Μια συνέντευξη με τον Αλέξη Αντωνόπουλο!

12472396_10208613223830542_4763298002106519218_n-550x550

Της Δήμητρας Πραντάλου
21 Μαρτίου 2016

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, μιλήσαμε με τον Αλέξη Αντωνόπουλο, ένα νέο ποιητή,  και μας είπε πολύ ενδιαφέροντα πράγματα για την ζωή του και την μεγάλη του αγάπη: Την ποίηση! Γεννημένος το 1989 στην Αθήνα, φοίτησε στο Αμερικανικό Κολέγιο Ελλάδος (Ιστορία και Διεθνείς Σχέσεις) και στο Ινστιτούτο Θεάτρου και Κινηματογράφου Lee Strasberg στη Νέα Υόρκη (Υποκριτική). Αυτή την περίοδο σπουδάζει Δημιουργική Γραφή στο Πανεπιστήμιο του Cambridge.
Bιβλία του είναι τα εξής: Σκοτάδι (Ars Poetica, 2013), Καπνίζοντες και Μη Καπνίζοντες (συλλογικό, Vakxikon, 2014), Εδώ (εκτός εμπορίου, Πασιφάη, 2015).

Πότε ξεκίνησες να γράφεις;
Γράφω από μικρό παιδί. Ίσως ν’ ακουστεί λίγο περίεργο, αλλά νομίζω πως τα κεφάλαια στη ζωή ενός ανθρώπου που γράφει οριοθετούνται περισσότερο από τους αναγνώστες του παρά από τον ίδιο. Όταν ήμουν εφτά χρονών, έγραφα για τους γονείς μου. Όταν ήμουν 17, για μένα. Στα 19 ήταν που ξεκίνησα, δειλά-δειλά, να μοιράζομαι τις λέξεις μου με τον κόσμο. Και μάλλον αυτό είναι το σημείο από το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή: Η αρχή της επικοινωνίας με ανθρώπους που δεν θα συναντήσεις, και στους οποίους μιλάς με τη γνήσια φωνή σου. Η επιλογή να χαρτογραφείς την ψυχή σου, με συμβολικά τοπία ή πραγματικά (όμως πάντοτε αληθινά) για να πεις όσα πιστεύεις πως πρέπει ν’ ακουστούν.

Με ποιο είδος ποίησης ασχολείσαι;
Προσπαθώ να γράφω ποίηση που επιμένει να βλέπει ανθρώπους.
Ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου άπειροι αυτοαποκαλούμενοι εκπρόσωποι πεποιθήσεων (πολιτικών, θρησκευτικών, κοινωνικών, κτλ.) πασχίζουν να μας δείχνουν σύμβολα αντί για πρόσωπα. Η τελευταία σου ψήφος, η οικονομική σου κατάσταση, ο θεός στον οποίον προσεύχεσαι ή η επιλογή σου να μην προσεύχεσαι, η εκπαίδευση σου, ακόμα και το πώς ντύνεσαι ή πού πηγαίνεις για ποτό είναι ορισμένα από τα άπειρα χαρακτηριστικά που αρκούν για να μετατραπείς σε σύμβολο. Αφού μετατραπείς σε σύμβολο, τα υπόλοιπα στοιχεία του χαρακτήρα σου δεν έχουν πλέον σημασία.
Μόλις μας πείσουν ότι ο γείτονάς μας είναι πρώτα εκπρόσωπος μιας πτυχής της κοινωνίας και μετά άνθρωπος, ο τρόπος με τον οποίον βλέπουμε τον συνάνθρωπο μας –ο τρόπος με τον οποίον βλέπουμε την ίδια τη λέξη ‘συνάνθρωπος’- τούς ανήκει. Μας έχουν πείσει να βλέπουμε αλάνθαστους σωτήρες εκεί που θέλουν να βλέπουμε αλάνθαστους σωτήρες, και αντίχριστους εκεί που θέλουν να βλέπουμε αντίχριστους.
Η ποίηση που με αφορά έρχεται και σου μιλάει για τον άνθρωπο, όχι για το σύμβολο. Σου θυμίζει πού κοιτάζει ο γείτονας σου ενώ σκέφτεται, πώς βαδίζει νωρίς το πρωί και πώς βαδίζει αργά το βράδυ, τι χρώμα έχουν τα μάτια του. Είναι εύκολο να γίνει κάποιος σύμβολο αν δεν θυμάσαι το χρώμα των ματιών του.

