Ναζίμ Χικμέτ, Πέντε ποιήματα

Στοὺς δεκαπέντε συντρόφους

Δὲ χύνουν δάκρυ
     μάτια ποὺ συνηθίσαν νὰ βλέπουνε φωτιὲς
δὲ σκύβουν τὸ κεφάλι οἱ μαχητὲς
              κρατᾶν ψηλὰ τ᾿ ἀστέρι
                             μὲ περηφάνεια
δὲν ἔχουμε καιρὸ νὰ κλαῖμε τοὺς συντρόφους
              τὸ τρομερό σας ὅμως κάλεσμα
                            μὲς στὴ ψυχή μας
              κι οἱ δεκαπέντε σας καρδιὲς
                  θὲ νὰ χτυπᾶνε
                          μαζί μας
              τὸ σιγανό σας βόγγισμα
                            σὰν προσκλητήρι
χτυπᾶ στ᾿ ἀφτιά μας
                 σὰν τὸν ἀντίλαλο βροντῆς.
      Στάχτη θὰ γίνεις κόσμε γερασμένε
             σοῦ ῾ναι γραφτὸς ὁ δρόμος
                            τῆς συντριβῆς
      καὶ δὲ μπορεῖς νὰ μᾶς λυγίσεις
                σκοτώνοντας τ᾿ ἀδέρφια μας τῆς μάχης
καὶ νὰ τὸ ξέρεις
       θὰ βγοῦμε νικητὲς
                κι ἂς εἶναι βαριές μας
                             οἱ θυσίες.
Μαύρη ἐσὺ θάλασσα γαλήνεψε
                         τὰ κύματά σου
καὶ θά ῾ρθει ἡ μέρα ἡ ποθητὴ
            ἡ μέρα της ειρήνης
                         τῆς λευτεριᾶς σου
                                  ὦ ναὶ θά ῾ρθει      
            ἡ μέρα ποὺ θ᾿ ἁρπάξουμε τὶς λόγχες
             ποὺ μὲς στὸ αἷμα τὸ δικό μας
                                 ἔχουνε βαφτεῖ.

(1921)
 
***

Κλαίουσα Ἰτιά

Κυλοῦσε τὸ νερὸ
καὶ στὸν καθρέφτη του γυαλίζονταν ἰτιὲς
τὰ πλούσια τὰ μαλλιά τους λούζαν λυγερές.
Καὶ τὰ σπαθιὰ τ᾿ ἀστραφτερά τους
χτυπώντας στοὺς κορμοὺς
καλπάζαν κατακόκκινοι μὲς στοὺς δρυμοὺς
καλπάζαν πρὸς τὴ δύση
μεθύσι!…
Καὶ τότε ξάφνου
σὰ τὸ πουλὶ τὸ λαβωμένο
τὸ πληγωμένο
στὸ φτερό του
γκρεμίστηκ᾿ ἕνας καβαλάρης
ἀπ᾿ τ᾿ ἄλογό του.
Δὲ σκλήρισε
τοὺς ἄλλους πού ῾φευγαν δὲ ζήτησε
τὰ βουρκωμένα μάτια του ἐγύρισε
μονάχα γιὰ νὰ δεῖ
τὰ πέταλα ποὺ λάμπαν.
Τὸ ποδοβολητὸ ἐσβοῦσε μὲς στὴ φύση
καὶ τ᾿ ἄλογα ἐχάνονταν στὴ δύση!
Καμαρωτοὶ ἐσεῖς καβαλαρέοι
Ὦ κόκκινοι κι ἀστραφτεροὶ καβαλαρέοι
καβαλαρέοι φτερωτοὶ
καμαρωτοὶ
ὡραῖοι!…
Μ᾿ ἴδιες φτεροῦγες πέταξη ἡ ζωὴ ποὺ ῥέει!
Ὁ φλοῖσβος τοῦ νεροῦ σταμάτησε
ἐχάθη
οἱ ἴσκιοι ἐβυθίστηκαν στοῦ σκοταδιοῦ τὰ βάθη
τὰ χρώματα σβηστῆκαν
στὰ μάτια του τὰ πένθιμα
τὰ πέπλα κατεβῆκαν
καὶ τῆς ἰτιᾶς ἡ φυλλωσιὰ
χαϊδεύει τὰ μαλλιά του!
Μὴ κλαῖς ἰτιά μου θλιβερὰ
καὶ μὴ βαριοστενάζεις
πάν᾿ ἀπ᾿ τὰ σκοτεινὰ νερὰ
τὸ δάκρυ μὴ σταλάζεις
Ὦ μὴ στενάζεις
μὲ σφάζεις.

(1925)

hqdefault

***
 
Γιὰ τὰ τραγούδια μου

Δὲν ἔχω πήγασο μὲ σέλαν ἀργυρὴ
οὔτε καὶ πόρους
-ὅπως τοὺς λέν᾿- ἀδήλους
δὲν ἔχω μήτε γῆ
μιὰ σπιθαμὴ
μονάχα ἕνα ποτηράκι μέλι
σὰ νά ῾ναι φλόγα λαμπερή.
Αὐτὸ εἶναι τὸ βιός μου
κι εἶναι καὶ γιὰ τοὺς φίλους
κι ἐνάντια σ᾿ ὅλους τοὺς ἐχθροὺς
ἐντός μου
φυλάγω αὐτὸν τὸν πλοῦτο μου
ἕνα ποτήρι μέλι.
Ὑπομονή, συντρόφοι, ὑπομονὴ
καὶ θὰ ῾ρθει μέρα ἡ τρανὴ
ναὶ θά ῾ρθει!
-Σ᾿ αὐτοὺς πού ῾χουν τὸ μέλι θὲ νὰ ῾ρθεῖ
ἡ μέλισσα ἡ μιὰ
ἀπ᾿ τὴ Βαγδάτη.

(1935)

***
 
Ἡ χώρα αὐτὴ εἶναι δική μας

Ἡ χώρα αὐτὴ π᾿ ὁρμᾶ ἀπ᾿ τὴν Ἀσία μὲ καλπασμὸ
καὶ ποὺ προβάλλει
τ᾿ ὥριο κεφάλι
σὰν τὸ πουλάρι
γεμάτο χάρη
πρὸς τῆς Μεσόγειος τὸ νερὸ
ἡ χώρ᾿ αὐτὴ εἶναι δική μας
μὲ ματωμένους τοὺς καρποὺς
δόντια σφιγμένα
πόδια γυμνά.
Σὰ μεταξένιο τούτη ἡ γῆ μας
εἶναι χαλί μας
τούτη ἡ γῆ μας
ἡ κόλασή μας
τούτ᾿ ἡ παράδεισο
εἶναι δική μας.
Ἡ θέλησή μας
τώρα τρανεύει
νά ῾ναι δική μας
παντοτινὰ
νὰ ζοῦμε λεύτεροι σὰ δέντρα
σὰ τὰ δεντρὰ τοῦ ἴδιου δάσου
ἀδερφωμένα
ἀγκαλιαστά.

