Πάνος Ιωαννίδης, Τρία ποιήματα

Dark_Forest

Καμουφλάζ


Σημασία δεν έχει να κάνεις εικόνες με νόημα

αλλά να δίνεις νόημα στις εικόνες είπε ο δάσκαλος

Άρα δηλώνω εγώ ο μαθητής

το ζήτημα είναι να προσφέρεις νόημα στις λέξεις


Αν είσαι ποιητής

Δεν θα στο πούνε τα αστέρια ή οι θάλασσες

Δεν θα το μάθεις από την τσούπρα που σε έριξε ψάχνοντας

κάτι διαφορετικό με συνηθισμένο τρόπο

Δεν θα το κρίνει ο πνευματικός σου νταβατζής



Θα σε νοιώσει μια νοικοκυρά

ανακατεύοντας τη βραδινή μακαρονάδα ψάχνοντας

να ρίξει στην σάλτσα όσα δεν έζησε

Θα σου κάνει χειραψία με το βλέμμα της ήττας

ο οδηγός του πρωινού απορριμματοφόρου που

έμαθε να συλλέγει τα πιο άχρηστα διαμάντια

Ίσως σε αγκαλιάσει ο σκίουρος

με ειδικότητα στο ροκάνισμα του ξυπνητηριού

Ή σε φιλήσει η δεκαοχτούρα που ενστικτωδώς

είθισται στο να κυκλώνει τον πόνο με το τραγούδι της


Αν έχεις παρόμοιες ψευδαισθήσεις

φρόντισε να μάθεις να κρύβεσαι καλά καθώς


η ποίηση μαγνητίζει όσο τίποτε άλλο τα κενά




***

Βιολοντσέλο


τα μεσημέρια της Κυριακής είναι άβατα δάση

σπαρμένα από πυκνό βαμβάκι του κλεμμένου χρόνου

μόνον τότε μπορούν να σμίξουν

μακριά από διακριτικά βλέμματα

ο Μάνος Σιμωνίδης και η Έμμα Μποβαρύ

σε κάποιο ξεχασμένο από τα δόντια της αντιπαροχής

αρχοντικό της ανεπανάληπτης οδού Ρήγα Φεραίου

που κλείνει

τις ρωγμές των Επτά Πύργων με τα δάκρυα της Καυκάσου



όλα είναι ήρεμα εκείνη την ώρα



οι απόγονοι της εσωτερικής μετανάστευσης

κοιμούνται ήσυχοι μέσα σε καλοδιατηρημένα κλουβιά

τα τροχοφόρα αφήνουν καρδιές στα σοκάκια της Άνω Πόλης

και οι ποιητές καταπίνουν στίχους

νοιώθοντας τα ρίγη της ολότητας


αφού αγαπηθούν οι δυο μοναχικοί εραστές

συζητάνε βροχή στην πόλη ήλιο στις σπηλιές

την ώρα που η Ρήγα Φεραίου τραβάει πάνω της

τα όνειρα της επόμενης βδομάδας

αυταπάτες  ύστερων καιρών που σύντομα

θα μεταμορφώσουν ατελείς πράξεις σε επιλεκτικές θύμησες


τα πρώτα φώτα του απογέματος τους

θυμίζουν τον τρόμο του κενού


***


σταυροβελονιά


κάθε καρδιά κρύβει μέσα της βελόνες

κάποιες τις έμπηξαν στα σπλάχνα της

άλλες καρδιές

κάποιες τις φυλάει για όταν έρθει η σειρά της



πέρα από τα τσιμπήματα

οι βελόνες κάνουν άλλα πολλά

φωτίζουν σκοτάδια ενώνουν μορφές

προκαλούν την έρευνα



τα χνάρια τους στα πονεμένα δάκτυλα

κοινωνούν οδύνη μοιράζουν ηδονή



δεν είναι άλλωστε τυχαίο που

οι μοδίστρες πλάσματα μυστηριακά μα μοναδικά

απλώνουν πάνω στα αφράτα κορμιά τους

ολόκληρες διαδρομές από βελόνες

καθότι νοιώθουν πως οι καρδιές

χτυπούν ομορφότερα όταν γνωρίζουν



πως πρόκειται σύντομα να τσιμπηθούν

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο του Πάνου Ιωαννίδη “Noir Λογοτεχνία (Το Μελάνι στο Νερό)” στο http://negraliteratura.blogspot.gr

