Kamaroudine Abdallah Paune, Θάνατος στους μετανάστες

maxresdefault

Εγώ έφτασα χτες.
Κι εσύ; Χτες; Προχτές;
Μετανάστη, από ποια χώρα είσαι;

Εγώ έρχομαι από την Αφρική
Λίκνο του ανθρώπινου γένους
Εποίκισα αυτόν τον πλανήτη
Στο έλεος των καταιγίδων.
Σαν τους ωκεανούς
Ακολούθησα την παλίρροια
Κατά μήκος της ήσυχης ακτής.

Μετανάστη, αυτή η γη δεν είναι δική σου,
Αυτή η χώρα είναι δική μου και των πατέρων μου,
Αυτή η χώρα ανήκει στους –

Ξένε, έξω από την χώρα μου,
Αλλοδαπέ, χωρίς χαρτιά, σχιστομάτη, αράπη!
Εγώ είμαι πραγματικά χοντροκέφαλος…
Γάλλος από την Πολωνία, από τη Ρωσία, την Ισπανία
Αμερικάνοι από την Ιταλία, την Ιρλανδία ή τη Σενεγάλη
Αυτή η γη, είναι παλαιστινιακή;
Είναι εβραϊκή, αραβική ή βερβερίνικη;

Εσύ που είσαι του σήμερα και καταδιώκεις αυτούς του χτες
Δεν καταδιώκεσαι κάπου αλλού;
Είμαστε όλοι μετανάστες στον έναν ή στον άλλον τόπο.
Έτσι λοιπόν, μετανάστευσε. Στον θάνατο.

*Μετάφραση: Jazra Khaleed.

**Ο Kamaroudine Abdallah Paune ζει στα νησιά Mayotte και γράφει ποίηση στα γαλλικά.

***Αναδημοσίευση από: http://teflon.wordpress.com/2010/01/25/kamaroudine-abdallah-paune-%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%82/

Στέλιος Ροΐδης, Δύο ποιήματα

roidis-cover

ΕΙΔΗ

Λοιπόν
είμαστε η εποχή μας που ζούμε
Ή η μύξα της Σουηδίας
Αδιόρθωτο μολύβι αντιγράφει
Ό,τι συμβαίνει
Μέσα στην Μπάμπουσκα ο Σαμουράι
Διαπρέπει
Γιαπωνέζικο στέμμα
Καμικάζι που ξεχνάνε τα λόγια
Όλα τα δέντρα μιας τεράστιας χώρας
Δεμένη Σειρήνα στο κρεβάτι
Απόκρυφη αηδία, στεναχώρια
Καιρός σαν σάρκα παλιού
Ναυαγού από ένα στειρωμένο μάτι κοιτάζει
Ο ένας ρήτορας τον άλλον
Γελωτοποιοί, ζώνες ασφαλείας
Ολόκληρα μέρη παίζονται
Με τα γέλια κανείς δεν αλλάζει
Φωτιά, υποθετικά χαμόγελα, μόνο κυρίες για τα αγόρια
Βασιλιάδες παραμονεύουνε σαν σκλάβοι
Οι θεατρίνοι ανατινάζονται πάνω στο βαμβάκι
Η μάνα του Άμλετ
Καταβρέχει τις μπουγάδες του Σαίξπηρ
Στα στενά σοκάκια
Τα κομψά πόδια της αγωνίας
Ανασκευάζουν μια παλιά θεωρία
βουή του Μπόρχες εισβάλει στα Χριστούγεννα
Σοφό κοτσύφι αφημένο στην κορυφή Δείγμα δωρεά δέος δάση
Η φαντασίωση της Πηνελόπης στάθηκε ως ύψιστη αρετή
Εμένα κοντοστάθηκε
Πούλα γρήγορα
Εξωτική αλήθεια
Ζούγκλες για τα κουνούπια
Υπάρχουν τίγρεις στις πόλεις
Το επιβραβευμένο σου άλλο
Η διαφήμιση νίκησε το προϊόν
Νίκησα
Ποτέ- δεν- το- είπε-

Ακούστηκε

Κανένας ενδιαφερόμενος δεν κατάλαβε πως.