(1948)

***
 
Αὐτὸ εἶναι ὅλο

Ζῶ στὴ φεγγοβολὴ
ποὺ προχωράει
ὁλόγιομα τὰ χέρια μου
μὲ πόθους
κι ὁ κόσμος εἶναι ὄμορφος πολὺ
μοσκοβολάει.
Τὰ μάτια μου λιμπίστηκαν
τὰ δέντρα
τὰ δέντρα ποὺ γιόμισαν ἐλπίδες
καὶ ντύθηκαν τὴ πράσινη στολὴ
τὸ λιόχαρο δρομάκι προχωράει
σ᾿ ὁλόδροσο χαλὶ
κι ἀπ᾿ τὸ φεγγίτη μὲ καλεῖ
στὶς πράσινες νησίδες.
Κι οὔτε μυρίζομαι τὰ φάρμακα
τ᾿ ἀναρρωτήριο πιὰ δὲ βρωμάει
-θ᾿ ἀνοίξουν τὰ γαρούφαλα
ἡ ὥρα ἡ καλή-
Τί τάχα ἂν εἶσαι φυλακή;
Νὰ μὴ λυγᾶς!
αὐτὸ εἶν᾿ ὅλο.
Δὲν εἶναι ἄλλη συμβουλή.

(1948)

3-2--3-thumb-large

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Τέσσερα ποιήματα



ΦΛΑΣ ΜΠΑΚ

Ό,τι κι αν μου πεις
εγώ πάντα θα γυρίζω πίσω
στην άλλη μας φωνή
στ’ άλλα φτερά που μας ταξίδευαν
σ’ εκείνα τα τραγούδια που βούιζαν στους κροτάφους
του χρόνου
σαν εγερτήρια σαλπίσματα
στις θάλασσες που αγαπήσαμε
στις θορυβώδεις σιωπές μας
σπέρνοντας ό,τι μπορούσε να ριζώσει
να δώσει μελίρρυτο καρπό στο αύριο
στις επιθυμίες που κάθε βράδυ αναχωρούσαν
σ’ άγνωστες κατευθύνσεις
με το βλέμμα εκεί
στον μύχιο ορίζοντα
περιμένοντας τα πουλιά
περιμένοντας τ’ άστρα
περιμένοντας τη φωτιά.

Πάντα λοιπόν θα γυρίζω πίσω
στη μέθη του ενυπνίου
στους απόπλους μας
που σκούραιναν
τραντάζονταν
μα δεν οπισθοχωρούσαν
στην ανατριχίλα του πρώτου μας φιλιού
κάτω απ’ το φεγγάρι των ματιών σου
με τους όρκους ν’ ανάβουν τις φλέβες
χρεώνοντας τους πάντες
με το χαίρε των αισθημάτων

ανθίζοντας εκεί που δεν το περιμένει κανείς.

***

ΣΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ ΤΗ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ

Στα σπλάχνα τους βαθιά
η πικρή
η πικρότατη γνώση.

Συχνά
τις ατέλειωτες νύχτες
αθέατα
κρατώντας μικρά τίποτα φωτιά
δρασκελίζουν το σύνορο.

Στου φεγγαριού τη σκοτεινή πλευρά
αδειάζουν τα μάτια
σκορπάνε χρόνια παιδικά
στήνουν γέφυρες
υψώνουν αναχώματα
κροτούν τα τύμπανα
τη σπίθα μελετούν της μελλοντικής πυρκαγιάς.

Υπάρχει
υπάρχει καιρός
υπάρχει ακόμα καιρός
υπάρχει πάντα ο καιρός
που θα μας πάει στη μνήμη.

***

ΘΑ ΒΓΟΥΜΕ ΠΑΛΙ

Μπορεί ν’ άλλαξαν όλα
να σάλεψαν οι εποχές
σκοτεινοί
κατακλυσμένοι δρόμοι να μας πνίγουν
μπορεί τα πλήθη
να βάζουν βόμβες στα θεμέλια του μυαλού
λυγμοι να σαλπίζουν υποχώρηση
μπορεί να’ ναι αργά
πολύ αργά
ο Μινώταυρος να μας έστρωσε για τα καλά στο κυνήγι
κι ο μίτος της Αριάδνης να’ ναι αξεδιάλυτο κουβάρι
όμως σας το λέω
και να το ξέρετε:

Θα βγούμε πάλι.
Με το χέρι στην καρδιά
με το πνεύμα του σίδερου
και το βλέμμα στο στόχο
θα βγούμε πάλι

για την επόμενη μέρα.

***

ΕΠΙΝΙΚΙΟ

Μες τη φωτιά

ένα νεκρώσιμο επινίκιο
γεννάει το τραγούδι του κόσμου

Στήνει χορό.

*Από τη συλλογή “Απέναντι”, Εκδόσεις “24 Γράμματα”, Αθήνα 2015.

Οδός Κατερίνας Γώγου

942795_770211283084643_2142839881530591821_n

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ*

Το όνομα της ποιήτριας και ηθοποιού Κατερίνας Γώγου (1940-1993), ενός από τα εμβληματικότερα πρόσωπα του αναρχικού χώρου στα πρώτα του βήματα στην ταραγμένη μεταπολιτευτική Ελλάδα κι ευρύτερα ενός προσώπου που διαμόρφωσε το πολιτιστικό ρεύμα που συνδέθηκε με το διεθνές κι εγχώριο αντιεξουσιαστικό κίνημα, θα δοθεί σε δρόμο της πόλης των Ιωαννίνων στη συνοικία του Λασπότοπου.

Η σχετική πρόταση της επιτροπής ονοματοθεσίας οδών και πλατειών του Δήμου Ιωαννιτών (καταλήχτηκε στις 5 Δεκεμβρίου 2012) εγκρίθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο στη συνεδρίαση της 21ης Μαρτίου και έχει το δικό της, ιστορικό βάρος, όπως συμβαίνει με την κάθε ονοματοδοσία δρόμου.