Από πού πηγάζει η έμπνευσή σου;
Παρατηρώ, όσο μπορώ. Και μέσα μου, και εκεί έξω. Προσπαθώ να διακρίνω τις παρενθέσεις που δίνουν στη ζωή το αληθινό της χρώμα: Εκείνα που συχνά αγνοούμε ως ‘‘λεπτομέρειες’’.
Πολλές φορές, η έμπνευση με βρίσκει και στα όνειρα· ιστορίες με αρχή, μέση, και τέλος. Ανεξαρτήτως πού βρίσκομαι, δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχω το σημειωματάριο δίπλα μου ενώ κοιμάμαι.
Απ’ όπου και να έρχεται κάθε φορά η έμπνευση, όπου και να με βρίσκει, επιχειρώ να γράψω για όσα οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν. Το οποίο φαντάζει μαζοχιστικός στόχος, όμως η ποίηση που με αφορά λέει περισσότερα με το λευκό της σελίδας παρά με το μελάνι. Ένα ποίημα με αγγίζει μέσα από τις λέξεις που του λείπουν· λέξεις που δεν έχουν κατασκευαστεί ακόμα και πιθανόν να μην κατασκευαστούν ποτέ.
Ξέρεις, συχνά ακούω την ατάκα «δεν έχω έμπνευση». Δεν το χάβω. Ίσως να μην έχεις έμπνευση για να κάνεις κάτι συγκεκριμένο – εκεί πάω πάσο. Αλλά δεν γίνεται να μην έχεις έμπνευση γενικά, για τίποτα. Συνέχεια σκέφτεσαι, συνέχεια αισθάνεσαι. Όταν δεν αισθάνεσαι τίποτα, κι αυτό συναίσθημα είναι, και μάλιστα ένα συναίσθημα που έχει γεννήσει μερικά από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα στην ιστορία της Τέχνης. Έμπνευση έχουμε. Το πρόβλημα είναι ότι δεν πιστεύουμε πως εκείνο που προσέξαμε σήμερα αξίζει να ειπωθεί. Δεν αγωνιζόμαστε να μεταφράσουμε την ψυχή μας σε κάτι.

Ποιος ποιητής σε «επηρέασε» στο να γράψεις ποίηση;
Είναι πάρα πολλοί εκείνοι που με έχουν επηρεάσει και με επηρεάζουν. Ολοένα και πληθαίνουν.
Από ποιητές που γνωρίζω μόνο μέσω των λέξεων τους, θ’ αναφέρω τον Charles Bukowski, τον Τάσο Λειβαδίτη, και τον Edgar Lee Masters. Με ενέπνευσαν να γράφω λέξεις που έχουν την ελπίδα και ν’ απευθυνθούν σε εραστές της ποίησης, και ν’ αλλάξουν γνώμη σε όσους είναι βέβαιοι ότι η ποίηση δεν έχει κάτι να τους πει.
Από ποιητές που έχω την τιμή να γνωρίζω προσωπικά, θ’ αναφέρω τρεις:
Ο Pat Ingoldsby είναι ζωντανό παράδειγμα της δυνατότητας που έχεις να πρεσβεύεις την ποίηση σου με κάθε σπιθαμή του χαρακτήρα σου. Να ζεις και να γράφεις όπως σε εκφράζει. Και με την παραμικρή αφορμή, να δημιουργείς Τέχνη. Δεν είναι απλώς μια ιδιοφυία, αλλά και ο πιο cool τύπος που έχω γνωρίσει μέχρι σήμερα.
Ο Χάρης Βλαβιανός ήταν καθηγητής μου, κι ένας από τους πρώτους ανθρώπους που πίστεψαν στη φωνή μου. Πέρα από εξαιρετικός ποιητής, είναι ένας δάσκαλος που σέβεται τους φοιτητές του, και νοιάζεται. Νοιάζεται όσο ελάχιστοι. Μου έμαθε ότι ο ακαδημαϊσμός πρέπει να λειτουργεί ως καταφύγιο για όσους επιθυμούν να σκέφτονται.
Τον Kevin Crossley-Holland τον γνώρισα πολύ πρόσφατα, αλλά η φιλία μας αναζωπύρωσε μέσα μου την πεποίθηση ότι λέξεις όπως ‘‘θείο’’, ‘‘θνητός’’, ‘‘ήρωας’’, και ‘‘μύθος’’ έχουν σημασία. Λιγοστεύουμε όσοι αγαπάμε τούτες τις λέξεις, και είναι τόσο όμορφο να έχεις συνοδοιπόρους ενώ γράφεις γι’ αυτές.
Προφανώς, η ολοκληρωμένη λίστα των επιρροών μου είναι αρκετά μεγαλύτερη, αλλά τα παραπάνω ονόματα είναι σχετικά πιο εύκολο να τα δεις να καθρεφτίζονται στο πώς προσεγγίζω την ποίηση.

Τι ετοιμάζεις αυτό το διάστημα;
Αυτό το διάστημα επικεντρώνομαι σε δύο έργα:
Το πρώτο είναι μια καινούργια συλλογή ποιημάτων και πεζών που σχολιάζει τις αποστάσεις που βιώνουμε· την απόσταση ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, σε δύο ζωντανούς ανθρώπους, σ’ εμάς και σ’ εκείνο που κάποτε ήμασταν, σ’ εμάς και σ’ εκείνο που θα θέλαμε να είμαστε.
Το δεύτερο είναι μια ταινία μικρού μήκους με τον τίτλο ‘God’s Step’, και θέμα της είναι η τραγική ευκολία με την οποία ένας καλός αλλά βασανισμένος άνθρωπος μπορεί να μετατραπεί σε τέρας. Έγραψα το σενάριο για τις ανάγκες του μεταπτυχιακού μου, και θέλω να το μοιραστώ με τον κόσμο.

