Έρμα Βασιλείου, Έξι ποιήματα

Hogret, The lady Clare

Hogret, The lady Clare

Dérobée

Τώρα που τα έδωσα όλα
γυμνώθηκα χωρίς να πρέπει ίσως
δεν έμεινε
ούτε θάμνος να κρυφτώ
έρχεται χωρίς λάθος
η άλλη που δε γνώρισα
με ντύνει λάφυρα απόλεμα που δεν έριζα
ειρήνη αυτή που με ντύνει ξεγύμνωμα

***

Πόνημα

Το είδες πόσο πήρε η αιωνιότητα που πελεκάς να βρεις
σ’ ένα κομμάτι μάρμαρο που σκάβεις;
ιδρώματα τόσα στο σκαμνί που ο πελαργός σου αδειάζει
σχήματα τόσα στο κουτί σφικτά κλειδαριασμένα
είναι ένα δώρημα το πόνημα

***

Εργάζομαι

Εργάζομαι στο έργο
οργάζομαι επί του έργου
οργίζομαι με το έργο
μη προθέσεις και μη φωνήματα
η μοιραία παρεξήγηση!

***

Jets d’ eau, jeux d’ eau

Λίγο είναι μήπως τρεις αιθέρες να θερίζεις;
νερά αγάπης αναβλύζουν
πίδακες σαν ελπίδες
στο σιντριβάνι παιχνιδίζουν σαν όσα δόθηκαν
λαμπρές ανοίξαν με πιστώνουν όσες μ’ αγαπήσαν μέρες
γυμνές οι ώρες είδες με τυλίξαν
γλυκιές ανταύγειες και καρποί
με φυγαδεύουν σύνορα σαν γλώσσες
μ’ αγαπήσαν υγρές ακάλυπτες λεπίδες
σαν γιόματα

***

Ξενία

Στων άλλων τα σώματα κοιμούνται οι αργίες
έκανα λίγα σήμερα
δυο φεγγάρια μάζεψα
στέκαν άκακα
πάνω από μια αυλή με σπάταλα χέρια
χάρισμα όλα
εδώ είναι απροσπέλαστη η γοητεία
σκέτη τρέλα πάνω σε άλλη
άωρες νύχτες σαν τόλμη
ανεξήγητη με αρώματα η Μεσόγειος
με σολωμικές στιγμές με μεθούν οι στίχοι
σαν ξενία από τους τοίχους της Πομπηίας!

***

Δημιουργία

Τι κάνεις όταν έχεις το φλογερό χειρόγραφο
μόλις τώρα σε τυφλώσαν
οι κακοποιοί της ελεημοσύνης της δόξας
δεν έχει γραφτεί κι ακόμα ρίχνεις στο παλαιοπωλείο
σε πάγκους βιβλία να μεταλάβει ο περατικός
η ψηλάφηση μόλις γραφτεί
σε ακρωτηριάζει…τι κάνεις;
να διαβάσεις πώς αν όχι να γράψεις
με φωνή με φωτιά από στόμα θεριού
που ξεγύμνωσες, το ίδιο φλογερό χειρόγραφο
από φύλλα που καιν πριν τ’ αγγίξεις
φωνήματα λιώνουν τα κάρβουνα
τι κάνεις να ζήσεις τους άλλους;

*Από τη συλλογή “Νομάς μιας νύχτας – Το μανιφέστο μου”, Ποιητική επιστολογραφία – Poésie épistolaire. Aphrodite Editions.

