Δώδεκα ερωτικές διαδρομές (συλλογικό έργο), Εκδόσεις «Πηγή»

erwtikesdiadromescover-510x751

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια από την έκδοση του μνημειώδους έργου του Φρίντριχ Ένγκελς «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους» και πάρα πολλά χρόνια από την πρώτη του έκδοση στα ελληνικά. Παρά την ύπαρξη του παραπάνω σπουδαίου βιβλίου και τις όποιες επανεκδόσεις του, έχουμε φτάσει στις μέρες μας, να αποδεχόμαστε την μονογαμική οικογένεια σαν μοναδική στην ιστορία της ανθρωπότητας. Συχνά, ακούμε φράσεις-κλισέ του τύπου: Έτσι ήταν πάντα. Οποιαδήποτε άλλη μορφή οικογένειας χαρακτηρίζεται αρρωστημένη, ανώμαλη και με άλλα τέτοια κοσμητικά επίθετα! Το χειρότερο, όμως, είναι πως μεγάλα κομμάτια της αριστεράς, που στηρίζουν την πολιτική τους ανάλυση στον Μαρξ και στον Ένγκελς, στο θέμα της οικογένειας και των ερωτικών σχέσεων, είτε συναινούν στην θεώρηση της μονογαμικής οικογένειας ως τη μόνη «υγιή» μορφή, είτε προσδοκούν ότι η μορφή της οικογένειας θα αλλάξει αυτόματα με το πέρασμα σε μια καλύτερη κοινωνία και το αναβάλλουν για το απώτερο μέλλον. Όμως, σήμερα, υπάρχουν ήδη μορφές ανοιχτών σχέσεων και πολυσυντροφικών οικογενειών, που απαιτούν εδώ και τώρα τα δικαιώματά τους. Η βιβλιογραφία για τέτοιου είδους σχέσεις, είναι σχετικά φτωχή και κυρίως ηλεκτρονική, ενώ η έντυπη είναι σχεδόν αποκλειστικά ξενόγλωσση με κυριότερο βιβλίο το: “More than two” των Franklin Veaux και Eve Rickert.

Για πρώτη φορά, λοιπόν, εκδόθηκε στην Ελλάδα ένα συλλογικό έργο, που αναφέρεται ανοιχτά στις ανοιχτές σχέσεις με τον τίτλο: «Δώδεκα Ερωτικές Διαδρομές», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πηγή».

«Υπάρχει κάποιος από σας, που να μην έχει ερωτευτεί; Κάποιος, που ενώ βρισκόταν μέσα σε μια σχέση, να μην πόθησε κάποιο άλλο άτομο;» Ρώτησε ο Πέτρος Μποτέας, ένας από τους συγγραφείς του έργου στην πρώτη του παρουσίαση. Δώδεκα άνθρωποι συναντήθηκαν και έγραψαν τις προσωπικές τους ερωτικές εμπειρίες και τα συμπεράσματα, που έβγαλαν από αυτές. Το αποτέλεσμα: Οκτώ αφηγήσεις, τρία δοκίμια και ένα θεατρικό μονόπρακτο. Οι οκτώ αφηγήσεις δεν χαρακτηρίζονται διηγήματα, αφενός γιατί αφηγούνται αληθινές εμπειρίες, αφ’ ετέρου γιατί δεν περιορίζονται σε ένα είδος γραπτού λόγου. Για παράδειγμα, υπάρχει αφήγηση, που ξεκινά ως πεζό, συνεχίζει ως ποίημα και καταλήγει πάλι σε πεζό.

Θα πρέπει να τονίσουμε ότι οι «Δώδεκα Ερωτικές Διαδρομές» είναι άκρως ερωτικές, ενώ σε ορισμένες συναντάμε αρκετά αισθησιακές περιγραφές. Είναι ανατρεπτικές και επαναστατικές. Εξάλλου, ο έρωτας είναι κι αυτός μια επανάσταση του μέχρι πρότινος συναισθηματικού μας κόσμου. Ακολουθώντας τις «Δώδεκα Ερωτικές Διαδρομές» συναντάμε γλαφυρές περιγραφές, ενώ εντυπωσιάζει η λογοτεχνικότητα αρκετών κειμένων γραμμένα από απλούς ανθρώπους και όχι απαραίτητα λογοτέχνες.

Οι μόνες ενστάσεις, που έχουμε σχετικά με τις «Δώδεκα Ερωτικές Διαδρομές» έχουν να κάνουν με το δοκίμιο του Νίκου Ηλιόπουλου με τίτλο: «Ας επινοήσουμε ξανά τον έρωτα». Πέρα από τις απόψεις του για τις ερωτικές σχέσεις, που είναι απόλυτα σεβαστές, ο συγγραφέας παραθέτει σε μια υποσημείωση τη ρήση των Μαρξ και Ένγκελς: «Η φιλοσοφία ως προς την εξέταση του πραγματικού κόσμου είναι ό,τι ο αυνανισμός ως προς τη σεξουαλική πράξη» και αναφέρει τον Μαρξισμό ως βαριά φιλοσοφία. Όμως, ο Μαρξ και ο Ένγκελς με τον διαλεκτικό υλισμό κατάφεραν να ανατρέψουν όλη τη μέχρι τότε φιλοσοφική θεώρηση. Το «έτσι ήταν πάντα» έγινε «μπορεί και να ήταν αλλιώς». Μια δεύτερη ένσταση υπάρχει για το υποκεφάλαιο «έρωτας και πολιτική», όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι: «συμβατική είναι η διάκριση δεξιάς-αριστεράς και τινάζεται στον αέρα όταν μπαίνουμε στα μεγάλα θέματα της ζωής». Ο παραπάνω αφορισμός είναι απαράδεκτος και επικίνδυνος. Απαράδεκτος γιατί τοποθετεί την πολιτική σε μια σφαίρα έξω από την καθημερινή ζωή, σα να μη μπορεί να επηρεάσει τις ανθρώπινες σχέσεις και επικίνδυνος γιατί όσοι δηλώνουν σήμερα ότι η δεξιά και η αριστερά είναι το ίδιο καταλήγουν σε ακραίες συντηρητικές απόψεις ενισχύοντας την προπαγάνδα της συμφιλίωσης των κοινωνικών τάξεων.

