Η μνήμη ήρθε μαζί με την ιστορία
Και μας άλλαξε δέρμα
Τοποθετούμε ένα lego πάνω σε μια χορδή που
Την λέμε προσωπικότητα
Ο χαρακτήρας πηγαίνει από το
1 στο 10
Το 100 τον πνίγει
Μετά πάλι η μνήμη
Η ανέχεια
Η ιστορία
Έρχονται και αλλάζουμε βλέμμα
Το βλέμμα πηγαίνει από το άσπρο στο μωβ
Παλινδρομεί
Το μαύρο το πνίγει
Μετά έρχεται πηγάδι ευρωπαικό
Κι αλλάζουμε πάτημα
Πήδημα
Βάθος
Νερό
Η αναπνοή γίνεται μέχρι το εξήντα
Σιγή
Για ένα λεπτό
Ασθμαίνει
Το 62 την πνίγει
Μετά αρχίζουμε να κόβουμε ανάσα από
Το γέλιο
Το κλάμα
Την ομιλία
Την σιωπή
Η καταγωγή τους ορίζει
Δεν κυκλοφορούν ποτέ την νύχτα με ανοικτό το σακάκι
Κουμπώνουν τα κουμπιά από το 1 ως το 4 ή έξι
Όσα τα κανάλια της τηλεθέασης
Το εφτά τους πνίγει
Ανοίγουν και μια τρύπα στο δέρμα
Για να εφαρμόσει
Ο φόβος
Η ανοχή
Ο πνιγμός που μας πνίγει
Έρχεται η μνήμη
Η ιστορία η αποφράδα της αορτής
Αλλάζουμε κοιλότητα
Πρόσωπο
Πλευρό
Δίνουμε σάρκα
Συλλέγουμε νου
Αραδιάζουμε λέξεις
Όλα αυτά συμβαίνουν τις
Πρώτες
Αυγερινές
Σαρκοφάγες
Λυκανθρώπινες
Ώρες
Λίτσα Καβάκου-Στρατηγού, Ονειρικοί δρόμοι, εκδόσεις Vakxikon.gr
ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
«Ονειρικοί δρόμοι» ονομάζεται το νέο βιβλίο της Λίτσας Καβάκου-Στρατηγού, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις “Vakxikon.gr”. Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που περιλαμβάνει ποιήματα σε ελεύθερο ή παραδοσιακό στίχο, ανάλογα με την έμπνευση της ποιήτριας και μας δείχνει τη δεινή στιχουργική της δυνατότητα, αφού στα παραδοσιακά της ποιήματα, χρησιμοποιεί ευρηματικές ομοιοκαταληξίες και τηρεί αυστηρά τα μέτρα της παραδοσιακής φόρμας, ενώ στον ελεύθερο στίχο μας δίνει άρτιες εικόνες με τις αδρές πινελιές της γραφίδας της.
Η ποιητική συλλογή της Λίτσας Καβάκου-Στρατηγού «Ονειρικοί δρόμοι» ξεκινά με το προσωπικό δράμα του ανθρώπου, όμως, όσο προχωράμε στο διάβασμα του βιβλίου, το προσωπικό γίνεται συλλογικό και καταλήγει πανανθρώπινο. Έτσι, ενώ στην αρχή διαβάζουμε για τον σύζυγο, που χάθηκε και για την απουσία, που η ποιήτρια δεν μπορεί να αντέξει, συναντάμε τη μάνα του σκοτωμένου επαναστάτη, όπου η Λίτσα Καβάκου-Στρατηγού στέκεται ως παρηγορήτρα στον πόνο της, τον ήρωα, που με το αίμα του χτίζει την ελευθερία και στον τυχερό πολεμιστή, που πέθανε πριν δει την ειρήνη να σέρνεται σαν σκλάβα.
Αρκετό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η άποψη της ποιήτριας για το χρόνο και τη φθορά, που γίνεται όλο και πιο αντιληπτή με το πέρασμά του. Η Λίτσα Καβάκου-Στρατηγού διαπιστώνει με τραγική ειρωνεία: «Πάντα νόμιζα πως έχω / κι άλλο χρόνο, / μόνο που ο χρόνος / δεν νόμιζε το ίδιο.», για να καταλήξει: «Τώρα στυγνός κι απρόσωπος / συνοδοιπόρος μου ο χρόνος / συντροφεύει την πορεία μου».