Κι αυτό επειδή τα ονόματα που δίνουμε στις πλατείες και τους δρόμους αποτυπώνουν (ή δεν αποτυπώνουν) τους κοινωνικούς συσχετισμούς-είναι ένας καλός δείκτης για το ποια είναι τα σύμβολα της πόλης, ποιους επιλέγει να τιμήσει η εκάστοτε εξουσία, ποια κομμάτια της ιστορικής μνήμης επιλέγει να αποσιωπήσει, ποια επιλέγει να αναδείξει, ακόμη και κόντρα στα ιστορικά γεγονότα.

Για παράδειγμα, την κεντρική πλατεία κοσμεί ο ανδριάντας του Συρρακιώτη πολιτικού Ιωάννη Κωλέττη (πρώτος συνταγματικός Έλληνας πρωθυπουργός) που αμφιβάλλουμε κατά πόσο θα πρέπει να τιμάται όταν υπήρξε ένας από τους πολιτικούς που θεμελίωσε το πελατειακό κράτος με τα περίφημα ρουσφέτια, ενώ καταμαρτυρούν για αυτόν τα μύρια όσα οι αγωνιστές του ’21 για τον βίο και την πολιτεία του στην ελληνική επανάσταση.

11863437_10152950246150957_247798389147488940_n

Αντίστοιχα, με δεδομένη την στρατιωτική επικράτηση της Δεξιάς στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο (1946-1949), η πλειοψηφία των κεντρικών δρόμων της πόλης πήρε τα ονόματα πολιτικών και προσώπων της πλευράς των νικητών. Όταν οι ηττημένοι αργότερα “αποκαταστάθηκαν”, εκπληρώθηκε, το 1983- αν θυμόμαστε καλά- ένα πάγιο αίτημα της δημοκρατικής παράταξης της πόλης, ήδη από τη δεκαετία του ’60: στήθηκε ο ανδριάντας του Ελευθερίου Βενιζέλου στην κεντρική πλατεία (μεταφέρθηκε από την κάτω πλευρά, το 2005, μπροστά από την σημερινή περιφέρεια όταν ξεκίνησαν οι εργασίες για το γκαράζ). Ή αργότερα, δόθηκε το όνομα του αριστερού εξόριστου Δημήτρη Χατζή στην πλατεία των Αμπελοκήπων.

Σαν να μαλάκωσε η μνήμη ή έστω αρχίσαμε με λιγότερους δισταγμούς να συζητάμε για την υπόθεση Πρίντζου.Ας επιστρέψουμε στη Γώγου όμως η οποία, εκτός από το να αποτελεί, μαζί με τον Άσιμο και τον Σιδηρόπουλο,ακόμη ένα από τα σταθερά σύμβολα αναφοράς και έμπνευσης του αντιεξουσιαστικού ρεύματος και στην πόλη μας (“Εμένα οι φίλοι είναι μαύρα πουλιά..”, ένα από τα ποιήματα της που έγινε τραγούδι), δάνεισε τον τίτλο της ποιητικής της συλλογής“Τρία Κλικ Αριστερά” στη δημοτική παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ στις δημοτικές εκλογές του 2010 με επικεφαλής τον Χρήστο Μαντά.Εντούτοις, η πρόταση να δοθεί το όνομή της σε ένα από τα δρομάκια του Λασπότοπου ήρθε από έναν…πρώην του ΣΥΡΙΖΑ και νυν της Δημοκρατικής Αριστεράς: τον αντιδήμαρχο Βασίλη Μασαλά!

Μία πρόχειρη θεωρία των τύψεων θα εξηγούσε την επιλογή του κ. Μασαλά (ο υπογράφων δεν την ασπάζεται). Υπάρχει κάτι άλλο πιο απλό, πέρα από την ευρύτερη κουλτούρα ποιυ κουβαλά η Γώγου και η οποία σίγουρα πότισε με αντιεξουσιαστικό πνεύμα την ελληνική αριστερά (ειδικά την ανανεωτική): ο αντιδήμαρχος τυγχάνει πρόεδρος της Επιτροπής ονοματοδοσίας του Δήμου στην οποία επίσης συμμετέχουν ακόμη οι δημοτικοί σύμβουλοι κκ. Μ. Ελισάφ, Φ. Τσουμάνης, Φ. Μπουραντάς και ο αντιπρύτανης του πανεπιστημίου Ιωαννίνων Γιώργος Καψάλης.

Όπως εξήγησε ο κ. Μασαλάς, μιλώντας στην “Ε”, η ονοματοδοσία των δρόμων γίνεται με δύο τρόπους: είτε αξιολογούνται προτάσεις πολιτών είτε κατατίθενται προτάσεις από τα μέλη της Επιτροπής. Στη συνέχεια οι προτάσεις εγκρίνονται από επιτροπή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης κι επιστρέφουν στο Δήμο ώστε να παρθεί σχετική απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου.

Η γενικότερη λογική είναι σε μία συνοικία τα ονόματα να έχουν μία ενότητα μεταξύ τους- πχ. άνθρωποι της τέχνης με ανθρώπους της τέχνης. Για παράδειγμα, η οδός Κατερίνας Γώγου θα έχει “γείτονες” ορισμένους από τους εκπροσώπους της γενιάς του ’30: Καραγάτσης, Γκάτσος, Θεοτοκάς, Καββαδίας, Πρεβελάκης, Μυριβήλης.
Η ίδια μπορεί να διαφωνούσε- άντε να τα έβρισκε με τον Καββαδία (λησμονημένος κι αυτός για καιρό) ή τον Γκάτσο. Ίσως θα ήθελε “γείτονες” τον Παύλο, τον Γιάννη, την Πάολα, τον Φίλιππο, το Νίκο, τον Μήτσο, την Μυρτώ…

 Είτε έτσι είτε αλλιώς, η επιλογή του Δήμου Ιωαννιτών είναι ιστορική: είναι ενδεχομένως ο πρώτος δήμος στην Ελλάδα που τιμά μία αναρχική ποιήτρια, ένα πρόσωπο των δαιμονοποιημένων Εξαρχείων τα οποία τόσο συκοφαντούνται, αλλά κανείς δεν μπορεί να τα αγνοήσει…

Γιατί γνωρίζουν όπως έλεγε και η Γώγου: “Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια./ Στο μυαλό είναι ο Στόχος, το νου σου ε;”. 

