Γιάζρα | Γκρόζνι

Grozny_Cover

Εκδόσεις Υποκείμενο

Ζούμε σε χρόνο δανεικό από τις χήρες της Σρεμπρένιτσα

Το Γκρόζνι είναι εδώ. Η πρωτεύουσα της Τσετσενίας χτυπάει στην καρδιά των Εξαρχείων. Γιατί το πρώτο βιβλίο του Γιάζρα είναι πλέον γεγονός.

Μη με μπερδεύεις για Σάββατο / είμαι απλά μια γαμημένη Τρίτη, ξεκαθαρίζει από νωρίς, και γίνεται φανερό: το βιβλίο αυτό δεν απευθύνεται σε όλους.

Γιατί οι λέξεις του δεν κρύβουν πως ανήκουν στην εκδικήτρια τάξη. Στους αντιφασίστες ράπερς, στις πιτσιρίκες που αράζουν στις πλατείες, στους μετανάστες που κουβαλούν τη σκόνη της πατρίδας τους στις χούφτες τους. Έφυγε η Συρία, έφυγε˙ / πήρε τις μαντίλες της, τους δρόμους της, τα χαλάσματά της, / ζεύτηκε τους νεκρούς της κι έφυγε.

Γιατί οι λέξεις του δεν μνημονεύουν τις πέργολες του Αιγαίου αλλά τον Λουκμάν, μια ράφτρα, το παιδί που δολοφονήθηκε παιδί, μια πόρνη από τη Σενεγάλη.

Γιατί οι λέξεις του έχουν αποδράσει από τα μαθηματικά της εξουσίας και φώλιασαν κάπου στην Αθήνα, εκεί όπου ο Δεκέμβρης έχει καμιά, εκεί όπου οι εργάτες σπάσαν τα ρολόγια στα καμπαναριά.

Γιατί είναι εξόριστος από τότε που είπε δεν έχω πατρίδα / κατοικώ μέσα στις λέξεις / μαυροφορεμένες / αιχμάλωτες.

Γιατί οι λέξεις του αγκαλιάζουν τους ανθρώπους που έστυψαν τις γροθιές τους στo θάνατο ενός εργάτη.

Πολλοί είναι οι λόγοι που το μέταλλο του βιβλίου αυτού δεν προορίζεται για όλους παρά μονάχα για αναγνώστες και αναγνώστριες που εντοπίζουν στην ποίηση ένα πεδίο απελευθέρωσης. Κι είναι σίγουρο πως εκείνοι θα καταλάβουν πως το Γκρόζνι δεν βγήκε από τυπογραφείο. Εξήλθε απευθείας από μεταλλωρυχείο.

Γκρόζνι θα πει: ποίηση από μαντέμι.

Κολάζ εξωφύλλου: Jar Moff
Επιμέλεια & διορθώσεις: Ράνια Καραχάλιου, Ελένη Μπούρου
Σχεδιασμός έκδοσης & σελιδοποίηση: Morgan S. Bailey

Πατήστε εδώ για να διαβάσετε ποιήματα από το βιβλίο.
Πατήστε εδώ για να ακούσετε ποιήματα από το βιβλίο.

Δείτε εδώ το βίντεο για το ποίημα “Δώστε μου έναν άνθρωπο”.

ΣΗΜΕΙΑ ΔΙΑΝΟΜΗΣ
Αθήνα:
Φαρφουλάς, Μαυρομιχάλη 18
Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος, Χαριλάου Τρικούπη 28
Βιβλιοπωλείο Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3 & Ακαδημίας
Βιβλιοπωλείο Λεμόνι, Ηρακλειδών 22
Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, Καλλιδρομίου 30
Αλφειός, Χαριλάου Τρικούπη 22

Θεσσαλονίκη:
Βιβλιοπωλείο Ακυβέρνητες Πολιτείες, Αλ. Σβώλου 28
Βιβλιοπωλείο Κεντρί, Δημ. Γούναρη 22
Βιβλιοπωλείο Σαιξπηρικόν, Εθν. Αμύνης 14

