Χωρίς Κίγκο – Λίγα λόγια για το κοινωνικό χαϊκού

haiku

Τον τελευταίο καιρό, όλο και περισσότεροι Έλληνες ποιητές εκδίδουν ποιητικές συλλογές, που αποτελούνται εξολοκλήρου από χαϊκού[1] και έχουν γίνει αρκετές συζητήσεις για το κατά πόσο τα έργα τους είναι αυθεντικά χαϊκού ή απλά τρίστιχα.

Το χαϊκού είναι παραδοσιακό ποιητικό είδος, που προέρχεται από την Ιαπωνία. «Παραδοσιακά αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους για έμφαση ή σε έναν, χωρισμένο με κενά. Το χαϊκού είναι με συνολικά 17 συλλαβές η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο. Περιγράφει μια εικόνα της φύσης και δίνει στοιχεία για την εποχή του χρόνου μέσα από εποχιακές λέξεις (Κίγκο)»[2].

Ο παραπάνω αρκετά αυστηρός ορισμός ισχύει για το κλασικό χαϊκού και έρχεται σε αντιπαράθεση με το κοινωνικό χαϊκού, που θα αναλύσουμε παρακάτω. Όμως, ας δούμε πρώτα γιατί το κλασικό χαϊκού κινείται στα όρια των εποχιακών λέξεων και των φυσιολατρικών περιγραφών: «Αυτό που σήμερα ονομάζεται κλασικό χαϊκού δημιουργήθηκε τον 16ο αιώνα. Οι ιδιαιτερότητες της περιόδου αυτής δημιούργησαν την αίσθηση ενός κλειστού, αμετάβλητου κόσμου, καθώς η κοινωνία καθοριζόταν από ένα φεουδαρχικό ταξικό σύστημα και η Ιαπωνία έκοψε σχεδόν ολοκληρωτικά την επαφή με τον έξω κόσμο. Αυτό το ακριβώς ορισμένο σύστημα αξιών και συμβόλων έδωσε σε ποιητές και ακροατές ένα κοινό και σαφώς οριοθετημένο πλαίσιο κατανόησης»[3]. Δηλαδή, υπήρχε μια κάστα ευγενών γύρω από τον αυτοκράτορα και το μόνο, που τους απασχολούσε ήταν η περιγραφή της φύσης. Σε αυτή την φυσιολατρική προσκόλληση συνηγορούσε και η θρησκεία του βουδισμού Ζεν.

Όμως, η ποίηση εξελίσσεται. Οι φόρμες διαφοροποιούνται. Έτσι και το χαικού περνώντας τα σύνορα της Ιαπωνίας και φτάνοντας στην Ευρώπη απόκτησε έναν πιο κοινωνικό χαρακτήρα. Οι εποχιακές λέξεις (Κίγκο) δεν είναι πλέον απαραίτητες, ενώ τη θέση των εικόνων της φύσης πήρε ένας έντονος κοινωνικός προβληματισμός. Ο πρώτος Έλληνας ποιητής, που έγραψε κοινωνικό χαϊκού στην Ελλάδα ήταν ο Γιώργος Σεφέρης. Ποιος δεν συγκινείται διαβάζοντας το περίφημο:

«Που να μαζεύεις
τα χίλια κομματάκια
του κάθε ανθρώπου»
[4].

Όπως παρατηρούμε το παραπάνω χαϊκού του Σεφέρη δεν έχει Κίγκο, ούτε εικόνες της φύσης. Αν μάλιστα του ρίξουμε μια πιο σχολαστική ματιά, θα προσέξουμε πως δεν είναι αυστηρά μετρημένο, καθώς ο τελευταίος στίχος αποτελείται από έξι συλλαβές!

Από τότε, έχουν κυκλοφορήσει πάρα πολλές ποιητικές συλλογές με κοινωνικά χαϊκού. Εδώ, θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι έχουν γραφτεί και αρκετά σύγχρονα χαϊκού, που στερούνται νοήματος και το τι θέλει να πει ο ποιητής, το γνωρίζει μόνο ο ίδιος, αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις δεν μιλάμε για κοινωνικά χαϊκού. Όσον αφορά το μέτρημα των στίχων, υπάρχουν οι ποιητές, που προσπαθούν να το τηρήσουν, αλλά τους ξεφεύγουν συλλαβές και αυτό φαίνεται και ποιητές, που πειραματίζονται με λιγότερες ή περισσότερες συλλαβές. Όμως, θα πρέπει να είμαστε λιγότερο σχολαστικοί, αν λάβουμε υπόψη μας την τεράστια διαφορά, που υπάρχει ανάμεσα στις ιαπωνικές και τις ελληνικές συλλαβές και τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής γλώσσας, που περιλαμβάνει πλήθος πολυσύλλαβων λέξεων. Αν τηρηθεί το μέτρημα του στίχου στο ελληνικό χαϊκού, λέξεις, που αποτελούνται από έξι συλλαβές και πάνω αποκλείονται από τον πρώτο και τον τρίτο στίχο.

Συμπερασματικά, λοιπόν, θα λέγαμε ότι το χαϊκού έχει εξελιχθεί τόσο στο νόημά του, όσο και στην ποιητική φόρμα και έχει λάβει δίκαια μια περίοπτη θέση στο χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

Ακολουθούν μερικά δείγματα κοινωνικού χαϊκού:

Κόκκινη κλωστή
Ράβω στο νου μου
μια φορεσιά του κόσμου.
Να τον αλλάξω.

Ζητούνται υπάλληλοι
Ρακοσυλλέκτες
πλήρους απασχόλησης.
Σίγουρο μέλλον.

Ενθύμημα
Το νόημα του
βίου του καθενός, στις
λεπτομέρειες.

Τραγικώς υπάρχειν
Τραγικοί όσοι
άλλον κόσμο μέσα τους
ζουν στη ζωή τους.
[5]

1) Χαϊκού ή χάικου. Το συναντάμε και με τη γραφή χάι-κου. Παλιότερα το συναντούσαμε ως χάι κάι. Επέλεξα τον πρώτο τρόπο γραφής, που χρησιμοποιεί και η Wikipedia.
2) Wikipedia λήμμα χαϊκού.
3) Wikipedia λήμμα χαϊκού.
4) Γιώργος Σεφέρης: «Ποιήματα», εκδόσεις «Ίκαρος».
5) Τα χαϊκού «Κόκκινη κλωστή» και «Ζητούνται υπάλληλοι» είναι του Χάρη Μελιτά από την ποιητική συλλογή «Μαύρη Σοκολάτα», εκδόσεις Μανδραγόρας, σελ. 28, 57. Τα χαϊκού «Ενθύμημα» και «Τραγικώς υπάρχειν» είναι του Σπύρου Α. Γεωργίου από την ποιητική συλλογή «Στην άκρη της γλώσσας», εκδόσεις Μανδραγόρας, σελ. 28, 31.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/03/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)

Dimitris Tsaloumas (1921-2016), The Comforter

az-23

So that’s how the land lies?
You’ve no idea how I hurried in this heat
with not a leaf stirring in the poplars
and my throat as dry as a bone.
It’s closed; I shut it.
Yes, the window too. Don’t worry.
I’ve a good mind to put you out in the yard
so that he’ll find you there, next to the tin-can
with the jonquil, where you can see the shore
crowded with sponge-boats back from Barbary.
All hell’s let loose at Rebelos’s place
with sponge-divers
chucking their money around by the fistful.
I can hear you. Your voice is a bit hoarse
but I can hear you. And don’t turn to the wall
and curl yourself up that way.
You’ve never been scared of war or woman
in your life. What’s got into you now?
It’s nothing — you’ll see.
He never comes with a taxman’s satchel in his hand
or in a gendarme’s uniform.
In fact, they say he’s rather gently-spoken
so perhaps he’ll just sigh a bit and say
come on, Nicolas old chap,
come on, we’re running late and ought
to cross the border before nightfall.
No matter how often you take this road
you never get used to it.
You know, he’s got his problems too.
I can see you, I can see you —
don’t imagine I’d take my eyes off you now
you poor bugger!
And where’s that no-good son of yours?
You can bet he’ll be coming home now,
as soon as he gets the message,
to rip open the mattress.
Look, I’ll get the woman next door
to light the icon-lamp. I’ll be back,
never fear. I’ll go for a stroll on the beach
and I’ll be back.

