Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Τρία ποιήματα

Kostas Bassanos, Constitutional White

Kostas Bassanos, Constitutional White

Αυτοκαταργήθηκα σε ίσους τόπους.
Αυτή ήταν εξάλλου η ποινή,
αφού ληστής δεν υπήρξα,
αλλά αντιθέτως εντατικά εργάστηκα,
έσπασα το ανθρώπινο τσόφλι μου και χύθηκα προς τα έξω.
Κάνω εκδρομές σε ίσιους τόπους, επίπεδους, Κυριακές,
που οι μέρες ψηλώνουν και μακραίνουν πολύ
και οι νύχτες βγάζουν τα μαχαιροπίρουνα,
εκεί όπου ανθρώπινο κρέας τούς μυρίζει.
Δεν περιγράφονται οι ίσιοι τόποι κι οι ίσιοι άνθρωποι,
θύματα της ίδιας τους της ακαμψίας.
Δεν τους χάρισα ούτε ένα βλέμμα,
δεν μου χάρισαν μια ωραία εντύπωση.
Στους ίσιους τόπους γίνεσαι στόχος, σε βρίσκει πιο εύκολα
ο άνεμος κι ο θάνατος
και σε ξυπνούν τρυφερά με μητρικό γάλα, άπαχο, από τους
πρωινούς σου εφιάλτες.

***

Ο νους μου μετακόμισε στα πέλματα
και η καρδιά μου άλλαξε θέση.
Τσάμπα πυροβολάτε.
Εδώ δεν κατοικεί κανείς.
Μόνο ένας άνθρωπος φτιαγμένος από πολλά
μικρά ανθρωπάκια
έρχεται και ποτίζει μια λύπη, φτιαγμένη από πολλές
μικρές λύπες.
Μα τίποτα δεν μεγαλώνει σωστά.

***

Δεν αγαπώ πια.
Ο τελευταίος που αγάπησα πνίγηκε σε κατακλυσμούς
αγάπης.
Ήταν κι αυτή η άστεγη μέρα,
που δεν έλεγε να φύγει με τίποτα.
θαρρώ δεν είχε πού να πάει, ανάμεσα σε δυο Κυριακές
στενό το πέρασμα,
σπρώχνονται οι μέρες για να πιουν στο συντριβάνι
του χρόνου.

Πίνουν νερό, μα δεν κοιτάνε το Θεό.
Μπουχτίσανε φιλανθρωπία.

*Από τη συλλογή “Η άστεγη μέρα”, Εκδόσεις “Μελάνι”, Φεβρουάριος 2014.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Τρία ποιήματα

theoxaris032

ΦΥΛΑΚΗ

Σήμερα νυστάζεις πιότερο από χθες
κι ο πικρός καφές δεν σε ωφέλησε.
Η ζωή σου μπλεγμένη στα καλώδια,
τα δάχτυλα καμπουριασμένα στα πληκτρολόγια,
το νυσταγμένο βλέμμα σου σκοντάφτει στις οθόνες.
Ονειρεύεσαι:
να ‘σπαγαν οι οθόνες,
να δραπέτευες
κι ας ήσουν μια ζωή κυνηγημένος.

***

ΑΝΙΑ

Κοιτάς το σύννεφο αφηρημένος
μήπως και σπάσει η ανία του γραφείου,
στο δρόμο τους περαστικούς παρατηρείς.
Δε μπορεί,
κάποια στιγμή η ώρα θα περάσει…
Κάποιες φορές το μάτι ξεκουράζεται
πάνω σε κοντές φούστες κοριτσιών.
Κι όταν περάσει η ώρα,
όταν θα έρθει η πολυπόθητη στιγμή,
που σπίτι σου θα φτάσεις,
πιότερο από χθες,
θα νιώσεις άδειος.