Για να γνωρίσετε τις λέξεις του και να επικοινωνήσετε μαζί του, μπορείτε να επισκεφτείτε το http://www.alexantonopoulos.com

*Από το http://www.thatslife.gr/thats-hot/pagkosmia-imera-piisis-thats-life-milise-ton-alexi-antonopoulo/

Ένα μικρό αφιέρωμα στον Βλάντιμιρ Μαγιακόφσκι

furdenkommunismus's avatarShades online

Του BC

Ο Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς Μαγιακόφσκι είναι αναμφισβήτητα ένας από τους κορυφαίους διανοητές και λογοτέχνες τα πρώτα χρόνια της σοβιετικής επανάστασης, όπως επίσης ένας από τους κατεξοχήν εκπροσώπους του ρώσικου φουτουρισμού. Η αλήθεια είναι ότι στην Ελλάδα το όνομα του μαγιακόφισκι έχει συνδεθεί με το παραδοσιακό κομμουνιστικό κίνημα και με την σταλινική περίοδο, κάτι που για πολλούς/ες είναι κάτι το αρνητικό. Παρόλα αυτά η αξία του ως ποιητή και λογοτέχνη παραμένει κατά την γνώμη μου, ανεκτίμητη. Ποιος ήταν όμως ο Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς Μαγιακόφσκι; 

Ο Μαγιακόφσκι γεννήθηκε στο Μπαγκντάτι της Γεωργίας το 1893. Ο πατέρας του εργαζόταν ως δασοφύλακας και είχε καταγωγή από Ουκρανούς Κοζάκους. Η μητέρα του είχε επίσης ουκρανική καταγωγή. Η εμπλοκή του Μαγιακόφσκι με το σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό κίνημα ξεκινάει από πολύ νωρίς. Σε ηλικία 14 ετών πήρε μέρος σε διαδηλώσεις με τους σοσιαλιστές στην πόλη Κουταΐσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα στο τοπικό γυμνάσιο. Μετά τον ξαφνικό και πρώιμο…

View original post 901 more words

Γιάννης Ζελιαναίος, Ο διάβολος πάνω σε στρατσόχαρτο

stratsoxarto cover

ISBN: 978-9963-2135-1-1
Αριθμός σελίδων: 72
Διαστάσεις: 23Χ15
ESD02
Σειρά Ποίηση
Μάρτης 2016

Αυτό το ποίημα είναι για σένα

Αυτό το ποίημα είναι για σένα
που τρελαίνεσαι πριν πέσεις στο κρεβάτι
και μουρμουράει η γυναίκα σου για τους απλήρωτους λογαριασμούς
και τρελαίνεται η μάνα σου για τις αδιόρθωτες συμπεριφορές σου
και σου μιλάνε οι φίλοι σου για τις ακάθαρτες σιωπές.
Αυτό το ποίημα είναι για ‘κείνους που μαύρισαν τα χέρια τους
και πίνουν ούζα στου καφενείου την πληρωμή,
που σταυρώνονται στους πάγκους για τρεις κι εξήντα
και τους γαμούν οι τράγοι της πολιτικής,
τα κωλόπαιδα με τις σιδερωμένες γραβάτες.
Αυτό το ποίημα είναι γι’ αυτούς που δεν καταλαβαίνουν
τους γραφιάδες των free press
‘κείνους που λέν’ τι όμορφα είναι τα βράδια της πόλης
γιατί ποτέ δεν άνοιξαν φάκελο με λογαριασμό
γιατί η μάνα ξεσκάτιζε τα βρακιά τους απ’ τα ερασιτεχνικά μεθύσια
και ο πατέρας φρόντιζε τα πλυμένα τους αρχίδια.
Αυτό το ποίημα είναι για τους μαλάκες ποιητές
που νόμιζαν πως τα λόγια είναι δυο ποτάμια.
Που δε ρόζιασαν ποτέ τους τις παλάμες
και γίνανε το λουρί ενός ατάλαντου.
Για τα Παρίσια τους
και τις αγύμναστες κωλοτρυπίδες τους
για τους μπαμπάδες στρατηγούς τους
και τις γιαγιάδες νταβατζήδες τους
για τα ποτά των 10 ευρώ τους στα μπαρ της γελοιότητας
για το βυζί της μάνας τους που έγινε εικονοστάσι
και τα ημερωμένα μεσημεριάτικα πρωινά τους
που δεν υπήρχε ποτέ το ξυπνητήρι.
Αυτό το ποίημα είναι για
τους πενηντάρηδες οικοδόμους
που πίνουν ό,τι βρουν μπροστά τους
μονάχα για να σταματήσουν τα χρόνια
και τις γυναίκες τους που μετράν τις δεκάρες στα μπακάλικα της γειτονιάς
μην τυχόν και φάνε ξύλο το βράδυ.
Αυτό το ποίημα είναι για τους χαρτογιακάδες
που έπιασαν τον παπά απ’ τα αρχίδια
και τους παπάδες που έγιναν αρχίδια.
Αυτό το ποίημα είναι για τούτη την πόλη
που δεν κατάλαβε ποτέ από που της ήρθε
και βολεύεται με τα ίδια σκατά
εδώ και κάποιες δεκαετίες
και θα βολεύεται για χρόνια ακόμη.
Καθώς οι σκύλες θα γαβγίζουν τα βράδια
οι μπεκρήδες θα μετράνε ατυχία
και τ’ αποτσίγαρα θα χορεύουν κλακέτες
πάνω στον ίδιο ρυθμό του θανάτου.
…………………………………………..

