Federico Garcia Lorca, Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας (Δύο ποιήματα)

Από το “Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας”
(Απόδοση: Γιώργος Μίχος)

Στην αγαπημένη μου φίλη Ενκαρναθιόν Λόπεθ Χούλβεθ

ΤΟ ΧΥΜΕΝΟ ΑΙΜΑ
Πως να το δω δεν θέλω!

Πες στη σελήνη που θα έλθει

πως να δω δεν θέλω το αίμα,

του Ιγνάθιο στον άμμο.

Πως να το δω δεν θέλω!

Η σελήνη πέρα ως πέρα.

Άτι από σύννεφα γαλήνια,

κι η αρένα γκρί του ύπνου

με ιτιές γύρω στις μπάρες.

Πως να το δω δεν θέλω!

Πως μου καίγεται η μνήμη.

Μηνύστε το στα γιασεμιά

με τη μικρή λευκότητά τους!

Πως να το δω δεν θέλω!

Του γέρου κόσμου η αγελάδα

πέρναγε μια θλιμμένη γλώσσα

πάνω από ένα μουσούδι αιμάτων

που ήταν χυμένα εκεί στο άμμο

και οι ταύροι του Γκισάντο

σχεδόν θάνατος και πέτρα

μούγκρισαν σαν δυο αιώνες

να πατούν γη απαυδησμένοι.

Όχι.

Να το δω δεν θέλω!

Απ’ τα σκαλιά πάει ο Ιγνάθιο

μ’ όλο το θάνατο στον ώμο

Έψαχνε το ξημέρωμα

και το ξημέρωμα δεν βρήκε.

Έψαχνε εικόνα σίγουρη,

και τ’ όνειρο τον ξεστρατίζει.

Έψαχνε τ’ όμορφο κορμί του

και βρήκε το χυμένο του αίμα.

Να το βλέπω μη μου λέτε!

Το ανάβλυσμα μη νιώσω

κάθε φορά και πιο σβησμένο

το ανάβλυσμα που φέγγει

τις κερκίδες για να πάει

στο βελούδο και στο αίμα

από το πλήθος που διψάει.

Ποιος κραυγάζει για να σκύψω;

Να το βλέπω μη μου λέτε!

Δεν τα έκλεισε τα μάτια

όταν τα κέρατα κοντά του,

μόνο οι τρομερές μανάδες

εσηκώσαν το κεφάλι.

Κι από μέσα απ’ τα βουστάσια

μυστικών φωνών αέρας

που έκραζαν ουράνιους ταύρους

επιστάτες χλωμής πάχνης.

Δεν είχε πρίγκιπα η Σεβίλλη

που να του συγκριθεί μπορούσε

και σπαθί σαν το σπαθί του

και καρδιά τόσο αλήθειας.

Σαν ποτάμι από λιοντάρια

θαυμαστή η δύναμή του,

και ωσάν κορμός μαρμάρου

η γραμμένη σύνεσή του.

Αέρας αναδαλούσιας Ρώμης

στόλιζε την κεφαλή του

και το γέλιο του ήταν νάρδος

από αλάτι κι ευφυΐα.

Τι ταυρομάχος στην αρένα!

Τι ορεινός πάνω στα όρη!

Τι απαλός μ’ όλα τα στάχια!

Τι σκληρός με τα σπιρούνια!

Τι τρυφερός με τη δροσούλα!

Τι λαμπερός με τη γιορτή!

Τι τρομερός στις τελευταίες

του σκοταδιού τις μπαντερίγιες!

Μα πια κοιμάται δίχως τέλος.

Και πια τα βρύα και τα χόρτα

με σίγουρα δάχτυλα ανοίγουν

το άνθος της νεκροκεφαλής του.

Το αίμα του πια τραγουδάει

πάνω από βάλτους κι από κάμπους

σε κρύα κέρατα γλιστρώντας

αμφίβολο, άψυχο στην πάχνη

μπλέκοντας με χίλιες πατούσες

σκοτεινή μακριά γλώσσα και θλιμμένη

μια μικρή λίμνη για να φτιάξει ξεψυχώντας

δίπλα στον Γουαδαλκιβίρ των άστρων.