*Αναδημοσίευση τη Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012, από την τοπική εφημερίδα των Ιωαννίνων “Ενημέρωση”. Πρώτη δημοσίευση Babylonia.gr
http://www.babylonia.gr/news/topika-nea/politismos-texnes-istoria/istorika/to-onoma-tis-katerinas-gogou-se-dromo-ton-ioanninon.html

10393578_621281744644265_1820119378365130330_n

Νίκος Βαρδάκας, Τρία ποιήματα

page_1_thumb_large

Έλλη (1926-1983)

Τα μάτια σου χάιδευαν τις παιδικές μου μνήμες
μπροστά στην οθόνη. Απρόσιτα και γεμάτα μαγεία
γοήτευαν τις σκέψεις.
Ο έρωτας σου κάθε φορά με τον Δημήτρη, είτε μπροστά από
έναν πίνακα είτε με ρούχα μαύρα ήταν η εύφορη γη της εφηβείας .
Πόνος και χαρά, μέλλον και παρελθόν ζευγάρωναν σε μια ταινία
ασπρόμαυρη αλλά με χρώματα της ψυχής να προβάλουν τόσο οικεία.
Κάθε που απέναντι στον τοίχο, αντικρίζω τον μύθο σου σκέφτομαι
πόσο ένα πρόσωπο μέσα στον χρόνο μπορεί να φεγγίζει ,και να γίνεται
η πρώτη σου αγάπη όπως τότε στα 16.

***

Νοσταλγία

Βράδια με αστέρια, φεγγάρι με ταίρια στην
άμμο αγναντεύαμε τα καλοκαίρια.
Μπάνιο στην θάλασσα, μπύρες και ρόκ να
πλανεύει τα αυτιά μας το στερεοφωνικό.
Νοσταλγία και αγάπη, ζήλεια και πλάτη στου
φίλου τους έρωτες, απατούσε την Μάχη!
Φέρτε μου πίσω την καντίνα του Γιώργου δίπλα
απ΄το κύμα σέρβιρε “ βρώμικο”.
Φέρτε μου πίσω τα σινέ εκείνα, με πόπ κόρν στο
αμάξι και το κάθισμα πίσω. Είναι πλέον αργά, η ζωή μαρτυρά.
Στο αυτί μου τα χρόνια, μου θυμίζει με νόημα.
Γυναίκα ,παιδιά χωρίς συντροφιά. Μόνος είμαι θαρρώ, και
έχω όλο παράπονο. Νοσταλγία και αγάπη, όλα πλέον είναι
μια απάτη

***

Σέλας

Κάτω από τα ψέματα, που φύτρωσαν στο Σέλας
ξαπλωμένος στο έδαφος αντικρίζω εσένα.
Η ματιά μου πνιχτά καλεί το όνομα σου, σαν τις ελπίδες
που κυλάνε στο ρυάκι του έρωτα. Η αντανάκλαση του φωτός
παγιδεύει τον χρόνο σε μια ρωγμή του ουρανού. Το σκοτάδι
παντρεύει το μέλλον μου με στιγμές ,με μικρές εκδρομές στο
παζάρι του φόβου.
Το Σέλας είναι η έλξη μας , μία όμορφη έξη με το άγνωστο πριν
να ανατείλει το άβατο. Εκεί που φωλιάζουν οι δικές μας στιγμές..

*Από τη συλλογή “Νοσταλγία”, Εκδόσεις “Διάνυσμα”.
**Ο Νίκος Βαρδάκας διατηρεί δικό του ιστολόγιο στη διευθυνση http://nicosvardakas.blogspot.com

Στρατής Φάβρος, Γυμνά καλοκαίρια

Έργο της Σοφίας Περδίκη

Έργο της Σοφίας Περδίκη

Γυμνά καλοκαίρια λειχήνες και βρύα
Μυρίζουν θυμίζουν ατόφια ευτυχία
Σε φίλησα τότε, και μου πες αντίο 
Γλυκές αναμνήσεις μέσα στο κρύο
Σκιές λαμπυρίζουν
Τα μάτια ζαλίζουν
Σε χίλια αστέρια
Τα βλέφαρα ανοίγουν λευκά περιστέρια
Γυμνά καλοκαίρια
Νερό που κυλά στη μύτη στα χείλη
Θολά που θυμάμαι, τα εφηβικά μου νυχτέρια
Γλυκιά ανατριχίλα δροσιά και σταφύλι
Γυμνά καλοκαίρια
Αντηλιακό που χρυσίζει
τι γλυκά που μυρίζει
με άμμο στα πόδια γυμνά καλοκαίρια
Η νύχτα να πέφτει στα γυμνά καλοκαίρια
Στα λινά μας σεντόνια να μετράμε τ’ αστέρια
Και τ’ αγέρι μιας νύχτας γλυκά σαν φυσά
τα μέλη μας λύνει, σ’ όνειρα ανάλαφρα, παντοτινά θερινά
Στρατής Φάβρος

*Από τη συλλογή “Αφροδίτες”, Αύγουστος 2013.

Arthur Rimbaud, από τις “Φωτοχυσίες”

cover

ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

ΙΙΙ

Στο δάσος, υπάρχει ένα πουλί, το τραγούδι του σας σταματάει και σας κάνει να κοκκινίζετε.
Υπάρχει ένα ρολόι που δεν κτυπά.
Υπάρχει ένα έλος με μια φωλιά ζώων λευκών.
Υπάρχει ένας καθεδρικός ναός που κατεβαίνει και μια λίμνη που ανεβαίνει.
Υπάρχει ένα μικρό αμάξι παρατημένο μέσα στη λόχμη, ή που κατεβαίνει το μονοπάτι τρέχοντας με κορδέλες σκεπασμένο.
Υπάρχει ένα μπουλούκι μικρών ηθοποιών με κουστούμια, που διακρίνονται πάνω στο δρόμο μέσα από τις παρυφές του δάσους.
Υπάρχει τέλος πάντων, όταν πεινάμε και διψάμε, κάποιος που σας κυνηγά.

IV

Είμαι ο άγιος, σε προσευχή πάνω στην ταράτσα,- όπως τα ζώα τα ειρηνικά βόσκουν στη θάλασσα της Παλαιστίνης.
Είμαι ο επιστήμων στην πολυθρόνα τη σκοτεινή. Τα κλαδιά και η βροχή σπρώχνονται στα παράθυρα της βιβλιοθήκης.
Είμαι ο πεζοπόρος του μεγάλου δρόμου από τα χαμηλά δάση. Ο θόρυβος από τους υδατοφράκτες σκεπάζει τις πατημασιές μου. Βλέπω για πολλή ώρα τη μελαγχολική χρυσή μπουγάδα της δύσης.
Θα ήμουν για τα καλά το παιδί το παρατημένο πάνω στην προκυμαία τη φευγάτη για τη μεγάλη θάλασσα, ο μικρός υπηρέτης που ακολουθεί την δεντροστοιχία και που το μέτωπό του ακουμπά τον ουρανό.
Τα μονοπάτια είναι σκληρά. Τα βουναλάκια σκεπάζονται με σπαρτά. Ο αέρας είναι ακίνητος. Πόσο τα πουλιά και οι πηγές είναι μακριά. Ίσως είναι το τέλος του κόσμου, που ξεκινάει.

