός εκ των σημαντικότερων λογοτεχνικών περιοδικών στην Κολομβία, το περιοδικό Revista Cultural Mito, στο οποίο υπήρξε συνεργάτιδα η Αλεχάντρα Πισαρνίκ κι έτσι ξεκίνησε μια φιλία με τον Κολομβιανό ποιητή στο Παρίσι, στις αρχές τής δεκαετίας τού εξήντα. Από τη μεταξύ τους φιλία, ο Πέδρο Γκόμες Βαλντεράμα (Κολομβιανός συγγραφέας) αναφέρθηκε κάποτε σε ένα γράμμα που του έστειλε η Πισαρνίκ, λίγες βδομάδες μετά τον θάνατο του Χόρχε Γκαϊτάν Ντουράν: «Είχαμε γίνει φίλοι, και ήμουν μαζί του λίγες μέρες πριν το τρομερό ατύχημα…[6]» . Αξίζει να σημειωθεί ότι το «τρομερό ατύχημα» στο οποίο αναφέρθηκε η Πισαρνίκ, ήταν ένα ατύχημα κατά την προσγείωση της πτήσης τής Air France, στο αεροδρόμιο Point-á-Pitre τής Γουαδελούπης.

– Τίτλος ποιήματος: Sombra de los días a venir
Αφιέρωση: στην Ivonne A. Bordelois

Η Ιβόν Μπορντελουά (Μπουένος Άιρες, 1934), είναι Αργεντίνα ποιήτρια. Σπούδασε στο Τμήμα Φιλοσοφίας και Γραμμάτων του Πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες και συνέχισε τις σπουδές της στη Σορβόνη. Εργάστηκε στο περιοδικό Sur[11] και πραγματοποίησε συνεντεύξεις και δημοσιεύσεις μαζί με την Αλεχάντρα Πισαρνίκ.

Σε ένα γράμμα της, στις 5 Ιουλίου του 1972, η Πισαρνίκ γράφει στην Μπορντελουά:
«Σε παρακαλώ ας μην ζητάμε εξηγήσεις για τη σιωπή (υπάρχει η σιωπή;) Δεν χρειάζεται να σου πω ότι όχι μόνο μου λείπεις αλλά και σε χρειάζομαι. Ίσως γιατί είμαστε διαφορετικές και συμπληρώνουμε η μία την άλλη. Δεν θα σου μιλήσω για μένα σε αυτό το γράμμα… […] Αντιμετώπισα κάποιες δοκιμασίες κάπως ακραίες (αλλά ουδέν κακό αμιγές καλού!) και τώρα ξέρω κάποια πράγματα περισσότερο (γι’ αυτό πλέον δεν κάθομαι στο τραπέζι και συλλογίζομαι με τις ώρες το επίθετο κάποιου ποιήματος). Γνωρίζω κάποια πράγματα περισσότερο, καταλαβαίνω περισσότερο. Και αν, είναι τόσο τρομερό και ζωηρό και ζωντανό αυτό που ενισχύει αυτό που είμαι. Δεν ξέρω σε τι έχω μεταμορφωθεί. Αλλά το μεγαλύτερο ελάττωμά μου το γνωρίζεις, είναι η εμπιστοσύνη».

– Τίτλος ποιήματος: Moradas
Αφιέρωση: στον Théodore Fraenkel

Ο Théodore Fraenkel (1896-1964) ήταν Γάλλος συγγραφέας και ιατρός. Υπήρξε φίλος τού Αντρέ Μπρετόν και συνέβαλλε στη δημιουργία τού κινήματος του υπερρεαλισμού. Η ημερομηνία και ο τόπος του θανάτου του, (Παρίσι, 25 Ιανουαρίου του 1964), συμπίπτει με το τελευταίο έτος διαμονής τής Πισαρνίκ στο Παρίσι και αν λάβουμε υπόψη ότι η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή εκδόθηκε το 1965 —στο Μπουένος Άιρες— πράγμα που σημαίνει ότι γράφτηκε, υποθέτουμε, τουλάχιστον ένα ή δύο χρόνια νωρίτερα και κατά τη διαμονή τής Πισαρνίκ στο Παρίσι, είναι πολύ πιθανόν η ίδια να γνώρισε τον Théodore Fraenkel ή να ήρθε σε επαφή έστω με τη γραφή του, μιας και μας είναι γνωστό ότι υπήρξε θερμή αναγνώστρια υπερρεαλιστικών βιβλίων (βλέπε Κεφάλαιο 1).

2.6. ΕΞΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΦΡΟΣΥΝΗΣ, 1968

– Τίτλος Ποιήματος: το σύνολο του βιβλίου
Αφιέρωση: στη μητέρα μου

Η Αλεχάντρα με τους γονείς της, το 1936.
Από τις λίγες αναφορές στο πρόσωπό της, γνωρίζουμε ότι η μητέρα τής Αλεχάντρα Πισαρνίκ, Rosa ή Rezja Bromiker de Pizarnik, μόλις τελείωσε το σχολείο (κάτι ασυνήθιστο για τις γυναίκες εκείνης της εποχής), αφιέρωσε τη ζωή της στην οικογένειά της. Μετά τον θάνατο του πατέρα της, η Αλεχάντρα, μετακομίζει με τη μητέρα της σε ένα διαμέρισμα στο Μπουένος Άιρες, το οποίο αγόρασε.

– Τίτλος ποιήματος: Cantora Nocturna
Αφιέρωση: στην Όλγα Ορόσκο (βλ. 2.2.)

– Τίτλος Ποιήματος: TÊTE DE JEUNE FILLE (ODILON REDON)
Αφιέρωση: στον André Pieyre de Mandiargues (Βλ 2.3.)

– Τίτλος ποιήματος: Rescate
Αφιέρωση: στον Octavio Paz

Έγραψε τον πρόλογο [12] στην ποιητική συλλογή τής Πισαρνίκ με τίτλο «Το δέντρο της Αρτέμιδος, 1962». Μας είναι ήδη γνωστό (βλ. Κεφάλαιο 1) ότι μέσω τού Οκτάβιο Πας, η Αλεχάντρα Πισαρνίκ γνώρισε πολλούς λογοτέχνες που έμεναν στο Παρίσι κατά την περίοδο 1960 ως 1964.

2.7. ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ

2.7.1. 1962-1972

– Τίτλος ποιήματος: La celeste silenciosa al borde del pantano
Αφιέρωση: στον Enrique Pichon Riviére

O Enrique Pichon Riviére (1907-1977) ήταν Ελβετός ψυχίατρος, γεννημένος από Γάλλους γονείς και πολιτογραφημένος Αργεντίνος, ο οποίος θεωρείται ένας από τους πρώτους υποστηρικτές τής ψυχανάλυσης στην Αργεντινή και εμπνευστής τής ομαδικής ψυχοθεραπείας. Κατά την περίοδο 1930-1931 έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους καταραμένους ποιητές.