Ο Νίκος Ηλιόπουλος δηλώνει πρώην αριστερός και γράφει ότι σήμερα δεν τον ενδιαφέρει η πολιτική. Όμως, όταν κάποιος δηλώνει ότι δεν τον ενδιαφέρει η πολιτική, ξεχνάει πως η πολιτική ενδιαφέρεται γι’ αυτόν! Πόσο μάλλον, που η κυρίαρχη πολιτική άποψη είναι αυτή, που σήμερα ρυθμίζει ακόμα και τις ερωτικές σχέσεις των ανθρώπων με το γάμο-συμβόλαιο, τα οικονομικά κέρδη από γάμους συμφέροντος, την κτητικότητα και την υποταγή. Την καλύτερη απάντηση στα παραπάνω δίνει το δοκίμιο της Λίζας Αστερίου με τίτλο «Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία». Συγκεκριμένα η συγγραφέας αναφέρεται στο πολυσυντροφικό κίνημα τόσο στο εξωτερικό, όσο και στην Ελλάδα, την μάχη για την αποδοχή της διαφορετικότητας, το σύμφωνο συμβίωσης, την παιδοθεσία και όλα τα προβλήματα, που απασχολούν τα άτομα με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό από αυτό, που ονομάζουμε κανονικό. Η Λίζα Αστερίου κλείνει το δοκίμιό της με ένα σύνθημα παλιών φεμινιστριών, που παραμένει διαχρονικό: «Το προσωπικό είναι πολιτικό».

Συμπερασματικά το συλλογικό έργο «Δώδεκα Ερωτικές Διαδρομές» παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί θίγει θέματα, που η βιβλιογραφία δεν έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα και χτυπάει παγιωμένες αντιλήψεις και στερεότυπα.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Μετατροπή

σε μια σύγχρονη παρτίδα:
η καρικατούρα που βαπτίστηκε φρουρός
ο γραφιάς που κλείστηκε στον πύργο
το φίδι που έδιωξε το Βουκεφάλα
η πίστη που πουλήθηκε – θέση κενή –
προκήρυξη θέσης (μετατροπή αξίας)
από τον στεμμένο με τη στολή

μπρος στο θρόνο
παιδιά δίχως παιχνίδια και ομπρέλα
(με ανάποδα χαμόγελα)
με ρούχα και εκφράσεις μεγάλων
πηγαίνουν στις πύλες να πολεμήσουν
διαβάζουν λόγια της Πίστης των Μεγάλων
«τους παλιούς τους φίλους καλούν
με φοβέρες και μ’ αίματα»

σιωπή
βροχή
κι ύστερα καταρροή
ακίνητοι μέσα στην πλημμύρα

Νέττα, 2/4/2016

Γεωργία Τρούλη, Ένας χορός αποσύνδεσης

PORG Broken

Δεν δεινοπαθήσαμε ποτέ
Βλέπαμε σταγόνα βροχής
Τη νομίζαμε μίσχο και ανεβαίναμε πάνω κάτω
Σαν χορεύτριες σε κολώνες σε κωλόμπαρα.
Τώρα το υγρό δεν αστειεύεται-Ξερνάει προεκτάσεις
Παλίρροια-αναχώρηση. Δεν ησυχάζει. Αχανές δοχείο μελάνης
Αποτυπώνει σχήματα, χρώματα πασμίνας. Ποιος είπε ότι το νερό δεν
δημιουργεί χαράξεις; Ποιος πίστεψε ότι δεν έχει κορμό συμπαγή;
Ότι δεν είναι στέρεο;
Υπάρχουν μύθοι σε λαούς. Λένε πως το νερό κάθε βράδυ μια ώρα κοιμάται.
Μένει ακίνητο.
Είναι εκείνη η ώρα που μέσα στο υγρό συμβαίνουν αυτονόητα θαύματα.
Αγγίζονται πλάσματα. Φουσκώνουν από ροή. Παραμένουν ακούνητα. Γεννούν πλαγκτόν.
Κατεβάζουν την τελευταία ακτίνα ήλιου που τρυπώνει σε εκείνο το βάθος.
Με την άκρη της γράφουν από δεξιά στα αριστερά. Κι αντίθετα. Διπλώνουν το νερό στα τέσσερα και φτιάχνουν τον αλγόριθμο μιας ηπείρου.
Πλέκουν το φράγμα με σώματα. Το διαπερνούν με βλέμμα που ακτινοβολεί.
Καταπίνουμε αριθμούς, δελτία αφίξεων, σήματα λιμένα. Το νερό αναβλύζει μήτρα, μνήμη, τελετή.
Στο επάνω του στρώμα βαθιά ουλή χαραγμένη από διαδρομή που συνέβη.
Μια ουλή σε νερό τόσο βαθιά.
Δεν θα πιστεύεις στα μάτια σου. Σαν δέρμα τρυφερό που ανέχτηκε τριβή και παλινδρόμηση από κλαδί δέντρου. Λίγο πριν ξεριζωθεί, έψαχνε σταγόνα υγρασίας σε σώμα παιδιού.

Έπειτα βλέπαμε την βροχή. Τη νομίσαμε κουρτίνα πραγματικότητας που αφήνεται μόνο από πάνω προς τα κάτω. Είχαμε πλεξιγκλάς όραση.
Μια σταγόνα νερού κάνει τον κύκλο της. Αποσυνδέεται. Χορεύει.

Κύτταρα να πέφτουν πάνω στο κεφάλι μας-Νομίζουμε βρέχει.

Γιώργος Γέργος, Τρία ποιήματα

XD8

.με ποια ταχύτητα διαλέγω ποιητές

τώρα που είμαι πιο στέρεος απ’ τον ύπνο και έχω τάφο και έχω
ελάχιστο σώμα και μια καινούρια τύχη
ήρθε ο ξένος που ρώτησε για της καρδιάς μας το
αντίστροφο
και μας έσωσε

τώρα δεν είμαι πια παιδί/ μονάχα περιμένω
ν’ αλλάξει η βροχή το σινιάλο της

σε ένα άγνωστο ρήμα ή σε γυναίκα βαθιά

αποτέλεσα την αμφίεσή μου μα να με γδύνομαι
προτιμούσα ανέκαθεν

μεγάλο ψέμα η μεγάλη λήθη ̇ με αστραπάρπαξε

τώρα αφήνει ο άνεμος τα πένθη του
κι επικινδύνως σκέφτεται

που τον αισθάνομαι
χορτάτο απ’ τις φωνές και τα λυγίσματα
-σκεύος κλειστό,
ομιλών της φρίκης-

και ιδού τα χάχανα και ιδού απόψε πως κατέβηκε η
νύχτα…

τώρα σε ανασαίνω και τα μέλη σου διασκορπίζω
συνεργάζομαι με το αίμα σου
και έχω έρωτα στο θώρακα
ένα ένα να μου ξεβιδώνει τ’ άστρα

λοιπόν το κέρδος:

εχθές με μέτρησα λιγότερο.