Εδώ και χρόνια εξαντλημένη η τρίτη ποιητική συλλογή του Γιάννη Ζελιαναίου, Ο Διάβολος πάνω σε Στρατσόχαρτο, που είχε κυκλοφορήσει το 2009 από τις εκδόσεις Ενδυμίων, επανεκδίδεται μετά από απαίτηση πολλών εκεί έξω. Η 2η διορθωμένη έκδοση επανακυκλοφορεί με τρία επιπλέον πεζά. Ποιήματα μέσα από το βιβλίο χρησιμοποιήθηκαν σε θεατρικές παραστάσεις καθώς και σε μια συναυλία του Θάνου Ανεστόπουλου (Διάφανα Κρίνα) στο Gagarin 205. Δείτε το σχετικό link

Βιογραφικό
Ο Γιάννης Ζελιαναίος γεννήθηκε τον Γενάρη του άσωτου έτους 1978. Ποιήματα και κείμενά του έχουν χρησιμοποιηθεί για θεατρικές παραστάσεις, opening acts και άλλα πολλά. Είναι ραδιοφωνικός παραγωγός στο Clipart radio με την εκπομπή «Ρώτα τον Άνεμο» κάθε Κυριακή 00:00 με 02:00. Ζει κι εργάζεται ως δισκοθέτης στην Λευκωσία ενώ είναι βασικός συνεργάτης του Κυριακάτικου πολιτιστικού ενθέτου «Ηδύφωνο» της εφημερίδας Σημερινής. Είναι συνεκδότης του Straw Dogs.

Του ιδίου
Καλώς ήρθες χειμώνα γραφιά της νιότης μας, (2004), Εκδόσεις Εριφύλη
Άννα, (2005), Εκδόσεις Εριφύλη
Ο Διάβολος πάνω σε στρατσόχαρτο, (2009), Εκδόσεις Ενδυμίων
Μακάριοι οι σκύλοι του οινοπνεύματος, (2015), Εκδόσεις Straw Dogs

Βασίλης Ραϊκόφτσαλης (1953-2007), Τρία ποιήματα

paries1

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΤΗΣ ΤΣΕΠΗΣ

Σε ξένες πόλεις τι γυρεύουμε;
Απλά περιφερόμενοι
και βάζοντας τα πάντα μές στην τσέπη;
Ο νεαρός Ορφέας ζει;

Κυρίως με μια σόμπα
Ιδίως όταν ανάβουν τροπικοί βαθμοί
Για να θυμάται εσένα
– “Που πάντα υπήρξα Υπεράνω της Καταστροφής”!

– “Συμπλήρωμα των Ερειπίων”;

(Βιβλία χωρίς γκραβούρες, χωρίς διαλόγους
Σε τι μπορούν αλήθεια να χρησιμεύσουν;)

Karl-Marx-Strasse, 1987

****

ΔΙΠΛΗ ΜΟΝΑΞΙΑ

Έχουμε απομείνει ελάχιστοι
Και πρέπει πανάθεμα να προσέχουμε…
Τι όμως; Τουλάχιστον εσένα ρωτάω
Όταν ξέρουμε Ευτυχισμένο το πάθος
Κι η ποίηση Το μόνο που φειδωλά αντιπαρέχουμε

Ποιος θά ΄ναι ο άγγελος που θα μας συναντήσει
Γιατί; Σε ποιον πρέπει να χαριστούμε;

Some people have got no pride
they do not understand
the Urgency of life…

1988

***

ΑΘΗΝΑ, ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥΝΤΟΣ

Να τρέχουν και να παλεύουν
Φρικιάσεις, μεθύσια στον άνεμο
Με θέα το θάνατο
Να εξαντλήσω μπροστά.
Σ’ έναν άνυδρο τόπο
Ναυάγια λέξεις μου σε παρέλαση
Δεμένος, σ’ ένα χώρο κενό, ματωμένος εγώ
Με μνήμες βασίλισσες, ο δραπέτης πού έφυγε
ο τοξότης πού κρύφτηκε
Κι άχρηστη του νυν η παρουσία
Άθλος του ποιήματος, ίλιγγος όπως
Στα καταγώγια της σκέψης
Κι αγιάζι
Πλη-Γη του ποιήματος, οστά της σιωπής
Λυμένα από τη σιωπή
που κυκλώνει
Βή μα τα… Οδίτες πένθ…

1983

*Από τη συλλογή “Μέθυμος Λόγος”, Εκδόσεις “Δρομεύς”, Αθήνα, Νοέμβρης 1995.

«Στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα / είθισται να δολοφονούν τους ποιητάς…»

αανι

«Η τέχνη και η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:

η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε

να πεθάνουμε»


Ν. Εγγονόπουλος

ΤΟΥ ΔΡΑ ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΥ*

Τι είναι ποίηση και γιατί γράφουμε ποίηση; Σύμφωνα με τον Γάλλο ποιητή Πωλ Βαλερύ, «Αν ένα πουλί μπορούσε να πει με ακρίβεια τι τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, και τι είναι αυτό που το κάνει να τραγουδάει, τότε δεν θα τραγούδαγε». Το ίδιο μπορεί να λεχθεί ότι ισχύει με τον ποιητή και την ποίηση. Δηλαδή, αν ένας ποιητής μπορούσε να πει με ακρίβεια τι γράφει, γιατί γράφει και τι είναι αυτό που τον κάνει να γράφει, τότε απλούστατα δεν θα έγραφε.