Γεωργία Τρούλη, Εκ ταμιεύσεις φυγόκεντρης θέσης

Πεταλούδα ART Viktor

Εκ νέου να παίρνεις όλα τα νεκρά κύτταρα
Να τα τρίβεις καλά. Να φτιάχνεις πούδρα
Και πάλι με αυτά να καλύπτεις τις όποιες ατέλειες
Να πιστεύεις πως δείχνεις
Εκ νέου

Εκ φύσεως
Ν’ αφήνεις το μικρό ευλύγιστο τρεμούλιασμα
Φωνής και πλησιάσματος. Να δίνεις αέρα και αναμονή
Να καιροφυλακτείς για το ζώο και ν’ ανάβεις φωτιά
Από τις τρίχες σου
Εκ φύσεως μετά,
Έρχεται η θέση

Εκ θέσεως
Αγωνιστική προκαταβολή – γλοιώδης παρατήρηση της
Πραγματικότητας ή πραγματική παρομοίωση της γλοιότητας
Όλοι κυνισμό και τα γουρούνια στη φωτιά
Φτιάχνουν arte povera – εγκατάσταση εαυτού
Εκθέτεις και παρανομαστής – από κάτω
Κενότητα

Εκ προοιμίου
Λέγεσαι γλυκά τεμαχισμένη στο όριο
Μιας άλλης υπό/σχεσης. Διαβάζεις ανάποδα τους εμπαιγμούς
Και δείχνεις τα νύχια που κρύβεις στις διχάλες του αγριμιού
Εκ προοιμίου ρομαντική και ανυποψίαστη – λες

Εκ παραβολής
Γνέφεις στις παρεκκλίσεις να πάνε λίγο πιο νόημα διαζευτικό
Και να βάλουν τρικλοποδιά στον άσωτο
Εγώ πάντα εκ παραβολής αγρόν ηγόραζον και πανάκριβα
Πλήρωσα το αδράχτι – κι άρα η τιάρα ποιος νοιάζει;
Εκ παραβολής καταθέτω οβολό και φυγόπονο

Εκ προμελέτης
Εκτέλεση Εαυτού, του Άλλου, του Εγώ,
Του υπερ/εκείνου, του υπερκείμενου φελλού της άνωσης
Εκ προμελέτης βουλιάζεις και μιλάς για πνιγμό – λάθος
Στο σπίτι του ^κρεμασμένου

Εκ παραδρομής
Όλα σκουντουφλάνε στις παρισινές ταινίες
Και στις φυγόκεντρες εκκαθαρίσεις του συναισθήματος
Παράτολμος παράδρομος έρωτας
Παραδώσου

Εκ περιτροπής
Σιγοτραγουδάς δύο τρία ονομαστικά άτομα
Με την παρωνύμια τους
Και πάντα απαντά στο κάλεσμα ο ακόλουθος
Που προηγούνταν στο ψιτ
Λάθος τροπή πήραν τα πράγματα και τι ντροπή

Εκ τροπής
Τηλεφώνημα από ψηλά και ευτυχώς δεν συνομιλείς
Ψυχρά με Θεό ή δεν είσαι ο Ναπολέων με κρυμμένο
το χέρι στο μανίκι
Αλλά με φυλαγμένο τον Άσσο στον πρώτο αριθμό
Φωνής τηλεφώνου

Εκ ταφής
Ανάγνωσμα πένθιμο και υβριδικό για την χαμένη
Παιδική ηλικία της κούκλας που έχεις χρόνια
Στην ντουλάπα αρωματισμένη
Και φρόνιμη

Εκ φυσικού
Λέγεσαι Άλλη από την ίδια
Που γνώρισαν κάποτε
Απ’ την καλή και από την ανάποδη – ποδιά σχολική
που δεν πρόλαβες
Η φωτιά στην σπηλιά σιγοκαίει – φυσικά