***

ΤΟ ΔΙΑΜΑΝΤΕΝΙΟ

Κάπου εκεί μέσα είδα τα μάτια του
Καιρό πριν τα ξαναδώ κλαμένα
Είδα κάθε είδους και φυλής ιστορία
Να προσωποποιείται παραποιημένη να υπονομεύεται
Και εγώ να περιμένω εκείνη να με επισκεφτεί
Μύρισα την συμφωνία που της πρότεινα και έτσι κατρακύλησα
Νόμιζα ότι έχανα την μυρωδιά μου, συγκρίθηκα
Τα κλειδιά μου είχανε πάρει φόρα
Αποτιμούσα απλά όσα θα ακολουθούσανε απλά
Ξανάρχισα το διάβασμα
Σε άλλη βάση
Σε μια παράξενη εποχή τόσο άλλη
Της φίλησα το στόμα ξέροντας καλά
Το κακό που είχε κάνει
Γι’ αυτό την φίλησα άλλωστε
Άφησα το αστείο να ακουστεί από τους μυθικούς παλιάτσους
Ήταν φίλοι που ήρθαν διψασμένοι για έρωτα κι αυτοί
Τους πήρα μαζί στο παραμύθι
Και το βράδυ τους έδιωξα όλους
Ήταν όμορφη η νύχτα,
Η ζέστη με είχε κάνει να νοιώθω καλά
Και αφού η ζωή νόμιζε ότι πίσω από την αυλαία
Η αυλαία ποτέ δεν τολμάει να πέσει
Έπαιξα με την αθωότητά της
Και άφησα την αθωότητα να παίξει μαζί μου
Υπολόγιζα βέβαια ότι αυτό δεν γίνεται
Μετά υπολόγιζα το πως είχε γίνει
Γινόμουν τίποτα καθώς
Τέτοιος άνθρωπος ήμουν
Όπως νομίζω όλοι Μετά, χάθηκα
Την εποχή που έγινα παλιάτσος
Ακόμα έψαχνα φιλιά
Νομίζω γύρευα ένα βότσαλο που της είχα δώσει
Πριν παρασυρθώ στην θέση του
Από το κύμα
Και ένα παρόμοιο ξενοδοχείο
Που να του λείπουνε άνθρωποι σαν και εμένα.

*Από τη συλλογή “Η σοκολάτα και το κερί”, Εκδόσεις Straw Dogs, Λευκωσία 2016.

Γρηγόρης Σακαλής, Κατιούσα

1jpg-6

Ποιοί είναι αυτοί
που μας κρύβουν τον ήλιο
ποιοί είναι αυτοί
που σφίγγουν τις αλυσίδες
κάθε χαραυγή
το ανθρώπινο ποτάμι
βάζουν σε κανάλια
την τύχη μας καθορίζουν
κοιτάμε εμείς
αδύναμοι κι αμέτοχοι
λες και πρόκειται
για τη ζωή των άλλων
μα είναι η δική μας ζωή
που ξεψυχάει κάθε μέρα
μα είναι το δικό μας σώμα
συνέχεια μουδιασμένο
είναι το δικό μας στόμα
που μένει βουβό
και πικραμένο.

Uncertain times by Rob Cullen

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

Written in 1982 on occasion of the miners’ strike.

I see only forgotten men
Living in places
With once famous names.
I hear only words
Of tales and deeds
Of days of men and women
Long since forgotten
Long since dead.

And in these times of uncertainty
People live surrounded
By purposeless decline
A landscape of waste
And those twisted lines
Of once white shone steel
Polished by the unceasing grind
Of the turning wheel
Now lie hidden by elder.
And gathering the dirt brown stain
Of rust and disuse
Map out the death struggle
Of this dark place
And in this uncertainty people live.

Writhing in its decay
Its history ensnares
the withering and hopeless present.
But its people refuse to cry out.
Anger has been replaced
By that silence of regret
That pitiless lament
Of resignation and acceptance.
Some say it is our age
As if we were…

View original post 441 more words

No 63 (έστω)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

από
το ύψος της
ζωής,
η πτώση μέσα σου,
έρχεται;
πηγαίνεις εσύ,
ο προφήτης πεζοδρομεί μάρμαρο,
έχεις
το χρόνο:
αυτόματα φτερά,
~
για
να
πετάς
προς τα κάτω:
η γνώση του αύριο
~
κι ας
είναι μετά θάνατο
~
(alexmil)
photo: Noell Oszvald