***

ΒΕΙΝG BEAUTEOUS

Μπροστά σε μια νιφάδα χιονιού μια Ύπαρξη της Ομορφιάς υψηλού αναστήματος. Σφυρίγματα θανάτου και κύκλοι υποχθόνιας μουσικής
ανεβάζουν φαρδαίνουν και τρεμουλιάζουν σαν ένα φάντασμα αυτό το λατρεμένο κορμί, κατακόκκινα και μαύρα τραύματα λάμπουν μέσα σε περήφανες σάρκες. Tα χρώματα τα καθαρά της ζωής σκουραίνουν, χορεύουν και ελευθερώνονται γύρω από το Όραμα πάνω στην αποθήκη. Και οι φρίκες σηκώνονται και βροντούν, και η τρελή νοστιμάδα αυτών των εντυπώσεων φορτώνεται με τα θανατηφόρα σφυρίγματα και με τις βραχνές μουσικές που ο κόσμος, μακριά πίσω από εμάς εκτοξεύει πάνω στη μητέρα μας της
Ομορφιάς,- αυτή υποχωρεί, ανασηκώνεται. Ω τα κόκαλά μας έχουν ξαναντυθεί μ’ ένα καινούργιο ερωτιάρικο κορμί.

*
**

Ω το σταχτί πρόσωπο, το παράσημο της αλογότριχας, τα κρυστάλλινα μπράτσα! Το κανόνι που πάνω του πρέπει να ριχτώ μέσα από το ανακάτεμα των δέντρων και του λεπτού αέρα.

***

ΖΩΕΣ

Μέσα σ’ ένα αχυρώνα που κλείστηκα στα δώδεκα μου χρόνια γνώρισα τον κόσμο, εικονογράφησα την ανθρώπινη κωμωδία. Μέσα σ’ ένα κελάρι έμαθα την ιστορία. Σε κάποια νυχτερινή γιορτή σε μια πόλη του Βορά συνάντησα όλες τις γυναίκες των αρχαίων ζωγράφων. Μέσα σ’ ένα γέρικο πέρασμα στο Παρίσι μου δίδαξαν τις κλασσικές επιστήμες. Μέσα σε μια μεγαλοπρεπή κατοικία πολιορκημένη απ’ ολόκληρη την Ανατολή αποτέλειωσα το απέραντο έργο μου και διάβηκα την λαμπρή μου μοναξιά. Ανακάτεψα το αίμα μου. Το καθήκον μου μού έχει ανατεθεί. Είμαι στ’ αλήθεια πέρα, από τον τάφο κι όχι παραγγελίες.

***

ΦΡΑΣΕΙΣ

Όταν ο κόσμος θα μικρύνει και θα γίνει μονάχα ένα δάσος μαύρο για τα τέσσερα κατάπληκτα μάτια μας,- σε μια αμμουδιά για δυο παιδιά πιστά,- σε ένα σπίτι μουσικό για την λαμπρή μας συμπάθεια,- εγώ θα σας συναντήσω.

*
Όταν είμαστε πολύ δυνατοί,- ποιος υποχωρεί ; πολύ χαρούμενοι,- ποιος γελοιοποιείται ; Όταν είμαστε πολύ κακοί,- τι θα κάνουν μαζί μας.
Στολιστείτε, χορέψτε, γελάστε.- Δε θα μπορέσω ποτέ να στείλω τον έρωτα απ’ το παράθυρο.
*
Τέντωσα χορδές από καμπαναριό σε καμπαναριό, γιρλάντες από παράθυρο σε παράθυρο, χρυσές αλυσίδες από αστέρι σε αστέρι, και
χορεύω.
*
Η λιμνούλα ψηλά συνέχεια αχνίζει. Ποια μάγισσα θα σηκωθεί πάνω στο λευκό ηλιοβασίλεμα ; Ποιά βιολετιά φυλλώματα θα κατέβουν ;
*
Την ώρα που τα δημόσια έσοδα κυλούν στις γιορτές της αδελφοσύνης, χτυπά μια καμπάνα φωτιάς ρόδινη μέσα στα σύννεφα.
*
Ζωογονώντας μια χαριτωμένη γεύση Σινικής μελάνης, μια πούδρα μαύρη βρέχει γλυκά πάνω στην αγρύπνια μου.- Λιγοστεύω τα φώτα του πολυελαίου, πέφτω στο κρεβάτι, και γυρισμένος προς τη μεριά της σκιάς, σας συναντώ κορίτσια μου! βασίλισσες μου!

***

ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

Ο χείμαρρος κουδουνίζει πίσω από τα καλύβια της κωμικής όπερας. Τα πολύφωτα προεκτείνονται , μέσα στα περιβόλια και στις δεντροστοιχίες τις γειτόνισσες του Μαιάνδρου, – τα πράσινα και τα κόκκινα της δύσης. Νύμφες του Ορατίου με χτένισμα αυτοκρατορικό,- Κυκλικοί χοροί της Σιβηρίας, Κινέζες της Μπουχάρας.

***

ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ

Για πούλημα αυτό που οι Εβραίοι δεν έχουν πουλήσει, αυτό που ούτε η αρετή ούτε το έγκλημα το έχουν δοκιμάσει, αυτό που το αγνοούν ο καταραμένος έρωτας και η σατανική αγαθότητα των μαζών, αυτό που ούτε ο χρόνος ούτε η επιστήμη το έχουν αναγνωρίσει.
Οι φωνές που ξαναϊδρύονται, η αδελφική έγερση όλων των ενεργειών χορικών και ορχηστρικών και οι ακαριαίες τους εφαρμογές, η ευκαιρία, μοναδική, να ελευθερώσουμε τις αισθήσεις μας!
Για πούλημα τα κορμιά χωρίς τιμή, απ’ όλες τι ράτσες, απ’ όλο τον κόσμο, από κάθε φύλο, από κάθε καταγωγή! Τα πλούτη αναβλύζουν σε κάθε βάδισμα! Ξεπούλημα των διαμαντιών χωρίς εξέταση!
Για πούλημα η αναρχία για τις μάζες, η ακατάβλητη ευχαρίστηση για τους ανώτερους ερασιτέχνες, ο αποτρόπαιος θάνατος για τους πιστούς και για τους εραστές!
Για πούλημα οι κατοικίες και οι μεταναστεύσεις, σπορ, μαγείες και άριστες ανέσεις, και ο θόρυβος, η κίνηση και το μέλλον που φτιάχνουν!
Για πούλημα οι εφαρμογές των υπολογισμών και τα πρωτοφανή άλματα της αρμονίας. Τα ευρήματα και οι φιλύποπτες εκφράσεις, άμεση παράδοση.
Εξόρμηση παράλογη κι απέραντη στις αφανείς λαμπρότητες, στις ανεπαίσθητες τέρψεις,- και τα παλαβά της μυστικά για κάθε βίτσιο-
και η τρομαχτική της ευθυμία για το πλήθος.
Για πούλημα τα Κορμιά, οι φωνές, ο απέραντος ασυζήτητος πλούτος, αυτό που ποτέ δε θα πουλήσουμε. Οι πωλητές δεν έχουν τελειώσει ακόμα το ξεπούλημα! Οι ταξιδιώτες δε χρειάζεται να δώσουν την παραγγελία τους τόσο νωρίς .