Δημήτρης Τρωαδίτης, Φωτοσκιάσεις

f-poiisi_41-1024x694

φωτοσκιάσεις
πινελιές στο σκοτάδι
τροχιόδρομοι άλγους
στους διαδρόμους της λήθης
από φωτιά και θειάφι
πλασμένοι
αστραφτερές τρίχες
στους κροτάφους
σαν λεωφόροι αηδίας

οικουμενικές οδοί
με χνάρια ξιπασιάς
βρώμικες ατραποί
οι συναντιλήψεις
οι εθνικά συμφέρουσες

ένας οίστρος καμώνεται
πως έρχεται θριαμβευτικά
να μας συναντήσει
αλλά η οπτασία του
μόνο
ξεπροβάλλει

όλα υποτίθεται
ότι συμβαίνουν
τίποτα δεν είναι
πραγματικό

φωτόνια αφανισμού
βήμα το βήμα
πέλμα το πέλμα
μας κυριεύουν
ιζήματα νετρονίου
άστρο το άστρο
κομήτη τον κομήτη
μας επιτίθενται
τροχιοδεικτικά βλήματα

το νέφος του πόνου
επαναληπτικό
σε πίστες ακρόασης
η ανέγγιχτη
πολιτική ορθότητα
από τις πόρνες
της πολιτικής…

Matsuo Basho, Ποιήματα

haiku_01_c

Έβρεξε σήμερα. Η μαϊμού είχε ένα βλέμμα! Σαν να
’λεγε: δώστε μου κάποιος ένα πανωφόρι.
􏰀
Ο αγρότης μουρμουρίζει φυτεύοντας το ρύζι. Εδώ
ριζώνουν τα τραγούδια.
􏰀
Το άλογό μου καλπάζει στα χωράφια. Είμαι κι εγώ μεσ’
στην εικόνα! Ακούτε;
􏰀
Κάποτε, σ’ ένα ταξίδι, ξαπλωμένος κάτω από μιαν
ανθισμένη κερασιά, ένιωσα μέρος μιας θεατρικής
παράστασης.
􏰀
Ανήκω στους ανθρώπους που τρώνε πρωινό,
απολαμβάνοντας το μεγαλείο της αυγής.
􏰀
Την διακρίνω καθαρά. Μια γερόντισσα άγνωστη,
χαμένη. Μοναδικός αυτόπτης μάρτυς το φεγγάρι.
􏰀
Στο φως της μέρας, η πυγολαμπίδα είναι ένα έντομο
όπως όλα.
􏰀
Μεσ’ στο σκοτάδι, ένα ολόκληρο κοπάδι γηρατειά
κρύβονται στην αγκαλιά μου.
􏰀
Βγες έξω να δεις πώς ανθίζουν τα λουλούδια στη
φτώχεια.
􏰀
Όταν φυτεύουν ρύζι, τραγουδούν. Γι’ αυτό τα τραγούδια
του χωριού είναι πάντα καλύτερα απ’ τα τραγούδια της
πόλης.
􏰀
Αρρώστησα . Μόνο τα όνειρά μου συνεχίζουν το ταξίδι
σ’ αυτή την ερημιά.

*Από το βιβλίο “Μόνο τα όνειρά μου συνεχίζουν”. Μετάφραση-επιμέλεια: Γιώργος Μπλάνας.

Geoff Page reviews Mike Ladd’s Invisible Mending

612099acc5f15d1fce4f1d8b200f6f90

Invisible Mending
by Mike Ladd
Wakefield Press, 2016

Adelaide poet, Mike Ladd, is best known for his long-running Poetica program on the ABC’s Radio National (eighteen years all up before its casual destruction in 2014). The breadth of taste and openness to a wide range of influences Ladd displayed in Poetica is also to be found in Invisible Mending, his first poetry collection since Transit in 2007.