***

Η ΜΑΧΗ

Σφυρίζει ο άνεμος,
η θάλασσα αγριεύει,
τυφλά τα κύματα
χτυπούν με μανία τα βράχια.
Το πλοίο βολοδέρνει,
παλεύει με τα κύματα,
σ’ αγώνα άνισο.
Κι όταν η ελπίδα θα χαθεί
κι οι ναύτες ένας ένας θα πνιγούνε,
ποιος τάχα θα μπορέσει να σωθεί
να πει το πόσο ψυχωμένα πολέμησαν;

*Από τη συλλογή “Ερείπια”, Εκδόσεις “Ρέω”, Αθήνα 2010.

Lucifugo, a diavolo in corpo, Οι Μούσες

12718143_1577017535949862_1491549905535364700_n

Αν κατέβεις
στα έγκατα της λέξης Ποίηση
θα βρεις μια φωτεινή ταμπέλα
που γράφει:
Καλωσορίσατε στο αδιέξοδο
Ορισμένοι
ζαλισμένοι από τα φώτα
των λαμπτήρων
βλέπουν ό,τι τους βολεύει
και γίνονται Ποιητές
Ταχυδακτυλουργοί
των αυθεντικών συναισθημάτων
βγάζουν από το καπέλο
των λέξεων
υπέρτατο πόνο, απόγνωση κι ελπίδα
και εξοφλούν
το ακατάληπτο ηθικό χρέος
της ανθρωπότητας
βγάζοντας και οι ίδιοι
τα προς το ζην
Κάποιοι άλλοι
περνάνε προσεκτικά
τις λέξεις από κόσκινο
καταφέρνουν να διαβάσουν
από μακριά
την επιγραφή στο σκοτάδι
και τρίβουν υπομονετικά
τα σχοινιά της καταρρίχησης
στις γωνιές των βράχων
Λίγο πριν κοπούν
και οι τελευταίες τριχιές
κάνουν ένα κουβάρι
όλα τα ποιήματά τους
τα πετούν απάνω στην επιφάνεια
και κρατώντας γερά
τη μιαν άκρη του νήματος
βουτούν στο κενό
να ελευθερωθούν
Το κουβάρι
κυλά στην επιφάνεια
ξετυλίγεται
και μπλέκεται στα πόδια μας
όταν είναι ήδη αργά
Τότε ξεκινούν
και οι εικασίες των πλανόδιων
για τα πρέποντα
και τα δέοντα της Ποίησης
Γύρω από τα παραμορφωμένα σώματα
που κάθε τόσο
ανασύρονται από τα βάθη της

*Φώτο: Vania Liapi

Ζ. Δ. Αϊναλής, Η σιωπή της Σίβας

unnamed

Εξώφυλλο: Artwork του Χρήστου Αϊναλή
Σελίδες: 42
Χρονολογία έκδοσης: Μάρτιος 2016
ISBN: 978-618-5144-61-6
Τιμή: 7,42 €

Η πρώτη έκδοση του -τότε- ψηφιακού εκδοτικού οίκου Vakxikon.gr, που είχε κυκλοφορήσει αποκλειστικά σε e-book σε μια πρωτοποριακή κίνηση για το ελληνικό λογοτεχνικό τοπίο, επανακυκλοφορεί σε έντυπη έκδοση με αφορμή τα 5 ΧΡΟΝΙΑ των εκδόσεων Vakxikon.gr.

«Αν μου αρέσει για ένα πράγμα ο Αϊναλής, είναι γιατί διαβάζοντάς τον δεν έχω την εντύπωση ότι διαβάζω ταυτόχρονα και άλλους εκατό ποιητές αυτής της γενιάς. Κατορθώνει, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο σε μια ισοπεδωτική εποχή, να επινοήσει τα δικά του εργαλεία για το σμίλεμα της σκληρής πέτρας που λέγεται ποίηση». -Κώστας Τσιαχρής, εφ. Το Βήμα

Ο Ζ. Δ. Αϊναλής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Ηλεκτρογραφία (εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2006), Η σιωπή της Σίβας (εκδόσεις Vakxikon.gr, Αθήνα, 2011, 2016), Μυθολογία (εκδόσεις Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, 2013) καθώς και τη συλλογή ποιητικών αφηγημάτων Αποσπάσματα (εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2008). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Γαλλικά και στα Πορτογαλικά. Έχει μεταφράσει μια πληθώρα Ευρωπαίων, κυρίως Γάλλων και Άγγλων, ποιητών, πεζογράφων και δοκιμιογράφων για μια πλειάδα ελληνικών λογοτεχνικών περιοδικών (έντυπων και ηλεκτρονικών).

