Άννα Γρίβα, Στον καθρέφτη

IMG_7538

Βαθιά κοιτάζω
το σημείο μου
μια τρύπα άδεια
πέφτω μέσα
χαράζω λίγο
τα τοιχώματα
βρίσκω τη λάσπη
τη μαζεύω
ένας σωρός
μπροστά μου πάντα
πατώ
βουλιάζω
ο όγκος δε μετρά
τι έντομο
τι βούβαλος
στο βούρκο.

‘*Από τη συλλογη “Οι μέρες που ήμασταν άγριοι’, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012.

Νίκη Χαλκιαδάκη, Αυτοβιογραφία

Την ώρα που ένας πληρωμένος δολοφόνος
μου ξεριζώνει την καρδιά
οι βελανιδιές αιμορραγούν
οι σκίουροι γεννούν μελάτα αυγά
τα τρώνε με τρυφερότητα
τα παραμύθια κλείνονται στο ψυχιατρείο
Ξυπνώ σαν ελάφι
Σαν ελάφι σταρ
Πρωταγωνιστώ σε αμερικάνικα κινούμενα σχέδια
Δώδεκα
Ώρα να γίνω πάλι κολοκύθα
ΕΓΩ πρόδωσα τη Χιονάτη
ΕΓΩ τη σταχτοπούτα
την Bambi
EΓΩ
Δεν κράτησα ποτέ το στόμα μου κλειστό

*Από τη συλλογή «Ανάσκελη με πυρετό», Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2012.

Ευτυχία Παναγιώτου, Οι υφάντρες

5677689979654354476898iljtr454578908765435787

Παγιδεύτηκαν σ’ ένα κακόφημο ποίημα.
Τα μαλλιά τους αλωνίζουν κυνηγοί κεφαλών.
Και στο στόμα λεπίδι, η ποινή στον αγρότη,
πνιγαλίων κι ο φόβος, χρηματίζει σαν φίλος.
Την ηχώ τους φιμώνει ο Φωνομέτρης χαφιές.
Ήχοι είναι, θα πούνε• δεν ακούγονται όλοι.
Τα παράθυρα κλείνουν και οι πόρτες κλειδώνουν
και ο τάφος πλευρίζει τον τυχαίο διαβάτη.
Μόνο η τραγωδός η σοπράνο
τον κουρέα αγγέλλει εφιάλτη.
Το χέρι υφάντρας θα υψώνει,
που το νέο της σώμα διασχίζει
ο ροζ σατράπης σταυρός.
Στου Μεχίκο τ’ αφιόνι, ερημιά και αλάνες.
Είναι βρόχι ο σπόρος, το λαρύγγι τους σφίγγει.
Λαναρίζονται νύφες και στο μάτι μπαμπάκι.
Στη φωνή σου η άμετρη θλίψη. Κι ο Μπαχ.

*Από τη συλλογή «Χορευτές», Εκδόσεις “Κέδρος”, 2014.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Καταλλαγή

Καταλάγιασαν οι παιδιάστικες εμμονές
τα μάτια μου αποχαιρετούν το χθες
αποκόπτοντας τον ομφάλιο λώρο
με το δρόμο του γυρισμού

βήματα με φέρνουν σταθερά
σε σίγουρα φώτα μιας νύχτας
παραδίνομαι στις δίνες της
με τους δικούς μου όρους

η συμβίωση με τον εαυτό μου
φαντάζει πιθανή ώρες-ώρες
σε μια αέναη ενατένιση
των εσώτερών μου στοιχείων
εισβάλει μια άλλη εποχή
που δεν την είχα ονειρευτεί

μοιάζω φαροφύλακας
σηματοδότης παντοτινών ψυχίων
βλεφάρων και προταγμάτων
εντρυφώντας σε μια ανταρσία ξεκάθαρη
αμετάκλητα σημαντική
κι η ένταση των ακροδαχτύλων
συμβιβάζεται με την ξενιτιά μου

στη νυχτωδία αυτής της εξορίας
εξακολουθώ να ερωτεύομαι
τα ανείπωτα και τα ευτελή
με τις νοτισμένες αναμνήσεις
τις πολυκαιρισμένες απεραντοσύνες τους
σε χώρους μη υπαρκτούς
έξω από την ηχώ των μηκών μου.