Ειρήνη Ιωάννου-Περδικάρη, Όνειρα κρυμμένα, Εκδόσεις vakxikon.gr

-e1422381363635

Πόσες φορές στεναχωριόμαστε και νοσταλγούμε όνειρα, που κάναμε, όταν ήμασταν παιδιά και δεν εκπληρώθηκαν; Πόσες φορές οι κοινωνικές συμβατικότητες μας ανάγκασαν να ξεχάσουμε τις νεανικές «τρέλες» και να μπούμε στα καλούπια της ρουτίνας και της καθημερινότητας; Πόσα όνειρα δεν τολμήσαμε να αναφέρουμε, γιατί θα ηχούσαν παράλογα σε μια κοινωνία, που δεν τολμάει να ονειρευτεί;

Τέτοια ερωτήματα γεννιούνται, διαβάζοντας την ποιητική συλλογή της Ιρίνης Ιοάνου Περδικάρη: «Όνειρα κρυμμένα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Vakxikon.gr”. Ποίηση ρεαλιστική με έντονα υπαρξιακά ερωτήματα και πινελιές κοινωνικού προβληματισμού.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη: Το πρώτο μέρος φέρει τον τίτλο: «Στα παιδιά που περιμένουν…». Οι σκιές ζουν τη νύχτα. Τη μέρα κρύβονται μέσα στα όνειρα. Εκεί, που το «θηρίο» της πόλης δεν μπορεί να φτάσει. Η ρουτίνα σκοτώνει. «Όλα νεκρά. / Όπως πάντα / τα ίδια», γράφει η Ιρίνη Ιοάνου Περδικάρη, και προτρέπει τους ανθρώπους να μη φοβούνται το σκοτάδι και να διατηρούν την παιδική τους αθωότητα.

Το δεύτερο μέρος φέρει τον τίτλο: «Κάτι έχει τελειώσει…». Και εδώ υπάρχουν υπαρξιακές αναζητήσεις, όμως, η ποιήτρια εκφράζει και την κοινωνική της διαμαρτυρία με στίχους λιτούς και αιχμηρούς: «Σου πετάνε ένα / ξεροκόμματο ίσα / να συντηρείς / τη σάρκα σου. / Σαν σκλάβος. / Σαν πράγμα. / Σαν εργαλείο. / Και αφού / σε ξεζουμίσουν / σε πετάνε / στη χωματερή.»

Το τρίτο μέρος φέρει τον τίτλο: «Όνειρα κρυμμένα…». Εδώ, η Ιρίνη Ιοάνου Περδικάρη συνεχίζει στο υπαρξιακό μοτίβο, που συναντήσαμε στο πρώτο μέρος του βιβλίου, ενώ οι κοινωνικές τις ευαισθησίες μεταφέρονται σε αλληγορικό επίπεδο, όπως, το πουλί, που δεν μπορεί να τραγουδήσει φυλακισμένο στο κλουβί, έτσι κι ο άνθρωπος, αν του περιορίσουν τις ελευθερίες, δεν μπορεί να δημιουργήσει.

Στο τέλος της ποιητικής συλλογής της Ιρίνης Ιοάνου Περδικάρη υπάρχει μια κριτική του αείμνηστου λογοτέχνη και κριτικού λογοτεχνίας Νίκου Ανώγη για παλιότερη ποιητική συλλογή της ποιήτριας, όπου μεταξύ άλλων είχε γράψει ότι το μέλλον της Ιρίνης Ιοάνου Περδικάρη: «προδιαγράφεται ευοίωνο, και επιτυχές στον πνευματικό χώρο.» Με την ποιητική συλλογή «Όνειρα κρυμμένα» η Ιρίνη Ιοάνου Περδικάρη επιβεβαιώνει το παραπάνω συμπέρασμα.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Civil Disobedience by Dave Rendle

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

Beyond voting,

And the convenience store of conscience,

We can step outside the gates,

With no room for control,

Disobey the rules,

Follow another path,

Sometimes things need to be bent,

For something else to be put in place,

In compliance we can  be left without grace,

With civil disobedience,

We can break free,

Shake of the chains of obedience,

Do not be afraid to stand apart.