Χωρίς Κίγκο – Λίγα λόγια για το κοινωνικό χαϊκού

haiku

Τον τελευταίο καιρό, όλο και περισσότεροι Έλληνες ποιητές εκδίδουν ποιητικές συλλογές, που αποτελούνται εξολοκλήρου από χαϊκού[1] και έχουν γίνει αρκετές συζητήσεις για το κατά πόσο τα έργα τους είναι αυθεντικά χαϊκού ή απλά τρίστιχα.

Το χαϊκού είναι παραδοσιακό ποιητικό είδος, που προέρχεται από την Ιαπωνία. «Παραδοσιακά αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους για έμφαση ή σε έναν, χωρισμένο με κενά. Το χαϊκού είναι με συνολικά 17 συλλαβές η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο. Περιγράφει μια εικόνα της φύσης και δίνει στοιχεία για την εποχή του χρόνου μέσα από εποχιακές λέξεις (Κίγκο)»[2].

Ο παραπάνω αρκετά αυστηρός ορισμός ισχύει για το κλασικό χαϊκού και έρχεται σε αντιπαράθεση με το κοινωνικό χαϊκού, που θα αναλύσουμε παρακάτω. Όμως, ας δούμε πρώτα γιατί το κλασικό χαϊκού κινείται στα όρια των εποχιακών λέξεων και των φυσιολατρικών περιγραφών: «Αυτό που σήμερα ονομάζεται κλασικό χαϊκού δημιουργήθηκε τον 16ο αιώνα. Οι ιδιαιτερότητες της περιόδου αυτής δημιούργησαν την αίσθηση ενός κλειστού, αμετάβλητου κόσμου, καθώς η κοινωνία καθοριζόταν από ένα φεουδαρχικό ταξικό σύστημα και η Ιαπωνία έκοψε σχεδόν ολοκληρωτικά την επαφή με τον έξω κόσμο. Αυτό το ακριβώς ορισμένο σύστημα αξιών και συμβόλων έδωσε σε ποιητές και ακροατές ένα κοινό και σαφώς οριοθετημένο πλαίσιο κατανόησης»[3]. Δηλαδή, υπήρχε μια κάστα ευγενών γύρω από τον αυτοκράτορα και το μόνο, που τους απασχολούσε ήταν η περιγραφή της φύσης. Σε αυτή την φυσιολατρική προσκόλληση συνηγορούσε και η θρησκεία του βουδισμού Ζεν.

Όμως, η ποίηση εξελίσσεται. Οι φόρμες διαφοροποιούνται. Έτσι και το χαικού περνώντας τα σύνορα της Ιαπωνίας και φτάνοντας στην Ευρώπη απόκτησε έναν πιο κοινωνικό χαρακτήρα. Οι εποχιακές λέξεις (Κίγκο) δεν είναι πλέον απαραίτητες, ενώ τη θέση των εικόνων της φύσης πήρε ένας έντονος κοινωνικός προβληματισμός. Ο πρώτος Έλληνας ποιητής, που έγραψε κοινωνικό χαϊκού στην Ελλάδα ήταν ο Γιώργος Σεφέρης. Ποιος δεν συγκινείται διαβάζοντας το περίφημο:

«Που να μαζεύεις
τα χίλια κομματάκια
του κάθε ανθρώπου»
[4].

Όπως παρατηρούμε το παραπάνω χαϊκού του Σεφέρη δεν έχει Κίγκο, ούτε εικόνες της φύσης. Αν μάλιστα του ρίξουμε μια πιο σχολαστική ματιά, θα προσέξουμε πως δεν είναι αυστηρά μετρημένο, καθώς ο τελευταίος στίχος αποτελείται από έξι συλλαβές!