Σε άλλο σημείο η ποιήτρια γράφει για την μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου. Την φοβίζει «η ερημιά των πόλεων». Ανησυχεί για «τ’ όνειρο που χαμήλωσε». Αλλά, αυτό, που φοβάται περισσότερο η Λίτσα Καβάκου-Στρατηγού είναι η αλλοτρίωση της συνείδησης του σύγχρονου ανθρώπου: «Μα πιότερο φοβάμαι την ανοχή / που μεγαλώνει την αδυναμία μας / και την συνείδησή μας που συνθηκολογεί».
Κλείνοντας, θα θέλαμε να συγχαρούμε την ποιήτρια για τους ονειρικούς δρόμους, που μας ταξίδεψε. Περιμένουμε καινούργια «ονειρικά ταξίδια» με την ποίησή της.
***
Μαχητής
Δεν έχω κάτι να σου δώσω
μαχητή του πολέμου.
Αφουγκράζομαι την περπατησιά σου
στα μονοπάτια της άρνησης.
Μαζί σου σέρνεις
της κάθε φυλακής τις αλυσίδες
του κάθε συμπολεμιστή σου
την απορία και το θυμό.
Κι εγώ δεν έχω μια γωνιά
για ν’ ακουμπήσεις την απόγνωση
του λαού σου.
Ήρθες και πέρασες σαν το οργισμένο κύμα του πελάγου
που λαβώνει την αμμουδιά.
Αγωνιστής μιας περασμένης γενιάς
που ξεχάστηκες στο δικό μου δρόμο
κι ο χρόνος σε γυρνά ξανά και ξανά
στους ίδιους χώρους που μάτωσες
για να μας θυμίζεις
πως υπάρχει κι από ένας ήρωας
στον καθένα από μας.
Φτάνει να μην αφήνουμε
να τον ακυρώνει
και να τον μηδενίζει
η ανοχή, ο συμβιβασμός και η αδιαφορία μας.
*Η Λίτσα Καβάκου-Στρατηγού γεννήθηκε στα Κύθηρα και ζει στον Πειραιά. Ο πατέρας της, Ιωάννης Τριφύλλης (Φώτης Κάβος), ποιητής και δημοσιογράφος, ήταν εκδότης της τοπικής εφημερίδας «Κυθηραϊκός Τύπος» (1954-1966). Έχει εκδώσει τρία βιβλία ποίησης, το πρώτο με τίτλο «Παλμοί», το δεύτερο με τον τίτλο «Ανηφοριές» και το τρίτο με τίτλο «Ονειρικοί Δρόμοι»
**Το ποίημα και το σύντομο βιογραφικό αναδημοσιεύονται από το http://fractalart.gr/litsa-kavakou-strathgou/
Νίκος Μυλόπουλος, Οι εφτά καινούργιες μέρες
ΔΕΥΤΕΡΑ
ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
Παρόντες στην κατασκευή, ουδέποτε στην καθέλκυση των ονείρων
Ενώναμε τα χέρια σαν προσευχή
Τρέμοντας μη ραγίσει το κενό που πάντα ανάμεσα υπήρχε.
Και με το δάχτυλο πότε σε σημεία ευαίσθητα κι άλλοτε στη σκανδάλη
Πυροβολούσαμε αδιακρίτως σε ζωή και θάνατο.
Ύστερα με ολόφρεσκα πλενόμασταν φιλιά
και πηγαίνοντας στης γειτονιάς το βενζινάδικο
Γεμίζαμε ώς τη μέση, αφόρετες εμπειρίες και οράματα.
ΤΡΙΤΗ
ΤΟ ΕΝΤΥΠΩΜΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΣΟΥ
Μισοβαμμένα τα χείλη στο χρώμα του νερού
Τα μάτια σου φωτιά φωτίζουνε τη νύχτα
Καρφιά να κρεμάσω την ανάσα μου.