Βέλη σε δέκα χιλιάδες τόξα τεντωμένα (μικρή ανθολογία κινεζικής ποίησης)

chinese

Η Κίνα αποτέλεσε μια από τις αρχαιότερες αυτοκρατορίες με ιστορία πολυκύμαντη χιλιάδων ετών. Ο κινέζικος πολιτισμός θεωρείται από τους αρχαιότερους στον κόσμο και τα επιτεύγματα του, ανάμεσα τους και τα ποιήματα, εξακολουθούν να συγκλονίζουν και να γοητεύουν. Ο αρχιστράτηγος Τσάο- Τσάο (155-220 μ. Χ.) που έζησε στα τελευταία χρόνια της αυτοκρατορίας των Χαν έγραψε εικοσιτέσσερα ποιήματα – σ’ ένα απ’ αυτά, το “Τσουχτερό κρύο”, θυμάται προφανώς κάποια απ’ τις εκστρατείες του:

Το βορεινό Ταϊχάνγκ βουνό ανεβαίνουμε
κι είναι απόκρημνο και τι ψηλό!
Τραχύλαιμη και φιδωτή βουνοπλαγιά,
πριονίζει του αμαξιού τις ρόδες.
Τι θλιβερά, γυμνόφυλλα τα δέντρα.
Και ο βοριάς κλαψιάρικα σφυρίζει.
Μπρος μας κουμιάζουν οι αρκούδες,
πλευρίζουνε το μονοπάτι ουρλιάζοντας οι τίγρεις.
Αριοί αυτοί που κατοικούνε στις κλεισούρες.
Πέφτει πυκνό εκεί πυκνό το χιόνι …
Πώς θα ‘θελα ανατολικά να πορευόμουν!
Μα τα νερά είν’ άβυθα κι οι γέφυρες κομμένες…
Η νύχτα πέφτει μα κανένα αραξοβόλι …
Οι άνθρωποι, τ’ άλογα πεινάν το ίδιο,
με τα σακιά στον ώμο οι άντρες ξεκινάνε,
στο δάσος κούτσουρα να κόψουν
και πελεκάν τον πάγο για να βράσουν το χυλό μας.
Των Ανατολικών Βουνών λυπητερό τραγούδι
η θλίψη σου βαριά για πάντα στην ψυχή μου.

Όπως ήταν φυσικό, η ιστορία αυτής της απέραντης χώρας που γνώρισε την ακμή και την παρακμή στο πέρασμα των αιώνων δε γινόταν να μην εμπνεύσει τους ποιητές της. Στα τέλη του ένατου αιώνα ο Τσανγκ Πιν, ιθαγενής του Χοπέι, ο οποίος κέρδισε τέτοια φήμη ώστε να περιληφθεί στους “Δέκα σοφούς του ευωδιαστού Άλσους”, συνέθεσε τον “Θρήνο για τους τάφους δέκα χιλιάδων ανδρών”:

Τέλειωσε ο πόλεμος στα σύνορα του Χουάι, κι είναι
Ανοιχτοί οι δρόμοι του εμπορίου πάλι·
Κρώζοντας πάνε κι έρχονται στο χειμωνιάτικο ουρανό κοράκια παραστρατημένα.
Αλίμονο για τ΄ άσπρα κόκκαλα τα σωριασμένα σ’ έρμους τάφους·
όλα στρατιωτικές τιμές γυρέψαν για τον αρχηγό τους.