Από τότε, έχουν κυκλοφορήσει πάρα πολλές ποιητικές συλλογές με κοινωνικά χαϊκού. Εδώ, θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι έχουν γραφτεί και αρκετά σύγχρονα χαϊκού, που στερούνται νοήματος και το τι θέλει να πει ο ποιητής, το γνωρίζει μόνο ο ίδιος, αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις δεν μιλάμε για κοινωνικά χαϊκού. Όσον αφορά το μέτρημα των στίχων, υπάρχουν οι ποιητές, που προσπαθούν να το τηρήσουν, αλλά τους ξεφεύγουν συλλαβές και αυτό φαίνεται και ποιητές, που πειραματίζονται με λιγότερες ή περισσότερες συλλαβές. Όμως, θα πρέπει να είμαστε λιγότερο σχολαστικοί, αν λάβουμε υπόψη μας την τεράστια διαφορά, που υπάρχει ανάμεσα στις ιαπωνικές και τις ελληνικές συλλαβές και τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής γλώσσας, που περιλαμβάνει πλήθος πολυσύλλαβων λέξεων. Αν τηρηθεί το μέτρημα του στίχου στο ελληνικό χαϊκού, λέξεις, που αποτελούνται από έξι συλλαβές και πάνω αποκλείονται από τον πρώτο και τον τρίτο στίχο.

Συμπερασματικά, λοιπόν, θα λέγαμε ότι το χαϊκού έχει εξελιχθεί τόσο στο νόημά του, όσο και στην ποιητική φόρμα και έχει λάβει δίκαια μια περίοπτη θέση στο χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

Ακολουθούν μερικά δείγματα κοινωνικού χαϊκού:

Κόκκινη κλωστή
Ράβω στο νου μου
μια φορεσιά του κόσμου.
Να τον αλλάξω.

Ζητούνται υπάλληλοι
Ρακοσυλλέκτες
πλήρους απασχόλησης.
Σίγουρο μέλλον.

Ενθύμημα
Το νόημα του
βίου του καθενός, στις
λεπτομέρειες.

Τραγικώς υπάρχειν
Τραγικοί όσοι
άλλον κόσμο μέσα τους
ζουν στη ζωή τους.
[5]

1) Χαϊκού ή χάικου. Το συναντάμε και με τη γραφή χάι-κου. Παλιότερα το συναντούσαμε ως χάι κάι. Επέλεξα τον πρώτο τρόπο γραφής, που χρησιμοποιεί και η Wikipedia.
2) Wikipedia λήμμα χαϊκού.
3) Wikipedia λήμμα χαϊκού.
4) Γιώργος Σεφέρης: «Ποιήματα», εκδόσεις «Ίκαρος».
5) Τα χαϊκού «Κόκκινη κλωστή» και «Ζητούνται υπάλληλοι» είναι του Χάρη Μελιτά από την ποιητική συλλογή «Μαύρη Σοκολάτα», εκδόσεις Μανδραγόρας, σελ. 28, 57. Τα χαϊκού «Ενθύμημα» και «Τραγικώς υπάρχειν» είναι του Σπύρου Α. Γεωργίου από την ποιητική συλλογή «Στην άκρη της γλώσσας», εκδόσεις Μανδραγόρας, σελ. 28, 31.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/03/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)