***

.η θέα

ζω της ευγνωμοσύνης σημαίνει:
επενδύω στην υπεραιμία μου
και κατέχω

την τέχνη της ευγενούς παραπλάνησης
όπου καθίζουν οι αγαπημένοι μου τις τύχες τους

κάθε λίγο ανάμεσά μας αστράφτει κι ένα κάλλος
κάθε λίγο ο εκλεκτός του νοήματος λανθάνει
και κλείνει

σημείο σημαίνον:

όσο κι αν τον πετροβολείς θα ξανάρθει

***

.μία μεγάλη πληγή από νέφη

αστραφτερά πουκάμισα-γιατί άλλο δέν αντέχω-
φορέσατε!
έτσι λοιπόν κι έτσι μας δόθηκε κι απότομα συνέβη
ωραιότεροι κι απ’ τους αθώους λιγότερο ένοχοι να γεωμετρούμε
χρόνια τόσα κοντά στη σφαγή και
χρόνια σφαγιάζοντας κι ύστερα

λέγοντας φωναχτά:

πώς πέρασε από στόμα σε στόμα ετούτη η γεύση;

κι εκείνος

ο ουρανός που μας υπέστη

ο χρόνος όλος κι ολάξαφνος ενώπιον μας
ημέρες με μόνη ανάγκη την ωραιότητα των άστρων
ημέρες ταράσσοντας την άσφαλτο
ημέρες μην ημπορώντας μέσα στη δίψα
να υπάρξουμε ολόκληροι
ανάστατοι που έχουμε μία υδρία στο στήθος
για να λούζεται το τέρας μας

και να πληθαίνει ολόσωμο
καθώς θα ντύνεται τα ρούχα μας με μάτια ορθάνοιχτα
όπως οι πόρτες των σπιτιών που κάποτε θα ζήσουμε
χειροκροτώντας την άριστή του αποχώρηση.

*Από τη συλλογή “.ο εαυτός ήχος”, Εκδόσεις Εξάρχεια, Νοέμβριος 2013.

Νικόλας Νιαμονητός, Όσα σκόνταψαν στον χρόνο

1001121_10205750530385479_166278822718804130_n

Όσα σκόνταψαν στον χρόνο
βιώνουν τη σιωπή

Όσα βιαστικά θέλεις να κάνεις
θα πεθάνουν στη στιγμή

Κούρδισε το μυαλό σου
ξεσκόνισε την ψυχή

Ρύθμισε το χαλασμένο ρολόι της σκέψης σου
να χτυπά αδιάκοπα δυνατά
και ας ενοχλεί τους φύλακες της Άνεσης

Νιώσε την καρδιά σου

να διαστέλλεται παιχνιδιάρικα επαναστατικά
οπλισμένη με ανοσία να δολοφονεί τον φόβο μας

Ζήσε σαν πλοίο που μόλις σάλπαρε
για την κακοκαιρία της ενηλικίωσης

Και όταν πια σε λιμάνια θα ρίχνεις
την άγκυρα της ύπαρξής σου

Θα φιλάς τον έρωτα και τη ζωή
στα χείλη του πόνου

Την εύθραυστη σημασία των λέξεων θα κυνηγάς όταν τεχνητές σημασίες
στα πάντα θα χαρίζονται

Η φτωχική συνείδηση του κόσμου μας
απελευθερωτικά συναισθήματα
θα χρωματίζει με αγώνες

Και μια μέρα στις εφημερίδες και στα καφενέ
θα συζητιέται έντονα:

«Μας πρόδωσε η ζωή
και ζήτησε βοήθεια για να πεθάνει
από τον θάνατο»

Αλλά εμείς
χαρούμενα τηλεπαθητικά
με μια φωνή θα ξέρουμε
πως τελικά

«Φοβήθηκε ο θάνατος

και ζήτησε βοήθεια για να πεθάνει
από τη ζωή»

*Από τη συλλογή “Κυνήγα τη νύχτα μέχρι να γίνεις φλογερή ύπαρξη”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2014.

Poetic inspirations @ Emerald – Saturday 4 June

χικμετ ονειρο

Poetic inspirations @ Emerald is on again

Next reading is in

Saturday 4 June, 11.45am-1.45pm

with

Avril Bradley


Graeme Turner


Jeltje Fanoy

plus open mic

195 Bank St.,
South Melbourne
(opposite South Melbourne Town Hall)
11.45am- 1.45pm
(Library closes at 2pm on Saturdays)

Every first Saturday of the second month
With guest poets every month and open mic
at Emerald Hill Library & Heritage Centre

The room can seat up to 30 persons. There is a kitchen available to use, with the usual facilities, including crockery and a hot water urn. The room also has audio visual equipment and screen if it will be required.  
 
The following Reading dates through out 2016 are as follows:
 
August 6, 11.45AM-1.45PM
October 1, 11.45AM-1.45PM
December 3, 11.45AM-1.45PM

For more information:
– Dimitri Troaditis troaditisdimitris@gmail.com and/or 0432 094 342
– Emerald Library and Heritage Centre
Art & Heritage Programs | Arts & Culture 9209 6416

Georg Trakl, Ποιήματα [Gedichte, 1913]. Επιλεγόμενα

DIGITAL CAMERA

Η ΝΕΑΡΗ ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ

αφιερωμένο στον Λούντβιχ φον Φίκερ

1

Συχνά στο πηγάδι, όταν χαράζει,
την βλέπεις να στέκεται μαγεμένη
και να τραβάει νερό, όταν χαράζει.
Ανεβαίνει ο κουβάς· και κατεβαίνει.

Στις οξιές οι κάργιες πετούν
κι εκείνη μοιάζει με ίσκιο.
Ξανθά τα μαλλιά της πετούν
κι οι ποντικοί στριγκλίζουν στον κήπο.

Και ξαναμαγεμένη από την παρακμή
τα φλογισμένα βλέφαρα χαμηλώνει.
Χορτάρι ξερό η παρακμή
κάτω, στα πόδια της, κυρτώνει.

2

Ήσυχη δουλεύει στο δωμάτιο
κι ο κήπος, χρόνια, ερημικός.
Στην κουφοξυλιά μπρος στο δωμάτιο
κότσυφας κελαηδεί παραπονετικός.

Ασημένια η μορφή της στον καθρέφτη
ξένη στου λυκόφωτος την λάμψη την κοιτάζει
και σκοτεινιάζει ωχρή μες στον καθρέφτη
κι απ’ την αγνότητά της τρομάζει.

Σαν όνειρο υπηρέτης τραγουδάει στο σκοτάδι
κι εκείνη κοκαλώνει απ’ τον πόνο. Στάζει
κόκκινο μέσα στο σκοτάδι.
Νοτιάς απότομος την πύλη τραντάζει.

3

Κάθε βράδυ στο γυμνό λιβάδι
σε όνειρα τρεκλίζει εκείνη πυρετού.
Δύστροπος ο άνεμος κλαίει στο λιβάδι
κι από τα δέντρα κρυφακούει η μορφή του φεγγαριού.

Σε λίγο ένα γύρο τ’ αστέρια χλομιάζουν.
Από τα βάσανα έχει πια εξαντληθεί˙
τα κέρινά της μάγουλα χλομιάζουν.
Κάτι σάπιο ανεβαίνει απ’ τη γη.