View original post

Ashraf Fayadh: ο Παλαιστίνιος πρόσφυγας ποιητής που καταδικάστηκε σε θάνατο λόγω “αθεΐας”

1

Ο Ashraf Fayadh είναι ένας Παλαιστίνιος ποιητής, πρόσφυγας στη Σαουδική Αραβία (“Γη είναι η κόλαση που ετοιμάστηκε για τους πρόσφυγες”, όπως ο ίδιος γράφει) που καταδικάστηκε σε θάνατο δια αποκεφαλισμού από την κυβέρνηση της Σαουδικής Αραβίας, ως αποτέλεσμα μιας σειράς διώξεων που του ασκήθηκαν επειδή “προωθούσε την αθεΐα” μέσα από την ποίηση και το έργο του.

“Οι προφήτες έχουν συνταξιοδοτηθεί. Οπότε μην περιμένεις κανέναν προφήτη να σταλεί για χάρη σου.” έγραψε ο Ashraf και στις 17 Νοεμβρίου 2015 καταδικάστηκε στην εσχάτη των ποινών…

Πρόσφατα, η ποινή του -μετά από το διεθνές κίνημα αλληλεγγύης που αναπτύχθηκε- κατέπεσε σε 8 χρόνια κάθειρξης και 800 μαστιγώματα αλλά απαιτείται και να αποκηρύξει την ποίησή του δημοσίως στα κρατικά Σαουδικά Μ.Μ.Ε.. 

Ο ποιητής σίγησε καλλιτεχνικά στη φυλακή -κατά κάποιους πνευματικά πλέον διαταραγμένος- περιμένοντας τον αποκεφαλισμό του. Ο πατέρας του, στο άκουσμα της καταδίκης του Ashraf σε θάνατο, πέθανε από εγκεφαλικό. Και ο Ashraf, ξαναέπιασε την πένα του…

Εμείς, αν μη τι άλλο, έχουμε χρέος να φροντίσουμε ώστε η ποίησή του ν’ ακουστεί σε κάθε γωνιά της Γης:

Τεταμένες στιγμές*

Τεταμένες οι στιγμές μου,
κι ο ύπνος σαν πρώτη φορά ερωτοχτυπημένος έφηβος.
Ας παραβλέψω την καρδιά 
και την αναστάτωση του νου σαν νερό που κοχλάζει
πέρα από το σημείο βρασμού.

Είμαι ένα κομμάτι σύμπαντος με το οποίο το σύμπαν οργίζεται,
ένα κομμάτι γης για το οποίο η γη αισχύνεται,
ένας άνθρωπος καταρρακωμένος απέναντι στον οποίο
οι άλλοι δεν τηρούν ουδετερότητα.

Ουδετερότητα: μια αυταπάτη
όπως όλες οι χάριτες για τις οποίες μιλούν οι άνθρωποι, τόσο ξεδιάντροπα θεωρητικά.
Η αλήθεια ένας όρος ανεπαρκής, όπως ο Άνθρωπος,
και η αγάπη χτυπιέται ‘δω και ‘κει,
μια δύστυχη μύγα
παγιδευμένη σε κουτί γυάλινο.
H ελευθερία κάτι το πολύ σχετικό:
ό,τι κι αν ειπωθεί ό,τι κι αν γίνει ζούμε σε μια φυλακή σε σχήμα μπάλας
με κάγκελα από όζον.
Απελευθερωθείτε, η μοίρα μας
ο βέβαιος θάνατος.

Ανίκανος να γελάσω.
Παντελώς ανίκανος ακόμη και να χαμογελάσω.
Ανίκανος, την ίδια στιγμή, να κλάψω.
Ανίκανος να λειτουργήσω ως άνθρωπος,
και δεν με αναστατώνει ούτε τόσο δα
κι όμως πονάει τόσο
να έχεις ένα κορμί σκεπασμένο με αδιόρατο χνούδι,
να περπατάς στα δυο,
να εξαρτάσαι πλήρως από τον νου σου,
να παρασύρεσαι από τις επιθυμίες σου ως τα άκρα,
να είναι η λευτεριά σου παγιδευμένη,
να αποφασίζουν άλλοι να σε σκοτώσουν,
να χάνονται οι δικοί σου
δίχως μιαν ευκαιρία να πεις Αντίο.