Dimitris Tsaloumas (1921-2016), The Comforter

az-23

So that’s how the land lies?
You’ve no idea how I hurried in this heat
with not a leaf stirring in the poplars
and my throat as dry as a bone.
It’s closed; I shut it.
Yes, the window too. Don’t worry.
I’ve a good mind to put you out in the yard
so that he’ll find you there, next to the tin-can
with the jonquil, where you can see the shore
crowded with sponge-boats back from Barbary.
All hell’s let loose at Rebelos’s place
with sponge-divers
chucking their money around by the fistful.
I can hear you. Your voice is a bit hoarse
but I can hear you. And don’t turn to the wall
and curl yourself up that way.
You’ve never been scared of war or woman
in your life. What’s got into you now?
It’s nothing — you’ll see.
He never comes with a taxman’s satchel in his hand
or in a gendarme’s uniform.
In fact, they say he’s rather gently-spoken
so perhaps he’ll just sigh a bit and say
come on, Nicolas old chap,
come on, we’re running late and ought
to cross the border before nightfall.
No matter how often you take this road
you never get used to it.
You know, he’s got his problems too.
I can see you, I can see you —
don’t imagine I’d take my eyes off you now
you poor bugger!
And where’s that no-good son of yours?
You can bet he’ll be coming home now,
as soon as he gets the message,
to rip open the mattress.
Look, I’ll get the woman next door
to light the icon-lamp. I’ll be back,
never fear. I’ll go for a stroll on the beach
and I’ll be back.

*From “The Observatory”, Brisbane, University of Queensland Press, 1985.

Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Τρία ποιήματα

11001858_772084132861720_7345129821133901078_n

ΣΑΝ ΕΡΑΣΤΕΣ ΠΑΡΑΝΟΜΟΙ

Θα φύγουμε μια μέρα από τη γη
έχοντας ζήσει μια ζωή με την ψυχή στο στόμα.
Σαν εραστές παράνομοι
που συναντιούνται σύντομα
κι όλο χρωστάει ο ένας του άλλου.

Σαν εραστές παράνομοι
πάντα με τό ‘να χέρι αγκαλισμένοι,
όρθιοι σε δωμάτιο σκοτεινό.
Πάντα με τό ‘να χέρι αγκαλιασμένοι.

Τ’ άλλο να σπρώχνει, μια ζωή αντίθετα
μια πόρτα μην ανοίξει.

***

CONSERTO MORTO

Όπως αγνάντεψε η νυχτα απ’ τ’ ακρωτήρι,
έφυγε ο πιο μικρός απ’ την παρέα.
Να μη με περιμένετε – είπε –
απόψε θα χορέψω
με την πεθαμένη.

***

ΜΙΚΡΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ

Όποιος δεν γδάρθηκε στον λάρυγγα
από το ρέκασμα του χωρισμού,
δεν ξέρει τι είναι αγάπη.

*Από τη συλλογή “Αμειψισπορά”, έκδοση Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Λεβαδειάς, 1996.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος: «Έξυπνες βόμβες»

theoxaris1033

Παρουσιάζει ο Ειρηναίος Μαράκης*

Αιχμητή απλότητα

«Έξυπνες βόμβες» είναι η νέα, έβδομη σε σειρά, ποιητική συλλογή του Θεοχάρη Παπαδόπουλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μανδραγόρας. Είναι μια συλλογή με ποιήματα γραμμένα και βασισμένα στην ποίηση των χαϊκού, που εκφράζει περισσότερο από ποτέ την αιχμηρή απλότητα της ποίησης και της ποιητικής του Θεοχάρη Παπαδόπουλου.

Η γραφή του, ολιγόστιχη, λιτή, άμεσα κατανοητή, κοινωνική κι επαναστατική, βαθιά πολιτική και συναισθηματική δεν αφήνει ασυγκίνητο τον αναγνώστη. Ποιητής καθόλου φλύαρος και πάντα περιεκτικός κατορθώνει αυτή τη φορά να φτάσει την απλότητα της ποίησης του στα υψηλότερα όρια που θα μπορούσε να βάλει, μέχρι την επόμενη ποιητική συλλογή του βεβαίως, εκφράζοντας σε μόλις τρεις στίχους τις ιδέες, τους προβληματισμούς, την οργή του για τα κοινωνικά ζητήματα αλλά και την αγάπη του για τις απλές απολαύσεις της ζωής. Για τον έρωτα γράφει ο ποιητής, για πρότυπα που μοιάζουν ντεμοντέ, για αναγκαίους συμβιβασμούς με ανεπούλωτες πληγές, για όνειρα που επιμένει να γίνουν πραγματικότητα ή για όνειρα που είναι περισσότερα ρεαλιστικά από τα σύγχρονα πρότυπα ζωής.