Κι ο έρωτας το άναμμα των αστεριών μ’ ένα φιλί
Ρούχο γεμάτο εικασίες
Όταν γυμνοί χαϊδευόμαστε από απόσταση.
ΤΕΤΑΡΤΗ
ΛΙΓΟ ΚΡΑΓΙΟΝ
Λίγο κραγιόν στάζουν τα χείλη από αγχόνες των παλιών μας ημερών.
Έχοντας από καιρό κερδίσει το πονόμιο της απώλειας
Τον αλαβάστρινο σκαλίζαμε χρόνο αγκαλιά
Μιας κι η παράσταση δεν είχε ακόμα ξεκινήσει
Και λυπόμασταν τους μοιραίους που δεν πρόσφεραν ποτέ ένα λουλούδι
Ή όσους δεν κράτησαν ένα σπίρτο ή ένα νόμισμα τρύπιο
Που έκαναν τη διαφορά στη ζωή ανάμεσα και το θάνατο.
Ένα όνειρο όλα τυλιγμένα σε μια στιγμή
Κι οι μνήμες πολυβολεία διάτρητα απ’ τις μέρες μας.
ΠΕΜΠΤΗ
ΠΑΝΤΑ ΑΥΡΙΑΝΟΙ
Για αντιπερισπασμό στη μοναξιά ριψοκίνδυνα σκαλίζαμε το σκοτάδι
Μαθήματα επιβίωσης σε κόκκινους ανάμεσα κι ερεθισμένους καρχαρίες
Ένα γράμμα περιμένοντας ή ένα πουλί
Ή μια ρυτίδα έστω ν’ αναρριγήσει στ’ ανέκφραστα πια πρόσωπά μας
Και ολόισιες τραβούσαμε μαύρες γραμμές
Θέλοντας να φυλακίσουμε για πάντα τα φιλιά που μας σημάδεψαν.
Ύστερα ξαπλωμένοι στο απόλυτο βάθος μιας κρυμμένης πληγής
Αναρωτιόμασταν αν χωρά τόση ευτυχία σ’ ένα δάκρυ
και το περιβραχιόνιο φορώντας της αμαρτίας
Σκορπίζαμε μ’ ένα χαμόγελο την ασήκωτη σκόνη του χρόνου.
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ
Ταΐζαμε με υπομονή τα ξεχασμένα κεραμίδια
Τα πουλιά βλέπεις είχαν φύγει απο καιρό
Χαϊδεύαμε τα βουρκωμένα κυπαρίσσια της καρδιάς μας
Βαφτίζοντας τα κατάρτια στα πλοία της αναζήτησης.
Αλκοολικοί εκ γενετής σ’ έναν κόσμο σκοτεινό και αφόρητο
Μεθούσαμε ασταμάτητα περιμένοντας να χαρούμε μια σταγόνα φωτός
Κωπηλατώντας περιχαρείς στο τελευταίο τέταρτο της σελήνης
Καθώς μέσα από κυματισμούς ματιών και νευμάτων
Καταστρέφαμε εκμαγεία παλιά και χάλκινα πρόσωπα
Που ανενόχλητα από καιρό βίαζαν τα όνειρά μας.
Ύστερα σε φυλακές μας έκλεισαν υψίστης ασφαλείας
Με την κατηγιορία ότι κλέψαμε λιγάκι απ’ τον ορίζοντα.
ΣΑΒΒΑΤΟ
ΤΟ ΒΑΨΙΜΟ ΤΟΥ ΑΠΕΙΡΟΥ
Τα σύννεφα ανοιγόκλειναν το στόμα τους καταπίνοντας λίγο λίγο τον ήλιο
Διατηρώντας μια στάση ερωτική και μια ικμάδα αξιοπρέπειας
Εμείς αυτοεξόριστοι στις ερήμους της σκέψης και στα παιχνίδια του μυαλού
Με τα φτερά φορτωμένα τις προσωπικές μας εμπειρίες
Με χαμόγελο δραπετεύαμε πλατύ απ’ τα βασανιστήρια της σάρκας
Καινούργιους υπογράφοντας ρόλους για την υπόλοιπη διαδρομή μας.
Ερωτευμένοι απ’ της ζωής τα αναπάντητα ερωτήματα
Αφήναμε πάντα στη μέση το βάψιμο του απείρου.