Ω τοίχε εσύ λευκέ της Ισπανίας!

Κι ω, εσύ του πόνου μαύρε ταύρε!

Ω σκληρό αίμα του Ιγνάθιο!

Ω των φλεβών του αηδονάκι!

Όχι.

Να το δω δεν θέλω!

Δεν είναι δισκοπότηρο να το ‘χει

ούτε και χελιδόνια να το πιούνε,

πάχνη δεν έχει του φωτός να το παγώνει,

ούτε τραγούδι και κατακλυσμός των κρίνων,

ούτε και κρύσταλλο να το σκεπάσει ασήμι.

Όχι.

Να το δω δεν θέλω!

***

ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΣΩΜΑ
Η πέτρα είν’ ένα μέτωπο που όνειρα στενάζουν

χωρίς να ‘χουν κυρτό νερό και πάγου κυπαρίσσια.

Η πέτρα είναι μια πλάτη στο χρόνο να την κουβαλάς

με δέντρα από δάκρυα κορδέλες και πλανήτες.

Είδα εγώ γκρίζες βροχές να τρέχουν προς τα κύματα,

σηκώνοντας τα τρυφερά και πληγωμένα χέρια,

για να μην γίνουν θήραμα της ξαπλωμένης πέτρας

που διαλύει τα μέλη της δίχως να τρέξει το αίμα.

Γιατί σωρεύει η πέτρα σπόρους και συννεφιές

τους σκελετούς κορυδαλλών, λύκους από ημίφως.

μα ήχους να βγάλει δεν μπορεί, κρύσταλλα και φωτιά,

μόνο πλατείες, πλατείες και πλατείες δίχως τοίχους.

Στην πέτρα πάνω κείται πια ο Ιγνάθιο με τ’ αστέρι.

Τέλειωσε πια. Τί έγινε; Κοιτάξτε τη μορφή του:

ο θάνατος τον κάλυψε με τα χλωμά του θειάφια

και του έβαλε μια κεφαλή σκοτάδι μινωταύρου.

Τέλειωσε πια. Και του περνάει βροχή από το στόμα.

Αφήνει ο αέρας σαν τρελός το βυθισμένο στήθος του,
κι ο Έρωτας, με δάκρυα από χιόνι μουλιασμένος,

ζεσταίνεται στην κορυφή πάνω των βουστασίων.

Τι λένε; Μόνο μια σιωπή με δυσωδίες απλώνεται.

Βρισκόμαστε μ’ ένα κορμί παρόν που όλο σβήνει,

με μια μορφή ολοκάθαρη που κάθονταν αηδόνια

και να γεμίζει βλέπουμε με τρύπες χωρίς βάθος.

Ποιος ζάρωσε το σάβανο; Δεν λέει την αλήθεια!

Κανείς εδώ δεν τραγουδά, δεν κλαίει στη γωνία,

ούτε σπιρούνια δεν χτυπά, ούτε το ερπετό φοβίζει:

εδώ δεν θέλω πιότερο από τα στρογγυλά τα μάτια

το σώμα αυτό να βλέπουνε χωρίς να ξαποσταίνουν.

Θέλω να δω μονάχα εδώ σκληρόφωνους τους άντρες

που τιθασεύουν άλογα και κυβερνάν ποτάμια:

άντρες όνειρο σκελετού κι εκείνοι τραγουδάνε

με στόμα από πυρόλιθο και ήλιο όντας γεμάτοι.

Εδώ εγώ θέλω να τους δω. Μπροστά από την πέτρα.

Μπροστά από το σώμα αυτό με τα σπασμένα γκέμια.

Θα ‘θελα να μου δείξουνε η έξοδος που είναι

γι’ αυτόν τον καπετάνιο εδώ που ο θάνατος τον δένει.

Θα ‘θελα να μου δείξουνε θρήνο ίσαμε ποτάμι

που να ‘χει καταχνιές γλυκές και να ‘χει βαθιές όχθες

το σώμα του Ιγνάθιο να πάρει να το χάσω

χωρίς ν’ ακούσει το διπλό λαχάνιασμα των ταύρων.