*From “The Observatory”, Brisbane, University of Queensland Press, 1985.

Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Τρία ποιήματα

11001858_772084132861720_7345129821133901078_n

ΣΑΝ ΕΡΑΣΤΕΣ ΠΑΡΑΝΟΜΟΙ

Θα φύγουμε μια μέρα από τη γη
έχοντας ζήσει μια ζωή με την ψυχή στο στόμα.
Σαν εραστές παράνομοι
που συναντιούνται σύντομα
κι όλο χρωστάει ο ένας του άλλου.

Σαν εραστές παράνομοι
πάντα με τό ‘να χέρι αγκαλισμένοι,
όρθιοι σε δωμάτιο σκοτεινό.
Πάντα με τό ‘να χέρι αγκαλιασμένοι.

Τ’ άλλο να σπρώχνει, μια ζωή αντίθετα
μια πόρτα μην ανοίξει.

***

CONSERTO MORTO

Όπως αγνάντεψε η νυχτα απ’ τ’ ακρωτήρι,
έφυγε ο πιο μικρός απ’ την παρέα.
Να μη με περιμένετε – είπε –
απόψε θα χορέψω
με την πεθαμένη.

***

ΜΙΚΡΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ

Όποιος δεν γδάρθηκε στον λάρυγγα
από το ρέκασμα του χωρισμού,
δεν ξέρει τι είναι αγάπη.

*Από τη συλλογή “Αμειψισπορά”, έκδοση Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Λεβαδειάς, 1996.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος: «Έξυπνες βόμβες»

theoxaris1033

Παρουσιάζει ο Ειρηναίος Μαράκης*

Αιχμητή απλότητα

«Έξυπνες βόμβες» είναι η νέα, έβδομη σε σειρά, ποιητική συλλογή του Θεοχάρη Παπαδόπουλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μανδραγόρας. Είναι μια συλλογή με ποιήματα γραμμένα και βασισμένα στην ποίηση των χαϊκού, που εκφράζει περισσότερο από ποτέ την αιχμηρή απλότητα της ποίησης και της ποιητικής του Θεοχάρη Παπαδόπουλου.

Η γραφή του, ολιγόστιχη, λιτή, άμεσα κατανοητή, κοινωνική κι επαναστατική, βαθιά πολιτική και συναισθηματική δεν αφήνει ασυγκίνητο τον αναγνώστη. Ποιητής καθόλου φλύαρος και πάντα περιεκτικός κατορθώνει αυτή τη φορά να φτάσει την απλότητα της ποίησης του στα υψηλότερα όρια που θα μπορούσε να βάλει, μέχρι την επόμενη ποιητική συλλογή του βεβαίως, εκφράζοντας σε μόλις τρεις στίχους τις ιδέες, τους προβληματισμούς, την οργή του για τα κοινωνικά ζητήματα αλλά και την αγάπη του για τις απλές απολαύσεις της ζωής. Για τον έρωτα γράφει ο ποιητής, για πρότυπα που μοιάζουν ντεμοντέ, για αναγκαίους συμβιβασμούς με ανεπούλωτες πληγές, για όνειρα που επιμένει να γίνουν πραγματικότητα ή για όνειρα που είναι περισσότερα ρεαλιστικά από τα σύγχρονα πρότυπα ζωής.

Και για να γίνουμε λιγάκι τολμηροί, μπορούμε να πούμε ότι στις «Έξυπνες βόμβες» ενώ έχουμε ένα κοινωνικό (τόσο πολιτικά, όσο και υπαρξιακά) Θεοχάρη Παπαδόπουλο άλλο τόσο έχουμε ένα ποιητή που συνομιλεί, ίσως περισσότερο από ποτέ, με τον εαυτό του. Και ο οποίος παρουσιάζει αυτή την εικόνα στον αναγνώστη, χωρίς φόβο αλλά με πολύ πάθος, κάνοντας τον κοινωνό της δημιουργικής διαδικασίας που ακολουθεί, που δεν είναι άλλο από μια διαδικασία που ματώνει και πονά. Ίσως βέβαια αυτός που συνομιλεί με τον εαυτό του να μην είναι ο ποιητής αλλά εσείς κι ο οποιοσδήποτε αναγνώστης… Αλήθεια, ποιός είπε ότι είναι εύκολο να γράψεις ποίηση στις μέρες μας που δεν θα αναλώνεται σε φτηνούς εντυπωσιασμούς αλλά και που θα έχει μέσα της τη δυνατότητα για πολλαπλές αναγνώσεις;

Αλλά νομίζω πως ακολουθώντας το παράδειγμα του ποιητή θα πρέπει να σταματήσουμε εδώ. Αρκετά φλυαρήσαμε. Περισσότερα και ουσιαστικότερα θα βρείτε στο βιβλίο ενώ για τον ποιητή μπορείτε να βρείτε εδώ σε σχετικό αφιέρωμα που είχαμε κάνει στο περιοδικό μας. Ακολουθεί ένα σύντομο σχόλιο σχετικά με τα χαϊκού και κάποια ποιήματα από το βιβλίο, δική μας επιλογής.

Χαϊκού

Τα χαϊκού (ή χάι κάι) είναι μορφή/φόρμα ιαπωνικής ποίησης, που εμφανίστηκε τον 16ο αιώνα και υιοθετήθηκε, κυριολεκτικά και μεταφορικά, από την λογοτεχνική σκηνή της Ευρώπης και της Αμερικής στις αρχές του 20ου. Στην αυθεντική και παραδοσιακή τους μορφή αποτελούνταν από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνταν σε τρεις στίχους για έμφαση ή σε έναν, χωρισμένο με κενά. Στα χαϊκού συμπυκνώνεται η σοφία και η απλότητα της ιαπωνικής φιλοσοφίας και ζωής, με τις εποχές, τα χρώματα και τις ιδέες που προάγουν τον σεβασμό στον συνάνθρωπο κι αποτελούν βασικό πυρήνα τους. Στην χώρα μας τα χαϊκού, εμφανίστηκαν για πρώτη φορά το 1925 από τον Γ. Σταυρόπουλο στο περιοδικό Λυκαβηττός ενώ γνωστότερος εκπρόσωπος μια ποίησης επηρεασμένης από τα χαϊκού είναι ο Γιώργος Σεφέρης. Το τελευταίο διάστημα ξεκίνησαν να αποκτούν μια κάποια σχετική αναγνωρισιμότητα τόσο στο αναγνωστικό κοινό, όσο και στους νεότερους ποιητές μας.

Ποιήματα

σελίδα λευκή.
Σε φέρνω στη σκέψη μου
να τη γεμίσω.

Φιλί της ζωής
λέγανε το φιλί της.
Τον φαρμάκωσε.

-σε αμφισβητώ,
μου είπε θυμωμένος
ο καθρέφτης μου.

τι πιο τραγικό;
Να κάνω διάλογο
με τη σιωπή σου.

αλληλεγγύη.
Μια λέξη που την τρέμει
ο βολεμένος.

διπλή μερίδα
Κομμάτι από τη σάρκα
των πεινασμένων.

Καταναλώνω
ληγμένα προιόντα
στην οθόνη μου.

Τον συλλάβανε.
Σε ώρες ανάπαυσης
έγραφε στίχους.

