Fernado Pessoa, Ο ερωτευμένος βοσκός

pessoa1

V

Η αγάπη είναι συντροφιά.

Δεν ξέρω πια να οδεύω μόνος μου στους δρόμους,
γιατί πια μόνος δεν μπορώ να οδεύω.

Μια σκέψη ορατή με κάνει να πηγαίνω πιο γρήγορα

να βλέπω λιγότερο, και μαζί να χαίρομαι που οδεύω
βλέποντας τα πάντα.

Ακόμη κι η απουσία της είναι κάτι που είναι μαζί μου.

Κι εγώ την αγαπάω τόσο που δεν ξέρω πως να την επιθυμώ.

Σαν δεν τη βέπω τη φαντάζομαι κι είμαι δυνατός σαν τα ψηλά δέντρα.

Αλλά σαν τη βλέπω τρέμω, δεν ξέρω τι έγινε αυτό
που αισθάνομαι στην απουσία της.

Ολόκληρος είμαι κάποια δύναμη που με εγκαταλείπει.

Όλη η πραγματικότητα με κοιτάζει σαν ένα ηλιοτρόπιο
που ‘χει στο κέντρο του το πρόσωπό της.

*Aπό το βιβλίο “Tα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέϊρο”, Εκδόσεις Gutenberg, 2014 (ελ.110). Μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα.

Βύρων Λεοντάρης, Στον δεύτερο όρο της αντίφασης

Le grand écrivain's avatarΚΕΝΟΣ ΤΙΤΛΟΣ

Казимир Малевич, Скачет красная конница Казимир Малевич, Скачет красная конница

Βύρων Λεοντάρης

Στον δεύτερο όρο της αντίφασης

(1978)

 

Από το βιβλίο Δοκίμια για την ποίηση

(Έρασμος, 1985)

 

    Η ολοκληρωτική δημοκρατία, που σφραγίζει τη σημερινή ιστορική φάση της ανθρωπότητας, επανεντάσσει δυναμικά τον ποιητή στο σύστημα των εξουσιαστικών αξιών. Όταν η ανθρωποκεντρική άποψη για την ποίηση, που πάσχιζε να συγκαλύψει την σοβούσα (ανέκαθεν και οπωσδήποτε από το μεσαίωνα) διάσταση ανάμεσα στον ποιητή και στην ποίηση, κατέρρευσε με την έκρηξη του ρομαντισμού, που αποκάλυψε όλο το χάος αυτής της διάστασης, η κρατούσα κοινωνική τάξη υιοθέτησε σαν κατά παραχώρηση αξία την ποίηση (αναγορεύοντας την σε Ποίηση και θεμελιώνοντας μορφές κοινωνικής συμπεριφοράς και σωσίβιους ηθικούς κομφορμισμούς πάνω στην ιδέα της «ποιητικής αδείας»), αποκλήρωσε όμως τον ρομαντικό και μεταρομαντικό ποιητή, αφήνοντας του μόνο τους δήθεν «πύργους» του εγκλεισμού του και τα παγκάκια των πάρκων. Σήμερα η ολοκληρωτική δημοκρατία, όπως η ανεπτυγμένη βιομηχανία, δεν είναι διατεθειμένη καθόλου να αφήσει…

View original post 1,890 more words

Kenneth Rexroth, Πέντε ποιήματα

ΤΖΟΓΟΣ

Σκέψεις για σένα ραντίζουν τη σκέψη μου.
Σταγόνες μαύρες πέφτουν από την κόψη του ξίφους
Του κεραυνού. Λευκά χαρτιά σκορπίζουν
Μαύρες και κόκκινες διφορούμενες
Κούπες και μπαστούνια. Ο θάνατος με προσπερνά
Κάθε μέρα και ψεκάζει στα μαλλιά μου
Τα ισχυρά του χημικά. Οι χτύποι
Του ρολογιού αλλάζουν φωνή και προφέρουν τʼ όνομα σου.
Τι έδεσμα είναι η ζωή, με το
Σπασμένο της ποτήρι και τα ξινά σταφύλια.
Τα στήθη σου έρχονται στο μυαλό μου
Που μυρίζουν αμυγδαλωτά.

***

ΑΛΗΘΕΙΕΣ

Στην εγκυκλοπαίδεια
Υπάρχουν αλήθειες που δεν μπορείς να βελτιώσεις.
Όπως: «Η κλειτορίδα συναντάται
Σε όλα τα θηλαστικά. Σε μερικές περιπτώσεις, όπως
Στην θηλυκή ύαινα, είναι πολύ
Μεγάλη».

