καθώς θ’ ανασκαλεύετε τα πετρωμένα πια,
σημερινά κουράδια,
τα σκοτάδια των δικών μας ημερών αναξετάζοντας, ίσως
σας έρθει και για μένα να ρωτήσετε. Και ίσως
ο σοφός της εποχής, της φιλομάθειάς σας αντικρούοντας το χείμαρρο,
με την πολλή του γνώση, σας πει πως ναι, υπήρξε κι ένας τέτοιος βάρδος του
βραστού νερού και τ’αβραστου εχθρός αμείλικτος.
Προφέσσορα, βγάλε το ποδηλατάκι των γυαλιών σου! Εγώ ο ίδιος θα μιλήσω για
τον καιρό μου και για μένα.
Είμαι λοιπόν ένας βοθροκαθαριστής και νερουλάς, εκεί
η επανάσταση με έταξε και η συνείδησή μου
στο μέτωπο επήγα να καταταχτώ – την υψηλή αφήνοντας ανθοκομία
της ποίησης,
κυράς στριμμένης,
άλλο δεν ξέρει παρά τον κήπο της να χαίρεται, και την κορούλα της και τη
βιλίτσα και τη λιμνίτσα
και τις πρασιές: “Μόνη μου τα φύτεψα, μόνη τα ποτίζω” […]
——————————–
Και μένα θα μου άρεσε – θά’ βγαινε και το παραδάκι – ρομάντζες να καθόμουν
να γράφω
για την αφεντιά σας.
Όμως εγώ κάθε φορά τον εαυτό μου τον εδάμαζα, των τραγουδιών μου
σφίγγοντας το λαρύγγι.
Εμέ, τον αγκιτάτορα και αρχηγό των φωνακλάδων ακούστε με απόγονοι
σύντροφοι.
Τα ρέματα των στίχων μου βουβά κρατώντας
όλες θα δρασκελήσω τις λυρικές πλακέτες
σαν ζωντανός μιλώντας με τους ζωντανούς
Στο κομμουνιστικό μας αύριο θα’ρθώ το μακρινό
μα όχι σαν κανένας μενεστρέλος α λα Εσένιν,
Θα φτάσει ο στίχος μου σκίζοντας στα δυο τα καταράχια των αιώνων
πάνω από τα κεφάλια ποιητών και κυβερνήσεων.
Θα φτάσει ο στίχος μου – μα όχι σαϊτούλα
σε κυνήγια μ’ερωτιδείς και άρπες
ούτε σαν φαγωμένο τάλιρο στα χέρια του σαράφη
κι ούτε ακόμα σαν το φως των πεθαμένων αστεριών.
Θα φτάσει ο στίχος μου με τον ιδρώτα του προσώπου του,
των χρόνων αναμερίζοντας τους σωρούς
και θα προβάλει ολόσωμος, τραχύς και ολοφάνερος
όπως έφτασαν ως τις μέρες μας της Ρώμης τα υδραγωγεία, δουλειές
των δούλων.
————————————-
Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξυγκόθρεφτος λακές
σ’ ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου
φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.
(…)
Πάλι ερωτευμένος θα ριχτώ στο γλεντοκόπι
πυρπολώντας το τόξο των φρυδιών μου
Τι να γίνει;
Και σ’ ένα σπίτι καμένο
ζούνε καμιά φορά άστεγοι αλήτες.
(…)
Δοξάστε με
Δεν είμαι τέρι εγώ των ισχυρών
Εγώ επάνω σ’ όλα που έχουν γίνει
βάζω “μηδέν”
(…)
Και πίσω από τους ποιητές
τρέχουν τα πλήθη του δρόμου:
Φοιτητές,
πόρνες,
εργολάβοι.
(…)
Νίκος Καρούζος, Ὅλα κοστίζουν ἕνα παίξιμο
Ὅλα κοστίζουν ἕνα παίξιμο.
Πάρε μαζί σου τὸν ἔρωτα κ᾿ ἐκεῖνα τὰ ὄνειρα
ἔλα στὴν κάτω γειτονιὰ καὶ πές: Κορόνα γράμματα
ἐκεῖ ποὺ χάνεται ἡ ψυχὴ νὰ βυθιστεῖς.
Θέλω ν᾿ ἀκούσεις τὸ μεγάλο μυστικὸ
γιὰ πάντα πέφτει ὁ καρπὸς ἀπ᾿ τὸ δέντρο.