Που να χαθεί στην στρογγυλή πλατεία της σελήνης

που μοιάζει κτήνος ήσυχο όντας θλιμμένη κόρη.

Που να χαθεί μες στη νυχτιά χωρίς ψαριών το άσμα

και στα λευκά χαμόκλαδα της παγωμένης κάπνας.

Δεν θέλω να του κρύψουνε το πρόσωπο μαντίλια

να συνηθίσει με το θάνατο που πια θα κουβαλάει.

Πήγαινε Ιγνάθιο: Μην ακούς ζεστό το βρυχηθμό.

Κοιμήσου, πέτα, ανάπαυση. Κι η θάλασσα πεθαίνει.

llanto1

Αντιγόνη Ηλιάδη, Δύο ποιήματα

Ιερώνυμος Μπος, Το πλοίο των τρελών (1490)

Ιερώνυμος Μπος, Το πλοίο των τρελών (1490)

Ανατομία Φυτών

σε άρχισα από τον μίσχο σου
κυλούσα ακόμα
από την πάνω επιδερμίδα
το δάχτυλο μεσόφυλλα
ύγραινα
στην πρωτοσκληρεϊδα
μεταξυλικά κατέβηκα σιγά
στου βλαστού σου το βάθος
σπογγώδες το πάθος
παρέγχυμα
στη δευτερεύουσα νεύρωση
υπέστησαν τα χέρια μου παράλυση
και μια επιθανάτια ώση τραγική
του έρωτος παύση

(2015)

***

Κι ο θεός είναι νεκρός

και τα μάτια σου ανοίγουν
κι ο θεός είναι νεκρός
σε μια στιγμή μπορούν να αλλάξουν όλα
και μέσα από το στόμα σου
βγαίνουν παράσιτα λύονται προς τα έξω
μία βία από το λάρυγγά σου που κόβεται
η αθωότητά σου δεν βρέθηκε ποτέ
δεν υπέγραψες υπεύθυνη δήλωση
υπάρχεις ή και όχι
είναι δημοκρατική απόφαση
μη φοβάσαι κι ο θεός είναι νεκρός
η γλάστρα είσαι στον διάδρομο
αναμονής προβλεπόμενων γεγονότων
θα πεθάνεις εδώ ή εκεί
κάθε διάβαση είναι μονόδρομος
και κάθε σπίτι κρύο και κλειστό
δεν μιλάς δεν απαντάνε
κι ο ήλιος εκεί πάντα σταθερός
φτιαγμένη από το σάλιο ξένων στομάτων
δύο συν ένας δώρο εραστές αδιαρκείας
το φως τονίζει πιο έντονα τη μοναξιά σου
κι ο θεός είναι νεκρός

(2016)

Η έκρηξη της μικρής φόρμας: Τα “χαρτάκια”, εκδ. Πανοπτικόν, 2016, του Γιώργου Πρεβεδουράκη