***

ΓΩΝΙΑ ΣΤΕΗΤ ΚΑΙ 32ΗΣ ΟΔΟΥ, ΜΠΛΟΥΖ ΤΟΥ ΚΡΥΟΥ ΠΡΩΙΝΟΥ

Ένα κορίτσι με σκισμένο φανελάκι
Κλαίει πλάι σʼ ένα βρόμικο παράθυρο.
Στον δρόμο σαγόνια που άρπαξαν γροθιές.
Μια γάτα είναι άρρωστη στο ρείθρο.
Σκύλοι γαβγίζουν σε νυχτόβια σοκάκια.
Τίποτα δε συγκρίνεται με τη θλίψη
Των τζουκμπόξ το ξημέρωμα.
Μόρτισσες γυρίζουν στο σπίτι.
Πουτάνες τρώνε κινέζικους μεζέδες.
Νταβατζήδες τρώνε καυτερές μακαρονάδες.
Νυσταγμένοι ατζαμήδες, μπέικον με αυγά.
Ξημέρωμα του μόχθου, ξημέρωμα της ζωής.
Οι άγρυπνοι θόρυβοι
Των αρχαίων θυσιών.
Ο άνεμος φέρνει χιόνι στον ακάλυπτο δρόμο
Πριν απʼ το πρώτο τρόλεϊ.
Οι εραστές ανάβουν τσιγάρα,
Και χωρίζουν με φλογισμένα μάτια,
Και χάνονται βιαστικά μέσα στο φως της μέρας.

***

ΤΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΑΘΗΣΗΣ

Είμαι ένας άντρας χωρίς φιλοδοξίες,
Και με λίγους φίλους, εντελώς ανίκανος
Να φτιάξω μια ζωή, γερνώντας,
Φυγάς από ένα δίκαιο πεπρωμένο.
Έρημος, κακοντυμένος, τι πειράζει;
Τα μεσάνυχτα γίνομαι μια κανάτα
Με ζεστό λευκό κρασί και καρδαμόσπορους.
Με μια σκισμένη γκρι ρόμπα
Κι ένα παλιό μπερέ,
Κάθομαι στο κρύο γράφοντας ποιήματα,
Σχεδιάζοντας γυμνά στα στραβά περιθώρια,
Συνουσιαζόμενος με δεκαεξάχρονες
Νυμφομανείς της φαντασίας μου.

***

ΒΕΝΖΙΝΗ Η ΝΟΒΟΚΑΪΝΗ

Κάθομαι εδώ, διαβάζοντας τα Στωικά
Λατινικά του Τάκιτου.
Ο Τιβέριος βυθίζεται σε γεροντική
Κατάθλιψη, όπως ο Αινείας βυθίστηκε
Στο καπνισμένο λαρύγγι του Άδη,
Και η πεζολογία λάμπει σαν δίσκος
Οδοντιατρικών εργαλείων.
Ο Πρόεδρος γεμάτος καταφρόνια
Βαθιά μες στην ιδιωτική του κατακόμβη
Ετοιμάζεται να τραβήξει τη σκανδάλη.
Οι σύμβουλοι του ετοιμάζουν λόγους.
Σε δέκα χρόνια η τέχνη της επικοινωνίας
Θα ʽναι πιο περιορισμένη.
Ο τροχός, ο μοχλός, η κλήση,
Ίσως να επιζήσουν, ίσως και το
Αλφάβητο. Προς το παρόν
Η Πρωτοπορία
Της διανόησης ανησυχεί
Για τη σχέση ανάμεσα στην Συσσώρευση
Του Κεφαλαίου και τη Συστηματική
Διατάραξη των Αισθήσεων,
Και το Δικαίωμα στην ομοφυλοφιλία.

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

rexroth

Ingrid Jonker (1933-1965), The child who was shot dead by soldiers at Nyanga

The child is not dead 
The child lifts his fists against his mother 
Who shouts Afrika ! shouts the breath 
Of freedom and the veld 
In the locations of the cordoned heart

The child lifts his fists against his father 
in the march of the generations who shouts Afrika ! shout the breath 
of righteousness and blood 
in the streets of his embattled pride

The child is not dead not at Langa nor at Nyanga 
not at Orlando nor at Sharpeville 
nor at the police station at Philippi 
where he lies with a bullet through his brain

The child is the dark shadow of the soldiers 
on guard with rifles Saracens and batons 
the child is present at all assemblies and law-givings 
the child peers through the windows of houses and into the 
hearts of mothers 
this child who just wanted to play in the sun at Nyanga is 
everywhere 
the child grown to a man treks through all Africa