Και για να γίνουμε λιγάκι τολμηροί, μπορούμε να πούμε ότι στις «Έξυπνες βόμβες» ενώ έχουμε ένα κοινωνικό (τόσο πολιτικά, όσο και υπαρξιακά) Θεοχάρη Παπαδόπουλο άλλο τόσο έχουμε ένα ποιητή που συνομιλεί, ίσως περισσότερο από ποτέ, με τον εαυτό του. Και ο οποίος παρουσιάζει αυτή την εικόνα στον αναγνώστη, χωρίς φόβο αλλά με πολύ πάθος, κάνοντας τον κοινωνό της δημιουργικής διαδικασίας που ακολουθεί, που δεν είναι άλλο από μια διαδικασία που ματώνει και πονά. Ίσως βέβαια αυτός που συνομιλεί με τον εαυτό του να μην είναι ο ποιητής αλλά εσείς κι ο οποιοσδήποτε αναγνώστης… Αλήθεια, ποιός είπε ότι είναι εύκολο να γράψεις ποίηση στις μέρες μας που δεν θα αναλώνεται σε φτηνούς εντυπωσιασμούς αλλά και που θα έχει μέσα της τη δυνατότητα για πολλαπλές αναγνώσεις;

Αλλά νομίζω πως ακολουθώντας το παράδειγμα του ποιητή θα πρέπει να σταματήσουμε εδώ. Αρκετά φλυαρήσαμε. Περισσότερα και ουσιαστικότερα θα βρείτε στο βιβλίο ενώ για τον ποιητή μπορείτε να βρείτε εδώ σε σχετικό αφιέρωμα που είχαμε κάνει στο περιοδικό μας. Ακολουθεί ένα σύντομο σχόλιο σχετικά με τα χαϊκού και κάποια ποιήματα από το βιβλίο, δική μας επιλογής.

Χαϊκού

Τα χαϊκού (ή χάι κάι) είναι μορφή/φόρμα ιαπωνικής ποίησης, που εμφανίστηκε τον 16ο αιώνα και υιοθετήθηκε, κυριολεκτικά και μεταφορικά, από την λογοτεχνική σκηνή της Ευρώπης και της Αμερικής στις αρχές του 20ου. Στην αυθεντική και παραδοσιακή τους μορφή αποτελούνταν από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνταν σε τρεις στίχους για έμφαση ή σε έναν, χωρισμένο με κενά. Στα χαϊκού συμπυκνώνεται η σοφία και η απλότητα της ιαπωνικής φιλοσοφίας και ζωής, με τις εποχές, τα χρώματα και τις ιδέες που προάγουν τον σεβασμό στον συνάνθρωπο κι αποτελούν βασικό πυρήνα τους. Στην χώρα μας τα χαϊκού, εμφανίστηκαν για πρώτη φορά το 1925 από τον Γ. Σταυρόπουλο στο περιοδικό Λυκαβηττός ενώ γνωστότερος εκπρόσωπος μια ποίησης επηρεασμένης από τα χαϊκού είναι ο Γιώργος Σεφέρης. Το τελευταίο διάστημα ξεκίνησαν να αποκτούν μια κάποια σχετική αναγνωρισιμότητα τόσο στο αναγνωστικό κοινό, όσο και στους νεότερους ποιητές μας.

Ποιήματα

σελίδα λευκή.
Σε φέρνω στη σκέψη μου
να τη γεμίσω.

Φιλί της ζωής
λέγανε το φιλί της.
Τον φαρμάκωσε.

-σε αμφισβητώ,
μου είπε θυμωμένος
ο καθρέφτης μου.

τι πιο τραγικό;
Να κάνω διάλογο
με τη σιωπή σου.

αλληλεγγύη.
Μια λέξη που την τρέμει
ο βολεμένος.