Η Πισαρνίκ, ήρθε σε επαφή με τον Enrique Pichon Riviére, ως ασθενής του, μετά την επιστροφή της από το Παρίσι, στο Μπουένος Άιρες. Το 1971, η θεραπευτική αγωγή που της υπέδειξε, βελτίωσε προσωρινά της κατάστασή της, κάτι που τη βοήθησε να γράψει τα βιβλία La condesa sangrienta και El infierno musical.

– Τίτλος ποιήματος: A un poema acerca del agua, de Silvina Ocampo
Αφιέρωση: στη Silvina

Η Σιλβίνα Οκάμπο (1903-1993) ήταν Αργεντίνα διηγηματογράφος και ποιήτρια. Μεγάλο μέρος τής ζωής της μονοπώλησαν η αδερφής της, Βικτόρια, ο σύζυγός της Αντόλφο Μπιόυ Κασάρες και ο καλός της φίλος Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Αλλά με το πέρασμα του χρόνου, το έργο της έγινε γνωστό και έφτασε στο σημείο να θεωρείται, η ίδια, μια από τις πιο σημαντικές ποιήτριες της αργεντίνικης λογοτενίας του 20ου αιώνα.

Τον Ιανουάριο του 1972, μερικούς μήνες πριν αυτοκτονήσει η Πισαρνίκ, έγραψε στη Σιλβίνα Οκάμπο ένα γράμμα, στο οποίο της υπενθύμιζε ότι την αγαπά «απύθμενα», ότι ήθελε να την έχει δίπλα της γυμνή και να της διαβάζει ένα ποίημα[7].

– Τίτλος ποιήματος: Una palabra
Αφιέρωση: στον Juan Batlle Planas

( Βλ.1.4.)

2.7.2. ΑΥΤΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

– Τίτλος ποιήματος: Sobre un poema de Rubén Dario
Αφιέρωση 1η: στη μνήμη του L.C.

Εννοεί τον Lewis Carroll. Τα διηγήματα του Carroll μας ταξιδεύουν στο ανεξήγητο, το ανεξήγητο που εκφράσει και η Αλεχάντρα μέσω του φόβου της για την ανεπάρκεια της γλώσσας να σώσει την παραφροσύνη.

Αφιέρωση 2η: στην Marguerite Duras

Η Μαργκερίτ Ντυράς, (1914-1996) ήταν Γαλλίδα συγγραφέας και σκηνοθέτις γεννημένη στην Ινδοκίνα. Στα 17 της σπούδασε μαθηματικά στο Παρίσι, αλλά τα παράτησε και στράφηκε στις πολιτικές επιστήμες και νομική. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δούλευε για την κυβέρνηση του Βισύ, αλλά ταυτόχρονα ήταν μέλος τής Γαλλικής Αντίστασης και γι’ αυτό στάλθηκε στο Μπούχενβαλντ, απ’ όπου μετά βίας επέζησε.

Η Μαργκερίτ Ντυράς και η Πισαρνίκ, υπήρξαν συγγραφείς το έργο των οποίων έχει έναν κοινό αυτοβιογραφικό χαρακτήρα και στο οποίο αντανακλάται τόσο η αναγκαιότητα της συγγραφής όπως και μία τάση προς την αυτοκαταστροφή. Και οι δυο τους εξέφρασαν σε πολύ μικρή ηλικία το πάθος τους για τη συγγραφή, όπως και την επιθυμία τους να εξελιχθούν λογοτεχνικά παρά τις όποιες συνέπειες θα επέφερε αυτό στις οικογένειές τους.

Η Μαργκερίτ Ντυράς έγραψε:

«Θέλω να γράψω. Ήδη το είπα στην μητέρα μου. Αυτό που θέλω να κάνω είναι να γράψω. Την πρώτη φορά καμία απάντηση. Και μετά με ρώτησε: ‘’να γράψεις τι;’’ Είπα βιβλία, μυθιστορήματα. Είπε με αυστηρότητα ‘’μετά τις ασκήσεις των μαθηματικών σου, αν θέλεις, γράψε, αυτό δεν με αφορά’’». [7]

Η Πισαρνίκ, έγραψε:

«Η μητέρα μου δεν αποδέχεται την πιθανότητα της λογοτεχνικής μου ολοκλήρωσης. ‘’Όχι! Είναι καπρίτσια, παιδικές εμμονές που θα περάσουν’’». [8]

Αφιέρωση 3η: στον Francesco Tentori Montalto

O Francesco Tentori Montalto (1924–1995) ήταν Ιταλός ποιητής, μεταφραστής και ισπανιστής.

Το 1975 εξέδωσε το βιβλίο με τίτλο Brevi testi di Alejandra Pizarnik.

– Τίτλος ποιήματος: Alguien cae en su primera caída
Αφιέρωση: στον Ramón Xirau

Ο Ramón Xirau (Βαρκελώνη, 1920) είναι Μεξικάνος ποιητής και φιλόσοφος, με καταλανικές ρίζες.

Η Ιβόν Μπορντελουά, δημοσιεύει το παρακάτω γράμμα της Πισαρνίκ στην Monique Altschul το 1968, όπου η Πισαρνίκ τής αναφέρει:

«Με χαροποιεί το ταξίδι σου στο Μεξικό. Σε παρακαλώ να χαιρετήσεις εκ μέρους μου τους ‘’Μεγάλους’’, δηλαδή: Leonora Carrington (την οποία δεν γνωρίζω), τους φίλους μου Ramón Xirau, Pedro Coronel και Mondragón, και τους λατρεμένους Homero Aridjis και Emilio Pacheco. Και αν δεν βαριέσαι να γνωρίσεις αξιαγάπητους ανθρώπους, πήγαινε να δεις τη διηγηματογράφο φίλη μου Amparo Davila».[9]

2.7.3. ΟΙ ΧΑΜΕΝΕΣ ΩΔΕΣ [10]

– Τίτλος ποιήματος: το σύνολο της ενότητας
Αφιέρωση 1η: στον Pablo Azcona

«Η πρώτη μου επαφή με το έργο τής Αλεχάντρα Πισαρνίκ, ήταν μερικά σκόρπια ποιήματα και από τότε με γοήτευσε ο αυθεντικός της τρόπος της συγγραφής. Ένας κοινός μας φίλος, ο Pablo Azcona, μου τα δώρισε μόλις έκλεισα τα είκοσι χρόνια. Το θυμάμαι καλά. Ήταν στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα. Εκείνη ακόμα ζούσε».
Laura Calvo

Αφιέρωση 2η: και στον Víctor Richini

«Και τις φωτογραφίες σου της Greta Garbo [13], που θαύμαζες και τις είχες κόψει από ένα βιβλίο που ‘’έκλεψες’’ από τον Víctor Richini. Φαίνεται ότι ο Víctor σου θύμωσε αλλά υποχώρησε. ‘’Μην μου πεις ότι αυτός ο τοίχος δεν φαίνεται όμορφος με αυτές τις καρφιτσωμένες φωτογραφίες’’. Κι έτσι ήταν».[11]

– Τίτλος ποιήματος: V
Αφιέρωση: στη Jean

Αναφέρεται στη Jean Aristeguieta. Η Jean Aristeguieta (Μπολιβάρ, 1925) είναι Βενεζουελανή ποιήτρια. Το 1968, ίδρυσε το περιοδικό Árbol de fuego, στο οποίο η Πισαρνίκ υπήρξε συνεργάτιδα.