It needs to be pointed out, however, that Invisible Mending is not so much a collection as a miscellany. Barry Hill in his introduction calls it an ‘accelerated mix of poetry and prose’ and he is not far wrong. The book does have a forward momentum as prose (fiction, essay and memoir) is loosely alternated with poetry. It’s the sort of book that publishers are normally reluctant to accept. Poetry collections, they think, are hard enough — as are short story collections — but combinations of the two (with some essays thrown in) are normally unthinkable. Wakefield Press, an enterprising publisher specialising in South Australian writing, has made the right decision, however, in not advising Ladd to go away and come back in a year or three with two separate books.

All the work Invisible Mending is unified both by Ladd’s aesthetic curiosity and his political temperament. The poems are quick to pick up anomalies or hypocrisies. A good example is the early poem, ‘Learn to Speak the Language,’ where the narrator hears a fellow bus passenger criticising two Punjabi women for not learning ‘the language’ of their adopted country. ‘ “Yeah. You’re right,” I said. / “So how’s your Kaurna? / And how good are ya / at Pitjantjatjarra? / Fancy a chat in Ngarkat?”’ That’s just the beginning of a thorough and humorous put-down.

A more visceral politics can be felt in poems such as ‘Gasoline Flowers’ and ‘The Museum of Memory, Santiago de Chile.’ These are full-blooded but subtle protests in the tradition of Brecht and Neruda rather than the slyly-winking postpostmodern critiques we have suffered in recent decades. In the short but horrific stanzas of ‘Gasoline Flowers’ Ladd compares four widely separated political self-immolations to a variety of flowers, culminating in ‘For his land of snow / and a spinnng prayer, / Tsering Tashi was a gaping petro hibuscus.’

‘The Museum of Memory, Santiago de Chile’ works in a comparable way with details of torture under Pinochet’s regime intercut with details of the generation of the electricity used by the torturers. It finishes with ‘the snow melts / the river hurries / the bed is wired.’

Fortunately, and cleverly, the poetry is not all politics. There are several nicely ambivalent poems about Ladd’s home town, Adelaide, and a couple of disturbing ones about his father’s descent into dementia. The second of these, ‘My Father at the Clothesline,’ shows an inventive way with syntax and is short enough to quote in full: ‘Concentrating on each peg, mouth open, / aghast at the rate the world is leaving him. / His dignity, as he folds his clothes.’ It’s a sort of long-lined haiku which obliquely and effectively makes its point.

A rather different style can be seen in Ladd’s pantun sequence, ‘A Book of Hours at Rimbun Dahan’ which follows an informative essay on this ancient Malay form. The interlocking stanzas of the pantoum, as we know it in the west, is just one of its varieties. Ladd uses a quatrain form with its abab rhyme scheme with a two-line pembayang from the outside world to start with and a closing two-line maksud to make a related ‘interior’ point. His scattered use of half-rhyme here can seem less persuasive than the full rhyme he quotes in his Malay examples but the pantuns do make their (often playful) point. The last one is probably the best (though perhaps a bit boyish): ‘From the estate’s wall, grey macaques leap / into the laden mango tree. / From your side of the bed, you told me to sleep, / but the night’s so warm, and I want something juicy.’

No less memorable are short stories such as ‘A Neighbour’s Photo,’ ‘Ken,’ ‘Traffik,’ ‘Breakfast in Valparaiso,’ ‘Back Again’ and ‘A Country Wedding.’ The last three are, admittedly, closer to memoir or travelogue than fiction but are no less compelling for that. ‘Traffik,’ at 22 pages, is the most ambitious work in the collection and is a forceful revelation of the more dubious dimensions of the Asian ‘economic miracle.’ If you want to know more about the miserable fate of the orang-utans in Borneo, then ‘Traffik’ is a good place to start. Strangely, Ladd breaks the ‘rules’ of fiction writing by making the characters stereotypes with capital letter titles (‘the Student,’ ‘the Middleman’ and so on) but the story also has a persuasive surreal edge, reminiscent of Peter Carey’s early stories.