View original post

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

Clifford Still, 1949-A-No.1

Clifford Still, 1949-A-No.1

ΛΕΚΕΔΕΣ

Αγόρασα πλυντήριο νέας τεχνολογίας
Κι έριξα μέσα τα βρόμικα ρούχα της ψυχής:
Κάτι μεταξωτούς έρωτες
Τελειωμένους εδώ και μια δεκαετία
Πολυεστερικά φιλιά
Από δυο σκουριασμένα χείλη
Συνθετικές ανάσες
Κατασκευασμένες στα εργαστήρια
Χρωματιστά όνειρα
Που ξεθώριασαν απ’ την πολυχρησία
Πολλά μάλλινα χάδια
Για τις κρύες νύχτες του χειμώνα
Βαμβακερά χαμόγελα
Κλεισμένα για χρόνια στο ντουλάπι.

Αγόρασα απορρυπαντικό με ενεργά συστατικά
Τον ήλιο, τον αέρα και τη θάλασσα
Και μαλακτικό από λουλούδια του δάσους.
Έπλυνα όλα μαζί τα ρούχα
(Διακρίσεις θα κάνουμε τώρα;)
Σ’ ένα γρήγορο και οικονομικό πρόγραμμα
Τα στέγνωσα και τα άπλωσα στον ουρανό
Μια νύχτα γλυκιά με ξαστεριά.
Την άλλη μέρα η πόλη είχε γεμίσει λεκέδες.

Καμιά τεχνολογία δεν μπορεί να καθαρίσει
Tη σκοτεινιά της ψυχής.

***

Η ΑΡΑΧΝΗ

Συχνά με επισκέπτεται μια αράχνη
Που υφαίνει όλες μου τις πληγές.
Πλέκει πουλόβερ από λέξεις
Για να το φορώ κατάσαρκα
Τις ώρες της απογύμνωσης
Κι ένα κασκόλ με χρώματα
Για να τυλίγω τα απoθέματα σκέψης.
Μετά ανεβαίνει στα ποιήματα
Και πιάνει κουβέντα με τους στίχους
Περιποιείται τελείες, χτενίζει κόμματα
Διαγράφει ανεπιθύμητους συνειρμούς.
Τα βράδια σκαρφαλώνει στον ουρανό
Και πετροβολεί μ’ αστέρια το δωμάτιο.
Βρίσκω ένα σημείωμα στο κομοδίνο
Διαμαρτύρεται ότι την παραμελώ.

Εγώ όμως ξέρω εδώ και χρόνια
Πως πίσω απ’ το προσωπείο της
Κρύβεται ο αποκηρυγμένος μου εαυτός
Που κάποια στιγμή θα με τσιμπήσει
Με το θανατηφόρο κεντρί του
Και τότε θα είναι πια πολύ αργά
Για σκέψεις, ιδέες και ποιήματα.

*Από τη συλλογή “Εκτός εαυτού”, Εκδόσεις “Στοχαστής”, 2015.

Κλείτος Κύρου, Δύο ποιήματα

ΨΙΛΗ ΚΥΡΙΟΤΗΣ

ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ συμφύρεται με αριθμούς
Με υπεξαιρέσεις φωτός
Με τροχοφόρα μέ κρότους
Με ανθρώπους που φράζουν άποπνικτικά
Τό χώρο του γραφείου

Τη νύχτα κλειδώνεται μες στο δωμάτιο
Φορεί τις λευκές στιλπνές φτερούγες
Κι άνασηκώνει μεγάλες πέτρες τ’ ουρανού

Έρευνα

Δεν ξέρει πως
τα τυχόν εύρηματα
θ’ ανήκουν στην κυριότητα του Χρόνου

***

Ο ΑΛΕΚΤΩΡ

ΕΡΧΕΣΑΙ αθόρυβα μέσα στον ύπνο με οσμές
Της άνοιξης με κλεισμένες φτερούγες λυσίκομη
Κάτω από φωτοσκιάσεις φρικιούν οι διεσταλμένες
Κόρες παραμονεύοντας κάποιους ύπατους κόσμους
Έρχεσαι με φωνή απαλή σαν την πατημασιά
Στο χαλί προφέρεις διαμάντια που αργο-
Βουλιάζουν σεέ μια λίμνη από λάδι αποτινάξεις
Αναλαμπές κάτω από φεγγαρόδεντρα πληγωμένα
Ελάφια βογκώντας περιτρέχουν το στήθος σου
Μια στιγμή ανυπαρξίας μια μετέωρη χορδή
Τανύζεται ραγίζοντας να βρει τον ουρανό