Tι το καλό κάνει ένα Αντίο
εκτός από το να αφήνει μια θλιβερή εντύπωση;
Τι το καλό έχει μια συνάντηση;
Τι το καλό έχει η αγάπη;
Τι το καλό έχει το να είσαι έτσι ζωντανός
όταν οι άλλοι πεθαίνουν από θλίψη
για σένα;

Τον πατέρα μου τον είδα για τελευταία φορά πίσω από ένα χοντρό τζάμι
κι ύστερα έφυγε, για πάντα.
Εξαιτίας μου, ας πούμε.
Ας πούμε επειδή δεν μπόρεσε να αντέξει στη σκέψη
πως θα πέθαινα πριν απ’ αυτόν.
Ο πατέρας μου πέθανε κι έμεινε ο θάνατος να με πολιορκεί
δίχως αρκετά να με τρομάζει.
Γιατί ο θάνατος μας φοβίζει έως θανάτου;
Ο πατέρας μου αναχώρησε αφού ξόδεψε
πολύ καιρό στην επιφάνεια αυτού του πλανήτη.
Δεν του είπα αντίο όπως έπρεπε
ούτε τον θρήνησα όπως έπρεπε
κι ήμουν ανίκανος για δάκρυα,
μια συνήθειά μου, που χειροτερεύει με τα χρόνια.

Αυτοί οι στρατιώτες με πολιορκούν σ’ όλα τα μέτωπα
με τις ξεθωριασμένες τους στολές.
Νόμοι και καθεστώτα και θεσμοί με πολιορκούν.
Η κυριαρχία με πολιορκεί,
ένα ένστικτο τόσο βαθύ που τα ζωντανά πλάσματα δεν μπορούν να διαταράξουν.
Η μοναξιά μου με πολιορκεί.
Η μοναξιά μου με πνίγει.
Στραγγαλίζομαι από κατάθλιψη, νευρικότητα, ανησυχία.
Η τύψη, να ανήκω στην ανθρώπινη φυλή, με σκοτώνει.
Στάθηκα ανήμπορος να πω αντίο σε όσους αγαπώ
και έχουν πια φύγει, ακόμη και προσωρινά.
Στάθηκα ανήμπορος να αφήσω μια καλή εντύπωση μιας τελευταίας συνάντησης.
Κι ύστερα ενέδωσα στα τουφέκια της νοσταλγίας
που ισοπέδωσαν τον δρόμο μου.
Αρνήθηκα να υψώσω τη γροθιά μου
κι έγινα ανίκανος.
Κι ύστερα δεσμεύτηκα από τη θλίψη
που απέτυχε να με εξαναγκάσει να δακρύσω.
Η Γνώση μου κατατρώει τα σωθικά,
σκοτώνοντας κάθε μου ευκαιρία επιβίωσης.

Η Γνώση με σκοτώνει αργά
και παραείναι πια αργά για θεραπεία.

Ashraf Fayadh

*Μετάφραση του ποιήματος από τα Αγγλικά: Louise.
**Αναδημοσλιευση από Provo στο http://www.provo.gr/ashraf-fayadh/

Άτη Σολέρτη, Ερημία παθών

vakxikon_issue_16_solerti_prodimosiefsi

ΑΤΗ ΣΟΛΕΡΤΗ
ΕΡΗΜΙΑ ΠΑΘΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: “WWW.VAKXIKON.GR”

Όταν μια ποιητική συλλογή επανεκδίδεται σημαίνει ότι κάτι έχει να δώσει, ότι το περιεχόμενό της είναι τέτοιο, που αξίζει να επανεκδοθεί.

Μια τέτοια περίπτωση έχουμε και στο βιβλίο της Άτης Σολέρτη: «ΕΡΗΜίΑ ΠΑΘώΝ», που κυκλοφορεί σε δεύτερη έκδοση από τις εκδόσεις: http://www.vakxikon.gr. Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, όπου ενώ όλα τα ποιήματα είναι γραμμένα χωρίς μέτρο υπάρχει μια υποτυπώδης ομοιοκαταληξία, μια ρίμα, που παίζει περισσότερο με τις λέξεις δημιουργώντας όμορφες παρηχήσεις χωρίς να χάνεται το νόημα του ποιήματος. Τα περισσότερα ποιήματα της Άτης Σολέρτη θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν γλωσσοκεντρικά αν και ο γλωσσοκεντρισμός συνήθως χάνει το νόημα προς χάριν της παρήχησης κάτι, που η ποιήτρια αποφεύγει με επιτυχία.