Η τέχνη της ποίησης παράγει σπουδαία δείγματα και κατά τη διάρκεια του δέκατου έβδομου αιώνα. Ο Χσου Λαν που διακρίνεται για το ιδιαίτερο ύφος του μας άφησε το ‘’Περνώντας τα σύνορα’’:

Φωλιάζεις πάνω στο ψηλό βουνό και κάτω προς τη
θάλασσα κοιτάζεις: η παλιά πόλη στα σύνορα·
ήσκιοι λαβάρων που ταράζονται στην αύρα
δείχνουνε το κάστρο των συνόρων.
Πίσω από τ’ άλογο μου ανθισμένες οι ροδακινιές,
μπροστά στο χιόνι·
Καθώς περνάω τα σύνορα, πώς να βαστάξω το
κεφάλι μου να μη γυρίσω πίσω;

Σημαντική είναι η συμβολή των γυναικών στην κινέζικη ποίηση, η Τσίου Τσινγκ (1874-1907) μας δίνει ένα λαμπρό δείγμα:

Μπρος στο κρασί
Χίλιες ουγγιές χρυσάφι θα ‘δινα για ένα καλό σπαθί
και θ ‘ άλλαζα τη ζιμπελίνα μου ευχαρίστως με κρασί.
Μα πιο πολύ εκτιμάω το φλογερό μου αίμα,
που σαν χυθεί θα ‘χει τη δύναμη των γαλανών κυμάτων.

Ένα από τα χαρακτηριστικά της κινέζικης ποίησης είναι η προσπάθεια να παγιδευτεί με κάθε τρόπο το όραμα της στιγμής, η φευγαλέα εικόνα που σχηματίζεται ξαφνικά μπροστά στα μάτια, πολλά ποιήματα θυμίζουν πίνακες των ιμπρεσιονιστών ζωγράφων που επηρεάστηκαν βαθιά από την κινέζική και την ιαπωνική τέχνη, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κάποιου ανώνυμου ποιητή αρχαίου:

Ο πάγος στη λιμνούλα έφτασε τα τρία πόδια
και τ’ άσπρο χιόνι χίλια λι σκεπάζει…

Ένα ακόμα από τον Λιου Τσουνγκ Γιουάν (773-819):

Χίλια βουνά, κανένα πέταμα πουλιού,
δέκα χιλιάδες μονοπάτια και κανένα χνάρι ανθρώπου.
Στη βάρκα τη μοναχική ένα γέρος μ’ ένδυμα από
φοινικιά, καπέλο από μπαμπού,
ψαρεύει μόνος κάτω από το χιόνι στο ψυχρό ποτάμι.

Ένα τρίτο από τον Χουανγκ Του Σαν (18ος αι.):

Ψαρεύω στ΄ ανατολικά μιας γέφυρας του δάσους,
βαραίνει στο καπέλο μου από φοινικόφυλλα το χιόνι·
πάγωσε το ποτάμι, μόλις το νερό κυλάει,
τα ψάρια καταπίνουνε τον ίσκιο απ΄ τ΄ άνθη της δαμασκηνιάς.

Κι ένα τελευταίο από τον Λου Kουέι – Μενγκ ( 9ος αι. )

Οι αγριόχηνες
Από το Νότο ως το Βορρά πόσο μακρύ ταξίδι!
Ανάμεσα τους , βέλη σε δέκα χιλιάδες τεντωμένα τόξα.
Μες στην ομίχλη και στην πάχνη ποιος να πει,
πόσες θα φτάσουνε στο Χενγκ – Γιανγκ;

(Οι μεταφράσεις είναι της Μερόπης Οικονόμου και του Σωκράτη Λ. Σκαρτσή)

Απόστολος Σπυράκης

*Αναδημοσιευση από το Στίγμα Λόγου το http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/04/blog-post_5.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)

Χρήστος-Αρμάντο Γκέζος, Ανεκπλήρωτοι φόβοι

1507827_10205045681518304_5104002838001179952_n

Χρήστος-Αρμάντο Γκέζος,
Ανεκπλήρωτοι φόβοι,
Πολύτροπον, σελ. 56

Ο ιδιαίτερα οξύς τόνος που ενίοτε μετατρέπεται σε φωνή, εκφράζοντας τον πανικό του «δραπέτη» και «διωκόμενου», είναι μόνο ένα και ίσως το πιο εμφανές χαρακτηριστικό στοιχείο της ποίησης του Χρήστου Γκέζου. Παρά το νεαρό της ηλικίας του ποιητή (γ. 1988) υπάρχουν συσσωρευμένα βιώματα από καταστάσεις ορίων ή από καταστάσεις που η φαντασία του τις έσπρωξε σε οριακό σημείο, για να αποδώσουν την επιθετική διάθεση που συνήθως έχει η επική σχέση ρήξης της νεανικής ύπαρξης με τον γύρω της κόσμο.