Εκ πονηρού
Πάντα σταθερά, αποφασιστικά και επίμονα
Αφήνεσαι στο (((

Μετά έρχεται το σ του σαματά
Και της συγχώνευσης
Και μπαίνει στην κάππα του βασιλιά
Κι έχουμε:

Εξ ορισμού
Κολυμπήθρα με ψυχρούς σαλτιμπάγκους

Εξ αποστάσεως
Τον ερωτογινομένο καρπό
Του δέντρου που έδινε

Εξ ανάγκης
Τον χωρισμό του χωρισμού

Εξ ωόρρηξης
Την ασύστολη γραμμή του καθισμένου

Εξ ακοής
Και παρ’ ελπίδα παράνοιες

Και
Τότε γίνεται εκ-λογίκευση
Και το παιχνίδι λέγεται σοβαρό

Και επιτέλους
Κύκνειο άσθμα – εξ απαλών ονύχων

Εκ φύσεως
Θέση μηδενική – ένα

Κι εγώ η βασίλισσα της σπηλιάς
Πάλαι ποτέ εξορία
Εκ θρόνιση

*Από τη συλλογή “Ποίηση σε ένα οβάλ περιβάλλον”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη, Δεκέμβρης 2015.

Δέκα χρόνια χωρίς τον Μίλτο Σαχτούρη – Τέσσερα ποιήματα

Αστεροσκοπείο

Διαρρήχτες του ήλιου
δεν είδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δεν άγγιξαν φλογισμένο στόμα
δεν ξέρουν τί χρώμα έχει ο ουρανός
Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι
δεν ξέρουν αν θα πεθάνουν
παραμονεύουν
με μαύρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια
με τ’ άστρα στην τσέπη τους βρωμισμένα με ψίχουλα
με τις πέτρες τών δειλών στα χέρια
παραμονεύουν σ’ άλλους πλανήτες το φως
Να πεθάνουν
Να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της
από το χρώμα του το κάθε λουλούδι
από το χάδι του το κάθε χέρι
απ’ τ’ ανατρίχιασμα του το κάθε φιλί

***

Τα δώρα

Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν
μιά γυναίκα μού χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μιά ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό
Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής

***

Ο βυθός

Ένας ναύτης ψηλά
στα κάτασπρα ντυμένος
τρέχει μέσ’ στο φεγγάρι
Κι η κοπέλα απ’ τη γης
με τα κόκκινα μάτια
λέει ένα τραγούδι
που δε φτάνει ως το ναύτη
Φτάνει ως το λιμάνι
φτάνει ως το καράβι
φτάνει ως τα κατάρτια
Μα δε φτάνει ψηλά στο φεγγάρι

***

Ορυχείο

Σου γράψω γεμάτη τρόμο μέσα από μιά στοά
νυχτερινή
φωτισμένη από μιαν ελάχιστη λάμπα σα δαχτυλίθρα
ένα βαγόνι περνάει από πάνω μου προσεχτικά
ψάχνει τις αποστάσεις του μη με χτυπήσει
εγώ πάλι άλλοτε κάνω πως κοιμάμαι άλλοτε
πως μαντάρω ένα ζευγάρι κάλτσες παλιές
γιατί έχουν όλα γύρω μου παράξενα παλιώσει
Στο σπίτι
χτες
καθώς άνοιξα τη ντουλάπα έσβησε γίνηκε
σκόνη μ’ όλα τα ρούχα της μαζί
τα πιάτα σπάζουν μόλις κανείς τ’ αγγίξει
φοβάμαι κι έχω κρύψει τα πηρούνια και τα
μαχαίρια
τα μαλλιά μου έχουν γίνει κάτι σα στουπί
το στόμα μου άσπρισε και με πονάει
τα χέρια μου είναι πέτρινα
τα πόδια μου είναι ξύλινα
με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά
δεν ξέρω πώς γίνηκε και με φωνάζουν μάνα
Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα
χαρούμενα
Να με θυμάσαι