Πολλά από τα ποιήματα της συλλογής «ΕΡΗΜίΑ ΠΑΘώΝ» περιγράφουν αιματηρές σκηνές ενώ ο θάνατος είναι ένα από τα συνηθισμένα τους θέματα έτσι, που θα μπορούσαμε να πούμε ότι το βιβλίο της Άτης Σολέρτη κινείται στα όρια της gothic λογοτεχνίας, όπως λογουχάρη το ποίημα «θύω», όμως, υπάρχουν και ποιήματα, που είναι εντελώς διαφορετικά και δεν θα μπορούσαν να καταταχτούν στα στενά όρια ενός είδους.

Ένα από τα καλά στοιχεία της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής είναι ότι μέσα στα ποιήματα της Άτης Σολέρτη συναντάμε στίχους με έξυπνο νόημα, που ξαφνιάζουν ευχάριστα τον αναγνώστη: «Τι κι αν το τσιγάρο τελειώνει… / απ’ τον καπνό του, θα τραφούν κι άλλες σκέψεις…» και αλλού: «Αγαπητέ καθρέφτη, / δεν ήξερα πως το είδωλό σου σε τρομάζει!»

Κατά τη γνώμη μας, το πιο χαρακτηριστικό ποίημα της συλλογής «ΕΡΗΜίΑ ΠΑΘώΝ» είναι «Το φιλί του ερπετού» το οποίο ξεκινάει με τους στίχους: «Πρόσεχε το φίδι… καθώς θα βγαίνεις απ’ τον κήπο σου. / Πρόσεχε το ερπετό!» και αφού περιγράψει όλες τις ιδιότητες του φιδιού καταλήγει: «Πρόσεξε το ερπετό! / Ξέρει καλά να κρύβεται / και να σ’ αιφνιδιάζει! / Πρόσεχε το φίδι! / Πρόσεξέ με!»

Θα μπορούσαν να γραφτούν κι άλλα πολλά για την ποιητική συλλογή της Άτης Σολέρτη: «ΕΡΗΜίΑ ΠΑΘώΝ», θα κλείσουμε, όμως, εδώ συμπεραίνοντας ότι πρόκειται για ένα βιβλίο, που άξιζε τον κόπο να επανεκδοθεί.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Athens Zinefest

unnamed

Πλάσματα αγαπημένα,

σας περιμένουμε αυτό το Σάββατο μετά τις 14.00
στο Athens Zinefest στο κηπάκι της Τσαμαδού στα Εξάρχεια
με παλιά και νέα τεύχη, φρεσκοτυπωμένες νέες εκδόσεις
κεράσματα κι εκπλήξεις!

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό Εβδομηκοστό Όγδοο

43



Άστα να παν στο Διάβολο, Αλκαίε! Τι καράβι

στων ανέμων τη μανία, η ταραγμένη πολιτεία,

μου λες εσύ· ετούτοι εδώ είναι ικανοί

να βυθίσουν ολόκληρη πατρίδα 

μες στο λιμάνι: οι ναυαγοί

ν’ ακούνε με πνιγμένη την ανάσα 

τον Καρούζο στους Παλιάτσους

του Λεονκαβάλο: Il teatro e la vita 

non son la stessa cosa!: Η σκηνή

και η ζωή δεν είναι το ίδιο πράγμα!

Όχι δα!
Ένα κορίτσι προδομένο απ’ τη ζωή 

ανάμεσα στα πόδια, θα μπορούσε να σταθεί

μια χαρά σε οποιαδήποτε σκηνή της Ευρώπης,

ουρλιάζοντας μεσάνυχτα, σε μια γλώσσα

παλιά σαν χορταριασμένος φράχτης

ανάμεσα στο χάος και την αιωνιότητα.

Όσο για τις μάνες,

θα μπορούσαν να κρατήσουν τα νεκρά 

μωρά τους αγκαλιά μέχρι και δέκα παραστάσεις,

να χτυπούν την πόρτα της απόγνωσης,
ξυπόλητες, γυμνές, κουρελιασμένες 

πρησμένες, νηστικές και ν’ ανοίγει 

μια ακρίδα με κεφάλι φιλοσόφου:

στόμα γεμάτο σάπια επιχειρήματα, ερπετό

κατάφορο η γλώσσα: «Αυτές οι μύγες!