*Από τον Άτεχνο στο http://atexnos.gr/theoharis-papadopoulos-exipnes-vomves/

Ά ν ο ι ξ η 2016 μ.Χ, «Σ Υ Λ Λ Ο Γ Ι Κ Ο Ν » ποίημα 31 ποιητών

12472348_862430557235773_8780209586190706415_n

Στην Εαρινή Ισημερία… και Μαζί με Μοχάμαντ Μπασίρ Αλ Αανί (+)

Δεν υπάρχει πέρασμα παρά από την άνοιξη
.
Να σεβαστώ τα υπόλοιπα
Ανθίζοντας περίλυπος
Να σε παλέψω άνοιξη
Δύο φορές στ’ αλώνια
Γιατί βασιλιάδες υπήρξαμε
Και είχαμε νόμισμα
Τη γύρη λουλουδιών
Που δεν τελειώνει ο πλούτος
Έφηβη αδημονούσα νύφη
.
Γι’ αυτό σου λέω
Ανθίζουμε ανάποδα στις ομορφιές
Μες σε κελαηδισμούς φωτός
Μία φορά βασιλιάς και μια ήλιος
Περίληψη κήπου
Εστεμμένος ανθισμένη απάτη
Αδιέξοδη εποχή
Δρόμος δραπέτης ξέμπαρκων χειλιών
Μπλεγμένος στ’ άσπρα τα φτερά
Ταξιδευτής στις λεύκες
Περίχαρα καρπίζοντας
.
Άνοιξη επίκτητη
Σε αφουγκράζομαι στα βάθη
Ξυπνώ από τριγμούς ανάσες μυρωμένες
Ο λόγος θα ‘ναι πάντα ό, τι ανθεί
Σαν φυγαδεύεται στα πέταλα ανάσταση
Ζωή θα γυρνά στα χείλη όσο γροικώ
Πλημμυρισμένα μάτια από φωτόδεντρα
Ποιήματα ανθολογούνται τώρα πάνω στο σώμα μου
.
Είναι τσιγγάνα η Άνοιξη
Έρχεται πρόσφυγας
Και θα μας προσπεράσει
Περιπλανιέται άστεγη, κυοφορεί χειμώνα
Το θέρος δείχνει γι’ άλλοθι φθινόπωρο για πλάνη
Φράχτες δεν στήνονται
Κρατούν κρυφές σημειώσεις
Λέω να μην παρκάρω τ’ ανθισμένο αμάξι μου
Προ των πυλών
.
Στις γειτονιές και στις παλιές αυλές
Άνοιξης ρέμα ποταμέ και ανθηρέ ωκεανέ
Βραχνή φωνή
Μια μαντζουράνα θα κοσμεί το πέτο
Τ’ ασήμι θα θωπεύει
.
Τόσα άνθια που έχω δει
Ανθίζω πάλι
Και όλα μου ταιριάζουν
Α ! Φόρεσε με άνοιξη
Βιβλίο δ’ τάξης
Να μαθητεύσω
Πρόσφυγας
Χώρες σημαίες
Μάννα
.
*Οι ευτυχείς ποιητές της Ανοίξεως τούτης, αποτολμώντας το είναι:
Ηλίας Τσέχος, Σωτήρης Παστάκας, Δημήτρης Τρωαδίτης, Θοδωρής Αργυρόπουλος, Ιωάννα Λάζου, Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος, Χρύσα Φραγκιαδάκη, Μαριάνθη Πλειώνη, Μαρία Γκουτζαμάνη, Παναγιώτης Αντωνόπουλος, Δημήτρης Γαλάτης, Ιφιγένεια Σιαφάκα, Αλέξανδρος Βαναργιώτης, Αθηνά Τιτάκη, Οδυσσέας Νασιόπουλος, Δέσποινα Καϊτατζή Χουλιούμη, Χρήστος Γάλλιος, Θωμάς Δημητρίου Τυπάλδος, Λουκία Πλυτά, Ειρήνη Ιωαννίδου, Αγαθοκλής Αζέλης, Θανάσης Τριανταφύλλου, Θεόδωρος Μπασιάκος, Εύα Παπαδάκη – Βουγιούκα, Μαίρη Λαρεντζάκη Γκιώνη, Χρίστος Παλαιοπάνος, Αθηνά Ξανθίδου, Γιώργος Αγγελιδάκης, Ευαγγελία Μπεάζογλου, Giancarlo Canallo, Χρύσα Αλεξίου.

Richard M. Berlin, Δύο ποιήματα

BERLIN-COVER

Κυριακάτικη παρέλαση

Κάθε μέρα τους περιποιούμαστε,
γυναίκες και άνδρες καλωδιωμένους με οθόνες,
ανθρώπους που είδαν τη λευκή λάμψη του φωτός.
Όταν ουρλιάζει στις 2 π.μ.
ο κωδικός του συναγερμού στον βομβητή μας,
εμείς υψώνουμε οχυρά στον θάνατο
με ιδρώτα, με λιδοκαΐνη,
και τη μαυρίλα του χιούμορ μας.
Και τα πρωινά τις Κυριακές
τους φτιασιδώνουμε με τη χάρη νεκροτόμου:
σφουγγάρι και ταλκ,
γυαλιστερό κραγιόν στα μάγουλα,
ένα κολιέ, καρφίτσες για να στερεώσουμε τις ρόμπες,
τους καθίζουμε στητούς σαν βασιλιάδες και βασίλισσες
στον κόκκινο πλαστικό θρόνο μιας αναπηρικής καρέκλας.
Με μουσική υπόκρουση το ρούφηγμα του αναροφητήρα
κρύβουμε τα σωληνάκια κάτω από τις κουβέρτες
και ταχτοποιούμε τους Times σε τρεμάμενα χέρια.
Όλα για το Αφεντικό
με την άσπιλη λευκή ποδιά του,
για να παρελαύνει κορδωμένος και καμαρωτός
στη δική του παρέλαση.

***

Ανοιξιάτικη Σπορά

στην Juliana A. Van Raan, 1950-1998

Ένα πρωινό τηλεφώνημα με ξυπνά
κάτι σκληρό και ινώδες στο πόδι της
αναπτύσσεται γρήγορα και ανεξέλεγκτα
που δεν μπορούμε να το ξεριζώσουμε.
Από το παράθυρο του υπονοδωματίου μου
παρατηρώ το χειμωνιάτο κριθάρι, που τώρα τον Απρίλη
ήδη λικνίζεται στα γερά κοτσάνια.
Εύχομαι να μπορούσα να φυτέψω της Τζούλη
το πόδι σε μια ζεστή γωνιά στο χώμα,
να στρέψω το πρόσωπό της προς τον ήλιο,
και να την αφήσω να γιατρευτεί με την ανοιξιάτικη βροχή
όπως τα άγρια ραδίκια που περιμένουν
να κατακλύσουν το λιβάδι με τα αστέρια.

*Μετάφραση: Άγγελος Γρόλλιος, Μίλτος Αρβανιτάκης
**Από τη συλλογή “Εργαστήριο Ανατομικής”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2015.
***Ο Richard M. Berlin, είναι Αμερικανός ψυχίατρος και ποιητής. Γεννήθηκε το 1950 και μεγάλωσε στο Τάνεκ του Νιου Τζέρσεϊ. Αποφοίτησε από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Νορθουέστερν Σικάγο. Ζει και σκεί ιδιωτικά την ψυχιατρική στη μικρή πόλη Λένοξ του Μπερκσάιρ Χιλς στη δυτική Μασσαχουσέτη. Έχει εκδόσει τρεις ποιητικές συλλογές.

Τάσος Δενέγρης, Τρία ποιήματα

a33

ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ

Είναι λοιπόν παρήγορο
Που το σκυλί ο Συρκούφ
Εμένα προτιμάει
Από τον Ολλανδό

Γιατί παρόλο που τού δώσαν ξένο επωνύμι
Χορτάρι ελληνικό μυρίζει
Γάτες του τόπου πολεμάει
Και ξεχωρίζει δίχως δυσκολία
Τον ντόπιο φίλο από το ξένο αφεντικό.

Παρήγορο λοιπόν
Που τα σκυλιά
Δεμένα με τις μυρουδιές του τόπου
Παραμένουν
Πατριώτες μ’ άλλα λόγια
Σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς
Τις μολυσμένες μέρες.

6 Απριλίου 1976

***

ΕΘΝΙΚΗ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

Οι μαύρες νάυλον σακούλες
Των σκουπιδιών
Σαν δυό γριούλες
Κάθονται στον τοίχο ακουμπισμένες
Ή σαν καλόγριες μοιάζουν
Που βραδιάζουν
Γύρω σουρσίματα φιδιών
Οι ξένοι πράκτορες
Οι ντόπιοι προβοκάτορες
Κι όλα σφιχτά, κανένα φως να σκίσει το
σκοτάδι
Σ’ αυτή την άθλια σύναξη
Μονάχα πού και πού
Σαν κάτι ψόφιο και βαρύ να πέφτει σε
πηγάδι
Μια μακρινή ανατίναξη.