In a rather different style to ‘Traffik’ and reminiscent of social realists such as Alan Marshall, are stories such as ‘Ken.’ This story in particular is made from cleverly arranged details with little or no authorial intervention. It certainly involves ‘comment’ but not of the kind that does damage to the particularity of the character portrayed. Its opening sentence establishes both the tone and the method to be used: ‘I hear Ken more often than I see him: the crackle and clatter as he flattens aluminium cans and throws them into a wool-bale cover, the clinking as he sorts empty stubbies and longnecks, sometimes late at night.’

The essays, such as ‘Pantuns in the Orchard’ and ‘Gaudi and the Light,’ are both informative and somewhat personal (as the best essays can often be) but the impulse seems less intense than in the best of the poems and fiction. Stories such as ‘Ken’ and ‘Traffik,’ dissimilar though they are, will probably be what most readers take away from the book, along with poems such as the two fiercely political ones discussed above and lighter, almost humorous pieces such as ‘Radio News,’ ‘Adelaide’ and ‘Spring Café.’

Invisible Mending is undoubtedly a miscellany but it is one in which a reader can enjoy variety while still having a clear sense of the values and preoccupations which hold the whole collection together.

*Geoff Page is based in Canberra and has published twenty-one collections of poetry as well as two novels and five verse novels. He’s also won the Grace Leven Prize and the Patrick White Literary Award, among others. His recent books include A Sudden Sentence in the Air: Jazz Poems (extempore 2011), Coda for Shirley (Interactive Press 2011), Cloudy Nouns (Picaro Press 2012), 1953 (University of Queensland Press 2013), Improving the News (Pitt Street Poetry 2013) and New Selected Poems (Puncher & Wattmann 2013). His Aficionado: A Jazz Memoir is forthcoming from Picaro Press.

*Taken from http://cordite.org.au/reviews/page-ladd/

Νεκταρία Μαραγιάννη, Επείγει

“η κηδεία του αναρχικού Γκαλί”, Carlo Carra

πριν ενθρονιστεί η παρακμή
και μαυρίσουν τα σεντόνια

προτού ο ντελάλης ανακοινώσει κράτηση
στους ονειροβάτες
και ο μπαλτάς αποκεφαλίσει τα αγάλματα

προτού τα κοχύλια περπατήσουν
στις λεωφόρους
και τα παιδικά κλάματα στειρώσουν
τα χαμόγελα

προτού τα άρματα πατήσουν το πεζικό

(η φυγή από οποιαδήποτε ματαιότητα)

προτού η εντολή φιμώσει τη φυλλάδα
και η φυλλάδα βεβηλώσει τη Θέμιδα

προτού κυκλοφορήσουν τη σημαία
να τη βγάλουν από τη βιτρίνα

επείγει
πριν και αφότου
να μη γονατίσουν
και
οι ποιητές

Νέττα

proletarium (opus O II)

demispoetry's avatarαπενεργο-ποίηση

Στον άδειο δρόμο σπάσαν οι σωλήνες
Αυτό γίνεται στη Σαλονίκη κάθε τόσο.
Νύκτα περνούν οι εφιάλτες
Αυτό γίνεται σαν ιστορία και στο μυαλό μας.
Η γωνιά του πεύκου για παιδιά που παίζουν
Ο τοίχος για τις τελευταίες σου στιγμές
Τοίχος πεύκα και στη μέση σπίτι
Αν έχεις και κρεβάτι πεθαίνεις πιο άνετα.
Αν έχεις αρβύλες περπατάς
Αν είσαι ξυπόλητος περπατάς θέλεις δεν θέλεις
Το χειμώνα κουβαλάς ν’ αποθηκεύσεις χιόνι για το καλοκαίρι των εχόντων
Και το καλοκαίρι όταν δε σε χρειάζεται κανείς
Πεθαίνεις για να μη σε πουν τζιτζίκι
Είτε προσπαθείς να περάσεις τη γραμμή του ορίζοντα.

Και κόβει το λεπίδι της το λαιμό σου.