– Τίτλος ποιήματος: En esta noche, en este mundo12
Αφιέρωση: στη Martha Isabel Moia

Η Αλεχάντρα Πισαρνίκ έδωσε μια συνέντευξη στη Martha Isabel Moia, που δημοσιεύτηκε στο βιβλίο της δεύτερης με τίτλο El deseo de la Palabra, εκδόσεις Ocnos, Βαρκελώνη, 1972.

2.7.4. ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ [13]

– Τίτλος κειμένου: Sous la nuit [14]
Αφιέρωση: στον Y. Yván Pizarnik de Kolikovski, τον πατέρα μου

Ο πατέρα της Πισαρνίκ ήταν κοσμηματοποιός και η αιτία που την ανάγκασε να επιστρέψει από το Παρίσι, το 1964 ήταν η επιδείνωση της υγείας του. Πέθανε το 1967.

– Τίτλος ποιήματος: Solamente las noches
Αφιέρωση: στη Jean Aristeguieta του Árbol de Fuego (Βλ. 2.7.3.)

– Τίτλος ποιήματος: Άτιτλο
Αφιέρωση: στην Ana Becciú

Η Ana Becciú (1948, Μπουένος Άιρες), είναι Αργεντίνα ποιήτρια, καθηγήτρια και μεταφράστρια. Είναι η επιμελήτρια της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων της Πισαρνίκ, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Lumen με έδρα τη Βαρκελώνη.

– Τίτλος ποιήματος: A modo de tregua
Αφιέρωση: στον Francisco Porrúa

O Φρανσίσκο Πορρούα (1922-2014), γνωστός και ως Πάκο Ποροούα, ήταν Ισπανός εκδότης και μεταφραστής με αργεντίνικη υπηκοότητα. Εξέδωσε το έργο Rayuela τού Χούλιο Κορτάσαρ και τα Εκατό χρόνια μοναξιάς τού Γκάμπριελ Γκαρσία Μάρκες.

Από την αλληλογραφία του Χούλιο Κορτάσαρ προς τον Φρανσίσκο Πορρούα, γνωρίζουμε:

Παρίσι, 13 Φεβρουαρίου de 1964
«Στο ίδιο μέρος βρίσκεται και η Αλεχάντρα Πισαρνίκ, Αργεντινή ποιήτρια και μαγεμένη cronopio [14]. Πιστεύω ότι κάποια μέρα θα σε καλέσει για να σου δώσει νέα μου, και αν έχεις χρόνο θα ήθελα να πιεις ένα καφέ μαζί της, γιατί πραγματικά αξίζει τον κόπο».

– Τίτλος ποιήματος: …Al alba venid…
Αφιέρωση: στη Silvina Ocampo (Βλ. 2.7.1.)

Το κείμενο αποτελεί μέρος τη μελέτης
“Οι αφιερώσεις και οι επιγραφές στην ποίηση
της Αλεχάντρα Πισαρνίκ”
του Στάθη Ιντζέ

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

*

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ 2

1. Y. Bordelois, 1998, σελ. 211-212
2. Duras, 1997, σελ. 30-31
3. Pizarnik, 2003, σελ. 37
4. Piña, Cristina: ALEJANDRA PIZARNIK, Buenos Aires, Planeta, 1992. Στη σελίδα 12.
5. Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Árbol de Fuego, Νο 45, Καράκας, 1971
6. Emilio Gimenez Zapiola, 1972, περιοδικό Gente
7. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Árbol de Fuego, τον Δεκέμβριο του 1971
8. Υπό αυτόν τον τίτλο δημοσιεύτηκαν οκτώ κείμενα.
9. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Cuadernos Hispanoamericanos, τον Αύγουστο του 1972
Το λογοτεχνικό περιοδικό Poesía Buenos Aires, κυκλοφόρησε τη δεκαετία του ’50 και έφτασε τα τριάντα τεύχη συνολικά, χωρισμένα σε δύο μεγάλες περιόδους. Κατά τη διάρκεια αυτών των δέκα ετών, ο μόνιμος και μοναδικός εκδότης του περιοδικού υπήρξε ο Ραούλ Γκουστάβο Αγκίρε, ενώ άλλοι ποιητές όπως ο Χόρχε Μόμπιλι, ο Νικολάς Εσπίρο και ο Έντγκαρ Μπέιλυ, υπήρξαν μέλη της εκδοτικής ομάδας για συντομότερες περιόδους.
10. Έργο του Αντόνιο Πορτσία. Κυκλοφορεί στην ελληνική γλώσσα σε μετάφραση Ε.Χ. Γονατά, εκδόσεις τιγμή και σε μετάφραση Βασίλη Λαλιώτη, από τις εκδόσεις Ίνδικτος
11. Το εμβληματικό λογοτεχνικό περιοδικό Sur εμφανίστηκε στην Αργεντινή το 1931. Εκδότριά του ήταν η Βικτόρια Οκάμπο.
12 βλ. Αλεχάντρα Πισαρνίκ, Το δέντρο της Αρτέμιδος, μετάφραση: Βασίλη Λαλιώτη, εκδόσεις Bibliotheque, 2014
13. ήταν διάσημη Σουηδο-Αμερικανίδα ηθοποιός τής Χρυσής εποχής τού Χόλιγουντ.
14. είδος φανταστικού χαρακτήρα που εμφανίζεται στα έργα του Χούλιο Κορτάσαρ.

*Από τη “Θράκα” στο http://thraka-magazine.blogspot.gr/2016/01/2.html

Carlos Cortez, Crystal-Gazing the Amber Fluid

Artwork: Carlos Cortez

Artwork: Carlos Cortez

Sitting at this bar

Thinking of places

Afar

In my glass of beer

I see

Thru the smoke-filled haze
Of this room

Like a crystal vision

Looms

A ribbon of cement

Black line down the middle

Perdition bent

Like a galloping snake

On the make

Thru treeless prairies

And bottomless passes

Ever in motion

Over a moonkissed desert

Toward golden California

Grasses

Stopped only 

By a big blue ocean,

Man—-!

Give me the song

If you can
Of a greyhound motor’s

Tirade

Crawling along

Some old ten-mile grade

Where life can be complete…

Janet Galbraith, Invasion Day 2016

12644813_10208860353649451_5040245537081154830_n

Whose lands are these? I surely know.

The Nyoongar people tell me so.