1 Σεπτεμβρίου 1976

***

ΒΑΣΑΝΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΗ ΧΩΡΙΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ

Λοχίες σε περιεργάζονται
Σαν όπλο του ’48
Σαν ξάστερο τοπίο
Σα να ΄σαι άτοπο
Λοχίες σε λογχίζουν.

23 Νοεμβρίου 1976


*Από τη συλλογή “Θειάφι και αποθέωση”, Εκδόσεις Άκμων, Χειμώνας 1981-1982.

Send a Poem

tumblr_nwg7ittyDL1rqzrz6o1_400

Dear Friends, 

Here’s a collective, constructive, fun and hopefully personal exchange.  It’s a one-time   
thing and we hope you will participate.  We have chosen those we think would be willing and would enjoy this.  Please send a poem  to the person whose name is in position 1 below (even if you don’t know him or her). 

It should be a favourite poem  that has affected you in difficult times.  Don’t agonize over it.

1.    Fleur Blum: thepyromaniacs@hotmail.com
2.    Chris Ringrose cringrose@aol.com

After you’ve sent the short poem/verse/quote to the person in position 1, and only that person, copy this letter into a new email. Move my name to position 1, and put your name in position 2. Only my name and your name should show in the new email.  Send it to 20 friends BCC (blind copy). 

If you cannot do this in five days, let us know so it will be fair to those participating (note: or just ignore, no pressure!) It’s fun to see where they come from.  Seldom does anyone drop out, because we all need new poems from new people.  The turnaround is fast, as there are only  two names on the list. This takes about 8-10 minutes and is well worth the time.

Dr Christopher Ringrose
Co-Editor, Journal of Postcolonial Writing
Co-Editor, Studies in World Literature (Ibidem Press/Columbia UP)
My Recent Poems: http://www.cringrose.com

Αφιέρωμα: 21 Μάρτη, Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης — Σημειώσεις της ακαδημαϊκού και ποιήτριας, Έρμας Βασιλείου

Artwork: Pablo Picasso

Artwork: Pablo Picasso

Χαιρετίζω με ένα ρητό του Ευγένιου Ντε λα Κρουά του μεγάλου Γάλλου ζωγράφου του 19ου αιώνα (Η Σφαγή της Χίου): “Il n’y a pas d’art sans poésie”, «Δεν υπάρχει τέχνη χωρίς ποίηση», εννοώντας και τη δημιουργία, γενικά, με τη λέξη ποίηση.

Η Παγκόσμια Ημέρα ποίησης γιορτάζεται κάθε χρόνο, σ’ ολόκληρη την υφήλιο, στις 21 του Μάρτη. Ίσως και να μην είναι τυχαίο το γεγονός πως τη μέρα αυτή στο βόρειο ημισφαίριο, γιορτάζεται και ο ερχομός της άνοιξης.

Η λέξη από μόνη μας θυμίζει δημιουργία, ποίημα, τον ιερό χώρο όπου ο ποιητής δημιουργεί, για να μείνει στο χρόνο και στη μνήμη του αναγνώστη αλλά και στην ασυλία του ποιητικού του έργου κυριότερα. Ένα χώρο όπου γιορτάζεται η προηγούμενη προσφορά των ποιητών, από την ιστορική παρουσία του Gilgamesh, την 3η χιλιετία π.Χ. Μεσοποταμία) των Vedas, το Rāmāyaṇa, και άλλων έργων, που ιστορικά μεταφέρεται η παρουσία τους στην Ινδία. Μα και των έργων της Αρχαίας Αιγύπτου, της Βίβλου των Εβραίων, των αθάνατων δικών μας έργων, του Ομήρου την Οδύσσεια και την Ιλιάδα, και τα έργα της Σαπφούς αλλά και της Αινειάδας των Λατίνων, για να αναφερθούν μόνο όσα έρχονται ιστορικά στο νου.

Στην Ελληνική Αρχαιότητα, κάθε λογοτεχνική έκφραση καθορίζεται και σαν ποιητική.

Από τη μια άκρη της γης στην άλλη… και όπου η ίδια η ποίηση παρουσιάζεται μέσα από τη δύναμη πρωτοπόρων και αναγεννητών ποιητών της δημιουργίας, (ταυτόσημες οι δυο αυτές λέξεις, ποιητής και δημιουργία) θα δώσει νέους ορισμούς στο στοίχημα στο ότι οι στίχοι ξεπέρασαν ακόμα και τον εαυτό τους. Ο χώρος όπου θα βρει ο αναλυτής ή κριτικός ή ο πάντα αγαπημένος αναγνώστης, την πρόκληση να παλέψει με τις ερμηνείες των όρων με αμφιβολίες, αν οι ερμηνείες που έδωσε δεν του φαίνονται απόλυτα σωστές. Ο χώρος όπου ο δημιουργός θα δρασκελίσει το κατώφλι του παράλογου συχνά, και να εκτιμήσει κάθε αντικείμενο-σύμβολο, σύμφωνα με τη γραφίδα που διαθέτει και που μπορεί να μην είναι απόλυτα η ίδια με κείνη ενός άλλου… και όπου θα προσπαθήσει να λύσει το γόρδιο που αποτελεί το κάθε δημιούργημα-ποίημα, να το λυτρώσει από τις υπερβάσεις, να λυτρωθεί και ο ίδιος…με την ανάλυση. Να ταυτιστεί με τα γραφόμενα, να… γίνει χίλια «να», χίλια κομματιασμένα ψηφία. Να ‘ξεδέσει’, αν το μπορεί, τα λόγια.

Η ελληνική λέξη ποίημα παρέμεινε σαν λέξη δάνειο και σε άλλες πολλές γλώσσες, στα Αγγλικά poem, στα Γαλλικά poème… Είναι σ’ αυτά τα μικρά κλειστά, ωστόσο ορθάνοιχτα στον καθένα πακέτα, που ο ποιητής θα κλείσει το υποκειμενικό και αντικειμενικό του μήνυμα, το φανερό με την ουτοπία, το τώρα με το πάντα. Θα ξεγυμνώσει την αισθητική του σε βαθμό που και οι καλύτεροι κριτικοί θα φοβηθούν ν’ αγγίξουν. Είναι εκεί, κυριότερα, που θα εκπαιδεύσει τον αναγνώστη, θα τον μυήσει στα γραφόμενά του, σε σημείο που τη γνώση του αυτή, το μήνυμά του, θα επιθυμήσει να το κάνει τραγούδι ο αναγνώστης, θα το κάνει σήμα και πιστεύω του, θα θελήσει να το παραδώσει και να παραδοθεί μ’ αυτό, στη φωτεινή σκυτάλη της τέχνης, στο παρόν ή στο επόμενο κύμα της.

Η ελπίδα, η τελετουργία, η ζωντανή εικόνα, το έπος, η ιστορική αναφορά, η πολιτισμική πορεία, το συναίσθημα, ακόμα και το πόρισμα, το ηθικό πόρισμα, έννοιες που αναμένει να βρει ο κάθε αναγνώστης στη σκυταλοδρομία του μικρού δοσίματος, του κάθε μικρού πακέτου, όλ’ αυτά δεμένα, κομμένα, συχνά έξω κι από αυτό το ποίημα ακόμα, ταξιδεύουν από τον ποιητή ή το ποίημα αλλιώτικα στο δέκτη που θα γίνει με τη σειρά του ερμηνευτής, ανοικτός στα μηνύματα, στα ίδια απαράλλακτα οξύμωρα.