Τέος Σαλαπασίδης

Από http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=48115.0

View original post

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κοντές ανάσες ΧΙ

AAAA GROTHIA

Σύννεφα παντού.
Αλαφιασμένος κόσμος.
Θάρρος, αδέλφια.
       —–
Άδικος κόσμος.
Σφίγγεις γροθιές στις τσέπες.
Βγάλτες και δείχτες.
       —–
Ο καιρός περνά,
αφήνοντας πίσω του
στάσιμους πόθους.
       —–
Πυγολαμπίδες
είναι και στη θάλασσα:
Τα πυροφάνια.
       —–
Η αγκαλιά σου
της θάλασσας αγκαλιά:
Κίνδυνος ίδιος.

Σταύρος Καμπάδαης, Ποιήματα

cover11

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
ΠΟΥ ΖΕΙ ΣΤΟ ΚΟΛΩΝΑΚΙ
ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΑ ΔΥΟ ΕΠΙΘΕΤΑ
ΚΑΙ ΚΥΡΙΟ ΟΝΟΜΑ ΞΕΝΙΚΟ

-Είσαι ποιητής;
Πώς είναι να είσαι ποιητής;
-Σαν να ζεις
μέσα στον εγκέφαλο σου
Μέσα στο μυαλό σου
Εκεί περνάς όλες τις ώρες σου
δωμάτιο-πολυθρόνα-βιβλιοθήκη
-Ετοιμάζεις κάτι καινούργιο;
-Υπάρχει μια συλλογή
πίσω δεξιά στον εγκέφαλο
Εκεί που είναι η βιβλιοθήκη
απλά δεν θυμάμαι
σε ποιο ράφι
την έβαλα
Μόλις
την βρω
θα βγει

***

ΝΑ ΦΟΒΑΣΑΙ ΟΧΙ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ
ΑΛΛΑ ΤΑ ΑΦΕΝΤΙΚΑ ΤΟΥΣ

Είχα βασανίσει
ένα σκύλο
επειδή με είχε δαγκώσει
Αυτό με βάραινε
+
αποφάσισα
να πάω
να εξομολογηθώ
Θα πάω στη κόλαση
για αυτό πάτερ;
Ξέρεις Πάτερ
αυτό που με βαραίνει
δεν είναι η συγχώρεση
Αυτό που με στοιχειώνει
είναι μήπως
στην κόλαση
συναντήσω το σκύλο

***

Κοιμάσαι με μια αμυχή
με ένα άσχημο σκίσιμο
στο δέρμα
Ξυπνάς το πρωί
έχει θρέψει
έχει κατά πολύ γιατρευτεί
Η νύχτα θεραπεύει
Σάρκες
σώματα
σκέψεις
ιδέες
Πέφτεις με πυρετό
+
ξυπνάς απύρετος

***

Παλιά στα καράβια

κάθε που πιάναμε λιμάνι

έστελνα πορτρέτο

στην καλή μου

+

από άλλον πλανόδιο

να μην ξεχνιόμαστε

Μετά όταν μ’ έπιασαν

+

μπαινόβγαινα

η καλύτερη φωτογραφία μου

ήταν αυτή της σύλληψης

Να φαίνεται πως ήμουν στα άγρια

Να αποτυπώνεται όλη η αλήθεια

όχι κάτι άλλο από αυτό στην εικόνα

Τώρα στο τέλος

η προσωπογραφία

όταν χρειαστεί

κάπου να δοθεί

θα είναι

μια ακτινογραφία

από το κρανίο μου

*Από τη νέα συλλογή του ποιητή με τίτλο “Ε, ψιτ κύριος! ποια είναι η ιστορία σου;”, Εκδόσεις vakxikon.gr

**Ο Σταύρος Καμπάδαης ζει στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές “Διαπόμπευση” (Εκδόσεις Αλφειός 2004, Εκδόσεις Vakxikon.gr 2013), “Γιατί καθετί που πουλιέται δεν έχει καμία αξία” (Εκδόσεις Ash in Art 2007, Εκδόσεις Vakxikon.gr 2013), “Με την τρίτη παίρνεις το χρίσμα ή καίγεσαι;” (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2010, Εκδόσεις Vakxikon.gr 2013), “Aνταπόκριση από πλανήτη ψυχή” (Εκδόσεις Vakxikon.gr 2013).