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Δύο ποιήματα

12717898_10208005496111819_5532152292839618015_n

περιμένοντας τον ουρανό

Στο κέντρο της μαύρης τούτης τρύπας
βλέπεις το σκοτάδι γύρω σου να μεγαλώνει.
Το σκοτάδι, ένα σαρκοβόρο κτήνος
που πνίγει σβέρκους στο πέρασμά του.
Εσύ τρέμεις απ’ το κρύο
και περιμένεις μοναχά τον ουρανό,
νιώθεις σαν τον στρατιώτη τον ξεγυμνωμένο
που δεν πρόλαβε ν’ αφήσει το βυζί της μάνας
και τόνε ρίξανε στη μάχη σαν τσουβάλι.
Οι σφαίρες τρυπούν τα κούφια κόκαλά σου,
οι λόγχες γυρνούν μες στις πληγές
που είχες από γεννησιμιού.
Πόλεμος! κραυγάζεις
αλλά κανείς δεν σ΄ ακούει,
όχι γιατί ‘ναι όλοι πεθαμένοι
μα γιατί απ’ το σκοτάδι δεν τη γλυτώνει
ούτε κι εκείνο το θαύμα ο ήχος.

Και τώρα που γίναν όλα νύχτα,
πάει, λες, το χάσαμε το παιχνίδι.
Και φοβάσαι,
φοβάσαι τον φόβο περισσότερο,
Δεν φοβάσαι τον ουρανό,
αυτός παρηγοριά μεγάλη.
Άντε να πέσει, να τελειώνουμε.

***

ο ξεχασμένος

Οι νεκροί τριγύριζαν στους δρόμους
και μάζευαν ζωντανούς μέσα στις τσέπες τους.
Αμέτρητοι,
κρέμονταν και στα φανάρια,
τόσους αιώνες είχαν βαρεθεί τους ίδιους
και τους ίδιους.

Ένα παιδί με ανοιχτό κεφάλι
-θα πέθανε από τρίτου βαθμού ονειροβασία-
μ’ έδειξε στη μητέρα του με το δάχτυλο,
ένα μαύρο φαγωμένο νύχι όλο.
Εγώ τίποτα,
τη χολή μου έπινα ήσυχος
στο φαρμακοπωλείο της οδού Χ
και τίναζα τ΄ αποκαΐδια της ζωής απ’ τον γιακά.

Αυτή τον φόρτωσε στην πλάτη της,
Παιδί μου, λάθος κάνεις, του είπε
και μπήκαν στο πλήθος των νεκρών
που κλαίγοντας πλημμύριζαν τη Σταδίου.
Αυτός από χρόνια είναι δικός μας.

*Από τη συλλογή ‘Ανεκπλήρωτοι φόβοι”, Εκδόσεις Πολύτροπον, Αθήνα 2012. Η φωτοραφία της ανάρτησης είναι το εξώφυλλο της δεύτερης έκδοσης της συλλογής από τις Εκδόσεις “Μελάνι”.

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

ιστος αραχνης

Η ΑΡΑΧΝΗ

Συχνά με επισκέπτεται μια αράχνη
Που υφαίνει όλες μου τις πληγές.
Πλέκει πουλόβερ από λέξεις
Για να το φορώ κατάσαρκα
Τις ώρες της απογύμνωσης
Κι ένα κασκόλ με χρώματα
Για να τυλίγω τα απoθέματα σκέψης.
Μετά ανεβαίνει στα ποιήματα
Και πιάνει κουβέντα με τους στίχους
Περιποιείται τελείες, χτενίζει κόμματα
Διαγράφει ανεπιθύμητους συνειρμούς.
Τα βράδια σκαρφαλώνει στον ουρανό
Και πετροβολεί μ’ αστέρια το δωμάτιο.
Βρίσκω ένα σημείωμα στο κομοδίνο
Διαμαρτύρεται ότι την παραμελώ.

Εγώ όμως ξέρω εδώ και χρόνια
Πως πίσω απ’ το προσωπείο της
Κρύβεται ο αποκηρυγμένος μου εαυτός
Που κάποια στιγμή θα με τσιμπήσει
Με το θανατηφόρο κεντρί του
Και τότε θα είναι πια πολύ αργά
Για σκέψεις, ιδέες και ποιήματα.