Ενώ η φιλοσοφία καθορίζει τις έννοιες, η ποίηση θρυμματίζει, κατά τους Γάλλους κριτικούς του αιώνα μας τις έννοιες, σε σημείο μάλιστα που η ίδια να μην μπορεί να οριστεί απόλυτα. Οι κεραυνώσεις μέσα από τα λόγια του ποιητή για την παλαιότερη στασιμότητα που παρουσίασε η ποίηση και η κριτική του ποιητή για «ποίηση χωρίς ποίηση» μας παίρνουν σήμερα σε μια άλλη νέα, πιο επαναστατική εποχή. Οι σύγχρονοι ποιητές έχουν αφαιρέσει από την ποίηση, όλοι αυτοί που προσπαθούν να φέρουν την ποίηση αντιμέτωπη με τον εαυτό της και να θέσουν ριζοσπαστικές ερωτήσεις, να ξεντύσουν από κάποια περιττά, και αποφασίζουν έτσι ν’ αφήσουν την ποίηση να μεγαλώσει στο διάβα της, χωρίς να χαλάσουν τ’ όνειρό της.

Το φως της ποίησης έρχεται ακόμα από το παρελθόν, ένα παρελθόν που σμίγει με το τώρα μας και αναδημιουργείται κάθε μέρα με τα ίδια προβλήματα, σε μια γλώσσα που πολλοί από μας ξεπερνάμε. Δίνουμε σ’ αυτή την πορεία ένα νέο τρόπο σκέψης. Γυρίζουμε πίσω για να ενωθούμε μ’ όσα έστησαν άλλοι, αλλά στρεφόμαστε ταυτόχρονα μπροστά για να γίνουν όσα θ’ ακολουθήσουν άλλοι μετά από μας, οι νέοι οπαδοί μιας αδέσμευτης αφετηρίας, ανάμεσα από το χθες και το σήμερα, το κομμένο και το ενωμένο, το ιδεώδες και το πραγματικό, το γνωστό και το άγνωστο… βρίσκοντας τον εαυτό μας στον εξίσου άγνωστο κόσμο μας, θα βρεθεί ένας τρόπος να γίνει η όποια οπισθοχώρηση προέλαση…

Η ποίηση! Μέσα από λέξεις που αφήνονται στο νόημα που δίνουμε… Μέσα από φώτα που βλέπει ο αναγνώστης να στήνονται στο πάλκο της αφαίρεσης… Μέσα από μια ωραιότητα που δεν είναι πάντα το ζητούμενο…Κι εκεί που γίνονται όλα τα πειράματα της υπέρβασης και του ωραίου… κι ακόμα, βρίσκοντας δύναμη και μέσα από αντιφάσεις και διαψεύσεις, όλα έρχονται, όλα γίνονται το ένα, το ποιητικό, δεμένο στο αδέσμευτό του είναι.

Ημέρα ποίησης για την ποίηση! Ημέρα για τον δημιουργό αλλά και για τον καθένα που παλεύει στο ποίημα της ζωής, να βρει τον εαυτό του. Και τον βλέπει μέσα από το έργο του να γίνεται ποίηση, η ικανότητα να κατακτηθούν τα πιο απίθανα όνειρά του.

Δυο λόγια του Ρίτσου εδώ και σας αφήνω με τις ευχές μου!

Κάθε λουλούδι έχει τη θέση του στον ήλιο,

κάθε άνθρωπος έχει ένα όνειρο. Κάθε άνθρωπος

έχει έναν ουρανό πάνου από την πληγή του,

κι ένα μικρό παράνομο σημείωμα της άνοιξης μέσα στην τσέπη του.

 
Δοκιμασία, VII, 3-7. 1943. Επιτομή. Κέδρος, 1977. 129.

***

Παγκόσμια ημέρα ποίησης: Ποίηση…αυτή η τάφρος

(Ένα κείμενο από το 2009)

megali-imera-poiisis-sto-megaro

Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης που γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 21 Μαρτίου είναι για τους περισσότερους μέρα μ’ ένα διαφορετικό εορταστικό τίτλο. Η ποίηση, για πολλούς από μας, γιορτάζεται καθημερινά, μέσα από την ποιητική δημιουργία που παρουσιάζουμε και αποτελεί μέρος μεγάλο της ζωής μας ή, όπως θα το έθετε ένας τρίτος, τον τρόπο ζωής μας. Η ποίηση, η μεταγλώσσα για την ερμηνεία της ζωής… και της ανθρώπινης ύπαρξης.

Είναι συνήθως μέσα στην ανωνυμία, σ’ αυτό που ο Οβίδιος θα ονομάσει ευτυχία τού να μη γίνεται κανείς αξιοπρόσεκτος, που ο ποιητής θ’ εξαντλήσει τη μέθοδο ανάπτυξής του σε κάτι ιδιαίτερο. Kαι είναι λίγες οι φορές που μπροστά στο καλό κριτικό μάτι, αυτό που έχει σαν κριτήριο το αντικείμενο, που ο ποιητής θ’ ακολουθήσει το δρόμο του. Ένα δρόμο οξύμωρο όσο οξύμωρο στην κριτική του είναι και το προϊόν που θα παράξει.

Για μας τους λίγους ή πολλούς ποιητές που οι κριτικοί βρήκαν τρόπο να ταξινομήσουν, η μέρα αυτή είναι μέρα περισυλλογής για καλύτερη εκτίμηση της έννοιας της προσφοράς, για καλύτερη εκτίμηση της έννοιας της δωρεάς, αυτής που δόθηκε για χάρη του συνόλου. Και πρέπει να είναι λίγες οι φορές που ο ποιητής θα περιμένει ν’ ακουστεί, λιγότερες ωστόσο εκείνες που θα περιμένει ν’ ακουστεί πρόχειρα. Η αναμονή γίνεται με τα χρόνια σχολαστικά περιοριστική. Η ανωνυμία γίνεται φυτώριο για τάφρους που περιμένουν να δεχτούν νερό για να το δώσουν ολόκληρο πίσω. Και οι τάφροι σκάβονται με νύχια, με νυστέρια που δοκιμάσαμε πάνω μας, με εργαλεία αιχμηρά που συχνά γυαλίζουν στον ήλιο και τυφλώνουν. Και η μέρα γίνεται ένα με τη νύχτα, στο σκάψιμο. Κι αυτό που φαίνεται λίγο στον έναν φαίνεται περισσότερο στον άλλον. Είναι, έτσι, θέμα εκτίμησης της ίδιας της εκτίμησης, η σχολαστική αναμονή της διεύρυνσης της χωρητικότητας. Το φυτώριο αποκτά κριτήρια και αντοχή σχετικά με τον τρόπο και χρόνο που θέλει κανείς να δει να μεγαλώνει η πιθανότητα ν’ αντλήσει από τη χωρητικότητά του, αυτή που θ’ αποδείξει πως έχει ευχέρεια να δώσει τα ιδιαίτερα δικά του.

Γιατί με ποίηση; Γιατί οι ποιητές; Και ποιοι είναι οι ποιητές. Η ερώτηση γίνεται διεισδυτική σε τόπους που βρίσκονται χρόνια σε πειραματικά στάδια. Δεν αναρωτιέται κανείς γιατί! Αν αποφασίσει να ερευνήσει την πορεία της ποίησης, σε σύγχρονες εστίες στην Ευρώπη, θ’ αποκαλύψει τις απαντήσεις. Μελέτη και ερμηνεία πορισμάτων. Μελέτη του κάθε ποιητή ξεχωριστά. Καθημερινή επαφή μέσα από την κριτική μελέτη μεγάλων κριτικών. Στενή επαφή με έργα άσχετα από την ανάδειξη των μεγάλων, των πιο αποδεκτών. Καθημερινή επαφή με έργα που έχουν παραμείνει στάσιμα στην πορεία τους κι αντίθετα, σύγκριση των έργων αυτών με άλλα, με ποιητών που έχουν αναλωθεί στη νηστεία της δημιουργίας για χάρη της δημιουργίας.
Το να βρεις τον τρόπο με τον οποίο ένας ποιητής θα βγάλει από τη γη της σοφίας του λόγου μέσα από την εμπειρία του στίχου το διαφορετικό νερό, κυρίως τις μέρες μας, είναι μεγάλη εξάσκηση και θ’ αναγνωριστεί και σαν ασκητική νηστείας. Νηστείας από το λίπος της αυτοπροβολής που τοποθετείται σαν τίτλος σε στίχους.