I sit and watch the ocean blue

where ancestors were forced to go

by other’s ancestors, it’s true

they chained and hobbled, made a queue

of boys, young men and elders proud

took them hostage. Don’t misconstrue

the wadjela’s plans to enshroud

their brutality uncowed.

And now on this invasion day

I watch tourists to the isle crowd,

their own history disavowed,

instead their being is endowed

with memory that has disallowed

this genocide to be avowed.

Στα ίχνη του ανέμου: Ινδιάνικη Ποίηση

img071113-113601

Εκλιπαρώντας την ανάσα

(Zuni)

Εκλιπαρώντας την ανάσα του θεού
τη ζωοδότρα ανάσα του
την αρχαία ανάσα του
την ανάσα των νερών
την ανάσα των σπόρων
την ανάσα των αγαθών
την ανάσα της γονιμότητας
την ανάσα της δύναμης
την ανάσα του δυνατού πνεύματος
την ανάσα κάθε ευτυχίας
ζητώντας την ανάσα του
και μέσα στο ζεστό μου σώμα τραβώντας την ανάσα του
τη φυσάω στην ανάσα σου
ευτυχισμένες πάντα για να ζεις.

Φιλία
(Aztec)

Σαν φτερό από κετζάλ*, σαν ευωδιαστό λουλούδι
λάμπει η φιλία:
σαν φτερά ερωδιού υφαίνεται γεμάτη στολίδια.
Το τραγούδι μας είναι φωνή πουλιού σαν κουδουνάκι:
Τι όμορφα που κάνεις κι αντηχεί!
Εδώ, ανάμεσα στα λουλούδια που μας περικλείουν
ανάμεσα στα ανθισμένα λουλούδια, τραγουδάς.

* Σ.τ.μ.: Εξωτικό πουλί.

Το παράπονο μιας γυναίκας
(Aztec)

Τι θα κάνω; Ο άντρας μου με συγκρίνει
με κόκκινο αγριολούλουδο.
Όταν θα έχω μαραθεί στα χέρια του
θα μ’ αφήσει.


Λόγια της μητέρας στο νεογέννητο γιο της
την ώρα που κόβει τον ομφάλιο λώρο

(Aztec)

Κόβω από την κοιλιά σου τον αφαλό:
να ξέρεις πως ο τόπος που γεννήθηκες δεν είναι η πατρίδα σου,
γιατί είσαι υπηρέτης και πολεμιστής,
είσαι το πουλί που λέγεται κετζάλ,
είσαι το πουλί που λέγεται ζακουάν,
είσαι υπηρέτης και πολεμιστής
Εκείνου που κατοικεί σε Όλους τους Τόπους.
Το σπίτι που γεννήθηκες δεν είναι παρά η φωλιά σου.
Είναι ένας σταθμός στο δρόμο σου.
Είναι το σημείο εισόδου σου στον κόσμο.
Εδώ ξεπήδησες, εδώ άνθισες.
Εδώ αποχωρίζεσαι τη μάνα σου
σαν το πελεκούδι που κόπηκε απ’ την πέτρα.


Σε μια αγαπημένη γυναίκα

(Otomi)

Στον ουρανό ένα φεγγάρι·
στο πρόσωπο σου ένα στόμα.
Στον ουρανό πολλά άστρα·
στο πρόσωπο σου μόνο δύο μάτια.

Ερωτικό τραγούδι
(Nahuatl)

Δεν ξέρω αν έλειψες ποτέ:
κοιμάμαι μαζί σου,
ξυπνώ μαζί σου,
στα όνειρα είσαι μαζί μου.
Αν τα σκουλαρίκια στ’ αυτιά μου κουδουνίσουν
ξέρω είσαι εσύ που κινείσαι στην καρδιά μου.

Δεν μπορώ να σε ξεχάσω
(Makah)

Όσο σκληρά κι αν προσπαθώ
πάντα στις σκέψεις μου γυρνάς.
Όταν μ’ ακούς να τραγουδώ,
στ’ αλήθεια κλαίω για σένα.

Μαγική συνταγή για να στεριώσει η αγάπη της νύφης¹
(Cherokee)

Άκουσε!
Όμως τώρα την σκέπασες μοναξιά.
Τα μάτιά της έσβησαν.
Το βλέμμά της προσηλώθηκε σ’ ένα μονάχα.
Η ψυχή της που να δραπετεύσει;
Άστην να πάει προχωρώντας
και όχι μόνο για μια νύχτα.
Άστην να πλανιέται χωρίς σκοπό
και τ’ αχνάρια της ποτέ να μην τ’ ακολουθεί κανείς.
Ω Μαύρη Αράχνη,
Κράτησε στα δίχτυα σου την ψυχή της,
ποτέ να μην ξεφύγει.
Πως τη λένε την ψυχή;²
Τώρα ενώθηκαν.
Είναι δική μου!

Σ.τ.μ.:
¹ – Προσευχή του γαμπρού στη «Μαύρη Αράχνη».
² – Μαθαίνοντας το όνομα της ψυχής θα την υποτάξει.

Το φεγγάρι και ο χρόνος
(Maya)

Το φεγγάρι και ο χρόνος
ταξιδεύουν και φεύγουν:
το ίδιο κι η μέρα,
το ίδιο κι ο άνεμος.
Έτσι και η σάρκα φεύγει
στον τόπο της γαλήνης της.

Ήρθαν από την ανατολή
(Maya)

Ήρθαν από την ανατολή.
Τότε άρχισε και ο Χριστιανισμός.
Η προφητεία του εκπληρώθηκε στην ανατολή…
Τότε με τον αληθινό Θεό, τον αληθινό Dios
άρχισε η δυστυχία μας.
Ήταν η αρχή των φόρων
η αρχή των χρεών στην εκκλησία
η αρχή της αρπαγής των πορτοφολιών
η αρχή του πολέμου με τουφέκια
η αρχή στο ποδοπάτημα των ανθρώπων
η αρχή των βίαιων κλοπών
η αρχή των βίαιων οφειλών
η αρχή των οφειλών στηριγμένων στην ψευδομαρτυρία
η αρχή της πάλης των ανθρώπων
η αρχή της οργής.

Τραγούδι ονείρου
(Papago)

Εκεί που διασταυρώνονται τα βουνά.
Στην κορυφή του βουνού, ούτε ξέρω που.
Περιπλανήθηκα εκεί που το μυαλό
και η καρδιά μου έμοιαζαν χαμένα.
Έφυγα μακριά.