βαλερλι

Ο αείμνηστος, λαμπρός ποιητής μας, Γιώργης Παυλόπουλος, είχε πει σχετικά μ’ αυτό το θέμα σε μια δημόσια ομιλία του:
«Κι εγώ τώρα δεν ξέρω να σας πω τι είναι Ποίηση και γιατί γράφω ποιήματα. Πολύ περισσότερο δεν ξέρω να σας πω σε τι μας βοηθάει η Ποίηση και ποιος είναι ο σκοπός της. Το μόνο που ξέρω είναι πως ο Ποιητής ήταν πάντα ένας αφοσιωμένος της Ζωής. Είτε τον γεμίζει χαρά, είτε τον θλίβει η Ζωή, είτε τον πάει στον Ουρανό, είτε τον κατεβάζει στην Κόλαση, αυτός μένει πάντα ο αφοσιωμένος της. Τη μυστήρια αγάπη του για τη Ζωή δεν έχει άλλο τρόπο να την εκφράσει: γράφει ποιήματα. Νομίζω ότι προσπαθεί να εκφράσει κυρίως αυτό που κρύβει η ζωή. Όπως ο έρωτας κρύβει αυτό που μας κάνει ερωτευμένους. Η Ποίηση λοιπόν είναι πράξη ερωτική; Ή μήπως πράξη απόγνωσης; Ή μήπως και τα δυο; Πράξη ερωτική και συνάμα πράξη απόγνωσης. Για την ποιητική πράξη έχουν γραφτεί πολλά και διάφορα. Και από τους ίδιους τους τεχνίτες και από τους θεωρητικούς. Πολές φορές οι Ποιητές προσπάθησαν να διατυπώσουν τον ανύπαρκτο ορισμό της Ποίησης, σαν να κοίταζαν σ’ έναν καθρέφτη όπου δεν έβλεπαν το πρόσωπό τους, αλλά το απόλυτο κενό. Ο κατάλογος είναι ανεξάντλητος όπως ανεξάντλητες είναι οι άπειρες αισθήσεις που μας υποβάλλει η Ποίηση. Θα σταματήσω εδώ. Και θα τον κλείσω με μία φράση του Πεσόα: “Ο άνεμος φυσάει / έτσι όπως τον άκουσε ο Όμηρος / ακόμα κι αν δεν υπήρξε ποτέ”».

ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ 1

Γιατί όμως ο περισσότερος κόσμος δεν διαβάζει ποίηση; Πολλοί άνθρωποι προβάλλουν ως αιτιολογία τη δυσκολία κατανόησής της. Αυτό βέβαια αληθεύει ως ένα μεγάλο βαθμό, αλλά όχι απόλυτα. Αυτή η αιτιολογία ισχύει, κατ’ αρχήν, διότι η ποίηση είναι το δυσκολότερο απ’ τα λογοτεχνικά είδη. Μπορεί να δίνει την ψευδαίσθηση – λόγω της σύντομης φόρμας της – ότι είναι εύκολο είδος, αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για το πολυπλοκότερο και απαιτητικότερο. Η ποίηση, ωστόσο, δεν είναι κάτι το κυρίως εγκεφαλικό, ούτε και γράφεται για να γίνει κατανοητή, αλλά περισσότερο για να ερεθίσει, να ευαισθητοποιήσει και συγκινήσει. Για να γίνει αυτό όμως χρειάζεται ο αναγνώστης να έχει προηγουμένως μυηθεί στην τέχνη και κυρίως στη γλώσσα της ποίησης, μαθαίνοντας τους κωδικούς της. Δυστυχώς οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν τη λανθασμένη εντύπωση ότι η ποιητική γλώσσα είναι αντίστοιχη της επικοινωνιακής – αυτής δηλαδή που χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας ζωή για πρακτικούς λόγους. Αυτό βέβαια δεν ισχύει καθόλου. Ο ποιητικός λόγος είναι εντελώς διαφορετικός από τον επικοινωνιακό (προφορικό και γραπτό) και λειτουργεί σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο και με διαφορετικό τρόπο – ασχέτως αν χρησιμοποιείται η ίδια γλώσσα. Θέλω να πω ότι η γλώσσα της ποίησης – σε επικοινωνιακό επίπεδο – λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο όπως και η εκμάθηση μιας άγνωστης, ξένης γλώσσας. Για να μάθουμε τη γλώσσα της ποίησης και να εξοικειωθούμε μαζί της χρειάζεται – όπως και για την εκμάθηση οποιασδήποτε άλλης γλώσσας – ιδιαίτερη αγάπη, ζήλος, υπομονή και προπαιδεία. Κάτι που ισχύει για όλες τις τέχνες: τη μουσική, τη ζωγραφική, το θέατρο, τον κινηματογράφο κτλ. Απ’ αυτή την άποψη η ποίηση – η έντεχνη εννοώ, γιατί υπάρχει και η απλούστερη, η λαϊκή, π.χ. τα δημοτικά τραγούδια – πάντα ήταν για τους μυημένους, τους λίγους, που ξέρουν και μπορούν να την αισθανθούν, εκτιμήσουν και απολαύσουν. Το ευτύχημα είναι ότι στην Ελλάδα, από τη δεκαετία του ’60 κι εντεύθεν, οι μεγάλοι και δύσκολοι έντεχνοι ποιητές μας κατάφεραν να γίνουν ευκολότερα προσιτοί και να έρθουν πλησιέστερα στο λαό, χάριν κάποιων σημαντικών μουσικοσυνθετών (όπως τους Μίκη Θεοδωράκη, Μάνο Χατζιδάκι, Γιάννη Μαρκόπουλο και άλλους) οι οποίοι μελοποίησαν επιτυχώς κάποια αριστουργήματα της ελληνικής ποίησης (όπως το «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη, τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου και άλλα) κάνοντάς τα κτήμα των μαζών που τ’ αγκάλιασαν και τ’ αγάπησαν.