Κι ωώς πάσχιζες να λυτρωθείς λάλησε οό πετεινός
Σχίστηκε τ’ όνειρο στά δυο και τα διαμάντια
Στάχτες σκόρπισαν γύρω σαν ίσκιος χάθηκες
Σαν οπτασία μεσονυχτιού κι απόμεινες
Με την πικρή της προσδοκίας τή γεύση

*Τα δυο αυτά ποιήματα είναι από τη συλλογή “Κλειδάριθμοι” (1963). Αναδημοσιεύονται εδώ από το βιβλίο “Κλείτος Κύρου, εν όλω – ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ 1943-1997”, Εκδόσεις Άγρα, Δεκέμβρης 2006.

No hemos aprendido nada by Miquel Puertas

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

No hemos aprendido nada.
Somos conducidos como ganado al matadero.
Preparados y dispuestos a morir sin resistencia.
Caminamos mansos al despeñadero.
Como sonámbulos sin sombra
que avanzan a tientas
en una noche sin luna.
Los poetas y los locos saben
que la guerra es inevitable.
Ellos pueden intuir el acre
y denso hedor de la muerte.
El abyecto olor de nuestros huesos
pudriéndose bajo el sol sofocante de julio.
Nuestros huesos descarnados,
esparcidos en un trigal
infestado de amapolas rojas
donde se agosta la mies.
Un páramo asolado
sembrado de lápidas.
Son como heraldos de la hecatombe,
como augures que anuncian
la devastación inminente
que gritan y gritan y que nadie escucha.

Miquel Puertas, Kaunas (Lituania) 16-05-2016 ‪#‎arslonga‬
—————————————-
We haven´t learnt anything.
We are herded like cattle to the slaughter.
Ready and willing to die without resistance.
We are walking meekly to the precipice
like sleepwalkers without shadow

View original post 100 more words

Ρω Νικολάου, Ποιήματα

sunset-on-strange-planet-fantasy-wallpaper-3444
             
Κυοφορούσαν χρόνια το σημερινό πρωινό.

Σειρά από άδειες λάμπες
με παρατηρούσαν όλη νύχτα.

Ξένο σκοτάδι άλαλο καρφί
ο ορίζοντας σαρώνει
τ’ όνομά μου.

Το παράθυρο σιγοτραγουδά:

όμορφος φράχτης με τα σάπια φύλλα του
όμορφα που κελαηδούν τ’ ανέστια πουλιά.

***

Μια γυναίκα

Περπατά ανάμεσα από μηχανάκια κι αυτοκίνητα,
παραμιλώντας.

“Ν’ αγαπάς να μην τελειώνει
πολύχρωμα σκιρτήματα να δρασκελούν
τις πλάκες του κενού ο καιρός να ποτίζεται
από τα νεαρά που με διασχίζουν ρείθρα
δάκρια
στάζει
ολοένα 
ποντίκια πληθαίνουν στους αγωγούς.”

Μισή τη βρίσκει στο περβάζι 
ο φανοστάτης κάθε σούρουπο.
Μια τέτοια ώρα εγώ, παιδί της γειτονιάς,
πήγα κοντά της:
“Τι περιμένεις;
Πάρε το σπάγκο που δένει τα παιχνίδια μου
με τους καιρούς που θα ‘ρθουν.
Ξετύλιξέ το, δέσε το με ό,τι εσύ θελήσεις”.

Από άκρη σ’ άκρη στο πρόσωπό μου
το βλέμμα της περπάτησε:

“Πόσο επηρεάζουν οι υποψίες τις μέρες μου.
Άλλος κρατάει τα μαλλιά, άλλος τα όποια
ρούχα μου κι άλλος την τελευταία απόφαση
που αναιρώ με το πρωί.