the child grown into a giant journeys through the whole world 
Without a pass

*Taken from http://poetryblogroll.blogspot.com.au/2015/12/the-living-dead.html

1477514_f1024

1477534_f260

Το κενό δωμάτιο

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Image

Το κενό μας δωμάτιο/

ο καιρός δεν το διέλυσε/

παρότι εγκαταλείφθηκε εν θερμώ/

ρητή κυρτή αναίρεση/

αρσενικά γατιά με κοκίτη/

στο χαλί/

βήχοντας αίμα/

σημάδεψαν τις στιγμές του/

ώσπου εξέπνευσαν τα Σάββατα/

και μείναμε οι δυό μας γέροι και βουβοί/

στην κλωστή του πέρατος, ισορρόπησα/

έναν άδειο σκαντζόχοιρο με λαστιχένια αγκάθια/

μια μελάτη γκέισα/

κι ένα σπασμένο χερουβείμ/

με φτερά συρμάτινα/

και σταρένιους γλουτούς/

αλλά εσύ αναδύθηκες/

μια απόνησος μέσα από τα νερά του Ευρίπου/

γυμνή/

με το κορμί καυτό στις φτέρνες/

απλώθηκες πάνω μου ερείπιο του έρωτα/

εκατονταετής δαγκεροτυπία/

με οξέα στις κλειδώσεις και νιτρικά αλατα/

οι προνύμφες σου χώρισαν μέσα μου/

το χθεσινό μου όνειρο/

απ’ τη σημερινή του σάρκα/

και τα χείλη σου/

μια θάλασσα από πάγο/

-να τη διαβώ ή να πνιγώ, είπα/

δώδεκα φορές/

στη γλώσσα του χιονιού/

αλλά εξέπεσε η θέληση/

χωρικό εκκρεμές και εν ζωή πάρεργο/

ενώ

από ένα τσουβάλι δάκρυα/

έπινες το…

View original post 96 more words

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, από το “Σπίτι του κρεμασμένου”

James Abbott McNeil, Whistler

James Abbott McNeil, Whistler

αγαπητέ Δανιήλ Χαρμς.

δεν έχω νέα σου τελευταία. ανησυχώ. δώσε σημάδι.
ο Βάλζερ σε κάθε γράμμα του ρωτά για σένα. γράφει
κάτι περίεργα. πως μαζεύει χιόνι. για το στομάχι σου.
δεν είναι καλά. παιδεύεται. το ‘ριξε στον περίπατο.
εγώ. εγώ παραιτήθηκα από νυχτοφύλακας. λέω για
εμπόριο δημητριακών. κατά τ’ άλλα υπνωτικά. δεν
με πιάνουν. έτσι όπως μας πάνε θα τρελαθούμε. να
είσαι καλά. ελπίζω. δώσε σημάδι όπως σου ‘πα. και
να τρως. να τρως.

δικός σου,
Χανς Φάλαντα

***

τον Εμίλ Σοριάν τον συνάντησα πρώτη φορά στη Σίφνο.
δεν είπαμε πολλά. ξαναβρεθήκαμε στο Βουκουρέστι.
θυμάμαι τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια του.
με ρώτησε για τον δρόμο Θεσσαλονίκη-Πήλιο. αν έχει
κλειστές στροφές. τελευταία τον είχα πετύχει στο
Παρίσι. δεν έχω άλλους πειρασμούς, μου λέει, θέλω
ρουμάνικο κερί στα χείλη και έφυγε.
-έμεινα να τον κοιτώ,
στο οπισθόφυλλο.

* Κυριάκος Συφιλτζόγλου, “Στο σπίτι του κρεμασμένου”, εκδόσεις Θράκα, 2015 (σελ. 13 και 15).

url

Γιάννης Λειβαδάς: «Η μοναδική κουλτούρα είναι η ελευθερία»

vakxikon_to_neo_leivadasneo9

Συνέντευξη στην Ελπίδα Πασαμιχάλη για “Το σύμπλεγμα του Λαοκόοντα”

Μαδρίτη, Λισαβόνα, Παρίσι, Βαρκελώνη, Τογκούρτ, Ταγγέρη, Γένοβα, Νίκαια,  Μαρόκο είναι κάποιοι από τους τόπους που επισκέπτεται και αναπολεί το νέο πεζογράφημα του Γιάννη Λειβαδά. Ωστόσο “Το Σύμπλεγμα του Λαοκόοντα” δεν έχει καμία σχέση με ένα βιβλίο ταξιδιωτικών εντυπώσεων του συνήθους και κατ’ επίφαση κοσμοπολιτισμού, των διήμερων τριήμερων ή και πενταήμερων διανυκτερεύσεων με πρωινό ούτε ακολουθεί άλλωστε κάποια από τις πεπατημένες αφηγηματικές διαδρομές στην εξέλιξή του.

Το Σύμπλεγμα του Λαοκόοντα ξαφνιάζει, σαν ένα αναπάντεχο χαστούκι, τον αμύητο αλλά και τον μυημένο αναγνώστη και τον προκαλεί να πάψει να είναι θεατής και να συμμετάσχει σε μια λογοτεχνία ατίθαση, ασυμβίβαστη, αιρετική, μια λογοτεχνία πυρετική και αυθεντική,  μια λογοτεχνία που πίνει, καπνίζει, ξενυχτάει, περιπλανιέται άσκοπα, μπαινοβγαίνει στα μπαρ,  συνομιλεί με αγνώστους, φιλοσοφεί με αστέγους, κοιμάται σε υπόγεια, ξυπνάει στο δρόμο και μπορεί να βρεθεί να πίνει νερό από την ίδια λιμνούλα με έναν σκύλο αδέσποτο.