Προφητεία
(Iroquois)

Πριν πολλούς χειμώνες οι σοφοί μας πρόγονοι πρόβλεψαν πως ένα μεγάλο θηρίο θα ερχόταν από την ανατολή και, καθώς θα προχωρούσε, θα καταβρόχθιζε τη χώρα. Αυτό το θηρίο είναι η λευκή φυλή και η πρόβλεψη κοντεύει να επαληθευτεί. Συμβούλεψαν τα παιδιά τους, όταν άρχιζαν να αδυνατίζουν, να φυτέψουν ένα δέντρο με τέσσερις ρίζες που να διακλαδίζονται στο βορρά, στο νότο, στην ανατολή και στη δύση, και τότε να μαζευτούν κάτω απ’ τη σκιά του και να κατοικήσουν ενωμένοι και μονιασμένοι. Αυτό το δέντρο προτείνω να είναι αυτό εδώ το σημείο. Εδώ να μαζευτούμε. Εδώ να ζήσουμε κι εδώ να πεθάνουμε.

Τραγούδι
(Eskimo)

Και ξαναθυμάμαι
τις μικρές μου περιπέτειες.
Όταν ξανοίχτηκα με ένα θαλασσινό άνεμο
στο καγιάκ μου
και νόμισα πως κινδύνευα.
Οι φόβοι μου
που θεωρούσα μεγάλους
για όλα τα επίγεια
που έπρεπε να βρω και να αποκτήσω.
Κι όμως υπάρχει μόνο ένα μεγάλο πράγμα
το σπουδαιότερο πράγμα:
να ζήσω για να δω στα καλύβια και στα ταξίδια
τη μεγάλη μέρα που ξημερώνει
και το φως που γεμίζει τη γη.

————-

Zuni: Ινδιάνοι του δυτικού Νέου Μεξικού.
Aztec: Κάτοικοι του αρχαίου Μεξικού, ιδρυτές της μεγάλης αυτοκρατορίας των Αζτέκων.
Otomi: Γλώσσα του κεντρικού Μεξικού.
Nahuatl: Γλώσσα των Αζτέκων που χρησιμοποιείται ακόμα στο κεντρικό Μεξικό.
Makah: Ινδιάνοι της περιοχής Κέιπ Φλάτερι στην Ουάσιγκτον.
Cherokee: Ινδιάνοι της Βόρειας Καρολίνας και Οκλαχόμα.
Maya: Αρχαίοι κάτοικοι του Γιουκατάν και της Γουατεμάλας, της αυτοκρατορίας των Μάγια.
Papago: Ινδιάνοι της ανατολικής Αριζόνας.
Iroquois: Γενική ονομασία ινδιάνικων φυλών της περιοχής της Ν.Υ. και του γειτονικού Καναδά.
Eskimo: Γενική ονομασία των κατοίκων των Αρκτικών ακτών.
————-

*Επιλογή ποιημάτων από το βιβλίο “Ινδιάνικη ποίηση – Στα ίχνη του ανέμου”, εισαγωγή, μετάφραση και σημειώσεις Ειρήνη Βρης, εκδόσεις «Οδός Πανός», 1984.

**Απόσπασμα από την εισαγωγή, Ειρήνη Βρης.
[…]
Ο όρος ΄΄Ινδιάνικη ποίηση΄΄, συμπεριλαμβάνει τραγούδια, προσευχές, ύμνους, ομιλίες, προφητείες, μύθους και χρονικά, που διασώθηκαν είτε προφορικά με την παράδοση, είτε από χειρόγραφα των ίδιων των Ινδιάνων, που έμαθαν να γράφουν τη μητρική τους γλώσσα με το Ρωμανικό αλφάβητο ή παραλλαγές του.
[…]

————-

***Αφιερωμένο στη μνήμη των Ψυχών των αυτοχθόνων ιθαγενών Ινδιάνων όλης της Αμερικανικής Ηπείρου, που σφαγιάστηκαν, λεηλατήθηκαν, έχασαν τον πολιτισμό τους, βιάστηκαν στην κυριολεξία, από τη Λευκή Φυλή, από τους Ευρωπαίους, εις το όνομα του Καθολικού Χριστιανισμού, με τσεκούρι, σπαθί και μπαρούτι, κυρίως, από τους Ισπανούς, Πορτογάλους, Εγγλέζους και Γάλλους. Λέγεται πως η μεγαλύτερη σφαγή στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν είναι αυτή του 1ου και 2ου Παγκοσμίου Πολέμου τον 20ο αιώνα (τι σύμπτωση: πάλι από τους Ευρωπαίους!), αλλά, από τον 15ο έως και τον 19ο αιώνα, που κατακρεουργήθηκαν εκατομμύρια ψυχές αυτών των λαμπερών πολιτισμών, που Υμνούσαν τη Φύση και την ίδια τη Ζωή, σε όλο της το μεγαλείο…

****Αφιερωμένο και στους σημερινούς Λαούς της Νοτιοαμερικανικής Ηπείρου που καταδυναστεύονται στη πλειοψηφία τους από φασιστικά, δικτατορικά καθεστώτα, που σαν καλοπληρωμένες μαριονέττες, κυρίως από το Κεφάλαιο των Η.Π.Α., κάνουν τη δική τους βρώμικη δουλειά…

H Kική Δημουλά για τη Μαρία Κυρτζάκη

kyrtzaki-300x336

Kαι τι θα πει δεν πέθανα και πώς
τον θάνατο θάνατο ονομάζεις
πώς να υπάρξει όνομα στον θάνατο πώς
να φθογγούται ο θάνατος και πώς
ο θάνατος να καρπωθεί το «ξέρω του θανάτου»
Ειδέναι Οίδα Οιδίποδας.
Μόνο με ψεύδη βεβαιώνεται η ζωή.

Μαρία Κυρτζάκη

(Εντευκτήριο, τχ. 72, 2006)

Σκέψεις για τη Μαρία Κυρτζάκη

Βαρύς σκάει κάτω ο υπαινιγμός μιας πτώσης: Στη μέση της ασφάλτου, τίτλος της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων της Μαρίας Κυρτζάκη. Ένας τίτλος-γδούπος. Σώα η πρωτοτυπία, πρόσθετα ανθεκτική με το να μην αποτελεί τίτλο καμιάς από τις περιεχόμενες συλλογές.

Μου επιβάλλεται η αινιγματική ηθική του: μόνος, πεσμένος στη μέση της ασφάλτου, δεν επιδιώκει νε επισύρει περίεργους γύρω του, δε βογκάει, δε ζητάει βοήθεια. Αντίθετα, προσφέρει βοήθεια, μας ψαύει όλους, μας δείχνει πού πονάμε, τι σπάσαμε πέφτοντας, και μας καθησυχάζει ότι είναι άθραυστη εκείνη η μεγάλη ανεξήγητη δύναμη που παράγεται από τα σπασμένα, ανήμπορα, σαστισμένα κομμάτια μας.