ΚΥΡΙΑΚΗ
ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ
Κάθε ταξίδι μελαγχολία επιστροφής και φιλί της ανάγκης
Η πόλη έκρυβε πίσω από δαιδαλώδη φώτα την ντροπή της
Η ζωή έβρεχε διάφορα χρώματα, βαθυκόκκινη προσμονή
Μα εμείς βρεγμένοι ώς το κόκκαλο άλλοτε νικητές κάποτε ηττημένοι
Σκοπεύαμε χωρίς σταματημό προσπαθώντας να πετύχουμε το αδιανόητο.
Μαγεμένοι απ’ την ανάγκη της ατομικής μετουσίωσης
Χειρκροτούσαμε δυνατά στο σκοτάδι
Κερδίζοντας χρόνο και παράγοντας φως
Με μάτια γελαστά και χέρια δακρυσμένα.
Έχοντας εξοστρακίσει στην άβυσσο τα άνθη του παρελθόντος
Ξυπνούσαμε σε μια θυμέλη άγνωση ώς τώρα
Όλες τις μουδιασμένες μας αισθήσεις.
*Η συλλογή “Οι εφτά καινούργιες μέρες” τυπώθηκε τον Μάρτη του 2015 για τις Εκδόσεις “Ένεκεν”, ένθετο στο τεύχος 35 του περιοδικού, σε επιμέλεια Γιώργου Γιαννόπουλου.
Βασίλης Κουντζάκης – Μια συνέντευξη και μια κριτική
Βασίλης Κουντζάκης: “Το ζήτημα του ελεύθερου χρόνου είναι κρίσιμο”
Συνέντευξη στον Θεοχάρη Παπαδόπουλο
Συνομιλήσαμε με τον ποιητή Βασίλη Κουντζάκη με αφορμή την κυκλοφορία της ποιητικής του συλλογής “Δίχως όνομα” (Εκδόσεις Εκάτη 2015).
“Δίχως όνομα” είναι ο τίτλος της ποιητικής σας συλλογής και όλα τα ποιήματα, που περιλαμβάνει είναι άτιτλα. Το είχατε σκεφτεί από πριν να μη χρησιμοποιήσετε τίτλους ή σας βγήκε στην πορεία; Ο τίτλος δόθηκε, επειδή τα ποιήματα είναι άτιτλα;
Ο τίτλος της συλλογής και το γεγονός ότι τα όλα τα ποιήματα είναι άτιτλα αποτελούν μέρος της αρχικής σύλληψης και δεν προέκυψαν στην πορεία. Τα δύο αυτά σημεία σε συνδυασμό με τα χαρακτηριστικά των ποιημάτων επιχειρούν να συνθέσουν μια προσωπική προσέγγιση και αισθητική.
Πιστεύετε ότι οι ποιητές γράφουν κυρίως τις νύχτες; Εσείς πότε εμπνέεστε περισσότερο;
Δε γνωρίζω πότε ακριβώς εμπνέονται οι ποιητές. Σε προσωπικό επίπεδο, η νύχτα σηματοδοτεί το τέλος μιας εργάσιμης ημέρας. Συνεπώς υπάρχει το ελεύθερο εκείνο χρονικό πεδίο μέσα στο οποίο ζυμώνονται καλύτερα και με μεγαλύτερη άνεση σκέψεις και ιδέες. Το ζήτημα του ελεύθερου χρόνου θα έλεγα ότι είναι το κρίσιμο, ανεξάρτητα από τη χρονική του τοποθέτηση. Στην παρούσα δουλειά ωστόσο υπάρχει ένα προβάδισμα των βραδινών στιγμών.
Τι σημαίνει για σας η ήττα μιας έμπνευσης;
Η «ήττα μιας έμπνευσης» δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μικρή ή μεγάλη φθορά που προκαλεί η πλήξη και η ροή της καθημερινότητας στο δημιουργικό κομμάτι του εαυτού μας.