Η τάφρος…η ευρύτερη μεσόγειος θάλασσα σκέψεων, μια τάφρος που περιμένει να γεμίσει, είναι έτοιμη πάντα, πριν αποφασίσει να δώσει ή να δοθεί…

Είναι η στιγμή όπου θα πει ο ποιητής, «βγήκε η νέα συλλογή, ζήτω η πιο νέα». Είναι η στιγμή όπου φαίνεται η επόμενη, η αυριανή ευχή, το καρτέρι για έναν άλλον ήλιο.

Τι φέρνει η ποίηση στη ζωή μας; Ποιο είναι το αποτέλεσμα της προσφοράς του ποιητή; Στέκεται, μπροστά σε μια πηγή σε μια έρημο, μ’ ένα συνοδοιπόρο που ακράτητα διψά. Αρχίζει τη μεγάλη ανασκαφή να βρει την πιο μεγάλη δίψα…. Υπάρχει στις μακρινές οάσεις, μα θέλει να προσθέσει στην έννοια της όασης κι άλλες δικές του.
Στέκεται ο ποιητής μπροστά σε μια πηγή που ανοίγεται για να χωρέσει. Να μη γίνει η ηχώ ενός άλλου θέλει… να μη γίνει ο αντιγραφέας της σκιάς ενός άλλου θέλει, να μη γίνει ο μεταφορέας ενός άλλου θέλει. Μα να μοιάσει στο έργο του με το μεγάλο άλλο, θέλει.

Η ποίηση, αυτή η τάφρος…αυτή, δίνει ό,τι της έχει δώσει ο καθένας. Αν έχει δώσει το μύθο του, μύθος θα είναι η τάφρος του νερού του, αν έχει δώσει απαίτηση πλήρωσης, η τάφρος θ’ απαιτεί να γεμίζει.

9228913137373770204

Αφιέρωμα: 21 Μάρτη, Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης – Πρόσκρουση στον κάματο της ποιητικής αργίας

art-20

Του Γιάννη Λειβαδά*

Η ποίηση εντοπίζεται σε κάτι που υφίσταται οριακά ανάμεσα στο υπάρχον και το μη υπάρχον, στο περιεχόμενο. Το οποίο, όπως έχω προ καιρού σημειώσει, είναι τρόπος1.

Πραγμάτωση της ποίησης σημαίνει περιεχομενική εποπτεία. Ποίηση δημιουργημένη, όχι απλώς γραμμένη. Αυτό το επιβεβαιώνουν, με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο τρόπο, οι πολέμιοι αυτής της αλήθειας –από είκοσι έως ογδόντα ετών– οι οποίοι εξακολουθούν να είναι πιο βέβαιοι από κάθε άλλον για το τι ακριβώς είναι οι ίδιοι και το τι ακριβώς πράττουν.

Η ποίηση, όντας αυτή που γίνεται, και ταυτοχρόνως μη όντας αυτή που είναι, αποτελεί πλήρες αστόχημα με μηδενικές απολαβές: τεκμαίρεται από ένα σύμπαν αγνώστων διαστάσεων και προοπτικών το οποίο, εντούτοις, εκφράζεται από λέξεις που αδυνατούν να την εκπροσωπήσουν.

*

Μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως η ζωή είναι λιγότερο αρνητική προς την ανθρώπινη μονάδα απ’ όσο η ανθρώπινη μονάδα προς τη ζωή. Η μονάδα επιζητά μια συνέχεια, την οποία η ζωή δεν προσφέρει. Μόνο και μόνο γιατί αυτή η άοκνη απαίτηση δεν έχει δημιουργηθεί. Πρόκειται για ένα προκλητό σύμβολο, το οποίο όμως δεν ανήκει στον κόσμο των συμβόλων, αλλά στις ενδείξεις κάποιων ελαχίστων ειλικρινειών.

Δεν είναι τόσο κακό, όσο πιστεύουν ορισμένοι, να γνωρίζει κανείς το κατεστραμμένο κομμάτι της ποίησης, το περισσευούμενο – είναι σημάδι αρμοδιότητας, κάποιος είναι, τότε, λειτουργός της δημιουργίας της, και όχι συντηρητής της επιβίωσής της.

Αυτό που ευρύτερα χαρακτηρίζεται ως ποιητικός λόγος, είναι ένας εκφραστικός προγραμματισμός, ο οποίος κάνει το φαινομενικό να μοιάζει πραγματικό και το ανούσιο ουσιώδες.

Δεν κάνω λόγο για μια λατρεία προς το εμφανώς κατεστραμμένο, γιατί σε μία τέτοια περίπτωση, θα εννοούσα την αδυνατότητα προσέγγισης της καταστροφής, του κατεστραμμένου, ως έχει, στη φυσική του ομορφιά, στη φυσική του κενότητα. Μα δεν συμβαίνει κάτι γραμμικό, όπως τα ποιητικά επεισόδια – εκείνα που προξενούν σε κάποιους μία πολιορκητική ψευδαίσθηση ανάληψης και εκτέλεσης έργου. Σε αντίθετη περίπτωση, τα έργα είναι οι ίδιοι οι ποιητές.

Αυτό που ευρύτερα χαρακτηρίζεται ως ποιητικός λόγος, είναι ένας εκφραστικός προγραμματισμός, ο οποίος κάνει το φαινομενικό να μοιάζει πραγματικό και το ανούσιο ουσιώδες. Οι άνθρωποι ιδρύουν μεταξύ τους ορισμένες συμφωνίες οι οποίες διαθέτουν όλα τα χαρακτηριστικά μιας αντεστραμμένης καραντίνας. Μοιράζονται, συν-λειτουργούν μια θεραπεύσιμη, ήτοι φαύλη, ασθένεια, την ανα-μετάδοσή της, την από κοινού εμπειρία της, νιώθοντας απερίγραπτη αποστροφή προς οποιαδήποτε άλλη, ανίατη ασθένεια, και κυρίως, προς κάθε, ανερμήνευτο, αποπερατωμένο θάνατο.

*

Ατελείωτες οι περιγραφές του τρόπου με τον οποίο δυσανασχετεί κανείς μέσα στον χρόνο του. Μαινόμενη η πικρία, ως επί το πλείστον, λόγω εκείνης της απιθανότητας σκοτωμού σε κάθε εικονική αυτοκτονία. Στο τέλος, οι εντεύθεν και εκείθεν επιλεγμένοι παραλήπτες ή ακροατές που συμμετέχουν στο ίδιο όνειρο, συντηρούν διακαώς εκείνο το ποθητό διακαές. Αυτό είναι το κοινωνικό σημείο, το οποίο παρότι δεν αφορά την ποίηση, δέχεται τόση προσοχή όση δεν μπορεί να αντέξει: ακαταμέτρητα κουτάλια λυγίζονται μέσω «ποιητικής» ψυχοκίνησης μα, μέσω αυτής, δεν δημιουργείται κανένα.

Αυτός που έχει καταπείσει τον εαυτό του, υστερεί, όμοια με εκείνον που δεν τον έχει καταπείσει. Μα, για ποιους ακριβώς λόγους; Αυτή η (αυτο)κριτική επανάπαυση –κατ’ άλλους γελοιοποίηση– κάνει να μετατρέψει έναν απλό περίπατο σε έξοδο προς το ποιητικό άγνωστο, πλαισιώνοντας τα βήματα μ’ ένα ηρωικό εμβατήριο. Κάθε προσπάθεια να διασωθεί κάποιο από τα λατρεμένα συντρίμμια, μεταβάλλεται σε επίδειξη ύβρεως της ποιητικής τέχνης: εμβάθυνση στην ελαφρότητα, ήτοι στην εκτελεστική επιρροή των πεποιθήσεων, στο κήρυγμα του τέλους που δεν είναι άλλο από ένα ενοχικό πρόστιμο.