Η πατρίδα μας ανέκαθεν πρωτοπορούσε στον ποιητικό χώρο, εξαιτίας της μεγάλης παράδοσής της – από την αρχαιότητα έως σήμερα – γι’ αυτό όλο και περισσότεροι άνθρωποι γράφουν και διαβάζουν ποίηση, κι αυτό είναι παρήγορο για μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα. Δεν ήταν δε καθόλου τυχαίο που τα δύο Νόμπελ που αξιώθηκε να πάρει η χώρα μας ήταν στην κατηγορία της ποίησης και όχι στην πεζογραφία, αφού η Ελλάδα ποτέ δεν είχε παράδοση στο μυθιστόρημα. Πέραν όμως και απ’ τα Νόμπελ, έχουμε έναν ποιητή-ογκόλιθο – και μάλιστα της διασποράς – ο οποίος θεωρείται απ’ τους κορυφαίους παγκοσμίως, καθώς διαβάζεται και μελετάται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου. Αναφέρομαι φυσικά στον αλεξανδρινό Κ.Π. Καβάφη.

καωαφισ

Πρέπει να προσθέσω ότι η ποίηση ανέκαθεν αποτελούσε πηγή έμπνευσης και επιρροής για τους περισσότερους πεζογράφους, Έλληνες και ξένους, είτε ασχολήθηκαν μαζί της είτε όχι. Αυτό καταδεικνύει πόσο ουσιώδες είναι αυτό το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος στη διαμόρφωση της λογοτεχνίας γενικότερα. Γι’ αυτό και φρονώ ότι όσο υπάρχει άνθρωπος θα συνεχίσει να υπάρχει και ποίηση, για να επιβεβαιώνει την πεμπτουσία της ανθρώπινης ύπαρξης – το γεγονός, δηλαδή, ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει ποτέ ρομπότ.

Τέλος, θεωρώ σκόπιμο να ολοκληρώσω όπως περίπου άρχισα: Δηλαδή, μ’ ένα εμβληματικό ποίημα του Γιώργη Παυλόπουλου, με τίτλο «Τα Αντικλείδια», με το οποίο – μέσω πάντα της ποιητικής τέχνης – επιχειρεί να εξιχνιάσει το αιώνιο μυστήριο της Ποίησης, μ’ ένα εντελώς προσωπικό και γοητευτικό τρόπο: «Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή. / Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν / τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί / κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι / και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν. / Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς / δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί. / Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη / και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια / γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν. / Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν. / Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ / για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος. / Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν / από τότε που υπάρχει ο κόσμος / είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια / για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης».

pessoa

Υ.Γ 1.: Είναι κρίμα που η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης αμαυρώθηκε, δυστυχώς, από δύο πρόσφατα βάρβαρα περιστατικά: Πρώτον, τη δολοφονία του επιφανούς Σύρου ποιητή Μπασίρ Αλ Αανί, από το ισλαμικό κράτος. (Ο 55χρονος Σύρος ποιητής και ο γιος του Εγιάς είχαν συλληφθεί πριν από επτά μήνες μαζί με 100 ακόμα συμπολίτες τους, στην προσπάθειά τους να διαφύγουν από την πόλη Ντέιρ Αλ Ζουρ στην ανατολική Συρία, σύμφωνα με το συριακό πρακτορείο ειδήσεων SANA, η οποία παραμένει ακόμα υπό τον έλεγχο του συριακού καθεστώτος και πολιορκείται από τους τζιχαντιστές. Ο Αανί και ο γιος του δολοφονήθηκαν, κατηγορούμενοι για «αποστασία», όπως δήλωσαν συγγενείς τους σε διεθνή δίκτυα, είχαν μάλιστα επιστρέψει στην Ντέιρ Αλ Ζουρ προκειμένου να θάψουν τη σύζυγο του ποιητή, η οποία πέθανε σε νοσομείο της Δαμασκού μετά από ασθένεια. Ο Αανί ήταν γνωστός για την εναντίωσή του στη διακυβέρνηση των Άσαντ, τόσο πριν όσο και μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Συρία). Δεύτερον, την καταδίκη σε θάνατο, από το σαουδαραβικό καθεστώς, του Παλαιστίνιου ποιητή Άσραφ Φαγιάντ. (Ο ποιητής καταδικάστηκε για αποκήρυξη του Ισλάμ, τόσο εξαιτίας στίχων του όσο και γιατί προσπάθησε να ανακοινώσει μέσω Διαδικτύου σχετικά με τις συνθήκες που αφορούν στα ανθρώπινα δικαιώματα).