30088785

Γράφει η Κωνσταντίνα Γεωργαντά*

έχουμε χρόνο-
δεν έχουμε

αυτό κι αν είναι κέρμα
`
Χαρτάκια. Εναλλακτικά φέιγ-βολάν για πορείες. Πολεμοφόδια για εθισμένους. Εφημερίδες για φυλακισμένους. Τα κρατάς βαθιά μέσα στην τσέπη σου, τα κρεμάς στον τοίχο. Βγάλτε τα ρολόγια από το σπίτι∙ μετρήστε τον χρόνο με ‘χαρτάκια’.
`
περασμένα μεσάνυχτα
ψέλισσα «ελευθερία»
κι έβαλα το ξυπνητήρι στις 7
`
Αυτές θα μπορούσαν να είναι οι οδηγίες χρήσης της τρίτης ποιητικής συλλογής του Γιώργου Πρεβεδουράκη – μετά το Στιγμιόγραφο (Πλανόδιον, 2011) και το Κλέφτικο (Πανοπτικόν, 2013) – με τον τίτλο χαρτάκια (Πανοπτικόν, 2016), ένας όρος πυροτέχνημα που πυροδοτεί όλα τα σύντομα ποιήματα/επιγραμματικές φράσεις/μοντέρνα γνωμικά/αφορισμούς που βρίσκουμε στις σελίδες του.
`
με κίνδυνο να εξαϋλωθώ
κοιτάζω την ώρα
`
Η ποίηση δίνει νέο σκοπό στη γλώσσα που χρησιμοποιεί.
`
τι κι αν οι λίμνες αποξηράνθηκαν
εμείς συνεχίζουμε το κουπί μας
`
Η επιλογή της γλώσσας αυτής – λέξεων, ρυθμού, ήχων, κενών διαστημάτων, ορολογίας, αποσπασμάτων από άλλα κείμενα – γίνεται τόσο πιο συνειδητή για τον αναγνώστη εξαιτίας της συμπύκνωσης του λόγου σε μια μικρογραφία κειμένου, που είναι συχνά το ποιητικό κείμενο.`
[ένας μετρ του είδους του, δίχως αντικείμενο πια]
`
Η παράθεση αυτού του μείγματος λόγου στο ποίημα κάνει τον αναγνώστη να αναγνωρίσει, να ανακαλύψει ή να εφεύρει νέους τρόπους με τους οποίους τα στοιχεία του λόγου αυτού συνομιλούν μεταξύ τους και έτσι να διευρύνει ένα βήμα ακόμη τη φαντασία του αλλά και τον τρόπο που η λογική συνυπάρχει δημιουργικά με τη φαντασία.
στο δάσος είμαστε
οι λύκοι είναι σαφείς
και τα ζαρκάδια συγκεκριμένα
`
Η ποίηση, θα λέγαμε, μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε περισσότερα πράγματα για εμάς, τους γύρω μας και την πραγματικότητά μας, όλα εξαιτίας του συνειδητού τρόπου με τον οποίο προσφέρει ένα μείγμα προσεκτικά διαλεγμένων στοιχείων από αυτά που, συγκεντρωμένα, δημιουργούν τον κόσμο μας.
`
μήπως το μόνο που κατορθώσαμε
ήταν ν’ αποστηθίσουμε την ενέδρα;
`
Η ποίηση έχει μια ιδιαίτερη ενέργεια αφού καταφέρνει να τροποποιεί το γύρω μας και το πέρα και, εάν προσθέσουμε σε αυτό τη διαπραγμάτευση που πάντα υπάρχει ανάμεσα στην ποιητική δημιουργία και τους περιορισμούς που εκείνη αντιμετωπίζει – είτε αυτό είναι κανόνες είτε τυχόν υλικοί περιορισμοί – τότε μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί όλα αυτά που μπορεί να επιτύχει το ποιητικό κείμενο λαμβάνει νέες διαστάσεις όταν το κείμενο αυτό δείχνει να παραδίνεται σε κάποιο άλλο είδος γραφής, σε κάποιο άλλο ύφος, σε κάποιον άλλο μηχανισμό.
`
κατάθλιψη τύπου «λίμνη της Βουλιαγμένης»
(με παπάκια μέσα)
`
Όταν το ποίημα μοιάζει με απόκομμα εφημερίδας, παρουσιάζεται σαν άλλο γνωμικό, καθρεφτίζει την πραγματικότητά μας μέσω των πιο καθημερινών υλικών, τότε όλα όσα μπορεί να καταφέρει εκρήγνυνται.
`
τα τριζόνια δεν μεταπείθονται
αμέτρητα χρόνια εξέλιξης
ένα το πλήκτρο τους
και το πατούν
`
Α, και όλα αυτά με πολύ χιούμορ.
`
σκέψου τι σόι συμπλέγματα
θα κουβαλάνε οι στιγμές
που προηγούνται
της μεγάλης.
`
*Η Κωνσταντίνα Γεωργαντά είναι συγγραφέας του βιβλίου Conversing Identities: Encounters Between British, Irish and Greek Poetry, 1922-1952 (Rodopi, 2012). Εργάζεται ως καθηγήτρια Αγγλικής φιλολογίας και είναι επιστημονική συνεργάτης του τμήματος Αγγλικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Αθηνών όπου διδάσκει Αγγλόφωνη Ποίηση του 20ού αιώνα και Λογοτεχνική Μετάφραση. Η πρώτη της ποιητική συλλογή με τον τίτλο “Ρακοσυλλέκτης χρόνος” κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πανοπτικόν τον Ιούνιο 2015. Από το Μάιο 2014 λειτουργεί μαζί με την αρχιτέκτωνα Κανελία Κουτσανδρέα τη σελίδα http://www.athensinapoem.com αφιερωμένη στη συλλογή υλικού πάνω στην ποίηση της αστικής εμπειρίας με κέντρο την Αθήνα.