Το Σύμπλεγμα του Λαοκόοντα  είναι  ένα ημερολόγιο εξερεύνησης σε άγνωστους τόπους της λογοτεχνίας, όπου τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα δεν είναι όπως πριν και με αυτή την έννοια δικαιώνει τον χαρακτηρισμό του ως ένα «Πύραμα της  γραφής». Την ίδια στιγμή είναι από μόνο του ένα ταξίδι. Ένα ταξίδι με το Magic Bus της γραφής, Παρίσι, Λονδίνο , Άμστερνταμ ή Βερολίνο, δεν έχει σημασία τελικά, σαν παρατεταμένος αυτοσχεδιασμός στις  μουσικές  κλίμακες των μπλούζ.

Ο Γιάννης Λειβαδάς μιλά στο Book Bar για το νέο του βιβλίο,  τους ποιητές, τις πόλεις, το Παρίσι, την Αθήνα, τη λογοτεχνία, την κρίση, τις εκλογές και για το ταξίδι της ζωής. Αν ο Λαοκόοντας προκάλεσε την οργή της Αθηνάς και πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή την προσπάθεια να διαλύσει την πλάνη του πλήθους των Τρώων, ο Γιάννης Λειβαδάς, δείχνει πιο σοφός:  «Αν έχεις μικρά φτερά μην κάνεις μεγάλο ταξίδι, αν πάλι  έχεις φτερά μεγάλα πρόσεξε να μην κάνεις μικρό», γράφει  σε ένα σημείο του βιβλίου.

Πώς γράφτηκε «Το σύμπλεγμα του Λαοκόοντα»; Ποια ανάγκη ή ποια επιθυμία σε ώθησε να ξεφύγεις από την ποιητική φόρμα και να περάσεις λογοτεχνικά σε έναν ποιητικό-πεζό λόγο;

Μακριά από την κοινοτυπία και την συν-ευθύνη. Το βιβλίο άρχισα να το γράφω όταν ήμουν μόλις είκοσι ενός χρόνων. Το μόνο που γνώριζα ήταν ότι ήθελα να αφήσω τα πράγματα να μιλήσουν από μόνα τους, συντελώντας ναι μεν καταλυτικά, αλλά παρεμβαίνοντας κατά το ελάχιστο δυνατό. Μέχρι τα τέλη του 2010 είχαν συσσωρευτεί 970 σελίδες α4 από τις οποίες κράτησα τελικά ελάχιστες. Δεν πιστεύω ότι μετατοπίστηκα και τόσο, όλα είναι ποίηση, όταν κάνω λόγο για μυθιστόρημα εννοώ απλά μια ποίηση που απολαμβάνει συνάμα, σε πραγματικό χρόνο, την ονειροπόληση του εαυτού της. Σε αντίθεση με το ποίημα, το οποίο δεν ονειροπολεί αλλά επαγρυπνεί. Όλα οφείλονται στη ζωή, ό,τι υπάρχει, υπάρχει γιατί γίνεται πράξη. Η πράξη είναι η νομοτέλεια της τέχνης της γραφής, η οποία παραμένει ύστατη προσωπική ευθύνη. Ακριβώς επειδή το πεδίο της ανθρώπινης εμπειρίας συρρικνώνεται σταδιακά όλο και περισσότερο, τα βιβλία που περιέχουν σπέκουλες, φαντασιώσεις και εικασίες κάνουν μόνο για ευπώλητα. Οτιδήποτε είναι εμπειρικά ανεφάρμοστο, στη ζωή του ποιητή, είναι απολύτως ανούσιο για την τέχνη της γραφής.

Μαδρίτη, Λισαβόνα, Παρίσι, Βαρκελώνη, Τογκούρτ, Μαρόκο, Ινδία είναι κάποιοι από τους πολλούς τόπους που αναφέρονται στην αφήγηση. Υπάρχει κάποιος ημερολογιακός χαρακτήρας στα κείμενα του βιβλίου;

Στην αρχή το βιβλίο δεν ήταν παρά μια ροή ημερολογιακών σημειώσεων αλλά πολύ σύντομα άρχισε να διαστέλλει τον χρόνο και να αποκτά μια ανεξαρτησία σε σχέση με το χέρι και το σημειωματάριο. Ακόμη και σε σχέση με τη διάνοια του συγγραφέα. Πιστεύω ότι το βιβλίο δεν κατάφερε απλά να γίνει άνθρωπος αλλά ξανάγινε βιβλίο• το βιβλίο ενός δημόσιου θανάτου. Δεν θέλησα να πω τίποτα γράφοντάς το, θέλησα μόνο να κάνω στην άκρη και να αφήσω τα πράγματα να μιλήσουν για τον εαυτό τους. Μιλώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο για το ανήκουστο θαύμα της ζωής η οποία κερδίζει μόνο σαν ηττάται από τον άνθρωπο.

Τα ταξίδια με τη ζωή έχουν συμβάλλει στα ταξίδια του μυαλού και τα ταξίδια της γραφής σου;

Η ζωή είναι το μεγαλύτερο και πιο απίθανο σχήμα, εμπεριέχει τα πάντα. Συνεπώς έχει συμβάλλει τα μέγιστα. Το μυαλό και η γραφή ωθούν συχνά-πυκνά προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, η ζωή όμως είναι ο χάρτης και όλα όσα βρίσκονται εκτός χάρτη. Δεν θυμάμαι ποτέ τον εαυτό μου να έχει ταξιδέψει περισσότερο με το μυαλό ή τη γραφή, όπως λες, απ’ όσο με την πραγματική ζωή.