Θα θέλατε να μας περιγράψετε τη χώρα του σχεδόν ποτέ;
Η «χώρα του σχεδόν ποτέ» είναι ο σχηματισμός ενός συνόλου ανθρώπων της λήθης ή μιας ελάχιστης, επιλεκτικής, κατευθυνόμενης μνήμης. Μια τέτοια χώρα, ένα τέτοιο σύνολο, που δεν προσπαθεί ή δεν μπορεί να διδαχθεί από προσωπικές και συλλογικές εμπειρίες δε νομίζω ότι έχει θετική προοπτική.
Με την πρώτη σας ποιητική συλλογή κάνατε ήδη το πρώτο βήμα. Έχετε σκεφτεί κάποια από τα επόμενα;
Επεξεργάζομαι αρκετές ιδέες σε μια προσπάθεια βελτίωσης των εκφραστικών μέσων και μεγαλύτερης στόχευσης των στίχων και κατ’ επέκταση των ποιημάτων που γράφω. Υπάρχει σκέψη για κάποια επόμενη έκδοση αλλά όχι το αντίστοιχο υλικό προς το παρόν.
*Αναδημοσίευση από το http://www.vakxikon.gr/βασίλης-κουντζάκης-2/
Χάνομαι ένα Σάββατο
στο κέντρο της πόλης
την ώρα που αφηρημένα κατεβαίνουν
τα ρολά των μαγαζιών
κι επικρατεί μια περίεργη βοή
την ώρα που τα παπούτσια σου
με χάρη ακουμπούν
τις πλάκες του πεζοδρομίου
στο γυρισμό για το σπίτι
******
«Δίχως όνομα» του Βασίλη Κουντζάκη
Το Εγώ και το Εσύ είναι οι δύο άξονες που οριοθετούν το σύνολο της συλλογής του Βασίλη Κουντζάκη Δίχως όνομα. Ένας διάλογος που πότε γίνεται εσωτερικός και πότε δίνει ήχο στις λέξεις του, που ακουμπάει σε σκέψεις που θα μπορούσαν να ειπωθούν αλλά τελικά δεν συμβαίνει, σε συναισθήματα που αποδεικνύονται εκτός χρόνου και παλιώνουν στο μυαλό χάνοντας έτσι την όποια τους επικαιρότητα.
Μου αρέσουν οι δομές και ο άμεσος χαρακτήρας της γραφής, τα ποιήματα είναι άρτια και δεν περιέχουν κομματιασμένες σκέψεις, από την άλλη όμως δεν έχουν ρυθμό, ούτε πυγμή, δεν έχουν άλλο νόημα εκτός από το καθαρά προσωπικό για τον δημιουργό τους. Δεν είναι κακή ποίηση, ούτε δήθεν, ούτε κατά διάνοια στημένη για τέρψη οφθαλμών, αλλά ταυτόχρονα η απουσία της πρωτοτυπίας είναι εκκωφαντική, οι λέξεις και οι έννοιες συνηθισμένες. Και το πρόβλημα είναι ότι συνηθισμένοι στίχοι προκαλούν αναμενόμενες σκέψεις. Ο ποιητής και κατ’ επέκταση ο αναγνώστης δεν διακρίνει κάτι που δεν θα έβλεπε ο οποιοσδήποτε, δεν μας προχωράει ένα βήμα πιο ‘κει.
Ο Βασίλης Κουντζάκης στο Δίχως όνομα δημιουργεί γοητευτικές, κλασικές εικόνες του έρωτα, και του αρέσουν οι όμορφες λέξεις που αρέσουν σε όλους μας:
Φώτα
πορτοκαλί
μελαγχολικά
πάνω από ένα δρόμο
-μια κεντρική λεωφόρο-
Χαζεύω την πόλη.
Η πόλη άγνωστη
οι άνθρωποι ξένοι
αδιάφοροι
μια βραδιά που δεν βρίσκει
στίγμα
πορεία.
Τι αν κρύβεται άραγε
μέσα σ’ ένα βλέμμα
της στιγμής
σ’ ένα άτολμο άγγιγμα;
Στης νύχτας το δύσκολο πλησίασμα
με παράθυρα κλειστά
έρχονται
απανωτά
να με βρουν οι λέξεις.