Ενας τίτλος καταμετρητής του πόσο όλους μας, λίγο-πολύ, μια βίαιη βουλή μάς αρπάζει από την ανυποψίαστη αγκαλιά της γέννησής μας και μας πετάει στη μέση της ασφάλτου, αφήνοντας να μας αναθρέψει ένας κίνδυνος. Θα μπορέσω άραγε να λεηλατήσω το σθεναρό μήνυμα αυτού του τίτλου;

Γιατί την ποίηση της Κυρτζάκη στο έπακρον την εκμεταλλεύτηκα, ταξιδεύοντας στα βάθη της και πολλά κερδίζοντας με το να πηγαινοέρχομαι δαπάναις της στην ανάγνωσή της. Την εκμεταλλεύτηκα ακόμα κι όταν τα βιβλία της έμεναν καιρό κλειστά τοποθετημένα κατ’ αλφαβητικό χρόνο και κατά χρονολογική αφοσίωσή μου στη βιβλιοθήκη, σε ράφι που έρχεται ακριβώς στο ύψος της μνήμης μου, για να τα βρίσκει εύκολα και να μη χάνομαι.

Χρόνια διανύω τις αποστάσεις τού τι πέτυχε από το ένα βήμα στο επόμενο και, παρόλο που η προσληπτικότητά μου δεν είναι τόσο γοργοπόδαρη όσο οι ικανότητες της Κυρτζάκη, ταξιδεύω εντούτοις και ευχερώς μεταφέρομαι με το ταχύ και ασφαλές μέσον της χαρούμενης, έστω αδέξιας, έκπληξης. Εκπληξης για τη νέα καλλιεργημένη έκταση που η κάθε καινούργια συλλογή της προσαρτά στον ποιητικό της χάρτη. Εκταση συναρπαστική, πριν καλά καλά την πλησιάσω, από εκεί που μόλις αρχίζει να προβάλλει θαμπή η καρποφορία της. Κλέβω κάθε φορά τους καρπούς, που έχουν τη σπάνια μεικτή γεύση: της απόλαυσης και της διδαχής. Διδαχή του τι σημαίνει οικονομία, τόλμη, αυθεντικότης, ρυθμός, αυστηρά λογοκρινόμενος λυρισμός και περιρρέουσα ουσία. Ιδιωτική γεύση, κανείς δεν με βλέπει. O,τι συλλαμβάνω το καταβροχθίζω με τα χέρια, χωρίς καλούς τρόπους, χωρίς μαχαίρι και πιρούνι ― το μαχαίρι άλλωστε το κρατούν σφιχτά οι στίχοι της Κυρτζάκη, είτε για να διαπράξουν έναν δίκαιο φόνο είτε για να αποτρέψουν έναν άδικο. Κλέβω, βάζω στην τσέπη μου ό,τι αντιστέκεται στην αντίληψή μου, επειδή ξέρω ότι στην επόμενη ανάγνωσή τους οι χυμοί θα μου έχουν εκμυστηρευτεί μια τουλάχιστον από τις πολλές οδούς τους.

Ξαναδιαβάζοντας τώρα τα ποιήματα της Κυρτζάκη, με κάπως πιο συγκρατημένη βέβαια βουλιμία, αφού αυτό το σημαντικό που μου υποβάλλουν είναι χορτάτο από τη συνεχή επιρροή τους επάνω μου, κρατώ ανοιχτές και τις παλιές συλλογές ―μια μια μόνη της, πεσμένη στη μέση της ασφάλτου―, γεμάτες από τα θαυμαστικά που είχα τοποθετήσει στις σελίδες τους να στέκουν σα φρουροί-προστάτες ποιημάτων, που με δέσμευαν να τα αγαπώ και να τα πιστεύω, θαυμαστικά που και τώρα προθυμοποιούνται να τα μεταφέρω ως φρουρούς και αυτής της εύφορης αναταραχής που μου γεννά η συγκεντρωμένη πια ποίηση της Κυρτζάκη, αυτό το κοινόβιο εντός του οποίου θα συνδημιουργηθούν ενωμένες όλες οι αρμονικές ιδιαιτερότητές της.

Ξαναδιαβάζοντας, αναβιώνει η παλιά προτίμησή μου να κάνω πάλι το ταξίδι σ’ αυτές τις ιδιαιτερότητες, μέσα από τους τίτλους των ποιητικών συλλογών της Κυρτζάκη, ελκόμενη ιδιαίτερα από τον ιδιότροπο βυθό της «Μαύρης Θάλασσας», περίεργη να δω τι αναπνέει στον βυθό αυτού του τίτλου που έδωσε η Κυρτζάκη στην προτελευταία της συλλογή, τίτλου που της επεβλήθη άνωθεν και που το αποδέχτηκε, μη ξέροντας γιατί, αλλά σίγουρη πάντως ότι αυτός ο τίτλος δεν παραπέμπει στη συνήθη, ευκολοσυμβολική μαυρίλα της διαθέσεως, τη γεμάτη σκυλόψαρα απελπισίας. Χωρίς να ζητήσω την άδεια της παραθέτω εδώ ποια εξήγηση ανακάλυψε η ίδια, αφού υιοθέτησε τον τίτλο:

Η επιλογή μου από τα ποιήματα που γράφτηκαν αυτά τα χρόνια είχε ως μόνο σημείο αναφοράς την έννοια Μαύρη Θάλασσα. Αφού κυκλοφόρησε το βιβλίο, μού ζήτησαν ένα μικρό κείμενο γι’ αυτό. Δεν ήξερα και πάλι τι να γράψω. Ανοιξα την εγκυκλοπαίδεια στη λήμμα «Μαύρη Θάλασσα». Εμεινα έκπληκτη. Νάτος λοιπόν ο τόπος της διαφοράς. Ο βυθός αυτής της θάλασσας, έγραφε, δεν έχει οξυγόνο πέρα από κάποια μέτρα και πάνω, αλλά παραδόξως αναπτύσσονται εκεί οργανισμοί – υπάρχει ζωή. Πιστεύω πολύ στην εσωτερική νομοτέλεια των πραγμάτων και αυτό εγώ ονομάζω φυσικότητα. Έκλεισα την εγκυκλοπαίδεια αναγνωρίζοντας αυτή τη νομοτέλεια. (περ. «Διαβάζω», 2000)

Μέσω λοιπόν αυτής της μυστηριώδους, της αυτοδύναμης ―της χωρίς οξυγόνο― αναπνοής προσεγγίζω, εξερευνώ δειγματοληπτικά και τις άλλες άκρως ευαίσθητες περιοχές όπου έχει αφήσει τα μισόκλειστα όστρακά της η ποίηση της Κυρτζάκη. Συγκρίνω, καταμετρώ, κάτι λείπει εδώ. Μια συλλογή: λείπουν οι «Σιωπηλές κραυγές» (1966), με την πρώτη νεανική τους οξύτητα. Πού τις κατέπνιξε άραγε, σε ποια σκληραγώγησή της, εν τω μεταξύ, η ποιήτρια; Ωστόσο εμένα αυτή η απουσία μού φέγγει να

Συλλογιέμαι τη μέρα
Που θα σφίξεις το μαχαίρι
Και θα καρφώσεις το βλέμμα στην πλάτη…
Διαπλέοντας αυτή την προφητεία που τρεμοσβήνει βγαίνω στις εκφοβίζουσες «Λέξεις»:
Οπως και να ‘χει το πράγμα
Οπως και να ‘χει
Περικυκλώνει ο φόβος
Οπως και να ‘χει
Η επικοινωνία εκτελείται…
Γδέρνεται η έλευσή μου στα τοιχώματα του «Κύκλου»:
Ωραίο που είναι το αυγουστιάτικο φεγγάρι
Ματώνει κάθε χρόνο στον πνιγμό μου.