Ἐντούτοις ἐκεῖ ποὺ χάνεται ὁ δρόμος
νὰ τραβήξεις.
Ὅ,τι νὰ σὲ καλέσει
δὲν εἶναι γιὰ ἐπιστροφὴ
τὰ δάκρυα κι ὁ πόνος κοφτερὸς
εἶναι μέσ᾿ στὸ παιχνίδι.
Ὅποιες φωνὲς ἀκούσεις μὴ σὲ παρασύρουν
σφάξε τὴ μιὰ ὀμορφιὰ νὰ πιεῖ τὸ αἷμα ἡ ἄλλη.
Κορόνα γράμματα νὰ παίξεις
τὶς ὦρες καὶ τὰ χρόνια
μόνος με τὸν ἔρημο ἀντίπαλο.
Μάρκος Μέσκος, Δύο ποιήματα
ΦΥΛΛΑ
Πόσα μηνύματα λάβατε πόσα στείλατε;
Περπατούνε τα φύλλα με φως και σκιά τάματα του αέρα
μάταια και προδομένα. Δεν τα σώζουν όλες οι αγαθοεργίες
του κόσμου ας πούμε ένα ποτήρι κρύο νερό ένας χορός
ένας γάμος μια συνέλευση αυστηρή στα περίεργα χρόνια
χτες — οι κρεμασμένοι αιωρούνται συχνά αλλά αυτούς
λησμόνησε τους, θάψτε τους επιτέλους. Τί λέγαμε λοιπόν
για τʼ άνθη τους καρπούς τα φύλλα στα κατάρτια των δέντρων
μια ψυχούλα σβήνει ένα φύσημα λαμπερό και πάνε και πάνε
ταξίδια χωρίς προορισμό ας όψεται ο Βοριάς και ο χτικιάρης
Νότος πού κιτρινίζει την προδοσία (πρώιμη και φαρμακερή).
Φύλλα πλημμύρες, στρουθία στάλες στον ουρανό, ελάχιστες σάρκες
πετούν χάνοντας το βάρος της ομορφιάς της μοναξιάς ποιος
ξέρει; Στο μονάκριβο πόδι η χαρά τους όσο διαρκεί αεροδρομούν
επί των επάλξεων και σιωπηλά αιωνίως στα στρωσίδια
των τάφων. Θρύμματα μόσκου καθώς αντιστέκεται ή σκόνη. Όμως
φύλλα• χιλιάδες μπαϊράκια τα κρασάτα οι ώχρες τα πορτοκαλιά
να τα μνημονεύσουμε. Ακόμα και τʼ αειθαλή πού ψεύδονται συνεχώς.
Άνεμοι φθινοπωρινοί αγιάζι του πάγου τα μοιρολόγια τους
μα θα ξανάρθουν τα φύλλα, το λένε οι απρόβλεπτοι οιωνοί
της παμπάλαιας τάξης. προπαντός τα φύλλα της πικροδάφνης.
***
ΙΧΝΗ
Την άλλη μέρα χάνονται σιωπηλά τα σημάδια
στιγμές – στιγμές παίρνει σημασία το δρομάκι που στρίβει
αθέατο αθόρυβο χαμένο το νερό μέσα στο χώμα
σκιές πουλιών περαστικών η γλώσσα πάει αλλού το αίσθημα μένει
τέλος η βλέπουσα σιωπή τον νικητήριο επίλογο τον άδικο.
Σκόνη• χάδι του ανέμου γυρίζουν τα μυστήρια στην ερημιά
χορός φαντασμάτων στους ανώνυμους τάφους πηχτό σκοτάδι
μια ζωή ανταμώνουν οι γυναίκες στο ταχυδρομείο της ξενιτιάς
σταυροδρόμι και παντομίμα μουγγή έσχατη παρηγορία
ψυχές περνώντας το γεφύρι της νύφης χάφτουν οι δράκοι
πώς να πιστέψω τίς μεταμορφώσεις ήρθες θα φύγεις
κακήν κακώς ένοχα βράδια χαράματα αλαζονικά
και γλυκύτατα στην αντίφαση κεντημένα ποια νάναι ολάκερη η αλήθεια
τι άλλο άραγε μένει (δεν ζει κι ο παππούς να ρωτήσω
μόνον ή λέξη καρναφίλι ξεμύτιζε ευωδιάζοντας) — τίποτε άλλο.
*Από τη συλλογή “Χαιρετισμοί” (1995).