**Αναδημοσίευση από το Ποιείν http://www.poiein.gr/archives/33461/index.html#more-33461

Di-waith/ Without work by Dave Rendle

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

Wandering
where we are,
some say not having a job
creates a lack of identity,
have you seen us lately
walking up and down,
situationist’s vacant.
Some say that most of us
are lost,
it depends where you are found,
some stunned into silence,
some in the nightshot sparkle.
Visions of one day
colliding with the next,
the secret is distraction
different winds blowing,
calling one another.
All summer
space is eternal,
we find gradually
that somethings are never there.
In groups
of solitary walkers,
in dreamtime
we don’t give a damn,
this world has shifted
a million miles,
telescopes seek new horizons.
We carry on shuffling through,
sometimes taking the wrong turn
spiralling monk like
out of
control.
All battlefields are the same
it’s never an easy road,
all this is work
where there is none.

View original post

Πέτρος Γκολίτσης, Πέντε ποιήματα

empress-blog1

ΚΑΠΟΙΟΣ

Νιώθω σαν κάποιος
που τραβά σιδερένιους μοχλούς
σκουριασμένους τεράστιους
για να αλλάξει τη σειρά των πραγμάτων.

Μα τα πράγματα πέφτουν
το ένα μετά το άλλο
και αντί να στοιβάζονται λιώνουν
αφαιρώντας συνέχεια κομμάτια.

Όλο το τρίξιμο όρθωσε
ένα τεράστιο λευκό
που μες στην μονοτονια του σφυρίζει

αυ-το-κτο-νία και θά-να-το.

***

ΣΤΑΘΕΡΑ ΕΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ

Σταθερά Ετσενσμπέργκερ
συν πλην 1354
ι ίκουαλς εμ σι σκουέαρ
ενέργεια προς μάζα
η ταχύτητα του φωτός
– στο τετράγωνο πάντα-
το μωρό κλαίει
ο νεροχύτης γεμίζει
η ζωή η μισή
αποσπασματική
οι στίχοι με στήνουν
μπροστά στο απόσπασμα

***

ΣΩΜΑΤΑ

Τα σώματα πέφτουν
σαν σπόροι στο χώμα
καινούργια σώματα ορθώνονται
στη θέση των άλλων
τελειώνουν και πέφτουν
σαν σπόροι στο χώμα
στις στάχτες απλώνονται

φωνάζοντας έ λ ε ο ς

***

ΚΟΣΜΟΙ

Να πεις σε άλλη γλώσσα
των πραγμάτων το νόημα
σε ουρανούς που διψούν
να ειπωθούν αλλιώς
να στήνεις κοσμήματα
που γυρνούν σαν σφαίρες
να δένουν τα σύνολα
να σηκώνονται κόσμοι

***

ΣΕΝΤΟΝΙ

Να ξεδιπλώσεις με την τέχνη, με την ποίηση
την ύπαρξή σου ωσότου
ωσάν σεντόνι λευκό φωτόπλεκτο
τον κόσμο να σκεπάσεις
την πρέπουσα ταφή να δώσεις στον νεκρό
στερώντας στο μηδέν τον τίτλο της δικαιοσύνης.

*Από τη συλλογή “Η μνήμη του χαρτιού”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη 2009.