Η Εταιρεία Συγγραφέων της Ελλάδας, αναφερόμενη στα παραπάνω περιστατικά, σε επίσημη ανακοίνωσή της επισημαίνει: «Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, “πνευματικό τέκνο” της ελληνικής Εταιρείας Συγγραφέων, βρίσκει την ποίηση τραυματισμένη και τον κόσμο σκοτεινιασμένο από κρίσεις, πολέμους και θρησκευτικούς φανατισμούς. […] Όταν, το 1998, η Εταιρεία Συγγραφέων πρότεινε τη δημιουργία μιας παγκόσμιας ημέρας ποίησης, πρόταση την οποία αποδέχτηκε αργότερα η UNESCO καθιερώνοντας αυτόν τον ετήσιο εορτασμό, οι Έλληνες συγγραφείς οραματίζονταν ένα μέλλον πιο φωτεινό και πιο ποιητικό». Και η ανακοίνωση καταλήγει: «“Οι νέοι ναζί του ISIS σκότωσαν τον Μπασίρ Αλ Αανί, αλλά δεν μπορούν να σκοτώσουν την ποίηση”» έγραψε ο δημοσιογράφος Γουαέλ Σαγουάχ αποχαιρετώντας τον φίλο του Μπασίρ Αλ Αανί […]». Και η Εταιρεία Συγγραφέων, αφού χρησιμοποιεί ως προμετωπίδα στην ανακοίνωσή της το πεντάστιχο του Νίκου Εγγονόπουλου («μα επί τέλους! πια ο καθένας γνωρίζει πως / από καιρό τώρα / – και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα – / είθισται / να δολοφονούν τους ποιητάς»), ολοκληρώνει το μήνυμά της τονίζοντας: «Είμαστε εδώ για να υπερασπιστούμε την ποίηση: την ποίηση όσο ακόμα μπορεί να αποτελεί έναν επιπλέον ορισμό της ελευθερίας».

Υ.Γ.: Πάντως είναι παρήγορο που, εις πείσμα των πολλαπλών, μεγάλων αδιεξόδων και της ζοφερής ατμόσφαιρας στην Ελλάδα, η Ημέρα Ποίησης γιορτάστηκε φέτος με μεγάλη λαμπρότητα, ενθουσιασμό και πυκνή συμμετοχή λαού που απόλαυσε τη διαχρονική μαγεία της ποιητικής τέχνης, έξω από το εμβληματικό κτίριο της Λυρικής Σκηνής στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου στην Αθήνα.

(Σημ.: Το μεγαλύτερο μέρος του παραπάνω άρθρου παρουσιάστηκε υπό μορφήν συνέντευξης που παραχωρήθηκε στον Δημήτρη Καμετόπουλο του ελληνόφωνου προγράμματος της κρατικής Ραδιοφωνίας SBS, στις 21.3.2016, επ’ ευκαιρία της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης).
*Ο Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός (νεοελληνιστής), θεωρητικός και κριτικός Λογοτεχνίας, και συγγραφέας. Ζει και αεργάζεται στη Μελβούρνη. Αρθρογραφεί σε αθηναϊκές εφημερίδες και είναι βιβλιοκριτικός σε λογοτεχνικά περιοδικά. Πρόσφατο βιβλίο του είναι η βιογραφία: «Βασίλης Βασιλικός: Τα Αμαρτύρητα» (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016).

100 χρόνια dada – Tristan Tzara, Ο Κύρος ΑΑ, Αντι-Φιλόσοφος

tristan

Λοχαγέ!
οι βολίδες, οι ανοιχτές δυνάμεις του καταρράκτη μάς απειλούν, η θηλιά των φιδιών, οι αλυσίδες των μαστιγίων, προχωρούν θριαμβικά μέσα στις χώρες που μόλυνε η συνεχής φρενίτις. Λοχαγέ!
όλες οι κατηγορίες των βασανισμένων ζώων, υπό μορφήν δαγκωμάτων πάνου απ’ το κρεβάτι, χάσκουν σαν αιμάτινοι κύκλοι, μια βροχή πέτρινων δοντιών και τα ίχνη των ακαθαρσιών μέσα στις κλούβες μάς σκεπάζουν μέσα σε παλτά ατέλειωτα σαν το χιόνι.

Λοχαγέ!
οι λάμψεις απ’ τα κάρβουνα έγιναν φώκια, αστροπελέκι, έντομο κάτω απ’ τα μάτια σου, οι έφιππες ομάδες των οραματιζομένων, τα τροχοφόρα τέρατα, οι φωνές των αυτομάτων υπνοβατών, τα ρευστά στομάχια πάνω στις ασημένιες πλάκες, οι ωμότητες των σαρκοβόρων λουλουδιών θα κυριέψουν την απλή κι υπαίθρια ζωή και τον κινηματογράφο του ύπνου σου

Λοχαγέ!
φυλάξου απ’ τα γαλανά μάτια.

Μετάφραση: Νίκος Εγγονόπουλος (1910-1985).