***

ΜΕΤΑΛΛΑΞΕΙΣ

Κάποιες φορές έξω απ’ το σπίτι
Με περιμένει μια γάτα
Με δυο κεφάλια και φτερά.
Στην αρχή νόμιζα πως απέδρασε
Από πίνακα ζωγραφικής
Ή ότι έπεσε απ’ τον ουρανό
Κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας.
Όμως δεν ήταν πραγματική γάτα
Αφού να φανταστείτε
Άρχισε να κυνηγάει τους κλέφτες
Και να γαβγίζει στα αυτοκίνητα
Ξέθαβε κόκαλα απ’ το χώμα
Και με κοιτούσε στα μάτια με συμπόνια
Όταν έβγαζα απ’ την τσέπη τα κλειδιά.

Μερικές φορές έξω απ’ το σπίτι
Με περιμένει ένα πουλί.
Βαρέθηκε τον εγκλεισμό του στους ουρανούς
Κι αποφάσισε να πεθάνει με φυσικό τρόπο.
Όμως η γάτα πια δεν υπάρχει
Κι ο σκύλος που της έμοιαζε
Εξαϋλώθηκε στο φεγγάρι
Μονάχα τα φτερά του πετούσαν
Πάνω απ’ τις πολυκατοικίες
Και τα τέσσερα μάτια του
Κρεμασμένα στις κολόνες
Φώτιζαν τη βραδινή μου οδύνη.

Μα τι απέγινε το πουλί;
Διαπίστωσα πως τον τελευταίο καιρό
Μέσα στο σπίτι μου
Ακούγονται φωνές νεκρών ψαριών
Απ’ τους πίνακες ζωγραφικής.

*Από τη συλλογή “Εκτός εαυτού”, Εκδόσεις “Στοχαστής”, Αθήνα 2015.

The new Greek poetry

1484216_10206230264220357_4837546071468337035_n

In poverty stricken Greece, poetry is getting richer. Karen Van Dyck, editor of a new anthology, looks at an artform in revolution

When there is less to go around, people fight, grab, get tough. Lately, Greece and the Balkans have been living with more than their share of less. Hunger, unemployment, slashed pensions and ruined businesses are rife in Athens. Electricity and water shortages reach levels associated with countries at war. More than 27% of Greeks are unemployed. Fifty-five per cent of young people, particularly those in the areas of technology and education, have left Greece to find work elsewhere. Forty per cent of children were living in poverty in 2014, and the number is now approaching 50%. Public debt is the highest in Europe, over 180% of GDP, while austerity measures make staying in the eurozone as difficult as a Grexit. The need for fast answers pushes voters to political extremes. Broken promises and corruption on all sides breed unfounded accusations and fatalism. Hardly anyone keeps money in the bank any more. News of murders and robberies shares equal airtime with ads for hi-tech security systems. Meanwhile, refugees fleeing Syria, Afghanistan, and Iraq arrive on islands such as Lesbos in their hundreds, and at times in their thousands, not wanting to be in Greece, but unable to get to countries with better social services. And where the refugee boats go, local fishermen follow, lining up on shore to jockey for their engines, hoping to resell them at a profit. More people, less to go around.

Poetry, though, is one thing there is more of. Much more. Poets writing graffiti on walls, poets reading in public squares, theatres and empty lots, poets performing in slams, chanting slogans, and singing songs at rallies, poets blogging and posting on the internet, poets teaming up with artists and musicians, teaching workshops to school children and migrants. In all of the misery and mess, new poetry is everywhere, too large and various a body of writing to fit neatly on either side of any ideological rift. Even with bookshops closing and publishers unsure of paper supplies, poets are getting their poems out there. Established literary magazines are flourishing; small presses and new periodicals abound. And if poetry production is defying economic recession, it is also overleaping the divisions of nation, class and gender. Not since the Greek military junta, known as the Colonels’ Dictatorship, in the early 1970s, when poets such as Katerina Anghelaki-Rooke, Jenny Mastoraki and Pavlina Pampoudi first appeared, has there been such an abundance of poetry being written. Indeed, the historical affinity does not stop there: it is those same poets who are doing the lion’s share of mentoring in the new generation.
The anthology Austerity Measures samples this living tradition, bearing witness not only to the hard lives being led in Greece and the Balkans today, but also to what poetry does best: offer new ways to imagine what can be radically different realities. From the lyrical dream fragments of Anna Griva to the apocalyptic neorealism of Stathis Antoniou to Thomas Tsalapatis’s wry postmodern prose poems, nothing here is as one might expect, even from the Greek poetry of the recent past. Not many statues; not much myth, at least in the classical sense; no patriotism; not even the very intense light or references to the sea we know from the Nobel laureates George Seferis and Odysseas Elytis.
Advertisement