Αυτές οι μύγες! Ούτε νεκροί

δεν εννοείτε να τις αποχωριστείτε!

Ανατολίτες! Για σας

ο Θουκυδίδης είναι ο μπακάλης της γειτονιάς. 

Τι θέλετε, επιτέλους;

Αν δεν μπορείτε ν’ αντέξετε την Ιστορία

-στο πρωτότυπο-

μην εγείρετε αξιώσεις στη μετάφραση. 

Πάψτε κι αφήστε μας ν’ απολαύσουμε

τη συνέχεια του έθνους». 

Απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα, ένας Ιρλανδός

Οδυσσέας ξύριζε το κεφάλι

ενός πιθήκου με κεφάλι πρωθυπουργού.

Εκείνος δούλευε την γλώσσα του

σαν ξιφολόγχη: «Λεγεώνες των αιώνων!

Η συνείδησή μας είναι απολύτως απλή. 

Αυτοί που δεν μπορούν να καταλάβουν την αλήθεια

του ψέματός μας, αργά

ή γρήγορα θα μας περάσουν στον λαιμό

το ψέμα της αλήθειας τους.

Ας αφανίσουμε, λοιπόν, τα πράγματα από την αρχή, 

αφού ήδη τα έχουμε διευθετήσει αποφασιστικά.

Η διαλεκτική της Ιστορίας

είναι ένα είδος ανατομίας:

μόνον από τα πτώματα μπορεί να καταλάβει

τι δεν πήγε καλά».

«Εγώ τα βράδια

πέφτω νωρίς», ο κουρέας. «Δουλεύω σκληρά

σαν καλός νοικοκύρης από τότε

που επέστρεψα. Έτσι κι αλλιώς 

οι άνθρωποι ξέχασαν πια την τέχνη

της ζωής και του θανάτου,

κατάντησαν την Τροία μια βρωμερή λακκούβα.

Παίρνουν όποιον πιάνουν, τον πηγαίνουν

στην άκρη, του κόβουν το κεφάλι,

το ρίχνουν μέσα κι αφήνουν το κορμί

να σπαρταράει απέξω. Όλα λάθος.

Η Δύση είναι τρελή για θάψιμο…»



Φωτιά από τη μια, θάλασσα από την άλλη.

Τραγούδησα. Τι άλλο θα μπορούσε

να κάνει ένας έντιμος

δαίμονας σε μια κόλαση

αδίστακτων αγγέλων;

8ACE9D0BBE4D5D8351F46E647C454297

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ποιήματα

μικρός πρόσφυγας

Κανονίζουμε ωραίους περιπάτους…
Σε ουδέτερα φωτισμένους διαδρόμους
Όπου ράχες βιβλίων κηπουρικής γεμίζουν ράφια
Δίπλα στη νιοστή χιλιάδα “θρύλων” εγχώριων
[Άδειο καρότσι ο στίχος…]
“Τετράδια για τα παιδιά, θυμήσου εξάπαντος και το σαλάμι!”
Τρίξιμο κλειδιών στη μέσα τσέπη ̇ τα μεγάφωνα δεν σταματούν
Να διαλαλούν τις προσφορές τους.

***

Σήμερα βλέπω δυο παιδιά
(Τα 15 κλείσαν δεν κλείσανε)
Να μουτζουρώνουν την αγάπη τους
Σε τοίχο -κι είχε κρύο- τα καημένα…
“Ευχαριστώ” τους λέω και γυρίσανε
“Ευχαριστώ γιατί μας λέτε;” απορημένα.
Ίδιον καιρό, στον ίδιο τοίχο έγινες ποίημα
-Δεν το ‘μαθες ποτέ- απ’ τα σβησμένα.

***

Έχεις ακόμα δρόμο να διανύσεις…
μες στα πυκνά φυλλώματα, μέσα στ’ αγρίμια
-στο διάβα σου παραμονεύουν!-
ελονοσία και πυρετός, πόδια γυμνά
πρησμένα. Σφίγγεις τα δόντια
για να προχωρήσεις. Παντού αβέβαιο έδαφος ̇
άγνωστος χάρτης.

*Από τη συλλογή ‘Εφημερόπτερα”, Θεσσαλονίκη 2015.