Ένα υποβλητικό φυσικό περιβάλλον ως αρχαϊκή σκηνογραφία όπου όμως «ανεβαίνουν» εν είδει μεταφυσικού θεάτρου κολαστήριες σκηνές. Γι’ αυτό και ο γεμάτος άγχος και εσωτερική πίεση, ρητά καταγγελτικός λόγος. Από τη Χειμάρα της Βορείου Ηπείρου, έχοντας μάλλον ζήσει στο ψυχορράγημα του παλιού ολοκληρωτικού καθεστώτος της Αλβανίας, ο Γκέζος ξεχωρίζει από τις πρώτες του φράσεις για τον δυναμισμό της γραφής του.

Μας θυμίζει με τον ιδιότυπο αντιλυρισμό του, με τον παλλόμενο ρυθμό της έκφρασής του, ότι προέρχεται από μια κοινότητα που παρέμεινε κλειστή ως γλωσσικός θύλακος για πολλά χρόνια, χωρίς ιδιαίτερες επικοινωνίες. Έτσι ώστε να διατηρεί πολύ έντονα ακόμα και τώρα η ποίησή του την αίσθηση μιας τραχύτητας η οποία δεν πρόλαβε να λειανθεί.

Και ευτυχώς, διότι η διαπερατότητα, η ικανότητα να είναι απροσποίητα αιχμηρός ο λόγος του, κάτι που συμβαδίζει με τη δωρική απλότητά του, δίνουν μια άλλη ζωντάνια και πρωτοτυπία στην αίσθηση των ποιητικών εικόνων. Έτσι, τα τριανταχτώ πυκνότατα στην έκφραση ποιήματα ή ποιητικές αφηγήσεις (καθώς συχνά έχουν μια δομή τριαδική, αρχής, μέσης και τέλους) συνδυάζουν την ελλειπτική αφήγηση με τη ρεαλιστική χοϊκότητα των πραγμάτων, την καταθλιπτική βύθιση με την ενορατική υπέρβαση.

Και όλα αυτά, όπως είπαμε, με μια πρωτόκτητη θα έλεγε κανείς αίσθηση της γλώσσας, με αυθορμησία και τόλμη που προσελκύουν αμέσως το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ

Tonia Andollina, Θυμάμαι υπήρξε μια εποχή


11885204

Θυμάμαι υπήρξε μια εποχή

για μίμους,ταχυδακτυλουργούς

και μαριονετίστες.

Τότε απεικονίζαμε το αόρατο.

Τότε καμπυλώναμε την πραγματικότητα
με
μια τράπουλα.

Τότε μεταθέταμε την δυσπιστία

στις χορδές που σας κινούσαν.

Υπήρξε μια εποχή.

Για να ξαναφανταστείτε 
την αλήθεια.

Να πλουτίσετε τις φαντασιώσεις σας.

Να ονειρευτείτε νέα πρότυπα.

Υπήρξε μια εποχή.

Μια φορά κι έναν καιρό.

Δημοκρατία: Ένα ποίημα του αφροαμερικανού Λάνγκστον Χιουζ

N.T.'s avatarΠαιδείας Εγκώμιον

herzogtum-sachsen-weissenfels:

Kees van Dongen (French-Dutch, 1877-1968), L'arum, 1912. Oil on canvas, 81 x 65 cm.

Kees van Dongen (French-Dutch, 1877-1968), L’arum, 1912

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

Μαρτίου 21, 2016

http://www.presspublica.gr

Το ποίημα ‘Δημοκρατία’ (Democracy) δημοσιεύθηκε το 1949 και διαπραγματεύεται  τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Αφροαμερικανοί στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, παρά την περιβόητη  15η Τροποποίηση του Συντάγματος (15th Amendment) η οποία φυσικά δεν απέδωσε καρπούς για όλους τους Αμερικανούς.