***

FAIRY

Για την Ελένη έκαναν συνωμοσία οι χυμοί που καλλωπίζουν τα φυτά μέσα στις αγνές σκιές και οι ατάραχες διαύγειες μέσα στην αστρική σιγή. Η ζωντάνια του καλοκαιριού έδωσε εμπιστοσύνη στα μουγκά πουλιά και η απαιτούμενη τεμπελιά σε μια βάρκα του πένθους χωρίς αξία από τους όρμους των νεκρών ερώτων και των αρωμάτων που ξεθύμαναν.
-Μετά η στιγμή της ξεκούρασης των ξυλοκόπων γυναικών μες στη βοή του καταρράχτη, κάτω απ’ το γκρέμισμα του δάσους, η κωδωνοκρουσία των ζώων μέσα στην ηχώ των κοιλάδων, και κραυγές από τις στέπες .-
Για την παιδική ηλικία της Ελένης ανατρίχιασαν τα άβατα των δασών και οι σκιές,- και των φτωχών το στήθος, κι οι θρύλοι του ουρανού.
Και τα μάτια της κι ο χορός της ανώτερα ακόμη μέσα στα πολύτιμα θραύσματα, στις ψυχρές επιρροές, στη χαρά της διακόσμησης και της μοναδικής ώρας.

*Μετάφραση: Κώστας Ριτσώνης. Από το http://www.poiein.gr

Γιώργος Δάγλας, Τελευταία φορά

Προσωπογραφία Δάγλα Γεωργίου του εσχάτου υπό Στούμπου Δημητρίου, διαπρεπούς καλλιτέχνου και ζωγράφου εν΄ Αγρινίω

Προσωπογραφία Δάγλα Γεωργίου του εσχάτου υπό Στούμπου Δημητρίου, διαπρεπούς καλλιτέχνου και ζωγράφου εν΄ Αγρινίω

Τελευταία φορά που υποχωρώ\ σ’ αυτό το πόλεμο\που τρέεχω στους δακρυσμένους δρόμους\πίσω από τους κρότους των ασπίδων\που ανοίγω καταφύγια\που φοβάμαι το αίμα και το σώμα\τα ουρλιαχτά του θηρίου\τα μάτια- τις λέξεις – τους τροχούς των αρμάτων\Το Κολοσαίον\τις ιαχές στο γήπεδο Καραϊσκάακη. Τελευταία φορά \που με σέρνουν δεμένο στα άλογά τους\που περιμένω στην ουρά του ταμείου, να πληρώσω το παράβολο υποταγής\. Τελευταία φοράα\που παραμερίζω\να περάσουν οι μισθοφόροι του αυτοκράτορα\που κοιτάζω αδιάφορα τα πτώματα στους δρόμους\τους υπηρέτες να μεταφέρουν τον έφορο εσόδων\τους κυβερνήτες να αναγγέλουν την άνοιξη.\Τελευταία φορά \ που ανοίγω την πόρτα\στους εισαγγελικούς λειτουργούς\στους ιεροκήρυκες μίσους\στους διανομείς ελπίδας\στους μεταπράτες ονείρων\στους επενδυτές φόβου.\ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΥΠΟΧΩΡΩ ΜΕ ΤΟ ΑΤΑΚΤΟ ΠΛΗΘΟΣ. ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ

Γιώργος Βλάχος, Έφυγε ο ποιητής Κώστας Κομπόστας

13240729_1085595314847338_897166871427822108_n

Σήμερα το πρωί στις 09 και 45
στην οδό Ποιητικού Υπονόμου 14
συνάντησα τον ποιητή
Κωνσταντίνο Κώστα του Κωνσταντίνου
και μου είπε :
Διογένη πριν από λίγο
έμαθα πως πέθανε
ο
ποιητής Κώστας Κομπόστας
Κατάλαβες
Θα γράψουν πως
“Έφυγε” ο ποιητής
“Πέθανε” ο ποιητής
“Ταξίδεψε” ο ποιητής
κ.ο.κ .
Σε ποια συμμορία
ανήκε
ο
ποιητής
δεν
θα
το
πούνε
και δεν θα το γράψουν ποτέ.

2.
ΕΙΣΑΙ ΜΕΓΑΛΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Είσαι μεγάλος ποιητής
Είσαι μεγάλος ποιητής
Είσαι μεγάλος ποιητής
– έλεγαν
οι
φίλοι
του
στον
ποιητή
και αυτός
φουντάρισε
απ’ το παράθυρο
της ταβέρνας
επειδή
ήταν
μεγάλος ποιητής…

3.
Ο πολιτικός ήταν ψυχοπαθής, ο ποιητής μπουρδολόγος,
ο δικηγόρος απατεώνας,
ο εισαγγελέας χασμουριότανε στην έδρα
και η νύχτα γελούσε.
.
4.
23% το σουβλάκι
έχω και απόδειξη
23% η μπύρα
23% το κατούρημα
στα δημόσια
ου
ρη
τή
ρι
α
23% να είναι οι ώρες σας στο Kostoul -istan