Ο αφηγητής είναι ένα πρόσωπο ελεύθερο, ατίθασο, αντισυμβατικό, σε πλήρη αντίθεση με τις σημερινές απαγορεύσεις, πίνει, καπνίζει, αλητεύει και ζει τη ζωή στα όρια. Ένα πρόσωπο που μοιάζει να έρχεται από μιαν άλλη κουλτούρα και μιαν άλλη εποχή. Τι πιθανότητες θα είχε το πρόσωπο αυτό να… επιβιώσει στη σημερινή εποχή;

Αφηγητής δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο εκείνος που κάθισε να γράψει. Και αυτός είναι ένας πραγματικός άνθρωπος, με πραγματικές εμπειρίες, ο υποφαινόμενος. Δεν μπορώ να συνηγορήσω σε όσα αναφέρεις σχετικά με τις εμπειρίες και τα όρια. Η αντίθεση που αναφέρεις βρίσκεται στο πλήθος, στην πληθο-κρατία που στερείται  σχεδόν τα πάντα.
Στο βιβλίο εμπεριέχεται η πραγματική μου εμπειρία μόνο ως όχημα, όχι τόσο ως σημασία. Το ζήτημα της κουλτούρας, αυτό είναι το σημαντικότερο απ’ όλα. Γιατί η μοναδική κουλτούρα είναι η ελευθερία. Τα υπόλοιπα αποτελούν συνονθυλεύματα, επιτυχίες ή αστοχίες της προσωπικής περιπέτειας του καθένα. «Το Σύμπλεγμα Του Λαοκόοντα» αφορά, πράγματι, την ελευθερία. Η εποχή, είναι η προσωπική εποχή του συγγραφέα• αυτό που θα εμφανιστεί όταν πιάσει τόπο, κάποτε, η επίκληση του ανθρώπου στον άνθρωπο.
Το ζήτημα είναι αν η κοινωνία έχει την ικανότητα να επιβιώσει μ’ εμένα και όχι το αντίθετο.

Υπάρχουν πόλεις που ταιριάζουν στους ποιητές ή μήπως ο ποιητής πρέπει να επινοήσει τη δική του πόλη;

Οι πόλεις γίνονται σημαντικές εφόσον φιλοξενήσουν τους ποιητές. Από μόνες τους δεν αποτελούν, πια, ιδιαίτερη αξία. Ο ένας άνθρωπος, ή περισσότεροι, είναι που κάνουν τη διαφορά. Αυτή είναι η σημερινή πραγματικότητα, εφόσον η πληροφόρηση και η εικόνα διατίθενται δωρεάν, υπό της έννοια πως τείνει να αχρηστευθεί παντελώς η εμπειρία. Βλέπει κάποιος το Βαρανάσι στην τηλεόραση και νιώθει πως βρίσκεται πράγματι εκεί. Με τον ίδιο τρόπο κοροϊδεύει τον εαυτό του πιστεύοντας ότι συμμετέχει στα κοινά, έχει αντίληψη της πραγματικότητας και είναι σε θέση να εκφέρει μόνον εύστοχες κρίσεις, σχεδόν για οτιδήποτε. Επίφαση και ανία.

 Ένας από τους πρόσφατους «σταθμούς» σου είναι το ταξίδι στο Παρίσι το οποίο και επέλεξες ως τόπο διαμονής. Τι σε έκανε να φύγεις από την Αθήνα; Κάτι που σε πλήγωσε ή κάτι που σε εξόργισε;

Η τύχη είναι πάντα με το μέρος εκείνου που δεν φοβάται το πεπρωμένο του. Η τύχη με έφερε στο Παρίσι και η τύχη θα με οδηγήσει κάπου αλλού αύριο. Η Αθήνα έχει πνεύσει τα λοίσθια προ καιρού, ταυτόχρονα εννοώ το ίδιο και για την Ελλάδα. Η χώρα με πλήγωσε και με εξόργισε εξίσου, από πολύ νωρίς. Αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος για τον οποίο ξεκίνησα να ταξιδεύω. Το αυτονόητο ήταν ανέκαθεν μια υπερβολή ή μια πολυτέλεια για τους Έλληνες και την Ελλάδα.

Πώς είναι η Αθήνα και η σημερινή Ελλάδα από …μακριά;

Δεν διακρίνω τίποτε άλλο από τις κουκίδες των αγαπημένων προσώπων που ταλανίζονται καθημερινά. Τους σκέφτομαι όλους. 
Χαίρομαι που απουσιάζω. Αναρωτιέμαι που θα στραφεί εντέλει αυτή η χώρα για να ορθώσει ξανά ανάστημα. Υποπτεύομαι πως δεν θα τα καταφέρει. Είναι γεγονός πως όλη η ανθρωπότητα, όχι μόνο η Ελλάδα, μεταλλάσσεται σταδιακά σε κάτι πρωτόγνωρο, ηθικά και αισθητικά. (Βλέπεις, κάνω εντελώς σχηματικά τη διάκριση ανάμεσα στην ηθική και την αισθητική ενώ είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Αυτή είναι μια τρανή απόδειξη πως οι άνθρωποι δεν μπορούν ακόμα να καταλάβουν ο ένας τον άλλο).