Κρις Λιβανίου
*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com/2016/02/blog-post_26.html
Nathanael Pree reviews Peter Rose’s, The Subject of Feeling
The Subject of Feeling
by Peter Rose
UWA Publishing, 2015
From the beginning of the latest work by Peter Rose, the reader is given the impression of an unfolding tableau or score, the creases and outlines of which to be generously shared. A sense of intimacy is engendered from the outset: we are let in on the scales and arpeggios that a musician practises, as if each poem, or note that it reaches, ‘might lead somewhere / or fail to ascend.’ The seemingly off-hand candour of such admission serves as an indication that one is in for a special experience from a master of the craft.
Consistent with the presentation of layers of the self comes a confessional tone touching on the bittersweet recognition of stages of life that are passing or have passed. This is evinced by familiar tropes of hidden childhood treasure, gold and dirt comingled – but also a sense of bemusement, mystification of the ages, such as a ‘Plantagenet cut’ as an almost hallucinatory image in a suburban park. This quasi-historical hallucination is echoed by expression of bewilderment in an art gallery, experiencing ‘something like mystification’ in the flashbacks revealing intensely personal strands that compose the nets of everyday life.
The very elusiveness of inter-personal recognition, in ‘Late Autograph’ and ‘Dux’ indirectly introduce walk-on parts in the work – once again a sense of the intimate, but with a sense of darkening and unease. This sense distils into moments of quiet, reflective beauty in ‘Days and Distance,’ recalling: ‘So many years ago. / Cruel to dislodge them / like moss in a grotto.’ A plane journey works as a vector for an elegiac and concisely rendered return to the past, which evokes the best moments of Bruce Beaver: lives connected to one another by literal and metaphorical roots and threads, which form ‘the ramifications between us,’ inescapable and tropic in their impact. In another poem, with a cherry as aide-memoire, Elizabeth Bishop and ‘all those lines about loneliness,’ makes their appearance to the lost narrator, and culminate in ‘an unexpectedly quick twilight.’ Impermanence and sliding scales of reality mark the first section as the initial scores of a composition, where notes are left visible even if unplayed, and what is unsaid resonates with a force equivalent to the words left on the page.
The ghostly presence of precursors, familial and famous, and a premonition of the book’s central event, a death in the family in a car crash, as the children chant in memory of Marilyn Monroe, shows a certain menace, a darkness close to home: ‘The Hume relentlessly narrowing, / a blur.’ and his father’s ‘terrifying’, if ‘brilliant,’ way of handling the wheel. The ‘old ones,’ as the epigraph from Donald Justice to ‘The Elders’ makes clear, are not about to let go. They demand their space in the realm of the living, and the present is pushed out to its limits with the resultant psychic friction. As the deceptively simple ‘Dead’ reminds us – ‘you’re dead a long time,’ and this length becomes spatial as well as temporal when considering the dimensions that people share, whatever stage of life or death they are passing through. Where better to ponder this process but from the bed of a hospital ward, ‘with its new admission every day, / the latest freckled youth dragged / from some creek or car wreck.’ Pervasive reminders of mortality are commonplace, as ‘the salt music of insinuation,’ yet this does little to diminish their impact. Likewise, the human carapace extends into housing: from ‘semi-detached graves’ in ever-expanding settlements, to ‘the precipitous hilltop cemetery’ from where the dead appear to keep watch.
The nexus and titular poem reveals a fatal accident, with physical feeling of the dying person departing; nerve endings deadened in a mangled wreck of metal and flesh. This poem is an understated tour-de-force along the edges that divide sentience and nothingness; worth starting or finishing a reading session, and very much vindicating the decision made to come with the poet so far. That the death of an elderly person whose discomfort has been building up for years occurs with a crash, but also in familiar, compressed surrounds elicits a wry observation: ‘eschatology is a slow / remorseless science.’ A stranger is present, hearing last words, by listening, as if to heal:
heard about a new daughter.
And then the subject of feeling –
why you had none in your feet.