View original post 273 more words

Βελιμίρ Χλέμπνικοφ, Ποίημα

Words_Trapped_Inside_by_SherokuTakari

Aπόβραδο. Σκιές
Χαγιάτι. Τεμπελιές.
Καθόμασταν, πίνοντας σούρουπο
Σε κάθε μάτι – τρέξιμο ελαφιού 
Σε κάθε βλέμμα – πτήση δόρατος.
Και όταν προς το ηλιοβασίλεμα κόχλαζε μάνιασμα συμπαντικό,
Απ’ το μπακάλικο πετάχτηκε πιτσιρικάς 
Με κατευόδιο φωναχτό: “Βιάσου!”
Και πιο γοργά δεξιά απ’ ό,τι δεξιός.
Υπήρξα λέξη πιο πολύ, παρά αριστερά.

*Μετάφραση: Βασίλης Ραϊκόφτσαλης. Από το http://logocafe.blogspot.com.au/2012/08/blog-post_6731.html

40 χρόνια από το θάνατο του Αμερικανού τροβαδούρου της folk protest Phil Ochs

Γνωστός για τη διαυγή κοινωνική και πολιτική του ματιά, τη βαθιά του ανθρωπιά, το κοφτερό και πνευματώδες χιούμορ του, τη συνεπή του στράτευση στον πολιτικό ακτιβισμό και την ξεχωριστή του φωνή, ο Phil Ochs, ο αγαπημένος Αμερικανός τροβαδούρος της folk protest και σύγχρονος του Bob Dylan (αλλά, για μένα, πολύ πιο ειλικρινής και, εν τέλει, ασυμβίβαστος), πεθαίνει σαν σήμερα πριν από 40 χρόνια, κρεμώντας τον εαυτό του στο σπίτι της αδελφής του Sonny.

Ο Phil Ochs γεννιέται στις 9 Δεκεμβρίου του 1940 στο El Paso του Texas από μια μεσοαστική εβραϊκή, αλλά όχι θρησκευόμενη, οικογένεια. Ο πατέρας του, άνθρωπος απόμακρος που υπέφερε από κατάθλιψη και διπολική διαταραχή, πεθαίνει στις 30 Απριλίου του 1963 από εγκεφαλική αιμορραγία.

Ως έφηβος, ο Ochs εξελίσσεται σε διακεκριμένο κλαρινετίστα, αναδεικνυόμενος σε βασικό σολίστα του πανεπιστημιακού ωδείου του Ohio, πριν καλά καλά συμπληρώσει τα 16 του χρόνια! Οι μουσικές του επιρροές σύντομα επεκτείνονται στους Buddy Holly, Elvis Presley, Hank Williams Sr, Johnny Cash και Merle Haggard. Αγαπά τους επαναστατικούς ήρωες του σινεμά, όπως τους ενσαρκώνουν οι Marlon Brando και James Dean.

Ενώ βρίσκεται στο Miami, φυλακίζεται για 2 βδομάδες, επειδή βρέθηκε να κοιμάται σε παγκάκι. Είναι η εποχή που αποφασίζει να γίνει συγγραφέας και δημοσιογράφος.

phil_ochs-805x450

Επιστρέφει, λοιπόν, στο Πανεπιστήμιο του Ohio, προκειμένου να σπουδάσει δημοσιογραφία. Εκεί, αναπτύσσει ενδιαφέρον για την πολιτική και γνωρίζεται με έναν συμφοιτητή του, τον Jim Glover, παθιασμένο λάτρη της folk, ο οποίος τον «μυεί» στη μουσική των Pete Seeger, Woody Guthrie και The Weavers. Του μαθαίνει κιθάρα, και συζητάνε για θέματα πολιτικής φύσης. Ο Ochs αρχίζει να γράφει άρθρα σε φοιτητική εφημερίδα, συχνά ριζοσπαστικής θεματολογίας. Όταν η φοιτητική εφημερίδα αρνείται να δημοσιεύσει ένα από αυτά, εκδίδει τη δική του underground εφημερίδα με τίτλο The Word. Η πολιτική και η συγγραφή συγκλίνουν, και αρχίζει να γράφει πολιτικοποιημένα τραγούδια. Αποκαλεί τον εαυτό του «δημοσιογράφο που τραγουδά». Μαζί με τον Glover σχηματίζουν ένα ντουέτο με τίτλο The Singing Socialists. Το ντουέτο διαλύεται, και ο Ochs μετακομίζει στη Νέα Υόρκη, για να γίνει τραγουδιστής της folk.