Θλιμμένα καλάμια θροΐζουν στον βάλτο.
Κρυώνει εκείνη· γονατιστή.
Μακριά ένας πετεινός λαλεί. Πάνω απ’ τον βάλτο
γκρίζο, σκληρό το χάραμα ριγεί.

4

Κρότος μεταλλικός στο σιδεράδικο: σφυρί·
κι εκείνη περνάει την πύλη βιαστική.
Κατακόκκινο δουλεύει ο υπηρέτης το σφυρί
κι εκείνη, όπως νεκρή, κοιτάζει κατά κει.

Σαν σε όνειρο συναντάει ένα γέλιο·
ταράζεται στο σιδεράδικο·
έντρομη χαμηλώνει μπρος σ’ εκείνου το γέλιο,
όπως σφυρί σκληρό και άγριο.

Ακτινοβολούν στον χώρο σπινθήρες·
και καθώς με άτσαλες κινήσεις
κυνηγάει τους άγριους σπινθήρες,
ζαλισμένη, πέφτει κάτω η μορφή της.

5

Αδύνατη τεντώνεται στο κρεβάτι,
ξυπνάει μ’ έναν φόβο γλυκό
και κοιτάζει το λερωμένο κρεβάτι
καλυμμένο ολόκληρο από φως χρυσό·

οι ρεζεντά[1] στο παράθυρο
κι ο φωτεινός γαλάζιος ουρανός.
Καμιά φορά άνεμος φτάνει στο παράθυρο
κι ήχος καμπάνας διστακτικός.

Ίσκιοι γλιστρούν πάνω απ’ το μαξιλάρι·
αργά η καμπάνα δώδεκα ηχεί
κι εκείνη ανασαίνει βαριά στο μαξιλάρι
και μοιάζει το στόμα της πληγή.

6

Το βράδυ αιωρούνται ματωμένα λινά·
σύννεφα πάνω από σιωπηλά δάση
τυλιγμένα σε μαύρα λινά.
Σπουργίτια θορυβούν στο χωράφι.

Κι εκείνη: κάτασπρη στο σκοτάδι.
Γουργούρισμα κάτω απ’ τη στέγη ανασαίνει.
Όπως ψοφίμι σε θάμνο και σκοτάδι·
σμήνος πετά γύρω απ’ το στόμα της και δίνες υφαίνει.

Σαν όνειρο ηχεί στο σκούρο χωριό
γλέντι: χοροί και βιολιά·
αιωρείται η όψη της στο χωριό,
φυσούν τα μαλλιά της σε γυμνά κλαδιά.

***

ΤΡΟΜΠΕΤΕΣ

Κάτω από ιτιές κλαδεμένες, εκεί που σκούρα παιδάκια παίζουν
και φύλλα σαλεύουν, τρομπέτες ηχούν.
Ρίγος νεκροταφείου. Μέσα απ’ την θλίψη του σφενταμιού άλικες
πέφτουν
σημαίες· ιππείς μέσα απ’ αγρούς με σίκαλη κι άδειους μύλους
περνούν.

Ή, τη νύχτα, βοσκοί τραγουδούν και μες τον κύκλο της φωτιάς
τους
μπαίνουν ελάφια, θλίψη πανάρχαια του άλσους·
χορεύοντας σηκώνονται από έναν τοίχο μαύρο· άλικες σημαίες,
γέλια, παράνοια, τρομπέτες.

***

ΟΙ ΠΟΝΤΙΚΟΙ

Στο κτήμα λάμπει λευκή η φθινοπωρινή σελήνη.
Από της στέγης την άκρη πέφτουν ίσκιοι φανταστικοί.
Μία σιωπή κατοικεί σε παράθυρα άδεια·
σαν κατά πάνω, ήσυχα, βουτούν οι ποντικοί.

Και γρήγορα, σφυρίζοντας, εδώ κι εκεί γλιστρούν
κι άχνα υπονόμου ζέχνει
γκριζωπή, που τους ακολουθεί·
φάσμα το σεληνόφως τρέμει.

Και σαν τρελοί στριγκλίζουν από λαιμαργία:
άνεμοι παγεροί που κλαίνε στο σκοτάδι·
σπίτια στοιχειώνουν κι αχυρώνες
όλο καρπούς και στάχυ.

***

ΨΑΛΜΟΣ

(Δεύτερο σχεδίασμα)

αφιερωμένο στον Καρλ Κράους

Είναι ένα φως που το ’σβησε ο άνεμος.
Είναι μία κανάτα που αφήνει τ’ απόγευμα ένας μεθυσμένος.
Είναι ένα αμπέλι καμένο και μαύρο με τρύπες γεμάτες αράχνες.
Είναι ένα χώρος που τον ασβέστωσαν με γάλα.
Ο παράφρονας πέθανε. Είναι ένα νησί στις θάλασσες του Νότου
που υποδέχεται τον Ήλιο. Τύμπανα χτυπούν.
Οι άντρες εκτελούν πολεμικούς χορούς.
Οι γυναίκες κουνούν τους γοφούς μέσα στις κληματσίδες και
τ’ άνθη της φωτιάς,
όταν η θάλασσα τραγουδά. Ω, ο χαμένος Παράδεισός μας!

Οι Νύμφες εγκατέλειψαν τα χρυσά δάση.
Κάποιος θάβει τον ξένο. Αρχίζει τότε μια εκτυφλωτική βροχή.
Προβάλλει ο γιος του Πάνα με τη μορφή σκαφτιά
που, μεσημέρι, σε άσφαλτο πυρωμένη, κοιμάται ακόμη.
Είναι κοριτσάκια σε μιαν αυλή με ρουχαλάκια όλο φτώχεια
σπαρακτική!
Είναι δωμάτια που γεμίζουν ακόρντα και σονάτες.
Είναι σκιές που αγκαλιάζονται μπροστά σε τυφλωμένο
καθρέφτη.
Στα παράθυρα του νοσοκομείου ζεσταίνονται αυτοί που
αναρρώνουν.
Ένα λευκό ατμόπλοιο στο κανάλι ανεβάζει αιματηρές επιδημίες.

Η άγνωστη αδελφή εμφανίζεται πάλι στ’ άσχημα όνειρα κάποιου.
Ξαπλωμένη στις αγριοφουντουκιές παίζει με τ’ άστρα του.
Ο φοιτητής, ίσως ένας σωσίας, ώρα πολλή απ’ το παράθυρο την
κοιτάζει.
Πίσω του ο νεκρός του αδελφός στέκεται ή κατεβαίνει την παλιά
κυκλική σκάλα.
Στο σκοτάδι της σκούρας καστανιάς η μορφή του νεαρού
δόκιμου μοναχού χλωμιάζει.
Ο κήπος μες στο βράδυ. Οι νυχτερίδες πετούν στο περιστύλιο.
Τα παιδιά του θυρωρού σταματούν το παιχνίδι και ψάχνουν για
το χρυσάφι τ’ ουρανού.
Τελευταία ακόρντα κουαρτέτου. Τρέμοντας η μικρή τυφλή
τρέχει μέσα απ’ τις δεντροστοιχίες,
κι ύστερα η σκιά της, τριγυρισμένη από θρύλους ιερούς και
παραμύθια,
τα παγωμένα τείχη ψηλαφίζει.