Τέλλος Φίλης, Στον βυθό η αλήθεια

Screen Shot 2016-06-04 at 22.03.34

Το αγόρι που εξαφανίστηκε
δεν άφησε ίχνη στα κρεοπωλεία
δεν χάρισε τη σκωταριά του στις αγορές
λίγη ησυχία διάλεξε
γιατί ο θόρυβος είχε πολλή αδιαφορία
κι ο κόσμος πολλή σιωπή

Το αγόρι που εξαφανίστηκε
φανέρωσε τις άδειες ζωές μας
την ψεύτικη συμπόνια μας
τη διακριτική μας απόσταση
σε οτιδήποτε πονάει όταν το λες

Το αγόρι που εξαφανίστηκε
αποξήρανε τις λίμνες
και φάνηκαν οι αρχαίες πέτρες στο νερό
ενός λιθοβολισμού που αιώνες τώρα συνεχίζεται

*Αναδημοσίευση από το Εντευκτήριο στο http://entefktirio.blogspot.com/2016/06/blog-post_4.html

Ηλίας Τσέχος, Πέντε ποιήματα

13325655_911002479045247_7697610170562594352_n-1

Γλυκό κουταλιού
Βαθιά το μαχαίρι στη γλώσσα

Ο χρόνος ον αγέννητο

Η ποίηση τουλάχιστον ζυγός
Ακορντεόν νοσταλγίας
Πέτρα που πίσω έριξες
Και είσαι εσύ

Η ποίηση πικρή στη χάρη
Γλυκό κουταλιού στην αυλή

Η ποίηση τουλάχιστον
Βάλτος του μέλλοντος
Δίχως κουνούπια

***

Λωτός

Είπε “διαιρώ το μηδέν”
Και εσκορπίσθη στο στερέωμα
Λωτός ανθίζοντας για αρετή
Για αντοχές χρυσάνθεμο
Αφήνοντας αναπνοές στα ίχνη
Το άπειρο μηδέν στα χείλη

***

Σαν φεγγάρι κάμπου
Πτώσης δοτικής

Διασχίζεις μαχαίρι τη θέα
Το μαχαίρι διασχίζεις ωραία
Προς μια απίθανη αγάπη

Όπως και να ‘ναι
Μαύρο ταξίδι έχεις νύχτα

Δε δικαιώνεσαι με κέρδη
Δεν αγαπάς από πριν

***

Μέρες χορεύοντας

Χοροί της κλαίουσας, της καλαμιάς, της πέτρας!
Η γύρη, η γη, η μήτρα, ορμητήρια χορών
Λύρες λυγίζεις, έρωτες, μες στις φιγούρες Σειλινέ

Χορούς θέλουν τα πάθη, οι γιορτές, τα πένθη
Χορούς πυγολαμπίδων, δελφινιών, ευχών
Χορός είσαι Ελλάδα, Δόρα Στράτου

Και στο καλάθι εξόδους κουβαλώ
Να σώζεται η ψυχή
Η μουσική χορό που φέρει

***

Πρώτη γουλιά το άκυρο

Επιστρέφω στη νιότη
Στη χαίτη αβρός
Υπολογίζουν πως μεγάλωσα
Μόλις προκοπές αναπνέω

Υπολογίζω
Χρήση μιας χρήσης η αιωνιότητα
Πως δεν αρκούν οι άλλοι
Πως και οι άλλοι πιθανότητες είναι
Που θέλουν να ζήσουν

Πιστέψετε
Τα συμφωνήσαμε
Αυτά λέγαμε να πούμε με το ποίημα
Ή σταγόνα ή ωκεανός.

*Από τη συλλογή “Ή σταγόνα ή ωκεανός”, β’ έκδοση, Εκδόσεις “Η ΣΥΝ(+)είδηση”, Νάουσα 2011.

**Οι φωτογραφίες της ανάρτησης είναι του ποιητή.

13327508_911001772378651_8618237524232011764_n

A Hundred Gourds 5.3 released

banner_AHG_entry
 
The 19th issue of A Hundred Gourds, a quarterly journal of haiku, haibun, haiga, tanka and renku poetry, is now available. This June 2016 issue is our final issue. All issues of A Hundred Gourds will remain available for the foreseeable future and we hope readers will continue to find them useful resources. We thank all of our contributors for the wonderful work AHG has been able to publish.
 
http://www.ahundredgourds.com
 
As well as our Haiku, Haibun, Haiga, Tanka and Expositions sections, AHG 5:3 presents two Features:
 
Feature #1:
 
‘In the Footsteps of Bashō: small group travel in Japan with a focus on Japanese Literature’
 
Beverley George shares her experiences, as literary adviser to Mitsui Travel, of leading small groups of haiku, haibun and tanka writers on inspiring journeys in Japan. Illustrated with many poems and photographs of people and places, this feature will bring reminiscences to those who’ve visited Japan and a lively feeling of what being there –  where Bashō, Chiyo-ni, Shiki, Santōka and others lived, wandered and wrote –  is like.
 