Μεταξύ του 1964 και του 1966, κυκλοφορεί 3 ιστορικούς δίσκους στην Elektra (All the news that’s fit to sing, I ain’t marching anymore, Phil Ochs in concert), συνοδευόμενος μόνο από μια ακουστική κιθάρα.

Θαυμαστής του JFK, παρά τις πολιτικές διαφωνίες σε επιμέρους ζητήματα, συντρίβεται από το νέο της δολοφονίας του. Είναι η μόνη φορά που έχει γίνει αντιληπτός να κλαίει.

Ανάμεσα στο 1967 και το 1970 εκδίδει 4 δίσκους σε καινούριο label, την Α&Μ, πειραματιζόμενος με μπαρόκ και κλασικότροπες ενορχηστρώσεις.

Εμπλέκεται στην ίδρυση των Yippies, μαζί με τους Jerry Rubin, Abbie Hoffman, Stew Albert και Paul Krassner.

Οι δολοφονίες των Martin Luther King και JFK, αλλά και η άνοδος του Nixon στην εξουσία, είναι από τα γεγονότα που τον οδηγούν σε κατάθλιψη.

Το 1970 κυκλοφορεί τον τελευταίο του δίσκο, το Gunfight at Carnegie Hall. Απογοητευμένος από την έλλειψη απήχησης της δουλειάς του και βιώνοντας συγγραφικό μπλοκάρισμα, «βυθίζεται» ολοένα και περισσότερο στον αλκοολισμό και την κατάθλιψη, ενώ, κατά διαστήματα, κάνει χρήση ναρκωτικών, προκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των συναυλιών.

Το 1971 επισκέπτεται τη Χιλή του Allende, όπου γνωρίζεται και γίνεται φίλος με τον εμβληματικό τραγουδιστή Victor Jara, ο οποίος βασανίστηκε και δολοφονήθηκε δημόσια από τη Χούντα του Πινοσέτ.

Τον Ιανουάριο του 1976 μετακομίζει στο σπίτι της αδερφής του Sonny στο Far Rockaway στη Νέα Υόρκη. Στο μεταξύ, έχει διαγνωστεί με διπολική διαταραχή, όπως κι ο πατέρας του.

Στις 9 Απριλίου του 1976, σε ηλικία 36 ετών, αυτοκτονεί στο σπίτι της αδερφής του κρεμώντας τον εαυτό του. Μετά το θάνατό του Ochs, αποκαλύπτεται ότι το FBI διατηρούσε φάκελο σχεδόν 500 σελίδων γι’ αυτόν, και εξακολουθούσε να τον θεωρεί επικίνδυνο. Πολλοί εκτιμούν πως η αυτοκτονία του αποτελεί συνέπεια και της στενής παρακολούθησης που επί χρόνια υφίστατο.

Με την κόρη του Meegan

Με την κόρη του Meegan

Αν ζούσε σήμερα, φαντάζομαι ότι θα ήταν πολέμιος του χριστιανικού φονταμενταλισμού τύπου Trump. Ίσως να υποστήριζε τον Bernie Sanders. Ίσως, πάλι, να κινείτο προς πιο ριζοσπαστικές πολιτικές κατευθύνσεις. Άλλωστε, αν και ποτέ δε δήλωνε «μαρξιστής»- περισσότερο «αριστερός σοσιαλδημοκράτης»-, ήταν πάντοτε πολύ πιο μπροστά από τον μέσο Αμερικανό φιλελεύθερο. Ίσως, πάλι, όλα αυτά να μην έχουν και τόση σημασία. Σε κάθε περίπτωση, τα τραγούδια του είναι εδώ, για να θυμίζουν, να προβληματίζουν, να συγκινούν και να εμπνέουν.

*Το κείμενο, τα τραγούδια και οι φωτογραφίες είναι από εδώ: http://www.hitandrun.gr/40-chronia-apo-to-thanato-tou-agapimenou-amerikanou-trovadourou-tis-folk-protest-phil-ochs/