Είναι μια άδεια βάρκα, το βράδυ, που κατεβαίνει το μαύρο
κανάλι.
Στη σκοτεινιά του παλαιού ασύλου άνθρωποι-ερείπια
μαραζώνουν.
Τα νεκρά ορφανά κείτονται στον τοίχο του κήπου.
Άγγελοι ξεπροβάλλουν, από γκρίζα δωμάτια, με λασπωμένες τις
φτερούγες.
Σκουλήκια στάζουν απ’ τα κιτρινισμένα βλέφαρά τους.
Σκοτεινή και σιωπηλή η πλατεία μπρος στην εκκλησία όπως τις
ημέρες της παιδικής ηλικίας.
Περασμένες ζωές γλιστρούν με πέλματα ασημένια
και των καταραμένων οι σκιές βυθίζονται σε νερά που
στενάζουν.
Στον τάφο του μέσα ο λευκός μάγος παίζει με τα φίδια του.

Σιωπηλά πάνω απ’ τον τόπο του κρανίου ανοίγουν τα χρυσά
μάτια του Θεού.

***

ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ [3]

Στην αδελφή

Εκεί που πας είναι φθινόπωρο και βράδυ·
γαλάζιο αγρίμι που κάτω από δέντρα ηχεί,
λιμνούλα έρημη το βράδυ.

Ήσυχο πέταγμα πουλιών,
μελαγχολία πάνω απ’ τα τόξα των ματιών σου.
Το στενό ηχεί χαμόγελό σου.

Λύγισε ο Θεός τα βλέφαρά σου.
Άστρα τη νύχτα ψάχνουν, παιδάκι επιτάφιο,
για του μετώπου σου το τόξο.

***

Η εγγύτητα του θανάτου

(Δεύτερο σχεδίασμα)

Ω το βράδυ που φτάνει ως στα σκοτεινά χωριά των παιδικών
μας χρόνων.
Η λιμνούλα κάτω απ’ τις βελανιδιές
γεμάτη μολυσμένους στεναγμούς μελαγχολίας.

Ω το δάσος, που γέρνει αργά τα σκούρα μάτια του,
όταν των εκστατικών ημερών του η πορφύρα
πέφτει απ’ τα σκελετωμένα χέρια του έρημου άντρα.

Ω, η εγγύτητα του θανάτου! Ας προσευχηθούμε.
Τη νύχτα αυτή λύνονται σε ζεστά, κιτρινισμένα απ’ το λιβάνι,
μαξιλάρια, των ερωτευμένων τ’ αδύναμα άκρα.

Αμήν

Σαπισμένο γλιστρά μες στο σάπιο δωμάτιο·
ίσκιοι σε κίτρινες ταπετσαρίες· σε σκοτεινούς καθρέφτες
κυρτώνει
η φιλντισένια θλίψη των χεριών μας.

Χάντρες σκουρόχρωμες κυλούν μέσα από δάχτυλα νεκρά.
Μες στη σιωπή ανοίγουν
οι γαλάζιες παπαρούνες των ματιών ενός αγγέλου.

Το βράδυ: γαλάζιο επίσης.
Η ώρα του θανάτου μας· ο ίσκιος του Αζραήλ,[4]
που έναν σκούρο κήπο σκοτεινιάζει.

***

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Ανάσα του ακίνητου. Πρόσωπο ζώου
κοκαλωμένο μπρος στην ιερότητα του γαλάζιου.
Μεγάλη η σιωπή στην πέτρα·

η μάσκα ενός νυχτερινού πουλιού. Τρεις ήχοι απαλοί
σβήνουν σ’ έναν. Ηλί![5] Αμίλητη γέρνει η όψη σου
πάνω από γαλάζια νερά.

Ω ήσυχοι εσείς καθρέφτες της αλήθειας.
Στους φιλντισένιους κροτάφους του έρημου άντρα
προβάλλει έκπτωτων αγγέλων η ανταύγεια.

***

ΕΛΙΑΝ [6]

Στις έρημες ώρες του πνεύματος
είναι ωραία να πηγαίνεις μες στον ήλιο
πλάι στα κίτρινα τείχη του καλοκαιριού.
Σιγά ηχούν τα βήματα στο γρασίδι· ωστόσο πάντα
ο γιος του Πάνα στο γκρίζο μάρμαρο κοιμάται.

Με μαύρο κρασί μεθύσαμε το βράδυ στην ταράτσα.
Κοκκινωπό καίει το ροδάκινο στη φυλλωσιά·
Σονάτα απαλή, χαρούμενο γέλιο.

Όμορφη η γαλήνη της νύχτας.
Σε σκοτεινή πεδιάδα
συναντιόμαστε με βοσκούς και λευκά άστρα.

Όταν είναι φθινόπωρο
νηφάλια διαύγεια απλώνεται στο άλσος.
Ήσυχοι βαδίζουμε πλάι σε κόκκινα τείχη
και τα στρογγυλά μάτια ακολουθούν το πέταγμα των πουλιών.
Το βράδυ, πέφτει το λευκό νερό στις υδρίες του τάφου.

Σε γυμνά κλαδιά γιορτάζει ο ουρανός.
Με καθαρά χέρια φέρνει ο γεωργός ψωμί και κρασί
κι ειρηνικά ωριμάζουν οι καρποί στο ηλιόλουστο δωμάτιο.

Ω, τι αυστηρή η όψη των αγαπημένων νεκρών!
Όμως το δίκαιο βλέμμα ευφραίνει την ψυχή.

Μεγάλη η σιωπή του ρημαγμένου κήπου,
όταν ο νεαρός δόκιμος μοναχός με φύλλα σκούρα το μέτωπο στεφανώνει,
η ανάσα του πίνει παγερό χρυσάφι.

Τα χέρια αγγίζουν τα γεράματα γαλαζωπών νερών
ή τα λευκά μάγουλα των αδελφών στην κρύα νύχτα.

Ήρεμος κι αρμονικός βηματισμός σε φιλικά δωμάτια,
εκεί που είναι μοναξιά και θρόισμα του σφενταμιού,
εκεί που ίσως ακόμα η τσίχλα τραγουδάει.

Όμορφος ο άνθρωπος και φαίνεται μες στο σκοτάδι,
όταν τα πόδια και τα χέρια του κινεί με απορία
και ήσυχα σε πορφυρές σπηλιές τα μάτια του κυλούν.