5.
Η Άνοιξη βομβαρδισμένη
απ’ τα έγχρωμα κουνούπια του Demerara
Ο Ήλιος διαβάζει ποιητικά
περιττώματα στη Σόλωνος
Οι διανόηση χειροκροτεί
υποτακτικές κυβερνήσεις
και
η ποιητική νομενκλατούρα
θ’ αποφανθεί:
Διογένη Γαλήνη
δεν είσαι ποιητής.
.
6.
Ο ποιητής – κω
κο κο κο κο
κο
στο
κοτέτσι
της
οδού
του
Σολ …
.
7.
Ο ποιητής Κωνσταντίνος Κώστας του Κωνσταντίνου μου είπε: Διογένη μη τους διαβάζεις
Ο ποιητής Κωνσταντίνος Κώστας του Κωνσταντίνου μου είπε: Διογένη μη τους διαβάζεις
Ο ποιητής Κωνσταντίνος Κώστας του Κωνσταντίνου μου είπε: Διογένη μη τους διαβάζεις
Ο ποιητής Κωνσταντίνος Κώστας του Κωνσταντίνου μου είπε: Διογένη μη τους διαβάζεις
Ο ποιητής Κωνσταντίνος Κώστας του Κωνσταντίνου μου είπε: Διογένη μη τους διαβάζεις
Και συ, αναγνώστη, να μη τους διαβάζεις…
και συ, αναγνώστη, να μη τους διαβάζεις…

8.
ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΠΟΙΗΤΕΣ

(Γενιά μου ανάπηρη κοίτα σε μένα / την κατάντια σου σα σε καθρέφτη και / χειρονόμα όπως εγώ με δίχως χέρια / δίχως ασπίδα δίχως αύριο – Λευτέρης Πούλιος)

Όταν η νύχτα
γεννάει
νύχτα
και
το
μηδέν
παράγει
μηδενικά
σε
ρείθρο
της
Σόλωνος
αποστεωμένη
ποίηση
τραγουδάει
και
Ο
Χαρούλης
βραβεύει
Κωστάκη
Ο Κωστάκης
βραβεύει
Κικίτσα
Η Κικίτσα
βραβεύει
Αντώνη
Ο Αντώνης
βραβεύει
Θανάση
Ο Θανάσης
βραβεύει
Γιάννη
Λευτέρη
Γιώργο
κου λου που
κου λου που
και
η
ποίηση
αγάπη
μου
με τόσο
γλείψιμο
γλίστρησε
έξω
από
τη
ρίμα.

9.
MAZATLAN

Στο Bolero
ένας χαφιές
πίνει τσάϊ
στο Porto Viejo
το κύμα
πνίγει μια
μποτίλια
και στο Zorbas
o ήλιος
χορεύει
ζεϊμπέκικο.
En el Bolero
un rufian
esta tomando the
en el Puerto Viejo
la ola
ahoga una
botella
en el Zorbas
el Sol
baila
ζεϊμπέκικο.

10.
ΤΟ ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟΥ

Όταν η ανάπηρη πολιτεία γελάει,
ο απολίτιστος πολιτισμός του 21ου
αυτοχειριάζει τις τύψεις του,
η εκδοτική νύχτα απορρίπτει
τα βιβλία σου,
τα ”έγκριτα”
λόγου
και τέχνης
περιοδικά
απαξιούν
να δημοσιεύσουν
ποιήματά σου,
οι ορθόδοξοι καθ’ όλα κριτικοί
προσεύχονται στο μηδέν,
πίνουν καφέ στην πλατεία Κ,
αερίζουν τα λόγια τους,
ταΐζουν με το αίμα τους
κουνουπόμυγες και
φωτογραφίζονται στην Αρούμπα,
στη Γρενάδα, στο Μάλι.
Σωτήρες ποιητές τρέμουν μη χάσουν
το τρένο,
το κέρμα της δόξας,
του διαδικτύου την αναγνώριση,
παραποιούν στίχους,
σκοτώνουν ανυπόταχτους ήλιους,
μέσα απ’ τα κελιά τους
γράφουν
για τ’ απέραντο γαλάζιο,
για έρωτες, κοχύλια,
επαναστάσεις, πεταλούδες, θεωρίες
θεωρήματα, τάσεις, υπερτάσεις,
παραστάσεις,
για το μυρμήγκι που τρέχει μέσα στο w.c. τους,
για μια γυναίκα
που είχαν και τους έφυγε,
για ένα επαίτη
που είδαν μέσα απ’ τη κλειδαρότρυπα ,
για ένα ποντίκι που τρύπωσε
μέσα στην άγια τράπεζα,
την άγια νύκτα,
τον άγιο εκδότη και
το άγιο σύστημα
αλλά ποτέ,
ποτέ,
ποτέ
για το χασμουρητό τους.

11.
Όταν
η
παράλυτη
πολιτεία
σε
προκαλεί
σκότωσέ
την.

ΥΓ.
Τα ποιήματα του Διογένη Γαλήνη
δεν υπάρχουν σε λογοτεχνικά…
περιοδικά.
.
(Γιώργος Βλάχος)


Σημείωση Θοδωρή Μπασιάκου: τί γίνεται ρε παιδιά αυτό το παιδί, τον έχω χάσει. Λίγο ζοχάδας αλλά αγαπημένος. Λέγαμε να βγούμε, με κάλαγαν με τον Ριτσώνη, να πάμε να τα πιούμε… έπεσε θανατικό… χαθήκαμε.
Έχασα και το τηλέφωνό του.
Οι διαδικτυακοί του τόποι είναι από πέρυσι χωρίς ενημερώσεις και με ζώσαν άξαφνα φίδια μαύρα που λένε.
ΑΝ ΚΑΝΕΙΣ ΕΧΕΙ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ, ΘΑ ΤΟΥ ΗΜΟΥΝ ΥΠΟΧΡΕΟΣ.
Στη φωτό ο ποιητής και θαλασσινός το ’78 στην Βομβάη.

Ιβάν Καμπρέρα Καρτάγια, Τρία ποιήματα

Φώτο: A city on a rock του Evgenio Lucas Villamil

Φώτο: A city on a rock του Evgenio Lucas Villamil

ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

Γνωρίζω πως είναι από φωτιά το πεπρωμένο μου,
όπως οι αζαλέες ξέρουν
να αποβάλλουν αυτή την ποσότητα του φωτός
που πια δεν θα χρησιμοποιήσουν,
το φως
που πια δεν χρειάζονται
και αγνοούν, στ’ αλήθεια,
για ποιο λόγο τόσο.

Ξέρω πως ακολουθώ μια γραμμή φωτιάς,
όπως τα πουλιά στον αέρα ιχνογραφούν
ένα τρίγωνο αόρατο
υπαγορευμένο από το ένστικτό τους,
και στην προσπάθειά τους παράγουν
το φως που θα τους λείψει,
όταν δεν αρκεί η πτήση
για να δουν το τέλος.