What most distinguishes the poetry of this new millennium from that which came before is, on the one hand, its diversity – there are no clear-cut schools or factions – and, on the other hand, the cultural conditions that it takes for granted. Loosely connected, living in Athens, Thessaloniki, and smaller places such as Patras, Ksanthi, and Syros as well as outside Greece, many of the new poets have had ready access to computers and the internet since childhood. The reality they seek to represent – most obviously in poems with titles such as “Empty Inbox” and “Txt Message” – is infiltrated by, and includes, the virtual. They have grown up with the understanding that vast stores of information and a wide range of different languages are only ever a click away. There are more women writing than at any time since the dictatorship, as if the hard times have levelled other inequalities.

In the end, these poets pose the question of what it can mean for poetry to be political, or to be apolitical, in times of social and economic crisis. They live within the limits of capital controls and unrepresentative referenda; if they live abroad, they are invested in the news of family and friends living within those limits; but, in every case, they write through it. Even in the work of poets who began publishing earlier than the past decade, austerity and an uncertain future are unavoidable presences.

But what is the relationship of poetry to the world it inhabits? If, as William Carlos Williams says in the lines that I have made the epigraph to the anthology, “men die miserably every day / for lack / of what is found” in poetry, then what is there in this writing that could have made those lives less miserable, or even saved them? If it’s “difficult to get the news from poems”, doesn’t this mean that it is nonetheless somehow possible – especially if we come at poems “at a slight angle to the universe”, as EM Forster described the Greek diaspora poet CP Cavafy?
Advertisement

Austerity measures call both for cutting back and for turning limited resources to new and creative ends. In poetic terms, this often involves rhyme and syllabic count. AE Stallings dramatises this resourcefulness by repurposing a news headline, “Greece Downgraded Deeper Into Junk”, and using that headline’s last word as one of the two repeating rhymes of a villanelle embedded in a prose poem. Similarly, the traditional 15-syllable line of the folksong, not coincidentally called “political verse”, winds its way through much of the original Greek in this collection, surfacing at the most unexpected moments. Yiannis Efthymiades’s meditation on the final moments of a jumper from the World Trade Center, “9/11 or Falling Man”, takes still another inventive approach, following the spirit of its long 27-syllable lines by expanding the brevity of a 10 second descent into a series of poems that runs for 27 pages.

This question of resourcefulness can also point to a more general ethos of recycling, reminiscent of the empty shopping trolley, put to an imaginative range of uses, that shows up with growing frequency in contemporary Greek film, art, and even a promotional video for Piraeus Bank. More often than not, in this poetry, it is the icons of the everyday that bring the crisis home: Ikea cartons for a roof in Jazra Khaleed’s “Words”, for instance, or a caterpillar eaten alive in the centre of Athens in Iana Boukova’s “Black Haiku”. In “Mama’s a Poet”, meanwhile, Glykeria Basdeki turns household chores into a grammar lesson (“all day she cooks up commas / sweeps tenses under the rug”) and, in so doing, makes poetry about the everyday political: “comma”, in Greek, means both the punctuation mark and a political party. These poets’ relationships to history and current events are a mixed bag, sometimes in-your-face, at other times told at a slant, but always pulling at the corners of language, asking it to take in more, to be more open. The times are an invitation to speak out against dogma, division, and monolingualism – and also, often equally importantly, simply to register the lived experience of Greeks today, the news that stays new when headlines move on to cover other parts of the world.