Γέρνει έτοιμος να μπατάρει ο προορισμός της ισορροπίας. Είναι που κάθεται μόνοπαντα στην πρόθεσή μου η «Γυναίκα με το κοπάδι» ― πράξεων αδειασμένων από τα λόγια τους, κι όμως τι βάρος:

Εσύ πατρίδα μου είσαι μια πόρνη
[…]
καθόλου αθώα ― θύμα των ισχυρών ή
κάτι τέτοιο
την κλίση σου τη διάλεξες προσεχτικά
όπως προσεχτικά την πόρτα μου χτυπάς
και μεταμφιεσμένη σε ταλαίπωρο λαό
μου απαιτείς να παραδώσω την ψυχή
μου

Ανακόπτω πορεία. Στη βιασύνη μου να βγω από τον κύκλο πριν σκοτεινιάσει η εξ ορισμού μοιραία περίμετρός του, προσπέρασα κάτι ομάδες στίχων που επιπλέουν με γρήγορο ρυθμό οργισμένης μουσικής, ακαταπόνητοι και ανθεκτικοί. Οι περισσότεροι είναι πιασμένοι από τον αβύθιστο τίτλο τους: «Εταζέρα». Και παρακάτω δέκα μικροκαμωμένα ποιήματα επί σχεδίας τίτλου φτιαγμένης από το ίδιο το μικροκάμωμά τους και τον συνδετικό αριθμό τους: «Δέκα μικρά ποιήματα».

Ολα τα ποιήματα κρατούν αναμμένες λάμπες θυέλλης. Ναυαγοί; Μάλλον για σπηλαιολόγοι φαίνονται. Επειδή διακρίνω να κείνται επί της «Εταζέρας», δίκην μπιμπελό, σκελετοί αγωνίστριας προϊστορίας και μεταλλάξεώς της σε:

Εκατομμύρια έτη αυτοκινήτων
διανύουν την απόσταση
του κορμιού σου…

Ανιχνευτές σπηλαιώδους λυτρώσεως πρέπει να είναι αυτά τα «Δέκα μικρά ποιήματα», καθώς μεταφέρουν παμπάλαια πλην ζώντα κρανία διασήμων ζωγράφων που διδάσκουν μιαν εξαίσια παρακαμπτήρια μέθοδο όρασης, προσεγγίσεως:

Για να σε κοιτάξω
Ζωγραφίζω τρυπούλες στο τζάμι.

Ρίχνω φωτοβολίδες-σινιάλο. Απαντούν όχι, δεν είναι ναυαγοί. Είναι διορισμένοι από τον Θεό ανιχνευτές της επανορθώσεως των ίδιων των λαθών του.
Τινάζω τη σκόνη της πολύλογης αγάπης μου από την «Περίληψη για τη νύχτα», όπως αυτή η περίληψη αναπτύχθηκε, επεξετάθη, συμπεριέλαβε, πρωτοφόρεσε σώμα και θριάμβευσε ως «Ημέρια νύχτα»:

Ανενδοίαστα και σαν άρρωστη
Τ’ όραμά σου τραυλίζω
Με τις λέξεις σου φτιάχνω εικονίσματα
Και μετά στη φωτιά
Ανενδοίαστα εύχαρις σε ζυμώνω στις
στάχτες…

κι όλην αυτή την ευπαθή αντήχηση των αστραπόβροντων να πρέπει να την περάσω με προσοχή μέσα από τη «Σχιστή οδό», που λάξευσε η ποιήτρια κατά μήκος της γης των αισθήσεων, για να περάσουν άθικτες «οι ακτίνες της αλήθειας της».

Πουλάκι είναι και λαλεί πουλάκι είναι
Κι ας λέει
Ερχεται πέρασμα στενό έρχονται αγάπης
Λόγια
Σχιστή τη γλώσσα διασχίζει η οδός
Φάνηκε φόνος.

Προφυλαγμένο, τέλος, στα πιο μέσα σωθικά μου το πολύτιμο καταστάλαγμα της ποιητικής ωριμότητας της Κυρτζάκη, αλλά και καταστάλαγμα όλων των προσδοκιώ μας σε «Λιγοστό και να χάνεται».

Πλαταίνουν τα μάτια μου όταν ανατρέχουν σ’ αυτόν τον τίτλο. Σα να καταλήγουν σ’ έναν σοφό σταθμό. Εκεί όπου μαζεύονται και κατοικούν «γυμνές οι σημασίες». Καλώντας σε να μυηθείς στην απάρνηση του άφθονου και εύθυμου χρόνου, που γλεντοκοπάει με την αρχή των καταστάσεων, παρασύροντάς σε να χρειάζεσαι εκείνο το χρονοβόρο ενδιάμεσο μεταξύ αρχής και τέλους, που μόνο μισή τελικά ξεσηκώνει μεταξύ αρχής και τέλους και φόνοι διαπράττονται στο όνομα της αναμονής σου. Ναι, αυτός ο τίτλος είναι σα να ασπάζεσαι εκείνη την όλο και πιο αδύνατη γραμμή που αφήνουν οι διάττοντες σαν «λαμπαδίτσα που έκαιγε πριν την δείξει η νύχτα», σαν αυτή να είναι η έννοια του βίου μας. Λιγοστή και να χάνεται, πριν αρχίσει, πριν ακόμα λιγοστέψει και πριν ακόμα χαθεί.

Αχ νύχτα, νύχτα των ερώτων που
Κουβαλούν τα σώματα. Λυγίζουν
Απ’ το βάρος του σκληρού φωτός
Και σ’ απαρνούνται. Σε λησμονούν,
Καλύτερα.

Προσπάθησα εδώ να βιογραφήσω τη ρητή επιβλητικότητα και υποβλητικότητα των τίτλων που έδωσε η Μαρία Κυρτζάκη στις εννέα ως σήμερα ποιητικές συλλογές της. Ενόχλησα έτσι, ανεπίτρεπτα μάλλον, κάποια ποιήματα αποσπώντας τους στίχους τους οποίους θεώρησα ικανούς να αποδείξουν την άκρατη συνέπεια μεταξύ προανακρούσματος και αντηχήσεως, τη ριγηλή τάξη του ύφους, το ήθος των πνοών και τη σκιερή ατμόσφαιρα που κάτωθέ της ευδαιμονικά αναπαύεται το οδοιπόρο αποτέλεσμα. Ενήργησα έτσι όχι μόνον γιατί μόνο έτσι μπορούσα, αλλά γιατί μέσω αυτού του τρόπου μου ακουγόταν να παιανίζει νικηφόρος ο απόηχος της σκυταλοδρομίας, με πόση εμβέλεια το μαχαίρι που διαισθάνθηκαν οι πρώτες κιόλας νεανικές «Σιωπηλές κραυγές» της Κυρτζάκη περνάει από χέρι σε χέρι της κάθε συλλογής, για να καταλήξει νικηφόρο στη σφαγμένη κραυγή του «Λιγοστού και να χάνεται»

Τι μοναξιά Θεέ μου και πού μας έσπειρες
Και δεν μας ελυπήθης.