Ποια είναι η δική σου “ανάγνωση” για τις επιλογές των ψηφοφόρων στη Γαλλία και την Ελλάδα;  Διαπιστώνεις κοινά σημεία;

 Δεν είμαι καθόλου σίγουρος πως τα εκλογικά αποτελέσματα αντικατοπτρίζουν κάποιες ιδέες. Μάλλον την τραγική απουσία ιδεών, η οποία οδηγεί και σε φαινόμενα όπως αυτό της ανόδου του φασισμού. Όταν η εξουσία, ως σύστημα, αδυνατεί να εξαγοράσει άμεσα τους ψηφοφόρους εμφανίζονται δραματικές αλλαγές στον πολιτικό χάρτη. Η κοινωνία, από την άλλη, αναδεικνύει νικήτρια την παράταξη που εξαγοράζει με τον πιο αρεστό τρόπο. Για να υποδηλωθεί ταυτόχρονα κάποια πραγματική αλλαγή θα πρέπει το καθημερινό ήθος και η πρακτική των πολιτών να εμφανίζει χαρακτηριστικά που σήμερα δεν συναντά κανείς, άμεσες ρήξεις με το σύστημα. Απεναντίας, τόσο η δεξιά όσο και η αριστερά προσφέρουν η κάθε μια τους μία συστημική εξάρτηση, μια, μεταξύ τους, παραλλαγμένη συμφωνία κυρίων που αφορά, ανά ιστορική περίπτωση, κάποιους βαθμούς εκχώρησης των φυσικών δυνατοτήτων. Αυτό ισχύει παντού, απ’ άκρη σ’ άκρη του κόσμου.

Ποια σκέψη ή ποια εικόνα σού φέρνει στο μυαλό η λέξη «κρίση»;

Σε μεγάλο βαθμό η «κρίση» είναι το σοκ που υπέστη η κοινωνία σαν συνειδητοποίησε ότι θα ζει με λιγότερα χρήματα. Δεν πιστεύω πως αυτό είναι το πρόβλημα. Σημασία έχει ποιον τρόπο ζωής θα επιλέξει για να ζήσει. Το κρίμα είναι ότι οι άνθρωποι εξακολουθούν να βρίσκονται σε καθεστώς πλήρους εξάρτησης από τον δυνάστη, που δεν είναι άλλος από την πολιτική. Όλη η ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού βρισκόταν ανέκαθεν σε κρίση.

Ποια είναι η χειρότερη απώλεια που έχει επιφέρει η οικονομική ύφεση κατά τη γνώμη σου;

Την εξαφάνιση του ελαχίστου της ανθρωπιάς και της ενότητας που είχε απομείνει. Την προσωρινή, έστω, απουσία μιας κάποιας προοπτικής. Σκέψου την ιστορία του Λαοκόοντα σε συνδυασμό με την απουσία της ιστορίας του Λαοκόοντα.

Πώς σχολιάζεις την άποψη ότι «η κρίση έπιασε τη λογοτεχνία στον ύπνο»;

Η σύγχρονη πραγματικότητα έπιασε στον ύπνο μόνον αυτό που πωλείται και διαφημίζεται σαν λογοτεχνία. Το προϊόν μιας τυποποιημένης και αλαζονικής ημιμάθειας που σέρνει πίσω της έναν γλυκερό και ημιδιάφανο σκοταδισμό. Η πραγματική λογοτεχνία δεν υπέφερε ποτέ από τίποτα και ουδέποτε πιάστηκε στον ύπνο κάποιας ιστορικής περιόδου. 
Αυτήν την άποψη μπορεί να την έχουν όσοι κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου της αριστερής ή της δεξιάς ορθότητας. 
 


Μέσα σε μια τεράστια εκδοτική παραγωγή σε παγκόσμιο επίπεδο, εκδίδονται σημαντικά βιβλία και ποια είναι η τύχη τους; Πότε είναι κατά τη γνώμη σου σημαντικό ένα βιβλίο;

Εκδίδονται και σημαντικά βιβλία, αλίμονο – αλλά περνούν μάλλον απαρατήρητα, ακόμη και όταν αποκτούν κάποιους αναγνώστες. Ένα βιβλίο μπορεί να αποδειχθεί για κάποιον πολύ σημαντικό, για πάρα πολλούς λόγους. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται την ύπαρξη της τέχνης του λόγου. Ακόμη και το αλφάβητο είναι σημαντικότατο, για κάποιον που δεν γνωρίζει γράμματα. Η σημαντικότητα, η αξία, συνεπάγεται και από τη δυναμική συνεύρεση μιας υπαρκτικής ομοθυμίας, μιας κοινής δράσης για υπερβάσεις που έχει ξεπεράσει τα στενά όρια της συνείδησης. Δεν έχει τόση σημασία λοιπόν αυτό που ονομάζουν κοινώς «σημαντικό» βιβλίο. Σημασία έχει το πόσο διαφορετικό και τόσο πρωτότυπο είναι ένα βιβλίο.