• Austerity Measures: The New Greek Poetry edited by Karen Van Dyck is published on 28 March by Penguin. To order a copy for £8.79 (RRP £10.99) go tobookshop.theguardian.com or call 0330 333 6846. Free UK p&p over £10, online orders only. Phone orders min p&p of £1.99.

τσιγάρο δανεικό έσοδο κρατικό μηδέν

nullapoenasinelege's avatarsine_lege

τσιγάρο δανεικό έσοδο κρατικό μηδέν

κοπάδια και αηδόνια και πέτρες στο χωματόδρομο
περπατάω όπως τότε
ουαί αν τη γραμμή πατήσω και όχι το πλακάκι
στοίχημα βάζω το βιος μου και να χάσω έχω ουδέν

θάλασσα πράσινη αντάρα τρομαγμένη από τον αέρα
κολυμπάω όπως ποτέ
αλίμονο αν στον αφρό χαθώ και δεν επιπλεύσω
καθίσταμαι φελλός και κίνδυνος να χαθώ ουδείς

κορδέλες στα μαλλιά κραγιόν στα χείλη χαμόγελο νεκρό
μεγαλώνω όπως πάντα
μυαλά ατροφικά σε σχήμα ώριμου τέρατος
κλείνω τις σκέψεις μου σε φέρετρο ρίχνω το πρώτο χώμα

κραυγές εν ώρα κοινής ανησυχίας ρυτιδιασμένες κλήσεις
θα πεθάνω όπως όλοι
μα αφήνω πίσω δόξα τιμή και απραξία διανοία ταλέντου
εντέλλω η διαθήκη να ανοιχτεί παρόντων εχθρών και συγγενών

χαλί ασκούπιστο τζάκι καιόμενο αλισίβες στα βλέφαρα
να καείτε όπως σας πρέπει
αποτεφρώνω τη στιγμή που αγάπησα ταρίχευσα τα χέρια σου
όστις στη φωτιά σου να αντισταθεί απεπειράθη πάγωσε εσαεί

σύννεφα φρύδια τσέπες κάλτσες πέτρες στους πολιτευτές
ψηφίζω όπως κανένας

View original post 50 more words

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Τρία ποιήματα

Έργο: Mari Kogo

Έργο: Mari Kogo

Σπονδή σε ώρα απρόβλεπτη

καθώς το ρόδο στα δύο σχίζεται
ζώντας πολλούς μικρούς θανάτους

η νύχτα γεμίζει θρύψαλα φωνών γυάλινων
που προαναγγέλλουν τον Ικέτη

Εσύ:
κοιμάσαι στη στάση του εμβρύου
και ξετυλίγεις τους επιδέσμους του μελλοντος.

***

Εξ ορισμού

Ποίηση
νόημα ζωής
πνοή ελευθερίας.

Το να σπας τα δεσμά
της αγχόνης του κήπου
κρεμασμένη να μείνει
η ώρα η κακιά
μην κουνήσει το χρόνο.

Λαβωμένη η Σφίγγα (1)
από βέλη σοφών
πριν πεθάνει μιλά
και σου δίνει σκυτάλη
τη ροή της ψυχής
και ασημένιο δοξάρι.

1. Η Σφίγγα είναι φανταστικό πλάσμα της ελληνικής μυθολογίας. Στις ελληνικές αναπαραστάσεις απεικονίζεται ως φτερωτό λιοντάρι με κεφάλι γυναίκας ή ως γυναίκα με πέλματα και στήθη λιονταριού, ουρά ερπετού και φτερά πτηνού.

***

Ο κήπος

Είναι καιρός τώρα, που ακούγονται μέσα στη νύχτα
ποδοβολητά αλόγων που κουβαλούν ακέφαλους ιππείς

και κάποιες νύχτες χωρίς φεγγάρι
ανάβω το κερί
να φωτίσω
το σκοτάδι των ματιών σου

κάποτε, άνθρωποι σοφοί
περνούν έξω απ’ το σπίτι

τότε, τα αγάλματα του κήπου ξυπνούν
και περιμένουν τα χειρότερα.

*Από τη συλλογή “Αγχέμαχες λέξεις”, εκδόσεις Άγκυρα, 2015.