Ποίηση και Εξέγερση, 19 Απρίλη στο Nosotros
James Tate (8 Δεκέμβρη 1943 – 8 Ιούλη 2015), Η καμήλα
Έλαβα το πιο περίεργο πράγμα με την αλληλογραφία
σήμερα. Μια φωτογραφία με μένα οδηγώντας μια καμήλα
στην έρημο. Ωστόσο, δεν έχω ποτέ οδηγήσει καμήλα
κι ακόμα δεν έχω πάει ποτέ στην έρημο. Φοράω
μια jellaba* και ένα keffiyeh** και ανεμίζω μια καραμπίνα.
Εξέτασα τη φωτογραφία με έναν μεγενθυτικό
φακό και σίγουρα είμαι εγώ. Δεν μπορώ να σταματήσω
να κοιτώ τη φωτογραφία. Ούτε καν είχα ονειρευτεί
να οδηγήσω μια καμήλα στην έρημο. Η αγριάδα
στα μάτια μου δείχνει ότι μάχομαι σε κάτι σαν
ιερό πόλεμο, και δεν φοβάμαι τον θάνατο. Πρέπει
να κρύψω αυτή τη φωτογραφία απ’ τη γυναίκα μου και τα παιδιά.
Δεν πρέπει να ξέρουν ποιος πραγματικά είμαι. Πρέπει να μην ξέρω.
*Η jellaba είναι είδος μακριάς κελεμπίας που συναντάται κυρίως στο Μαρόκο, σε αρκετά είδη για άνδρες και γυναίκες.
**Το keffiyeh είναι το μαντήλι που φορούν στο κεφάλι άνδρες, αλλά και γυναίκες, σε αρκετές αραβικές χώρες.
##Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
Denise Levertov, Ο πόνος του γάμου
Ο πόνος του γάμου:
μηρός και γλώσσα, αγαπημένα,
είναι βαριά με αυτό,
που πάλλεται ανάμεσα στα δόντια
Περιμένουμε μια επικοινωνία
και φεύγουμε μακριά, αγαπημένα,
ο καθένας για τον καθένα
Είναι ένα Λεβιάθαν και εμείς
στην κοιλιά του
ψάχνωντας για χαρά, κάποια χαρά
να μην είναι γνωστή έξω από αυτό
ανά δύο στην κιβωτό
του πόνου γι’ αυτό.
*Από το βιβλίο “Poems 1960-1967”, New Directions Publishing. Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
Carl Sandburg, Σπιτίσιες σκέψεις
Τα βράχια στη θάλασσα έχουν πράσινα βρύα.
Οι βράχοι στα πεύκα έχουν κόκκινα μούρα.
Έχω αναμνήσεις από σένα.
Μίλα μου για τον τρόπο που μου λείπεις.
Πες μου για τις ώρες που φεύγουν μακριά και αργά.
Μίλα μου για το αργοσκίρτημα της καρδιάς σου.
Για το μεταλλικό σούρσιμο των μεγάλων ημερών.
Ξέρω είναι ώρες άδειο,
σαν το μπρούτζινο κύπελλο ενός ζητιάνου
σε μια βροχερή μέρα,
άδειο σαν το μανίκι ενός στρατιώτη
που έχει χάσει το μπράτσο του.
Μίλα μου …
*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ανασκαφή
Arthur Rimbaud, Ξεπούλημα
Για πούλημα αυτό που οι Εβραίοι δεν έχουν πουλήσει, αυτό που ούτε η αρετή ούτε
το έγκλημα το έχουν δοκιμάσει, αυτό που το αγνοούν ο καταραμένος έρωτας και
η σατανική αγαθότητα των μαζών, αυτό που ούτε ο χρόνος ούτε η επιστήμη το έχουν αναγνωρίσει.
Οι φωνές που ξαναϊδρύονται, η αδελφική έγερση όλων των ενεργειών χορικών και ορχηστρικών και οι ακαριαίες τους εφαρμογές, η ευκαιρία, μοναδική, να ελευθερώσουμε τις αισθήσεις μας!
Για πούλημα τα κορμιά χωρίς τιμή, απ’ όλες τι ράτσες, απ’ όλο τον κόσμο, από κάθε φύλο, από κάθε καταγωγή ! Τα πλούτη αναβλύζουν σε κάθε βάδισμα ! Ξεπούλημα των διαμαντιών χωρίς εξέταση!