Υπάρχει λογοτεχνία του «μέσου όρου»;

Βεβαίως και υπάρχει, αποτελεί το κυρίως σώμα της λογοτεχνικής παραγωγής. Εάν και εφόσον χρησιμοποιούμε εισαγωγικά σε ορισμένες λέξεις. Είναι ο μηχανισμός συντήρησης του εκδοτικού εμπορίου. Η λογοτεχνία δεν ξεπερνά, σε ποσοστό, το ένα τοις εκατό της συνολικής παραγωγής βιβλίου παγκοσμίως.
Η καπηλεία, η ζημιά που προκλήθηκε στη λογοτεχνία έχει άμεση σχέση με το γεγονός ότι ο καθένας γράφει από ένα βιβλίο ή δυο. Είναι σημάδι των καιρών, κάτι ανάλογο συμβαίνει σε όλες τις τέχνες. Οι άνθρωποι αντί να αλλάξουν τρόπο ζωής, τρόπο σκέψης, υποδύονται τους καλλιτέχνες, όντας μάλιστα σίγουροι ότι διαπρέπουν στον τομέα τους.

Τι είδους βιβλία επιλέγεις εσύ για να διαβάσεις;

Τα τελευταία χρόνια διαβάζω όλο και λιγότερο. Τα βιβλία του γούστου μου σπανίζουν ολοένα και περισσότερο. Με ενδιαφέρει η τόλμη και η πρωτοτυπία. Η μοναδικότητα της φωνής. Με ενδιαφέρει αυτό που δεν έχω συναντήσει. Συχνά επιστρέφω σε ποιητές και συγγραφείς που ήδη γνωρίζω, μόνο και μόνο για την εμπειρία της απόλαυσης λίγων λεπτών, μιας αράδας, ακόμη κι ενός τίτλου.

Αν μπορούσες να επιλέξεις τους αναγνώστες των βιβλίων σου, σε ποιους θα ήθελες να απευθύνονται;

Αν μπορούσα πράγματι να επιλέξω θα επέλεγα να μην είχα κανέναν αναγνώστη, να μην υπήρχε κανείς που θα είχε ανάγκη αυτά που γράφω. Τότε θα μπορούσα να αλλάξω κι εγώ επάγγελμα και να γίνω μαραγκός σε έναν μικρό ταρσανά. Μα ίσως μετά από λίγα χρόνια να το καταφέρω κι αυτό εξακολουθώντας να γράφω.

Είσαι αισιόδοξος ή είσαι ανήσυχος για το μέλλον;

Είμαι μέλλων.

*Ο Γιάννης Λειβαδάς γεννήθηκε το 1969 στην Καλαμάτα. Πέρα από εκδότης, βιβλιοπώλης, αρθρογράφος και μεταφραστής έχει εργαστεί σε πάμπολλους άλλους τομείς. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί επίσης στον αμερικανικό, τον γαλλικό, τον κροατικό, τον ινδικό, τον ιρλανδικό και τον ισπανικό λογοτεχνικό Τύπο. Ζει στο Παρίσι. Ιστοσελίδα http://livadaspoetry.blogspot.com/   

Γιάννης Λειβαδάς, Το σύμπλεγμα του Λαοκόοντα 
Ένα πύραμα της γραφής
, 
Εκδόσεις Λογείον 2012 
Σελ. 207.

http://www.bookbar.gr/yannis-livadas-i-monadiki-coultoura-einai-i-eleftheria/

yannis_livadas_480

Λεία Χατζοπούλου-Kαραβία, Έτρεξα να τον συναντήσω

Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka's avatarΕνύπνια Ψιχίων


Έτρεξα να τον συναντήσω στην ακρογιαλιά μας και τον βρήκα μ’ ένα ξανθό κορίτσι σφιχταγκαλιασμένους. Κρύφτηκα σε μιαν ύφαλη σπηλιά κι όταν εκείνη έπεσε ξαναμμένη στο νερό την τράβηξα απ’ τα πόδια κράτησα ανάμεσα στα γόνατά μου το κεφάλι της ώσπου τα γαλανά της μάτια αναστράφηκαν ολόλευκα και στο κορμί της πάνω κόλλησαν πεταλίδες. Ύστερα βγήκα φαινομενικώς ατάραχη να συναντήσω τον καλό μου. Εκείνος όμως πλάγιαζε με κοπέλα μελαψή κι αφού τη χιλιοφίλησε και τη γλυκονανούρισε έριξε τη βαρκούλα του στη θάλασσα κι ανοίχτηκε να παίξει με το κύμα. Σώριασα τότε γύρω στο κοιμισμένο κορίτσι φρύγανα κι άναψα κλοιό φωτιάς που φιδογύριζε και σφύριζε ώσπου από το ωραίο καλοκαιριάτικο κορμί της δεν απομείναν παρά δυο χούφτες μαύρη στάχτη. Τον άκουσα να επιστρέφει λάμνοντας ρυθμικά και τραγουδώντας. Έσιαξα βιαστικά τ’ αγριεμένα μου μαλλιά κι όρμησαν να τον προϋπαντήσω. Δίπλα του ήταν νέα γυναίκα με γέλιο μαργαριταρένιο. Ο λαιμός της που έγερνε…