Δικαίωμα στο ποιείν δίχως την υποχρέωση, δηλαδή δίχως ποίηση. Εφόσον η ποίηση, είτε αυτό αρέσει σε κάποιους είτε όχι, εκκινεί από μια βαθιά υποχρέωση, δεδομένη, η οποία προδιαγράφει το εσωτερικό, ήτοι το περιεχόμενο του δικαιώματος, το οποίο δεν έχει απολύτως καμία αξία, δίχως την προϋπόθεση αυτής της υποχρέωσης. Κάπως έτσι λειτουργεί. Ή πάλι, κατά τον ίδιο τρόπο, δεν είναι μια ποίηση που ενδιαφέρει και τόσο.

Το δικαίωμα, δεν αποτελεί τίποτε άλλο από πρισματικές διαστάσεις κάποιας προσωπολατρίας η οποία προσαρτά στο δυναμικό της οτιδήποτε «δημιουργικό» ώστε να μην φαλιρίσει μέσα στον διογκούμενο εκφαυλισμό της. Γνωσιακή και αισθητική παρειδωλία.

Το κοινό αναζητά, τόσο να γράψει όσο και να διαβάσει, τον αντίλαλο της δικής του φωνής. Να αποκτήσει εκ νέου την ίδια φωνή. Μια στο τόσο, επίσης, ενδύει τον οίστρο της απολογίας του ―που είναι πιο ακόρεστος από την ίδια― με όλες τις διαφορετικές, ενδεχόμενες φωνές, με στόχο την αλλοίωση των υπολοίπων φωνών, την ανάμειξή τους σε τέτοιο βαθμό ώστε να ενιαιοποιηθούν. Αποσκοπώντας, προφανώς, στην παύση κάθε απόπειρας σύνθεσης – ένεκα που η σύνθεση επιτυγχάνεται με στοιχεία διαφορετικά και όχι με στοιχεία απαράλλακτα, ενιαιοποιημένα.

Η ποίηση, λοιπόν, δεν είναι ηχώ, δεν είναι ένας αντίλαλος της φωνής ενός κοινού. Η ποίηση εξαλείφει κάθε αντίλαλο, εκμηδενίζει εκ φύσεως τον εαυτό της. Υφίσταται, ευρύτερα, μία νοσηρή εξύμνηση της «φωνής», η οποία είναι βαθιά υποταγμένη στον εαυτό της, και υπόσχεται διάρκεια στις τέρψεις του δογματισμού της. Αυτό αποβαίνει μοιραία σε ευφημισμό. Η φωνή όμως δεν είναι ποίηση καθώς και η ποίηση δεν είναι δικαίωμα, μήτε απαίτηση, υπό την έννοια κάποιου, στοιχειώδους ή όχι, δικαίου. Η ποίηση είναι χάωση. Κενό2.

Η ποίηση, λοιπόν, δεν είναι ηχώ, δεν είναι ένας αντίλαλος της φωνής ενός κοινού. Η ποίηση εξαλείφει κάθε αντίλαλο, εκμηδενίζει εκ φύσεως τον εαυτό της.

Προς τι λοιπόν, να απελευθερώνεται το ελεύθερο και να αποσαφηνίζεται το σαφές; Αποκαλύπτεται η σχέση της γραφής με τη λογική των social media: δεν πρόκειται για νέον, διευρυμένο ορίζοντα, αλλά για ένα σύστημα μέσα στο οποίο εντοπίζει ο καθένας την ηχώ της δικής του φωνής. Διαφέρει παρασάγγας από την ποιητική τέχνη, η οποία φροντίζει για την εκπαρθένευση κάθε δεδομένης τεκμηρίωσης, η οποία αντίκειται σε κάθε σύστημα. Ο εικοστός αιώνας και οι απαρχές του εικοστού πρώτου, αποκάλυψαν πόσο καταδικασμένη μπορεί είναι η ποίηση και η κριτική, οι οποίες εξαναγκάζονται μία συγκεκριμένη επανάληψη παραδόξου, στη βάση της επανάληψης κάθε προηγούμενης μη-επαναληπτικότητας. Οι κατακόμβες ενός προοδευτισμού3.

Οι εκατοντάδες ποιητικοί «επαναπροσδιορισμοί» δεν είναι αναγκαίοι· εφόσον η ποίηση ευδοκιμεί στην αδιάκοπη κλιμάκωση της απροσδιοριστίας της. Η ποίηση γεννιέται από μια ηγηθείσα επανιεράρχιση· η αντικειμενική κλίμακα είναι ατομική ακριβώς όπως η υποκειμενική ερμηνεία είναι δημόσια: οι πνευματικοί αριθμοί, η ετερότητα εντός του απολύτου τίποτα. Εκείνη η ήττα που τελευταία βαραίνει τόσο τις ποιητικές διαφημίσεις, δεν είναι εκείνο που διαφημίζεται πως εισπράττει, βιώνει, ο διαφημιζόμενος ποιητής, αντιθέτως, πρόκειται για το γίγνεσθαι της ίδιας της ποίησης4.

*

Η ποίηση ασφαλώς δεν παύει, μα χρόνο με τον χρόνο μετατρέπεται σε απόλαυση όλο και λιγότερων ανθρώπων. Σε κάμποσες δεκαετίες από σήμερα, θα γίνεται λόγος για τον ελιτισμό όσων μέσω της ποίησης θα οδηγούνται στην αθέτηση, στη θαυμάσια παρασπονδία των αποκλίσεων που αποκαλύπτουν την εμετική ευφράδεια των επιφυλάξεων.

Κάθε φορά που γίνονται εκτιμήσεις, όπως η παρούσα, αποτυπώνεται και μία, κάπως δεδομένη, χρονική περίοδος, κατά την οποία οι ποιητές εξελίσσουν το στίγμα τους, τη γραφή τους. Εκ των πραγμάτων όμως, η όποια περίοδος δεν μπορεί να παράσχει εγγυήσεις. Όσο η εμπειρία είναι φειδωλή, άλλο τόσο η τριβή της όποιας, εσωτερικής ή εξωτερικής, επιρροής, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Κρίνει κανείς με βάση το υπάρχον και όχι με βάση το δυνητικό. Το μελάνι δεν στέγνωσε ακόμη, όπως συνηθίζουμε να λέμε σε αυτές τις περιπτώσεις. Ωστόσο, μία καταγραφή του ποιητικού σκηνικού δεν μπορεί με βεβαιότητα να υπάρξει, εφόσον οι ειδικές συνθήκες (η εκδοτική υπερπαραγωγή ποιητικών συλλογών και η κριτική μεροληψία) επιδρούν με τέτοιο τρόπο ώστε ένα σημαντικό κομμάτι της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής να παραμένει άγνωστο ή αναξιοποίητο. Και επ’ αυτού δεν είναι διόλου σίγουρο πως θα μεριμνήσει αξιολογικά το πέρασμα κάποιου επιβοηθητικού χρόνου.

*

Contemporary_artwork_19

Διαθέτουν περιστασιακή αισθητική, δηλαδή, μίαν αισθητική η οποία κατά κύριο λόγο εξάγεται από εκδηλώσεις οι οποίες επανέρχονται από το κοντινό ή το μακρινό παρελθόν, με μορφή ποιητικών σχημάτων, ανεξαρτήτως ύφους.

Παρά τη δεδηλωμένη επιρρέπεια προς το διερευνητικό πνεύμα που χαρακτηρίζει τις νέες ποιητικές συλλογικότητες, τα νεοσύστατα φεστιβάλ και τα περιοδικά μικρότερης κυκλοφορίας, ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης ποίησης, διέπεται από μία, συμφυή θα έλεγε κανείς, ιδεολογικοποίηση, συμπεριλαμβανόμενης και της ηθικής ιδεολογικοποίησης. Μια ιδεολογικοποίηση υπό την έννοια της ταυτολογίας με την μοντέρνα κοινή λογική, η οποία προσπαθεί να αντικαταστήσει την ποιητική διαφορά με ένα, διαρκές, εννοιολογικού ή πολιτισμικού τύπου, σύμφωνο.