Feature #2:
 
‘A Bit of Ourselves – Haiku by the Gourds Team’
For our final issue, we also leave readers with a little bit of ourselves. Each member of the AHG Team – editors, webmasters, web host and artist – has selected five to seven haiku of our own.  A brushwork haiga by Ron Moss accompanies each person’s page.
 
Expositions
 
Jo McInerney provides an essay on H. Gene Murtha’s bird haiku, Marion Clarke a commentary on a haibun by Terri L. French and David McMurray gives us something to think about with his commentary on ‘The President’s Haiku’. Book reviews in this issue are by Michael Dylan Welch, Glenda Cimino, Jo McInerney, Gary Ford, Rodney Williams and Susan Constable.
 
Happy reading to all, and we wish all of our readers and contributors a pleasurable and fortunate continuation on the haiku-and-related poetry path.
 
Lorin Ford – Haiku Editor, Managing Editor
for the Editorial Team, A Hundred Gourds

Ειρήνη Παραδεισανού, Ο Φερνάντο Πεσσόα και η ηλιθιότητα των ευφυών

F.+Pessoa

«Δεδομένου ότι ο Φερνάντο διαθέτει μια ευαισθησία σε υπερβολική ετοιμότητα καθότι συνοδεύεται από μια ευφυΐα σε υπερβολική ετοιμότητα, αντέδρασε πάραυτα στο Μεγάλο Εμβόλιο – το εμβόλιο που προστατεύει από την ηλιθιότητα των ευφυών».
Αυτά γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος, ένας από τους ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα για τον δημιουργό του.

Τη βλέπω γύρω μου αυτήν την ηλιθιότητα.

Στην κλειδωμένη ματιά του νέου ανθρώπου που στα είκοσι νομίζει πως βρήκε όλες τις απαντήσεις και δεν καταδέχεται να θέσει ερωτήματα.

Στην αλαζονεία του «επιτυχημένου» μεσήλικα που, αυτάρεσκα κλειδωμένος στο κουτί της γνώσης του, απορρίπτει μετά βδελυγμίας – καλά οχυρωμένης πίσω από ένα προσωπείο συναίνεσης και μετριοπάθειας – οτιδήποτε δε χωράει στα κουτάκια της μικρονοϊκής σκέψης του.

Μονάχα τα παιδιά στέκουν αλώβητα από αυτήν. Η ευφυΐα τους είναι στ’ αλήθεια μαγική, γιατί οι αλυσίδες της σκέψης δεν έχουν προλάβει ακόμη να τη μολέψουν. Και υποπτεύομαι πως η παιδική ματιά του είναι που έσωσε τον Φερνάντο Πεσσόα από την ηλιθιότητα των ευφυών.

«Σαν ένα παιδί προτού το μάθουν να είναι μεγάλος,
Υπήρξα αληθινός και πιστός σε ό,τι είδα και άκουσα».

Μονολογεί ο Φερνάντο Πεσσόα μέσα από τα ασύνδετα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο.

Το πιο σημαντικό: O ίδιος ο ποιητής δεν επαίρεται για τίποτα. Επινοεί τον ετερώνυμό του, τον Αλμπέρτο Καέιρο, ως τον υπέρτατο δάσκαλο που τον εμπνέει.

Νομίζω πως η ανάγκη του αυτή να επινοεί χαρακτήρες φανταστικούς πέρα για πέρα και αποστασιοποιημένος απ’ τον εαυτό του να γράφει τα ποιήματα που αυτοί του υπαγορεύουν, υπογράφοντας με τα ονόματά τους δεν είναι τυχαία. Πίσω απ’ αυτήν κρύβεται μια βαθιά εντιμότητα, μια αδήριτη ανάγκη για αλήθεια.