Τη μοίρα μου δεν τη χωνεύω
μα ό,τι θέλει κάνω.”

Πέρασε από δίπλα μου, δεν μ’ είδε.
Επαναληπτικά τη σημειώνουν οι βιτρίνες να φεύγει.
Μια ξαφνική νεροποντή πέφτει πάνω στις σκέψεις μου.
Ένα σκίρτημα αφήνει να σπαρταρά
κρύες σταγόνες να ραντίζει
έναν ελάχιστο, μικρούλη χρόνο.

*Από το ιστολόγιο της ποιήτριας Ηλιόδενδρον, στη διεύθυνση http://hliodendron.blogspot.com

Γιώργης Παυλόπουλος, Τρία ποιήματα

ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΚΑΙ Ο ΤΕΧΝΙΤΗΣ

Στην Ισμήνη και στον Στέλιο Τριάντη


Σαν έκλεινε το μουσείο

αργά τη νύχτα η Δηιδάμεια

κατέβαινε από το αέτωμα.

Κουρασμένη από τους τουρίστες

έκανε το ζεστό λουτρό της και μετά

ώρα πολλή μπροστά στον καθρέφτη

χτένιζε τα χρυσά μαλλιά της.

Η ομορφιά της ήταν για πάντα

σταματημένη μες στο χρόνο.

Τότε τον έβλεπε πάλι εκεί

σε κάποια σκοτεινή γωνιά να την παραμονεύει.

Ερχόταν πίσω της αθόρυβα

της άρπαζε τη μέση και το στήθος

και μαγκώνοντας τα λαγόνια της

με το ένα του πόδι

έμπηγε τη δυνατή του φτέρνα

στο πλάι του εξαίσιου μηρού της.

Καθόλου δεν την ξάφνιαζε

κάθε φορά που της ριχνόταν.

Άλλωστε το περίμενε το είχε συνηθίσει πια.

Αντιστεκόταν τάχα σπρώχνοντας

με τον αγκώνα το φιλήδονο κεφάλι του

και καθώς χανόταν όλη

μες στην αρπάγη του κορμιού του
τον ένιωθε να μεταμορφώνεται

σιγά-σιγά σε κένταυρο.

Τώρα η αλογίσια οπλή του

την πόναγε κάπου εκεί

γλυκά στο κόκαλο

και τον ονειρευότανε παραδομένη

ανάμεσα στο φόβο της και τη λαγνεία του

να τη λαξεύει ακόμη.

*Από “Τα αντικλείδια”.

***

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Φεύγει νύχτα μ’ ένα παλιό αμάξι

γέρος πια φοράει μαύρα.

Ποιος είναι και πού πηγαίνει

κανείς δεν ξέρει.

Μέσα στη σκέψη του υπάρχει το ποίημα

που ποτέ δεν θα γράψει.

Τόσο αόριστο σαν τη ζωή του.

Μέσα στο κούφιο μπαστούνι του

υπάρχει ένα φίδι χρυσό.

Καθώς θα το τυλίγει απόψε στο λαιμό της

σε κάποιο ελεεινό ξενοδοχείο

θα τον κοιτάζει στον καθρέφτη

χλωμός ο άλλος εαυτός του.

Αυτός που χρόνια φτιάχνει το ποίημα

καλπάζοντας τώρα στο πλάι του

και ανάβοντας ολοένα τ’ άλογα που έχουν μεθύσει

απ’ το σκοτάδι και τη λάσπη.


*Από “Τα αντικλείδια”.

***


ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ


Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν

τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί

κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι

και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.

Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς

δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.

Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη

και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια

γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.

Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.

Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ

για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.

Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν

από τότε που υπάρχει ο κόσμος

είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια

για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.

Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

*Από “Τα αντικλείδια”.

Περιοδικό ΟΡΟΠΕΔΙΟ #1, Αύγουστος 2006)