Τα επιστεγάσματα της ποίησης των τριών δεκαετιών 1960-1990, σε επίπεδο ερμηνευτικής· η οποία λειτουργεί σχεδόν αποκλειστικά ως συναισθηματική υποβολή, καθιστούν πολλούς από τους νέους παλαιότερους. Και αυτό διότι διαθέτουν περιστασιακή αισθητική, δηλαδή, μίαν αισθητική η οποία κατά κύριο λόγο εξάγεται από εκδηλώσεις οι οποίες επανέρχονται από το κοντινό ή το μακρινό παρελθόν, με μορφή ποιητικών σχημάτων, ανεξαρτήτως ύφους. Ακριβώς γι’ αυτό η ηθική διάσταση, το «ανθρώπινο» του ποιήματος είτε τίθεται επιτακτικά ως τεράστιο πλακάτ μπροστά στα μάτια του αναγνώστη, είτε τοποθετείται με επιμελώς ατημέλητο τρόπο σε κάποιο σημείο του ποιήματος.

Στα έργα των νεότερων ποιητών, αποκορυφώθηκε η απουσία της σύνθεσης, η οποία, ως θεμελιώδες στοιχείο της ποιητικής, της ίδιας της ποίησης, έχει αποκλειστεί, εν ονόματι της επικοινωνιακής επιτυχίας που προσφέρει η αφήγηση μυθοποιημένων ή μυθοποιητικών περιστάσεων. Αυτό εξάλλου είναι το πιο ιδιαίτερο, το πιο τυπικό γνώρισμα της νεότερης ποίησης ανά την υφήλιο5.

Για τις νεότερες γενιές, η ποιητική τέχνη είναι μία σημαντική μορφή έκφρασης της υπάρχουσας κοινότητας· η αποτύπωση της φινέτσας των αντικειμενικών της δεδομένων, των συνομολογημένων αναμορφώσεων και δοκιμών, των οποίων η βιωσιμότητα κρίνεται διαρκώς από την αναμέτρησή τους με κάτι ισχυρότερο, το οποίο όμως θεωρείται εξωποιητικό. Αυτό το φαινόμενο διαιρεί ακατάπαυστα τον προβληματισμό της. Αυτό είναι, τουλάχιστον κατά τη δική μου εκτίμηση, εκείνο το οποίο μέσω των ποιημάτων τους αθροίζεται, ώσπου (θα ήταν ευχής έργο) να πάψει κάποια στιγμή ως παροξυμμένη επιθυμία και να μεταμορφωθεί από αίτιο σε λειτουργία.

Παγκοσμίως, οι νεότεροι ποιητές βρίσκονται μέσα σε έναν κληροδοτικό υπερπληθωρισμό, ο οποίος εντέλει λειτουργεί ως καταθλιπτικό διάκενο, όπου οι επιδράσεις τείνουν να αντικαταστήσουν ολοκληρωτικά την ποιητική βούληση. Πιθανό δε, σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό, να την έχουν ήδη αντικαταστήσει.

Όλοι θεωρούν πως η ποίηση του τόπου τους είναι πραγματικά ζωντανή και πλούσια, αυτό όμως αναφορικά με τι; Με την ιεραρχική συνάφεια της τοπικής γλώσσας ή με τις φιλολογικές/κριτικές συμβάσεις οι οποίες, αμφότερες, μορφοποιούν κατά το δοκούν τη σημειωτική και την υφολογία; Αυτό πρέπει κάποια ορισμένη στιγμή να εξεταστεί διεξοδικά και να ανατραπεί, ώστε να καταφέρει να εξαντληθεί δημιουργικά η ποιητική σχετικότητα που επιφέρει η ντόπια γλώσσα, συνάμα με την ηγεμονική κριτική, οι οποίες συνεπικουρούν στην απονεύρωση της ποίησης, υπό την έννοια πως την περιορίζουν σε ένα μόνιμο προκριματικό στάδιο, εκ του οποίου εμποδίζεται η προοπτική της, η σύνδεση με την ελευθερία της.

Εμφανίστηκαν για να διδάξουν ακριβώς αυτό που δεν διδάσκεται: τη διανοητική και σωματική εμπειρία που αποτελούν τον διττό γεννήτορα της ποίησης.

Ένας από τους καίριους πόλους άμβλυνσης της δημιουργικότητας, είναι επίσης τα, πολύ διαδεδομένα, σεμινάρια «δημιουργικής γραφής», τα οποία εμφανίστηκαν για να διδάξουν ακριβώς αυτό που δεν διδάσκεται: τη διανοητική και σωματική εμπειρία που αποτελούν τον διττό γεννήτορα της ποίησης. Πέραν τούτων, η συμπίεση που ασκεί η κοινωνία, αμβλύνει επίσης τα πνευματικά αντανακλαστικά και έναντι αυτών χορηγεί ερεθίσματα από δεύτερο χέρι. Η κοινωνία εμπλέκει τον εκκολαπτόμενο ποιητή στην προπαρασκευασμένη της θεώρηση, κυρίως δε, όταν τον παγιδεύει σε κάποια από τις «ανατρεπτικές» της αφέλειες.

Η ακαδημία παραμένει απασχολημένη με τον καλλωπισμό του λειψάνου της, ενώ η λεγόμενη ποίηση του «πεζοδρομίου» είναι κατειλημμένη από τους ακόλουθους της μόδας του πεζοδρομίου, οι οποίοι τροφοδοτούν φαινόμενα όπως το «slam poetry», δηλαδή την από μικροφώνου ανταλλαγή μιας αλαζονικής ανοησίας που απέχει από την ποίηση όσο το δέντρο από το μολύβι. Ακαδημαϊκοί και πεζοδρομιακοί, αποτελούν καλά λαδωμένα γρανάζια του πολιτικο-κοινωνικού συστήματος. Αμφότεροι, εξάλλου, προβαίνουν σε χαρακτηριστικές κειμενικές κακοποιήσεις, καθώς και στις πιο έντονες, δηλωτικές διαστροφές, των τεκμηρίων της λογοτεχνίας.

*

Εκείνο που μπορεί να εξετάσει κανείς είναι αυτή η διάχυτη αιμωδία, είναι να δει τι απομένει και σε ποιο βαθμό αυτό αφομοιώνεται ή αφομοιώνει. Αποφυγή του συναισθήματος, το οποίο έχει αντικατασταθεί από τον συναισθηματισμό, και αποφυγή διανοητικού διαφορισμού, ο οποίος έχει αντικατασταθεί από την παλιλλογία.

Οι καλές προθέσεις, ή έστω οι όχι κακές προθέσεις, κατέληξαν και αυτές να γίνουν για πολύν κόσμο, δυσεύρετες, ίσως και πολύτιμες. Αυτό είναι αληθές, κατανοητό και παραδεκτό. Η ποίηση όμως δεν δημιουργείται από προθέσεις, ούτε προσκομίζεται στην κοινωνική έδρα ως σκοπούμενο.

Όσοι τρέφουν ενδιαφέρον, προς αυτή την ακατανίκητη τέχνη, οφείλουν να παλέψουν με την επιβαλλόμενη νεκρή γλώσσα, η οποία προσποιείται πως κατευθύνει προς την αλήθεια μέσω της πραγματικότητας, αλλά, στην πραγματικότητα αποτελεί εμπόδιο για την αλήθεια. Οφείλουν να αντιπαρατεθούν στην υποτιθέμενη ποιητική πρωτοπορία, η οποία κερδίζει πλέον τόσο εύκολα την αποδοχή, νομιμοποιείται σε τέτοιο βαθμό και έκταση, που παύει να είναι πρωτοπορία. Τους περιμένει το κυλιόμενο πέρασμα από το υπερυψωμένο στο επιφανειακό και από το επιφανειακό ξανά στο υπερυψωμένο. Έως ότου εξαντληθούν οι ανταμοιβές και οι κυρώσεις.

Παρίσι, 2 Μαρτίου 2016

*Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ είναι ποιητής.

__________________________________

Σημειώσεις:
1, 2, 3, 4, 5 «Ανάπτυγμα» [Δοκίμια και σημειώματα ποίησης], Κουκούτσι 2015

*Το κείμενο του Γιάννη Λειβαδά και οι εικόνες της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Book Press στη διεύθυνση http://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/proskroussi-ston-kamato-tis-poiitikis-argias

street-art-hd-wallpapers-2