Κι ακόμα, ενήργησα έτσι θέλοντας να υπογραμμίσω πόσο πολύκλαδο, πόσο άθικτα πράσινο διατηρείται αυτό το γενεαλογικό δέντρο των παθών και της τιμωρίας τους που κατάστρωσε η Κυρτζάκη με μαθηματική γενναιότητα και εμβάθυνση στα αίτια και τα αιτιατά, εξασφαλίζοντας μελωδικό θρόισμα στο στωικό του φύλλωμα μέσω της έγχορδης γλώσσας της, διότι

Χωρίς τη γλώσσα πώς ν’ αρθρωθεί
Η φύση των πραγμάτων συλλογίζεται
Κι η μήτρα που τα γέννησε
Πώς να την ψαύσεις

Ενα γενεαλογικό δέντρο αξιόπιστο, βασισμένο σε πληροφορίες που συνέλεξεη ποιήτρια από έγκυρους επιζώντες θανάτους, πληροφορίες για την καταγωγή τους, για το ποια μακραίωνη τυχαιότης ή σκοπιμότης τους διαιώνισε, γιος ποιας δυσκολίας είναι ο έρωτας και από αυτόν και την έρμαιη ανάγκη να τον νιώθουμε ποιοι αμετανόητοι έρωτες γεννήθηκαν και ποιοι ψυχοπονιάρηδες εν συνεχεία στεναγμοί μάζεψαν από τον δρόμο και περιέθαλψαν όλες τις ορφανές συνέπειες, αφού

Ας μου ήταν γνωστό
Δεν εγνώριζα
Τα ονόματα σαν τα δέντρα
Πως έχουν τη ρίζα τους
Σκοτεινή και υπόγεια

Συλλογή πληροφοριών, που αφού τις βίωσε πρώτα η «σάρκα του αισθήματός» της για να τις μυρώσει με αυθεντικότητα, μας τις παραδίδει για να συμβάλουμε στην επαλήθευσή τους, συγκρίνοντας την αλληλέγγυη ομοιότητά τους με τα πάθη των δικών μας προσωπικών στεναγμών.

Ώστε
Μη γελαστούν και
Πλανηθούν και χάσουνε και δεν το
Δυο αυτοί το μέσα που κυβερνάει
Τις ζωές του κόσμου

Ή, όπως ακόμη πιο παρήγορα συμπτύσσει τους τέσσερις αυτούς στίχους σε έναν:
…και κάθε σώμα τις σημασίες του ανταλλάσσει.
Δωρήθηκε στην ποίηση της Κυρτζάκη να μην άγεται και φέρεται από εκείνη τη σκόρπια ανώνυμη θλίψη που επιδαψιλεύει σε πολλούς ποιητές ένα δακρύβρεχτο εύκολο κέρδος. 

Κλαίει μεν η σοφία της, αλλά
Εχει το χάρισμα και του Θεού
Το δάκρυ. Σαν φυλακτό. Να οδηγεί
Σαν φως αυτή νυκτούρο στα
Σκοτεινά στη νύχτα και το έρεβος…

Καλλιεργεί και ξεκουράζει ότι λόγω της βαθύτατης παιδείας της βρίσκεις συχνά στα θέματά της και στον χειρισμό τους κλωστούλες και χνούδια που φέρνει από μακριά ο αθάνατος αέρας της μυθολογίας και των τραγωδιών που έγραψανοι πρόγονοί μας. Αλλά αυτά δεν είναι ως αποκλειστικό έδαφος για να πατήσει η ποιητική της εκτίναξη. Είναι για να γίνει πιο σφιχτό, πιο αδιαμφισβήτητο το πέρασμά μας από αυτόν τον περιπετειώδη πλανήτη.

Ο λόγος της ορθώνεται σαν ρομφαία. Λέει ή θανατώνει. Καρφώνεται με ένταση απαραχάρακτη και τιμωρεί τα αυτονόητα, τα κοινότοπα, είναι άγρια, τρυφερή, χαϊδεύει τις αδυναμίες, αλλά χαϊδεύει με τις ίδιες εκείνες γρατζουνιές που της προκάλεσε η γαμψή αφή των πραγμάτων. Ακούω συχνά το ουρλιαχτό του στίχου της: «Πεινάω σαν λύκος», αλλά δεν ανησυχώ. Ξέρω ότι είναι εκλεκτικός, δεν τρώει παραχωρήσεις.

Ποτάμι ορμητικό του πόθου
Χύνεται κάποτε η φωνή
Που στα κυλίσματά του θεριεύουν
Οι σκιές και στους χείμαρρους του
Ορμούν τα σύμφωνα αγκομαχητά
Να ξεψυχήσουν
Προς την ακρούλα
Τα φωνήεντα κοιτάζοντας
Όπως σε όχθη ναυαγός.
[…]
Κρυστάλλινη της μοναξιάς η όψη. 

[«Μαύρη θάλασσα», 2000]

Και ασφαλώς και φυσικά η φωνή της Κυρτζάκη πρωτίστως απευθύνεται στον «Aλλον», τον επιζητά υπόκωφα, γλείφει με τον ρυθμικό παφλασμό της και δροσίζει την ακρογιαλιά του. Αν η ακρογιαλιά αυτή είναι πολύκοσμη, τότε αυτοδύναμη η ποίησή της χτυπάει δυνατά το βέτο της σε εκπτώσεις και εκβιασμένους συγκερασμούς και αποσύρεται στα δικά της ανταριασμένα νερά, περισυλλέγοντας ωστόσο με αγάπη ναυαγούς του ξένου αρνητή κόσμου.

Δεν είναι βέβαια μόνον αυτά η ποίηση της Κυρτζάκη. Είναι και ό,τι αποσιωπήθηκε απ’ όσα δεν ειπώθηκαν. Οσα δεν ειπώθηκαν όχι από δική μου παράλειψη, αλλά από την απαίτηση της ίδιας της ποίησης να μη γνωρίζουμε γι’ αυτήν παρά μόνον όσα εικάζουμε ή επινοούμε ως «λαμπαδίτσα» που καίει «πριν τη δείξει η νύχτα».

*Από το http://entefktirio.blogspot.com.au/2016/01/blog-post_22.html