*Από το ανέκδοτο βιβλίο “Πίστεις του θέρους”.

***

ΛΟΓΙΑ ΣΕ ΕΝΑΝ ΒΑΡΚΑΡΗ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗ ΣΙΩΠΗΛΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Εγώ δεν ξέρω αν ακριβώς
κινείς ανάποδα τα κουπιά
γιατί υποχωρούν τα κύματα.

Στων νεκρών τα φαράγγια
ωριμάζουν τα κρασιά
τα πιο όξινα του κόσμου.

Σ’ αυτή τη γη
μεγαλώνουν τα ερείπια
όμοια με το φίδι
της Γένεσης.

Βγαίνεις τη νύχτα
για να δέσεις ένα μπουκέτο παραληρήματος
με γεντιανές γαλάζιες
και μαύρες παπαρούνες.

Το πρόσωπό σου διαγράφεται
πίσω από δάχτυλα πλεχτά.

Υπάρχουν χαμόγελα που πονούν,
και κόβεις δάχτυλα αγγέλων
για να κλείνουν,
για να συνεχίζουν να κλείνουν,
τα βλέφαρα του Θεού.

*Από το ανέκδοτο βιβλίο “Εργασία απόκρυψης”.

***

ΠΕΣ, ΠΕΣ ΤΩΡΑ

Πες μου εσύ αν φύλαξες
αρκετή σιωπή
για να κοιμηθείς
με ένα λουλούδι λασπωμένο ανάμεσα στα χέρια.

Πες μου εσύ αν σου μένουν
στον άβακα λογαριασμοί για να εξοφλήσεις
με το στόμα σαχιδικό
όπου ενώνονται όλα
τα ιδιώματα του κόσμου.

Πες μου εσύ, το μάθημά σου τι προστάζει,
τι φασιανό σε έναν νεκρό θα αγοράσεις
όταν ανθίζουν οι ζώνες
στην ταραχώδη οργή του θέρους.

Δεν θα ήξερες τι να απαντήσεις.
Δεν ξέρεις τι φέρουν οι υδρίες
μιας οποιασδήποτε τελετουργίας
ή ποια ζυγαριά κακότυχη σου ψιθυρίζει:
«υπερβολικά ελαφρύ».

Μόνο θέλησες να ατενίσεις
τους λαμπερούς καρπούς της πορτοκαλιάς.
Εκτός από τον φευγαλέο αέρα,
είσαι ίδιος με την άκρη της αύρας
πιο ανάλαφρος.

*Από το ανέκδοτο βιβλίο “Εργασία απόκρυψης”.

**Ο Ιβάν Καμπρέρα Καρτάγια (Τενερίφη,1980) είναι πτυχιούχος στην Ισπανική Φιλολογία από το Πανεπιστήμιο της Λαγκούνα, όπου επίσης σπούδασε Κλασική Φιλολογία και Φιλοσοφία και εργάζεται ως καθηγητής Ισπανικών. Έχει βραβευτεί σημαντικά για το έργο του (βραβείο ποίησης Pedro García Cabrera, Luis Feria, Félix Francisco Casanova, Julio Tovar, Emeterio Gutiérrez Albelo, Tomás Morales, Juventud-Cultura Canaria, Juan Ramón Jiménez). Συμμετείχε σε πολιτιστικά προγράμματα με κεντρικό άξονα την ποίηση, έχει παρουσιάσει ποιητικές συλλογές σε συνέδρια ποίησης στα Κανάρια Νησιά και έχει προλογίσει βιβλία. Ο ίδιος έχει εκδώσει βιβλία ποίησης, διηγημάτων, δοκιμίων, συνεντεύξεων, συνεργάζεται με εφημερίδες και  περιοδικά και έχει συμβάλλει στη σύσταση της Εγκυκλοπαίδειας της Λογοτεχνίας των Κανάριων Νήσων. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά.

***Από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης σε μετάφραση και επιμέλεια Άτης Σολέρτη.

Γιώργος Β. Μακρής, Βιαθάνατος ή χρονονός

show_image

Τρελλή ζωή
Σκληρή ζωή
Ζωή με τον πατέρα
Σκατοζωή
Ζωή πεζή
Μεγάλη ζωή
Περιπετειώδης ζωή
Χαμοζωή
Ζωή να΄χεις
Ζωή Καρέλλη
Μοναχική ζωή
Ερωτική ζωή
Στερημένη Ζωή
Ζωή παράξενη
Πολεμική ζωή
Ζωίτσα Κουρούκλη
Κρυφή ζωή
Εμπορική ζωή
Ζωή χαμένη
Κενή ζωή
Ηρωική ζωή
Ανθρώπινη ζωή
Συζυγική ζωή
Νοήμα της ζωής
Βρεφική ζωή
Ζωή χωρίς νόημα
Αστική ζωή
Ζωή στο Μεξικό
Φιλοσοφική ζωή
Φυτική ζωή
Βασιλική ζωή
Ζωή και Τέχνη
Κλεμμένη Ζωή
Ζωή στο διάστημα
Ζωή ονειρώδης
Κοινωνική ζωή
Ζωή θρησκευτική
Καθημερινή ζωή
Ξένος στη ζωή
Κινηματογραφική ζωή
Δημοκρατική ζωή
Εγκληματική ζωή
Ζωή σε εσάς
Εύθυμη ζωή
Πνευματική ζωή
Λαμθασμένη ζωή
Μεθυσμένη ζωή
Ζωή χαώδης
Αθλητική ζωή
Ποιητική ζωή
Ζωή μαλακισμένη
Ζωή ζωέμπορου
Διπλή ζωή
Ψυχική ζωή
Έκλυτος Βίος
Καθιστική ζωή
Ζωή εμποδισμένη
Ζωή Θανάτου
Ζωή Καραβίδα
Ζωή βασανισμένη
Ένοχη ζωή
Σεξουαλική ζωή
Πεθαμένη ζωή
Πολιτική ζωή
Γλυκιά ζωή
Τυχοδιωκτική ζωή
Σκυλίσια ζωή
Στρατιωτική ζωή
Χριστιανική ζωή
Ζωή του αυτόχειρος
Οργιαστική ζωή
Ζωή και επιστήμη
Ζωή και κότα
Ζωή ζωώδης
Επαναστατική ζωή
Θλιβερή ζωή
Ζωή είν΄αυτή;
(Αθήνα, 1964)

*Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε εδώ: https://itzikas.wordpress.com αλλά και εδώ: http://ornithologicus.blogspot.com/2007/05/blog-post_9101.html απ’ όπου και η εικόνα της ανάρτησης