διπλή μερίδα
Κομμάτι από τη σάρκα
των πεινασμένων.

Καταναλώνω
ληγμένα προιόντα
στην οθόνη μου.

Τον συλλάβανε.
Σε ώρες ανάπαυσης
έγραφε στίχους.

*Από τον Άτεχνο στο http://atexnos.gr/theoharis-papadopoulos-exipnes-vomves/

Ά ν ο ι ξ η 2016 μ.Χ, «Σ Υ Λ Λ Ο Γ Ι Κ Ο Ν » ποίημα 31 ποιητών

12472348_862430557235773_8780209586190706415_n

Στην Εαρινή Ισημερία… και Μαζί με Μοχάμαντ Μπασίρ Αλ Αανί (+)

Δεν υπάρχει πέρασμα παρά από την άνοιξη
.
Να σεβαστώ τα υπόλοιπα
Ανθίζοντας περίλυπος
Να σε παλέψω άνοιξη
Δύο φορές στ’ αλώνια
Γιατί βασιλιάδες υπήρξαμε
Και είχαμε νόμισμα
Τη γύρη λουλουδιών
Που δεν τελειώνει ο πλούτος
Έφηβη αδημονούσα νύφη
.
Γι’ αυτό σου λέω
Ανθίζουμε ανάποδα στις ομορφιές
Μες σε κελαηδισμούς φωτός
Μία φορά βασιλιάς και μια ήλιος
Περίληψη κήπου
Εστεμμένος ανθισμένη απάτη
Αδιέξοδη εποχή
Δρόμος δραπέτης ξέμπαρκων χειλιών
Μπλεγμένος στ’ άσπρα τα φτερά
Ταξιδευτής στις λεύκες
Περίχαρα καρπίζοντας
.
Άνοιξη επίκτητη
Σε αφουγκράζομαι στα βάθη
Ξυπνώ από τριγμούς ανάσες μυρωμένες
Ο λόγος θα ‘ναι πάντα ό, τι ανθεί
Σαν φυγαδεύεται στα πέταλα ανάσταση
Ζωή θα γυρνά στα χείλη όσο γροικώ
Πλημμυρισμένα μάτια από φωτόδεντρα
Ποιήματα ανθολογούνται τώρα πάνω στο σώμα μου
.
Είναι τσιγγάνα η Άνοιξη
Έρχεται πρόσφυγας
Και θα μας προσπεράσει
Περιπλανιέται άστεγη, κυοφορεί χειμώνα
Το θέρος δείχνει γι’ άλλοθι φθινόπωρο για πλάνη
Φράχτες δεν στήνονται
Κρατούν κρυφές σημειώσεις
Λέω να μην παρκάρω τ’ ανθισμένο αμάξι μου
Προ των πυλών
.
Στις γειτονιές και στις παλιές αυλές
Άνοιξης ρέμα ποταμέ και ανθηρέ ωκεανέ
Βραχνή φωνή
Μια μαντζουράνα θα κοσμεί το πέτο
Τ’ ασήμι θα θωπεύει
.
Τόσα άνθια που έχω δει
Ανθίζω πάλι
Και όλα μου ταιριάζουν
Α ! Φόρεσε με άνοιξη
Βιβλίο δ’ τάξης
Να μαθητεύσω
Πρόσφυγας
Χώρες σημαίες
Μάννα
.
*Οι ευτυχείς ποιητές της Ανοίξεως τούτης, αποτολμώντας το είναι:
Ηλίας Τσέχος, Σωτήρης Παστάκας, Δημήτρης Τρωαδίτης, Θοδωρής Αργυρόπουλος, Ιωάννα Λάζου, Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος, Χρύσα Φραγκιαδάκη, Μαριάνθη Πλειώνη, Μαρία Γκουτζαμάνη, Παναγιώτης Αντωνόπουλος, Δημήτρης Γαλάτης, Ιφιγένεια Σιαφάκα, Αλέξανδρος Βαναργιώτης, Αθηνά Τιτάκη, Οδυσσέας Νασιόπουλος, Δέσποινα Καϊτατζή Χουλιούμη, Χρήστος Γάλλιος, Θωμάς Δημητρίου Τυπάλδος, Λουκία Πλυτά, Ειρήνη Ιωαννίδου, Αγαθοκλής Αζέλης, Θανάσης Τριανταφύλλου, Θεόδωρος Μπασιάκος, Εύα Παπαδάκη – Βουγιούκα, Μαίρη Λαρεντζάκη Γκιώνη, Χρίστος Παλαιοπάνος, Αθηνά Ξανθίδου, Γιώργος Αγγελιδάκης, Ευαγγελία Μπεάζογλου, Giancarlo Canallo, Χρύσα Αλεξίου.