Για πούλημα η αναρχία για τις μάζες, η ακατάβλητη ευχαρίστηση για τους ανώτερους ερασιτέχνες, ο αποτρόπαιος θάνατος για τους πιστούς και για τους εραστές!
Για πούλημα οι κατοικίες και οι μεταναστεύσεις, σπορ, μαγείες και άριστες ανέσεις, και ο θόρυβος, η κίνηση και το μέλλον που φτιάχνουν!
Για πούλημα οι εφαρμογές των υπολογισμών και τα πρωτοφανή άλματα της αρμονίας. Τα ευρήματα και οι φιλύποπτες εκφράσει, άμεση παράδοση.
Εξόρμηση παράλογη κι απέραντη στις αφανείς λαμπρότητες, στις ανεπαίσθητες τέρψεις,- και τα παλαβά της μυστικά για κάθε βίτσιο- και η τρομαχτική της ευθυμία για το πλήθος.
Για πούλημα τα Κορμιά, οι φωνές, ο απέραντος ασυζήτητος πλούτος, αυτό που ποτέ δε θα πουλήσουμε. Οι πωλητές δεν έχουν τελειώσει ακόμα το ξεπούλημα! Οι ταξιδιώτεςι
*Μετάφραση: Κώστας Ριτσώνης.
**Από το περιοδικό “Θράκα”, τεύχος 1, Φθινόπωρο 2013.
Θωμάς Γκόρπας, Ιστορίες
Είσαι μέσα σ’ ένα κλουβί. Αλλά δεν είσαι πουλί. Εγώ πότε πουλάω κλουβιά πότε πουλιά πότε καναβούρι πότε δίσκους 78 στροφών ρεμπέτικα και δημοτικά – πρώτες εκτελέσεις.
Ξαφνικά μου ήρθε η φράση: γαλάζιες καναβουριές
ξαφνικά μου ήρθε
ξαφνικά
η βροχή δεν σταματά
βρισκόμαστε στο Μεσολόγγι
έχω γνωρίσει εφτακόσιες ποιήσεις που σάπισαν μέσα σε μια βροχή που δε σταματά
εγώ ξέρω το κόλπο.
Όταν ήμουν μικρός κάποιος μεγάλος φίλος μου που αργότερα τον έσφαξαν εκ λάθους μου είπε:
Θωμά
το πέος και το δέος ποτέ δεν πουλιούνται μαζί… Γκέκε;
Γαλάζιες καναβουριές λοιπόν
γαλάζια πέλαγα γαλάζια μάτια λεφτά γαλάζια…
Η ευκολία της ποιήσεως έγινε ανταγωνιστική της δυσκολίας της πέψεως πάσης σαβούρας πάσης καλής κουβέντας πάσης μίξεως μοναξιάς και πάσης μαλακίας
το γαλάζιο εκ πρώτης όψεως είναι ελαφρύ
χρώμα
στο βάθος πλαστογραφεί το γκρι
το γκρι ανεπιτυχής απομίμησις του μαύρου
το μαύρο είναι τα καμένα σπλάχνα του άσπρου
το άσπρο είναι μια μικρή Μάγδα με ερωτηματικά
η Μάγδα είναι κέρατο βερνικωμένο καλαβρυτινό
τα πάντα βερνικωμένα είναι όμως τα κέρατα είναι λίγα
λίγα…
Είσαι κακός! Αρνείσαι τα πάντα. Δεν αφήνεις τίποτε απείραχτο!
Είσαι κομπλεξικός! Πες μου κάτι που είναι καλό! Πες μας έναν που τον παραδέχεσαι!
Τσιτσάνης Καλδάρας Καλδάρας Τσιτσάνης
όταν συμβεί το σοβαρόν
όταν συμβεί στα πέριξ καρδιές να κλαίνε
φωτιές να καίνε
Εσύ
σκοπίμως μένεις μόνη
Εσύ.
Το μαγαζί είχε ατμόσφαιρα πουτανέ
τ’ αρώματα των κοριτσιών έδιναν κ’ έπαιρναν
η ιδέα του χασισιού περιεπλανάτο στον αέρα
το χασίσι περιεπλανάτο από χέρι σε χέρι
στρατηγοί σωφέρ φαντάροι συγγραφείς ηθοποιοί επαγγελματίες φοιτητές υπάλληλοι του ΙΚΑ παίκτες του ΠΡΟΠΟ του ποδοσφαίρου του γάμου και των ιδεών
σαν ένας
έτρωγαν κ’ έπιναν φρούτα φιστίκια φώτα και χαλβά
Με με
τη μου…
Είσαι μέσα σ’ ένα κλουβί.