Δημήτρης Αθηνάκης | “Λίγος χώρος για τον ξένο”| εκδ. Κουκουνάρι, 2016

Ευτυχία Παναγιώτου's avatarΕυτυχία Παναγιώτου | exwtico

DSC_0337

Δεν ανήκει σε κανέναν τόπο, σε κανέναν χρόνο, σε κανέναν έρωτα. Καταγωγή χαμένη, ρίζωμα ακατόρθωτο, μνήμη βυθισμένη, παρόν σε εκκρεμότητα. Ο χώρος του ξένου είναι το τρένο που φεύγει, το αεροπλάνο που πετά, η μετάβαση χωρίς στάση. Σημάδι αναγνώρισης κανένα. Ο χρόνος του; Ο χρόνος μιας ανάστασης, που κρατά τη θύμηση του θανάτου και των περασμένων, χωρίς όμως την αίγλη του επέκεινα. Μόνο η αίσθηση της αναβολής, του “έχω γλιτώσει””.

Julia Kristeva, “Ξένοι μέσα στον εαυτό μας”
μτφρ. Βασίλειος Πατσογιάννης,
επιμ. Στέφανος Ροζάνης,
εκδ. Scripta 2004

Με αφετηρία τον βιωμένο ξένο και με τη βοήθεια της Κρίστεβα, ο Δημήτρης Αθηνάκης, στην τρίτη συλλογή του, αναζητεί λίγο χώρο για τον ξένο· τον ξένο μέσα στον εαυτό μας, τον ξένο μεταξύ ξένων, εκείνον που διαρκώς αναβάλλει την οικειότητα, εκείνον που γυρεύει να γλιτώσει από τις ιδιότητές του· τον πρώην γνώριμο· τον νυν ξένο.

Το βιβλίο “Λίγος χώρος για τον ξένο” είναι μία…

View original post 64 more words

Έρμα Βασιλείου, Σκορπίζουν οι λέξεις

όσπρια
πέρασε η γάτα και αναποδογύρισε το βαθύ πιάτο
όπου τα είχα
όσπρια,
ξεράθηκαν στην όστρια κάτω από το
αντιποδικό χαμόγελο
φρέσκα είναι πράσινα είναι
τρώγονται δεν τρώγονται
είναι μέσα όλα στην απεργία των αισθήσεων
είναι μέσα όλα στη λύπη και την ανόητη παιδική ερασιτεχνία
σαν ζωγραφιά περνάει η ζωή
που στάζει αίμα από τα χείλη
σαν περίστροφο χωρίς κάννη ο ήλιος με βλέπει
σαν κεραυνός που ξέφυγε από ένα ξι
που ξεχάστηκε
και έρω και αίρω κάθε τι
και αγαπώ την αθλιότητα του ψέματος μέσα στο οποίο με έβαλες
μόνο και μόνο επειδή ήταν ψέμα σου

σκορπίζουν τις έχω στα χέρια τις φιλώ
καλωσόρισες πάλι καλή μου
αυτές οι ώρες υπακούν στα πόδια σου κυλώ
δεν είναι εχθρικές
φεύγουν πάντα με χέρια άδεια
άφησαν όσα ήθελαν
να πάρω κάποια άδεια
από τον έρωτα που μ’ έχει δέσει με σιδερένια νήματα
γιατί τα κρίματα ήταν κρίσεις αν θυμάσαι
δεν ήταν αμαρτίες
κι οι κρίσεις ήταν ανθρώπινες κι αμάρτησαν
πάρε με μόνο από το χέρι, δεν σου περισσεύουν πια ώρες

*Από τη συλλογή “Μουσώνες”.