Richard M. Berlin, Δύο ποιήματα

BERLIN-COVER

Κυριακάτικη παρέλαση

Κάθε μέρα τους περιποιούμαστε,
γυναίκες και άνδρες καλωδιωμένους με οθόνες,
ανθρώπους που είδαν τη λευκή λάμψη του φωτός.
Όταν ουρλιάζει στις 2 π.μ.
ο κωδικός του συναγερμού στον βομβητή μας,
εμείς υψώνουμε οχυρά στον θάνατο
με ιδρώτα, με λιδοκαΐνη,
και τη μαυρίλα του χιούμορ μας.
Και τα πρωινά τις Κυριακές
τους φτιασιδώνουμε με τη χάρη νεκροτόμου:
σφουγγάρι και ταλκ,
γυαλιστερό κραγιόν στα μάγουλα,
ένα κολιέ, καρφίτσες για να στερεώσουμε τις ρόμπες,
τους καθίζουμε στητούς σαν βασιλιάδες και βασίλισσες
στον κόκκινο πλαστικό θρόνο μιας αναπηρικής καρέκλας.
Με μουσική υπόκρουση το ρούφηγμα του αναροφητήρα
κρύβουμε τα σωληνάκια κάτω από τις κουβέρτες
και ταχτοποιούμε τους Times σε τρεμάμενα χέρια.
Όλα για το Αφεντικό
με την άσπιλη λευκή ποδιά του,
για να παρελαύνει κορδωμένος και καμαρωτός
στη δική του παρέλαση.

***

Ανοιξιάτικη Σπορά

στην Juliana A. Van Raan, 1950-1998

Ένα πρωινό τηλεφώνημα με ξυπνά
κάτι σκληρό και ινώδες στο πόδι της
αναπτύσσεται γρήγορα και ανεξέλεγκτα
που δεν μπορούμε να το ξεριζώσουμε.
Από το παράθυρο του υπονοδωματίου μου
παρατηρώ το χειμωνιάτο κριθάρι, που τώρα τον Απρίλη
ήδη λικνίζεται στα γερά κοτσάνια.
Εύχομαι να μπορούσα να φυτέψω της Τζούλη
το πόδι σε μια ζεστή γωνιά στο χώμα,
να στρέψω το πρόσωπό της προς τον ήλιο,
και να την αφήσω να γιατρευτεί με την ανοιξιάτικη βροχή
όπως τα άγρια ραδίκια που περιμένουν
να κατακλύσουν το λιβάδι με τα αστέρια.

*Μετάφραση: Άγγελος Γρόλλιος, Μίλτος Αρβανιτάκης
**Από τη συλλογή “Εργαστήριο Ανατομικής”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2015.
***Ο Richard M. Berlin, είναι Αμερικανός ψυχίατρος και ποιητής. Γεννήθηκε το 1950 και μεγάλωσε στο Τάνεκ του Νιου Τζέρσεϊ. Αποφοίτησε από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Νορθουέστερν Σικάγο. Ζει και σκεί ιδιωτικά την ψυχιατρική στη μικρή πόλη Λένοξ του Μπερκσάιρ Χιλς στη δυτική Μασσαχουσέτη. Έχει εκδόσει τρεις ποιητικές συλλογές.