View original post 135 more words

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

943903_951712258248766_781550726965933416_n

ΤΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ

Τα χρόνια που ξοδεύτηκαν απ’ τη βιασύνη τους
για να προλάβουμε τη συνάντηση
του κορμιού με την άγρια σκέψη
τα στατικά μεσημέρια
από την κούραση της πρωινής συζήτησης
με τους απόμαχους ή τους άνεργους
η άσπρη γραμμή στον ορίζοντα
και τ’ αεροπλάνο που την τέμνει
εσύ, εγώ, οι φίλοι, οι άγνωστοι
είναι εικόνες
που εκτίθενται σε μουσεία καθημερινής χρήσης
χωρίς εισιτήριο εισόδου,
ίσως γιατί δεν έχουν τίποτα να πούνε
ή δε θέλουν ν’ αποκαλυφτούν σε λίγους.

Τώρα που γίναμε όλοι καλλιτέχνες
μας άφησε το νερό και κύλησε μακριά
έξω απ’ τη στείρα λογική μας.
Οι πηγές κυριεύτηκαν από επιδρομείς τόσο ξένους,
οι πηγές οι νηστικές από υγρασία
οι πηγές, και πιο πέρα
ένα μικρό τριζόνι της ερημιάς
αφουγκράζεται τους παλμούς της πολιτείας.
Το λάθος μας το μετρήσαμε στα δάχτυλα
δεν ήταν μόνο δικό μας
ήταν μια κραυγή από αναδυόμενα δελφίνια
που έβγαιναν στη στεριά.

Τις σάπιες ρίζες τις άκουσα και σήμερα
να δίνουν παρηγοριά στους βλαστούς, στα φύλλα
κι αυτά με τη σειρά τους
να ικετεύουν τον αέρα να σωπάσει
να φανεί ο υλοτόμος με το πριόνι –
τι ωφελεί η καθυστέρηση
μιας που η αρρώστια επεκτάθηκε στη σκέψη;
Ίσως εκείνο το δέντρο με τη νωχελική όψη
είναι μια αντιγραφή πολλών σωμάτων
που ντρέπονται να κυκλοφορήσουν στην αγορά
γιατί εκεί συχνάζουν μόνο οι καλλιτέχνες των μουσείων.

Καλά είναι τ’ αγάλματα – έστω και ακέφαλα –
μα πιο καλά τα άλλα, τα ντροπαλά.

***

ΟΙ ΤΡΥΠΕΣ

Πώς να γεμίσεις τις τρύπες
που ανοίχτηκαν σ’ όλο το σώμα
ακόμα και στις πλαγιές των βουνών
στις πεδιάδες και στις θάλασσες
από ριπές αδέσποτες – όχι όπλων
δεν ξέρω από τι.

Θέλω να εξηγήσω πολλά φαινόμενα
μα τα σύννεφα εμποδίζουν την όραση
η κυκλοφορία μας στους ουρανούς
κατάντησε προβληματική.
Το μόνο που βλέπω
είναι φαντάσματα της μέρας
ιππότες που τρέπονται σε φυγή
πόλεις χωρίς όνομα
που χτίζονται πάνω σ’ ερείπια
κι εσένα ν’ αρνείσαι την καταγωγή σου

*Από τη συλλογή “Ανάπηροι δρομείς”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2012 (σελ. 9-10 και 36).

Χριστιάνα Αβρααμίδου, Δύο ποιήματα

Τύποι ήλων

Αν κάθε στίχος μου
ήτανε μια στιγμή,
πλούσια πολύ θα ’χα ζωή
αν και τις στιγμές μου
όλες
δεν τις θυμάμαι.

Αν κάθε στίχος μου
ήταν η άλλη ζωή,
θα ‘χα περάσει σε αυτήν
μια μία
όλες τις στιγμές μου.

Αν στους στίχους μου
ακούσατε την καρδιά
πως έφυγα θα μάθατε
-μέσα-
δεν χώραγαν άλλοι.

Παράγωγα
Επίθετα
Επιρρήματα
Ουσιαστικά.
Μια λέξη θυμάμαι εγώ,

Αγάπη

***

ΠΟΙΗΣΗ

κανείς δεν θα ψάξει να σε βρει,
μα θα σε δει στη στροφή,
σε ένα τοίχο
ολοκόκκινη μπροστά του

θα σε δει,
θα σε αρνηθεί,
τρεις φορές το τιμόνι
θα στρίψει απ’ την άλλη.

*Από τη συλλογή “Εσένα σε έχω ξαναγαπήσει”, Εκδόσεις Οροπέδιο, 2014 (σελ. 9 και 29).