Γιάννης Ζελιαναίος, Μακάριοι οι σκύλοι του οινοπνεύματος

΄ÄâÄêàéà éà ëâ™äéà £é™ éà¨é訳™΄Ä£éë ²àĨ¨Üë Ö³äàĨÄàéë

Η πεταμένη Μαρία

Έχω αυτή τη γυναίκα
που μου ζητάει ένα περίστροφο
πριν πιει τα χάπια της.
Βάφεται,
αγοράζει παπούτσια
και κομπινεζόν
που κοστίζουν όσο το νοίκι μου,
της πληρώνω τους καφέδες της
και ξεχνάει πως με λένε
όταν πάει να με συστήσει.
Παραπονιέται για την κοιλιά της
τις πιλάτες της
και τη σαλάτα με κοτόπουλο
που πρήζει το στομάχι της.
Στα μπαρ μιλάει με όλο τον κόσμο
για πράγματα
που δεν σου πάει το μυαλό
ότι συζητάνε οι άνθρωποι.
Γκρινιάζει για τη βροχή
και για τον καράφλα με παιδιά
που θέλει στο κρεβάτι της.
Ανεβάζει σαν μάγισσα
τα απαγορευτικά των μπάτσων
όταν η πόλη τρέμει μετανάστες
και λέει πως η μπεμβέ της
κοιμάται μόνο στα υπόστεγα.
Με μια διαολεμένη πειστική φωνή
μου κάνει νάζια όταν πίνω,
φοράω τα γυαλιά της το πρωί
κοιμάμαι στον καναπέ της το βράδυ
και μου πετάει ένα τυρί
για να χορτάσω σαν σκυλί
κάθε που ο ήλιος
μου δείχνει δυο σαγόνια.
Γυρνάμε σε μέρη που δεν θέλει,
σαν πεταμένος άγγελος
βάφει τα φτερά της
μου λέει για το όπλο
που θέλει το μυαλό της
για τα χάπια
που δεν χορταίνουν το κορμί της
για την σίγουρη αυτοκτονία της
με το αίμα να σκουπίζει
το κομπινεζόν της
και στο λαρύγγι απιθωμένη τη στρυχνίνη.
Δεν είναι ώρα για ποιήματα πια.
Ποτέ δεν ήταν.
Κάθε που γέρνω πίσω από το δέρμα
ξέρω πως αυτή η Μαρία
κάποτε
ίσως και να τινάξει τα μυαλά της
στο δωμάτιο με τα δυο σκυλιά της.

Αντώνης Στασινόπουλος, Τρία ποιήματα

3-8

Αιγαίο

ΟΜΙΧΛΗ.
Σταγόνες βροχής πέφτουν από το μολυβένιο ουρανό.
Τα βράχια γκρίζα ορθώνονται
μέσα από το βαθύ μπλε της θάλασσας.
Αιγαίο, μπρίκια έσχιζαν τα νερά σου
μεταφέροντας εμπορεύματα, ανθρώπους, πειρατές, ιδέες.
Όσμωση πολιτισμών.
Σήμερα πλεούμενα δουλεμπόρων κουβαλάνε απελπισμένους.
Όσοι είναι τυχεροί και τα κορμιά τους αντέξουν,
θα φτάσουν στη απαγορευμένη αφθονία της Δύσης.

***

Συνέρευση

ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ κιτρινισμένα από τη νικοτίνη,
τα βλέφαρα βαριά.
Κάτω από τη μέθη του κρασιού,
ματιές ανταλλάσσονται.
ο έρωτας, σκιρτήματα καρδιάς.
Φλόγα διαπερνά το κορμί η επιθυμία ερωτικής συνέρευσης
στους ρυθμούς του βοώντος αγέρα,
σ’ ένα αιώνιο σφιχταγκάλιασμα αγάπης και ζωής.

***

Ιντιφάντα

ΑΣΠΡΑ ΣΥΝΝΕΦΑ κύκνοι στον ουρανό
οι ψυχές των μικρών Παλαιστινίων.
Το κρύο τρυπάει τα κόκαλα
Στρατώτες τσακίζουν τα χέρια,
Όταν γυρεύουν γη και φως,
Φεγγάρι κόκκινο θλιμμένο.
Το αίμα ρέει.
Ιντιφάντα.
Ένας χορός ζωής και θανάτου για τη λευτεριά.

*Από τη συλλογή “Των ονείρων τα χρώματα”, Εκδόσεις “Βιβλιοπέλαγος”, Αθήνα 2004.

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Τρία ποιήματα

nyxterin;o

Η ΑΡΝΗΣΗ ΣΟΥ

Την άρνησή σου την έκανα καράβι
που θα με ταξιδεύει στα χρόνια που θα ‘ρθουν.
Κυματάκι της θάλασσας που πάνω του θα χαϊδεύομαι
φωνούλα μέσα μου που τραγουδάει για αθωότητα.
Την άρνησή σου την έκανα στίχους ηχηρούς.
Την έκανα στιγμή ολόκληρη γεμάτη από σένα
ελπίδα ότι μπροστά μου θα σταθείς μια μέρα.
Κι εγώ
ελεύθερη
θα σου ψιθυρίζω την αλήθεια μας
κι εσύ
για πρώτη φορά
θα την αποδέχεσαι.

***

ΤΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ ΜΟΥ

Αναπολώ τα σκοτάδια μου
Τις μέρες της μοναχικής μου περιδιάβασης
σε ακυρωμένους έρωτες
τις μέρες που έβγαινε από μέσα μου
αρρωστιάρικη και αδύναμη φωνούλα
κι η αγωνία πάλευε με τους φόβους μου
και το σχοινί έτριζε κάτω απ’ τα πόδια μου
και συ “αγρόν ηγόραζες” και άλλα τέτοια.
Και τις κομμένες μου ανάσες
και τους πανικούς μου
και τα ασάλευτα βράδια μου
τότε τα περιφρόνησες.
Τώρα τα ερμηνεύεις.
Αγαπώ τα σκοτάδια μου.
και κείνα μ΄ αγαπάνε.

***

ΑΝΝΙΚΑ

Δε σε είδα όταν έφυγες
μέσα στο νυφικό σου,
μικρό και όμορφό μου πλάσμα,
αστεράκι
κουβαράκι μες στο σύμπαν
ταξιδεύεις χωρίς γυρισμό.
Στην καρδιά μου έχεις αφήσει ένα πελώριο κενό.
Δε σε είδα όταν έφευγες.
Τώρα σωπαίνω
Και πενθώ.

*Από τη συλλογή “Πληγές”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011.