Χάνεται ο ξένος, τον Εσπερινό, στον μαύρο χαλασμό του
Νοεμβρίου,
κάτω από σάπιο πνεύμα, πλάι σε τείχη όλο λέπρα,
εκεί που πήγαινε άλλοτε ο άγιος αδελφός,
βυθισμένος στην απαλή συγχορδία της παραφροσύνης του·

τι έρημος τελειώνει ο άνεμος ο βραδινός!
Ξεψυχώντας το κεφάλι γέρνει στο σκοτάδι της ελιάς.

Ολέθριος ο χαμός του Γένους.
Την ώρα αυτή γεμίζουνε τα μάτια εκείνου που κοιτάζει
με τον χρυσό των άστρων του.

Το βράδυ βυθίζεται ένα χτύπημα καμπάνας, που πλέον δεν ηχεί,
πέφτουν τα μαύρα τείχη στην πλατεία,
ο νεκρός στρατιώτης καλεί σε προσευχή.

Άγγελος χλωμός
μπαίνει ο γιος στο άδειο πατρικό του.

Οι αδελφές έφυγαν μακριά σε γέροντες λευκούς.
Νύχτα, στον διάδρομο, κάτω από τις κολώνες, τις βρήκε
ο αποκοιμισμένος
να επιστρέφουν από προσκυνήματα θλιβερά.

Κοκαλωμένα τα μαλλιά τους από σκουλήκια και λάσπη,
όταν εκείνος στέκεται με ασημένια πόδια
κι από γυμνά δωμάτια νεκρές εκείνες ξεπροβάλλουν.

Ω οι ψαλμοί τους, τα μεσάνυχτα, σε πύρινες βροχές,
όταν υπηρέτες με τσουκνίδες τ’ απαλά μάτια χτυπούσαν,
οι παιδικοί καρποί της κουφοξυλιάς
πάνω από τάφο αδειανό γέρνουν με απορία.

Κιτρινισμένα φεγγάρια ήσυχα κυλούν
πάνω απ’ τα λινά, που καίει πυρετός, του νεαρού,
προτού ακολουθήσει η σιωπή του χειμώνα.

Μοίρα υψηλή στοχάζεται, κατεβαίνοντας, τον Κίδρονα[7]
εκεί που πλάσμα τρυφερό, υψώνεται ο κέδρος
κάτω απ’ τα γαλάζια φρύδια του πατέρα·
νύχτα ο βοσκός το κοπάδι του οδηγεί στο λιβάδι.
Ή είναι στον ύπνο κραυγές,
όταν στο άλσος χάλκινος άγγελος τον άνθρωπο πλησιάζει,
σε πυρωμένο παραγώνι λιώνει του Άγιου η σάρκα.

Γύρω σε καλύβες από λάσπη πλέκεται αμπέλι πορφυρό,
δεμάτια στάχυ κίτρινο που ηχούν,
ο βόμβος των μελισσών, το πέταγμα του γερανού.
Το βράδυ, συναντιούνται αυτοί που αναστήθηκαν σε βραχώδη
μονοπάτια.

Σε μαύρα νερά καθρεφτίζονται οι λεπροί·
ή ανοίγουν τα λασπωμένα ρούχα τους
κλαίγοντας στον πραϋντικό άνεμο, που φυσά από τον ρόδινο
λόφο.

Λιγνές υπηρέτριες ψηλαφούν στα δρομάκια της νύχτας
μήπως βρουν τους ερωτευμένους βοσκούς.
Τραγούδι απαλό ηχεί, Σάββατο βράδυ, στις καλύβες.

Θυμηθείτε και το αγόρι στο τραγούδι σας·
την παραφροσύνη του, τα λευκά φρύδια και τον χαμό του,
το σαπισμένο αγόρι, που ανοίγει τα γαλάζια μάτια του.
Τι θλιβερό αντάμωμα!

Τα σκαλοπάτια της παραφροσύνης σε μαύρα δωμάτια,
οι ίσκιοι των γέρων κάτω απ’ την ανοιχτή πόρτα,
όταν η ψυχή του Ελιάν κοιτάζεται στον ρόδινο καθρέφτη
και χιόνι, λέπρα πέφτει από το μέτωπό του.

Στους τοίχους έσβησαν τ’ άστρα
κι οι λευκές μορφές του φωτός.

Κόκαλα τάφων βγαίνουν απ’ το χαλί,
η σιωπή ρημαγμένων σταυρών στον λόφο,
του λιβανιού η γλύκα στον πορφυρό άνεμο της νύχτας.

Ω μάτια εσείς κομματιασμένα σε στόματα μαύρα,
όταν στην ήσυχη τρέλα του ο εγγονός
έρημος συλλογίζεται το σκοτεινότερο τέλος,
πάνω του ο σιωπηλός Θεός τα γαλάζια του βλέφαρα χαμηλώνει.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Ποώδες φυτό με υπόλευκα ή υποκίτρινα άνθη.
2. Το εκκλησιαστικό όργανο που χρησιμοποιεί η Δυτική Εκκλησία.
3. Αναφορά στην προσευχή των Καθολικών που γίνεται με τη χρήση του ροζαρίου: κάθε χάντρα του ροζαρίου αντιστοιχεί και σε μία παράκληση.
4. Άγγελος του θανάτου στην Παλαιά Διαθήκη.
5. «Θεέ μου!» Προσφώνηση του Ιησού πάνω στον σταυρό.
6. Συμβολική μορφή στην ποίηση του Τρακλ.
7. Ονομασία κοιλάδας και ρυακιού ανάμεσα στην Ιερουσαλήμ και το Όρος των Ελαιών.

*ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
**Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου στο http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com.au/2008/10/gedichte-1913.html

Νίκος Βαρδάκας, Τέσσερα σύντομα ποιήματα

Jackson Pollock, The Flame (1938)

Jackson Pollock, The Flame (1938)

Τιμή

Μου ζήτησε να την συγχωρήσω.
Είναι μεγάλη τιμή γι’ αυτήν
να την αγαπήσω περισσότερο.

Φύση

Είναι η μητέρα όλων των πλασμάτων.
Όμως μονάχα εμείς οι άνθρωποι
την πικραίνουμε τόσο.

Αλίμονο

Αλίμονο σε εκείνον που
δεν αγάπησε ποτέ. Είναι ο
θάνατος καθημερινός φίλος του.

Βράδυ

Ήταν βράδυ όταν ενώσαμε τις
ψυχές μας. Το φεγγάρι και εγώ
αγαπάμε την όμορφη κόρη.