Είμαι μέσα σ’ ένα πετσί
αλλά καμιά φορά
βγαίνω κ’ έξω
βρε αδερφέ!
Σας φέρνω χαιρετισμούς από το Νικόλαο Σοφιανό τον Πάτερ Κοσμά τον Αλή Πασά το Ρήγα τον Χριστόφορο Περραιβό τον Γιώργη Καραϊσκάκη τον Στρατηγό Μακρυγιάννη τους Υψηλάντηδες…
Είναι καλά και ρωτάν πως τα περνάτε μαθαίνουν νέα σας από την τηλεόραση αλλά δεν τους φτάνει
γράψτε και κανένα γραμματάκι ρε παιδιά…
Να ‘ρθουν κι αυτοί!!!
Από κει πάνω; Από κει πέρα; Με τέτοιο καιρό;
Μεταξύ μας: Σας έχουν χεσμένους…
Ο Τσιτσάνης; Δε λέω πως δεν είναι καλός… στο είδος του βέβαια… αν σκεφτεί μάλιστα κανείς πως δεν ξέρει γράμματα… κι ούτε απ’ έξω πέρασε από ωδείο… και χασίκλα! Χριστέ μου, χασίκλα! Μου έλεγε η Μαίρη ότι όταν πριν δέκα χρόνια είχε πάει με τον μπαμπά της και τη μαμά της στο μαγαζί που τραγουδούσε ο Τσιτσάνης…
τ ς
ρ η
α ν
γ ά
ο σ
υ τ
δ ι
ο σ
ύ τ
σ
ε
ο
(η Νταίζη Πασχάκη αφού τελειοποιήθηκε εις το Εθνικόν Ωδείον εγνώρισε σε ένα πάρτυ τον Μιχαήλ Ψαρέλη τον αγάπησε την αγάπησε του έκανε ένα χρόνο την παρθένα της έκανε ένα χρόνο το καλό παιδί που αγωνίζεται να αποκατασταθεί επαγγελματικώς αρραβωνιαστήκαν κράτησαν τους πιο καλούς απ’ τους παλιούς τους φίλους παντρεύτηκαν δεν έκαναν αμέσως παιδί για να χαρούν λιγάκι τη ζωή τους τη χάρηκαν αυτή με τον γαλακτοπώλη της γειτονιάς «ανόητος αλλά έχει σεξ» αυτός στα μπορντέλα των παρόδων της Αχαρνών γκαστρώθηκε η Νταίζη άγνωστον πως ακατανόητον γιατί χώρισαν πριν γεννηθεί το παιδί αυτός παρέμεινε στη δουλειά του αυτή έγινε (καμάρωνε) κατήντησε (έλεγε αυτός που ζήλευε) τραγουδίστρια σε μπουάτ στα 32 της (φλεβίτις κλπ) και έπιασε χάρις εις το πλούσιον ρεπερτόριο της – είχε και ρεμπέτικο…)
ο Τσιτσάνης τραγουδούσε ακόμα
(κάποτε μια κυρία με λεφτά συνέστησε στην Νταίζη να δει τον Τσιτσάνη μπορούσε να του τηλεφωνήσει είναι θαυμάστρια του 20 χρόνια έγινε το ραντεβού στην κουζίνα του μαγαζιού όπου τραγουδούσε ο Βασίλης της μέτρησε τη φωνή μέσα σ’ ένα ντορεμιφασόλ… δεν κάνεις παιδί μου της είπε είναι δύσκολο το επάγγελμα βρες κανέναν νοικοκύρη να φτιάσεις τη ζωή σου δε βλέπεις τα δικά μας χάλια…
Η Νταίζη λίγους μήνες μετά άρχισε να παραδίδει μαθήματα μουσικής σε παιδιά έβγαζε καλό μεροκάματο πήρε και το παιδάκι της μαζί της…
Απ’ τον πρώτο σοβαρό γκόμενο που έπιασε ζήτησε να την πάει εκεί που τραγουδούσε ο Τσιτσάνης… έχουμε γνωριστεί…)
Ο Τσιτσάνης τραγουδούσε ακόμα
εγώ τραγουδάω ακόμα
δύσκολο πράγμα το τραγούδι
πολλοί τραγουδάνε
λίγοι έχουνε φωνή…