«Ο δάσκαλός μου Καέιρο δεν ήταν παγανιστής. Ο Ρικάρντο Ρέις είναι παγανιστής, ο Αντόνιο Μόρα είναι παγανιστής. Ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσσόα θα ήταν παγανιστής, αν δεν ήταν ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».

Γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος.

Ο Πεσσόα έχει την εντιμότητα να σκάψει βαθιά μέσα του, να κοιτάξει την έρημο της ψυχής του και να παραδεχτεί πως «είναι ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».
Έχει όμως παράλληλα μέσα του τη σφραγίδα της δωρεάς που λίγοι εκλεκτοί έχουν, το κεντρί της αμφιβολίας, την ακόρεστη ανάγκη για αναζήτηση της αλήθειας. Κι όταν αυτή τον πληγώνει;

Ο αυθεντικός ποιητής φτιάχνει τη δική του αλήθεια. Γίνεται ο προφήτης της και την κηρύσσει μέσα από το έργο του. Εναγώνια προσπαθεί να την προστατεύσει από τα βρώμικα χνώτα των άλλων.

Και η αλήθεια του ποιητή Φερνάντο Πεσσόα δεν υπήρξε ποτέ μονοδιάστατη. Από κει και η ανάγκη του να υποδυθεί ρόλους, να επινοήσει τόσους ετερώνυμους όσα και τα πρόσωπα της αλήθειας του.

«Δεν αλλάζω. Ταξιδεύω (…) Εμπλουτίζω την ικανότητά μου δημιουργώντας νέες προσωπικότητες. Συγκρίνω αυτήν την πορεία προς τον ίδιο μου τον εαυτό όχι με κάποια εξέλιξη αλλά με κάποιο ταξίδι».

Πάνω απ’ όλα όμως υπερασπίζεται την παιδικότητα, τη ματιά την μπολιασμένη με το όνειρο.

«Έχουμε όλοι δυο ζωές:
Την πραγματική, αυτή που ονειρευόμαστε
Στην παιδική μας ηλικία, αυτή
Που συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε, μεγάλοι,
Στο βάθος της ομίχλης
Και την ψεύτικη, αυτή που ζούμε
Στις συναλλαγές μας με τους άλλους.
Που είναι η πρακτική, η χρήσιμη,
Αυτή που την τελειώνουμε στο φέρετρο.

Στην άλλη δεν υπάρχουν φέρετρα, θάνατοι,
Μόνο εικόνες των παιδικών μας χρόνων:
Μεγάλα βιβλία χρωματιστά, για να δεις κι όχι για να διαβάσεις
Μεγάλες σελίδες χρωματιστές, για να θυμάσαι αργότερα.
Στην άλλη είμαστε εμείς,
Στην άλλη ζούμε.
Σ’ αυτή πεθαίνουμε, και ζωή σημαίνει αυτό ακριβώς.
Αυτή τη στιγμή, λόγω αηδίας, ζω στην άλλη…»

(Δακτυλογραφία, απόσπασμα, μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)

Πόσοι τη νιώθουν αυτήν την αηδία; Ή μάλλον πόσοι είναι ικανοί να τη νιώσουν; Σ’ αυτούς απευθύνεται ο ποιητής. Ο ποιητής «με τη διανοητική πάντα ευαισθησία του, την έντονη και ανέμελη προσοχή του, τη θερμή λεπτότητα που δείχνει στην παγερή ανάλυση του εαυτού του».

Ο Φερνάντο Πεσσόα, ένας διανοητής με βλέμμα που στοχεύει στην ψίχα των πραγμάτων ανέγγιχτος από τις μικρονοϊκές θεωρήσεις των ευφυών ηλιθίων.

(Τα αποσπάσματα είναι από τα βιβλία: «Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο», μετάφραση, σημειώσεις Μαρία Παπαδήμα, εκδόσεις Gutenberg και «Fernando Pessoa, Ποιήματα», εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)

*Αναδημοσίευση απο τον Ποιητικό Πυρήνα http://ppirinas.blogspot.com.au/2014/11/blog-post_30.html Η Ειρήνη Παραδεισανού διατηρεί το ιστολόγιο “Παρείσακτη” στη διεύθυνση http://wwwpareisakth.blogspot.com