*Από τη συλλογή “Μέχρι τη λύτρωση”, Θεσσαλονίκη, Ιούλης 2015

Kαλλιτεχνικό Φεστιβάλ Palinodiae 2016 Άγιος Δημήτριος, Αθήνα | Σάββατο 7 Μάη | Πλατεία «Αλέξανδρος Παναγούλης»

unnamed

Το περιοδικό Παλινωδίαι/Palinodiae λειτουργεί εδώ και τρία χρόνια ως ένα αυτοοργανωμένο εγχείρημα Τέχνης & Γραμμάτων. Ιδρύθηκε το 2012 από μία καλλιτεχνική συλλογικότητα της πόλης Ρεν βορείου Γαλλίας και το 2013 σχηματίζεται με νέες δομές στην Ελλάδα, την επιμέλεια του οποίου αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου πλέον η νέα συνέλευση που συντηρείται σχηματικά έως και τώρα. Πυρήνας του η Αθήνα. Το περιοδικό είναι άτακτο ως προς την έκδοσή του και μη κερδοσκοπικό στον χαρακτήρα. Αποτελείται από τις επιμέρους ομάδες των: Συντακτών & Εικαστικών, Γενικής Διαχείρισης/Staff Palinodiae και των Συνεργατών. Το υλικό που πραγματεύεται έχει να κάνει με Λογοτεχνία, Καλές Τέχνες, Αφιερώματα, Δοκίμια, Παρουσιάσεις και Συνεντεύξεις. Οι ομάδες του περιοδικού Palinodiae διοργανώνουν Μουσικές Συναυλίες, Καλλιτεχνικά Δρώμενα & Εκθέσεις, Παρεμβάσεις Τέχνης Δρόμου, όπως επίσης έχει καθιερώσει και το ολοήμερο «Καλλιτεχνικό Φεστιβάλ Palinodiae» με ετήσια παρουσία.

Το καθιερωμένο ολοήμερο Καλλιτεχνικό Φεστιβάλ του περιοδικού Παλινωδίαι διοργανώνεται και φέτος αυτοοργανωμένα από το
εγχείρημα της ομάδας του περιοδικού στο Μπραχάμι/Άγιο Δημήτριο της Αθήνας ▐ Ημερομηνία διεξαγωγής: Σάββατο 7 Μαΐου 2016

Τα δρώμενα στο σύνολο τους είναι μία κοινωνική απεύθυνση προς έναν εν γένει καλλιτεχνικό διαμορφωμένο πολυχώρο δράσης, ψυχαγωγίας και δημιουργίας. Ένα κάλεσμα διεκδίκησης του δημόσιου χώρου και αναδιαμόρφωσης του κοινωνικού ιστού. Με ελεύθερη πρόσβαση στον χώρο της πλατείας που θα στεγάσει το 3ο Καλλιτεχνικό Φεστιβάλ Palinodiae 2016, θα εξελιχθεί ένα πρόγραμμα εκθειάζοντας τέχνες με: Εικαστικές Παρεμβάσεις & Graffiti Jamming, Παραστατικά Δρώμενα, Θέατρο Δρόμου & Performances, Θέατρο Κούκλας & Σκιών, Διαδραστικό Χορευτικό Hip-Hop Δρώμενο για παιδιά, Δημιουργικό Εργαστήρι Ζωγραφικής, Έκθεση Φωτογραφίας, Μουσικοχορευτικά Σόου και Live Συναυλία, σε ένα πρόγραμμα για παιδιά και ενηλίκους.

► Πρόσβαση στον χώρο του φεστιβάλ:
Η πλατεία Αλέξανδρος Παναγούλης στον Άγιο Δημήτριο/Μπραχάμι της Αθήνας βρίσκεται πλησίον της στάσης του Μετρό «Αγ. Δημήτριος», δίπλα ακριβώς από το Athens Metro Mall.

Για το ακριβές πρόγραμμα του Φεστιβάλ ενημερώνεστε από τις σελίδες του περιοδικού και την Εκδήλωση του Facebook

Χλόη Κουτσουμπέλη, Έξι ποιήματα σε δυο γλώσσες

Leonid Afremov, Oil painting

Leonid Afremov, Oil painting

ΑΝΤΙΓΟΝΗ



Πάντα κάτι ξεχνάει η Αντιγόνη, όταν φεύγει.

Ένα δαντελένιο γάντι στα μεταξωτά σεντόνια,

μιαν αχνιστή σταγόνα από λεμόνι

στο μάγουλο του φίλου,

ένα φευγαλέο άγγιγμα στο μπράτσο του εραστή,

ένα αποτύπωμα χειλιών στο πορσελάνινο φλιτζάνι

του τσαγιού που μισοπίνει βιαστικά.

Είναι η Αντιγόνη που ξεχνά,

το αραχνοΰφαντο μαντήλι μουσκεμένο

απ’ τα ξαφνικά δάκρυα της στιγμής

το ομπρελίνο της βαμμένο στα χρώματα

της εύθραυστης βροχής.

Είναι η Αντιγόνη που ξεχνά,

το φόρεμά της θροΐζει καθώς τρέχει,

η βεντάλια της αλλάζει εποχές.

Πάντα κάτι ξεχνάει η Αντιγόνη.

Γι’ αυτό και πάντα φεύγει.

Μόνο κάποιες νύχτες, αρχίζει κάτι να θυμάται,

φοράει την νεκρική της μάσκα,

ρίχνει στάχτη στα μαλλιά της,

θαμμένη στη σπηλιά της,

θρηνεί τους άταφους νεκρούς της.

ANTIGONE

Antigone always forgets something, when she leaves.
A lacy glove on the satin bed sheet,
a fresh lemon drop
on a friend’s cheek,
an elusive touch on a lover’s arm,
a lip-mark on a porcelain teacup
she hastily drinks.
It’s Antigone who forgets,
the delicate handkerchief moistened
with the sudden momentary tears,
her little umbrella dyed in the colours
of the fragile rain.
It’s Antigone who forgets,
her dress rustles as she walks,
her fan changes seasons.
There is always something Antigone forgets.
That is why she always leaves.
Yet certain nights, her memory returns;
she puts on her death-mask ,
sprinkles ashes on her hair,
and there, buried in her cave,
she mourns for all her dead people,
unburied.

***

ΧΡΟΝΟΣ



Και η στιγμή ένα γοργοπόδαρο ελάφι

που αφήνει πίσω του

μια βουρκωμένη, βελούδινη ματιά

πριν βουτήξει για πάντα στο κενό. 

TIME

And the moment, a swift-footed deer
that leaves a tearful, velvet glance
before leaping into the void forever.

***

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ



Ο μπαμπάς μου φορούσε πάντα αδιάβροχο

και κρατούσε μια γκρίζα ομπρέλα για τον ήλιο,

αγαπούσε γυναίκες κι όλο έφευγε,

κι έπαιζε σε ταινίες κατασκόπων

τον ρόλο της κλειδαριάς στην πόρτα

ή του ανοιχτού παράθυρου

στη μέση μιας ερήμου.

Πολύ του άρεσαν πάντα τα καπέλα.

Η μαμά μου φορούσε όμορφα καπέλα.

με ζωντανά ακέφαλα παγόνια να μαλώνουν.

Ο αδελφός μου ήταν κύκνος,

κρυστάλλινος και διάφανος,

σε χίλιες δυο μεριές του ραγισμένος

και τόσο, μα τόσο ανυπεράσπιστος,

που πάντα έμπαινα στον πειρασμό

να τον ρίξω κάτω για να σπάσει.

Κι εγώ ήμουν αξιολάτρευτη,

στα άσπρα πάντοτε ντυμένη,

έτρωγα κέικ από μοναξιά,

σ’ ένα ετοιμόρροπο, καθόμουνα μπαλκόνι.

Υστερα η μαμά χάθηκε μες στον καθρέφτη,

ο μπαμπάς αγάπησε ένα πουλί και πέταξε,

ο αδελφός μου παντρεύτηκε την Νύχτα

και το μπαλκόνι μου κατέρρευσε στην θάλασσα.

Κι από όλη την οικογένειά μου

απόμεινε μόνο ένα άλμπουμ με σκιές

να κυνηγούν ατέρμονα η μια την άλλη μες στη νύχτα.


MY FAMILY

My father always wore a raincoat
and hold a grey umbrella for the sun,
he was fond of women and always left,
he liked to play in spy films
pretending to be a lock
or an open window in the middle of the desert.
He always liked hats.
My mother wore beautiful hats,
with headless peacocks fighting.
My brother was a swan,
crystal and transparent
cracked in a thousand pieces
and so defenseless
that I was tempted
to knock him down only to see him break.
And I was adorable
always dressed in white,
eating cake out of loneliness,
sitting on a rickety balcony.
Then, mother disappeared in a mirror,
father fell in love with a bird and flew away,
my brother took Night as his wife
and my balcony collapsed into the sea.
And what remains of my family
is a photo album with shadows
who chase each other endlessly
all through the night.

***

ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ

Καθίσαμε απέναντι.
Τα δικά μου πιόνια ήταν σύννεφα.
Τα δικά του σίδερο και χώμα.

Αυτός είχε τα μαύρα.

Σκληροί, γυαλιστεροί οι πύργοι του 

επιτέθηκαν με ορμή
ενώ η βασίλισσά μου

ξεντυνόταν στο σκοτάδι.

Ήταν καλός αντίπαλος,

προέβλεπε κάθε μου κίνηση

πριν καλά καλά ακόμα την σκεφτώ

κι εγώ παρόλα αυτά την έκανα,

με την ήρεμη εγκατάλειψη αυτού

που βαδίζει στον χαμό του.

Στο τέλος τέλος ίσως με γοήτευε

το πόσο γρήγορα εξόντωσε τους στρατιώτες

τους αξιωματικούς, τους πύργους, τα οχυρά,

τις γέφυρες, τον βασιλιά τον ίδιο

πόσο εύκολα διαπέρασε, εισχώρησε και άλωσε
βασίλεια ολόκληρα αρχαίας σιωπής

και πως αιχμαλώτισε εκείνη την βασίλισσα από νεραιδοκλωστή

που τόσο της άρεσε να διαφεύγει

με πειρατικά καράβια

στις χώρες του ποτέ.

Ναι, ομολογώ ότι γνώριζα από πριν πως θα νικήσει.

Άλλωστε γι’ αυτό έπαιξα μαζί του.



Γιατί, έστω και μία φορά, μες στη ζωή

αξίζει κανείς να παίζει για να χάσει.

A GAME OF CHESS

We took our places.
My pawns were clouds.
His were iron and soil.
He had the black ones.
His castles, tough and shiny,
attacked me fiercely
while my queen
was undressing in the dark.
He was a good opponent,
foresaw every move of mine
before I even thought of it
and yet I made my move,
with the serene abandonment
of someone who is about to die.
After all, what did attract me
was how quickly he eliminated the soldiers,
the knights, the castles, the pawns,
the bridges, the king himself
how easily he penetrated, entered and besieged
all the kingdoms of ancient silence
and how he captured that queen made of fairy-thread,
who so enjoyed escaping
on pirate ships to the Nevererland.
Yes, I admit it, I knew beforehand he was going to win.
That was the reason I played with him.
Because, even once in a lifetime,
it’s worth playing in order to lose.

***

ΟΝΕΙΡΟΚΡΙΤΗΣ


Αν μυρίσετε στον ύπνο σας κανέλα 

κάποιος θα σας φιλήσει στο σκοτάδι,

αν δείτε σαύρα να λιάζεται στις πέτρες

αποφύγετε τους ξένους με τα ψηλά καπέλα,

αν ονειρευτείτε ασπρόμαυρο καράβι

και ανθρώπους να σας γνέφουν με μαντήλια

αγοράστε ένα λαχείο,

δεν έχετε πια τίποτε να χάσετε.

Έτσι κι αλλιώς 

τα όνειρα δεν έχουν γραμματόσημο

ο αποστολέας είναι άγνωστος
κι ο παραλήπτης λάθος.

Αν κάποιο βράδυ δείτε το δικό μου όνειρο

σημαίνει απλώς πως περπατάτε σε θυμάρι

ή κυνηγάτε μικρά χελιδονόψαρα

ή πως είστε ένας τρελός που ακόμα ελπίζει.

Κρύψτε το άφοβα κάτω απ’ το κρεβάτι.

Τα ποιήματα των άλλων σπάνια είναι επικίνδυνα
για μας.

A KEY TO DREAMS

If you smell cinnamon in your dream
someone will kiss you in the dark,
if you see a lizard basking on the stones
avoid strangers with tall hats,
if you dream of a black and white boat
and people beckoning you with handkerchiefs
buy a lottery,
you have nothing to lose.
One way or other
dreams have no stamps
the sender is unknown
and the receiver false.
If you see my dream one night
it merely means that you walk on thyme
or that you are chasing little flying fish
or that you are a loony who still hopes.
Bury it under your bed without fear.
Other peoples’ poems are rarely dangerous for us.

***

ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΗΜΑ (ΜΟΥΣΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ)

Δυο μέλισσες
ηλιοστάλακτες
ενωμένες,
ακατάλυτα,
τελεσίδικα,
διαχρονικά,
προαιώνια ιεροτελεστία
να μεταφέρουν μία σταγόνα μέλι στην κυψέλη.

Και κάθε άλλο ποίημα για αγάπη
ξεθωριάζει

ANCIENT JEWEL (HERACLION MUSEUM)

Two bees
Dripping sunshine

(Combined
In a
fierce
irreversible
perennial way,
a timeless ritual)

carry a honey drop to the hive

and every other poem about love
fades away.

*English translations Toula Papapanou.