Men ground the car with steel
and flung it open
like a sack of wheat
These final lines of the poem recall Thom Gunn’s mourning of ‘The Man with Night Sweats,’ testament to their power and depth. The alignments of time and circumstance that some refer to as inevitability may not be anything we can understand, but their presence on such occasions creates the clarity that comes, satori-like, at the very edges of life. The poet finds himself in the public domain again, figuring out the revenant presence of a doppelgänger, from a time where: ‘in place of accidents / and crumpled youth there is / space and more space,’ yet which engenders the awareness that a seemingly untrammelled existence will eventually be brought into line. His life becomes text, so that with ‘Senza Rancor,’ no acrimony is needed (although its playful attributes form a delightful coda in the return of Catullus in the book’s final section), given all that has past:
So much happens to the living.
Call it a phenomenal dust storm
Visiting the land, shrouding
The children who set off hand in hand
Unable to read their siblings faces.
Cling though we do and stumble.
The presence of death and a lack of certitudes engender a hard-won sense of humour with which to temper the personal and affecting touches that refuse to relinquish their hold on an astonishing range of immanence. The past has never seemed quite so musical, or alive.
*Nathanael Pree is of Australian and German background, brought up and educated in the United Kingdom. He did undergraduate studies at University College London, before working in education in Russia, Vietnam, Cambodia and Australia, with additional work experience in India. His postgraduate studies were at The University of Sydney, specialising in the works of W.G Sebald (Masters’ Dissertation) and Charles Olson (PhD, ongoing).
**Taken from here: http://cordite.org.au/reviews/pree-rose/
Readings By The Bay – Sunday, 26 June 2016
Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα
Η ανταμοιβή
Κομμάτια δυνατής ζάλης στα όνειρα των παιδιών
κολαστήρια μαρτύρων στα υπόγεια της νύχτας
το φεγγάρι καρφώθηκε στην αγκαλιά της θάλασσας
κι εκλιπαρεί τις λαιμητόμους, έφτασε η ανταμοιβή
οι φαύλοι ξεπλύναν τα χέρια τους με χρυσάφι
και το τραγούδι των δέντρων κοιμήθηκε στη σιωπή του.
Τώρα που μιλώ υπάρχουν πληγές, υπάρχουν πόνοι
τραυματισμένα χρόνια μ’ επιδέσμους και ιώδιο
αδιαφορία για τις πτέρυγες των φυλακών
που φιλοξενούν τ’ απολωλότα σώματα των ανηλίκων
ματιές δειλές, τριαντάφυλλα παραδομένα στην ξηρασία
κίτρινα χαρτιά να τυλίγουν κάτι πονηρά σχέδια
ένας ουρανοξύστης που δεν ξέρει γιατί πρέπει να υπάρχει.
*Από την ενότητα “Η πανοπλία της μοναξιάς” που περιλαμβάνεται στη συλλογή “Ο σκοπευτής της μνήμης”, Εκδόσεις “Στοχαστής”, Αθήνα 2013.
***
Το βάθος
Είδα πολλούς ανθρώπους απ’ το βάθος τους.
Όπως είναι πραγματικά
φανερώνονται μόνο όταν απελπίζονται,
τότε επιδίδονται σε μοναχικούς περιπάτους
μπροστά από αστραφτερές βιτρίνες
που σε καλούν να τις επισκεφτείς από κοντά.
Μετά πηγαίνεις σπίτι
κι ακουμπάς τα νεύρα σου στο τραπέζι.
Τα πλένεις, τα σκουπίζεις και τα ξαναφοράς
σαν να ήταν ρούχα που ποτέ δεν παλιώνουν
ενώ εσύ παλιώνεις
κάθε φορά που ζητάς εξηγήσεις από τις βιτρίνες.
Πολλών ειδών άνθρωποι γυρεύουν συντροφιά.
Μην απατάσαι όταν τους βλέπεις να γελούν:
στην ουσία εξοντώνονται
από τις συνεχείς μυικές συσπάσεις
στο βάθος του πυρήνα τους.
Απομένει να δείχνεις κατανόηση…
*Από τη συλλογή “Ανάπηροι δρομείς”, Εκδόσεις “Στοχαστής”, Αθήνα 2012.
Αλέξης Αντωνόπουλος, Προσωπογραφία ενός τέρατος
Τόσοι άγγελοι πληγωμένοι
κι εγώ τούς βλέπω να ματώνουν.
Τους λέω όμορφα λόγια πού και πού
κι ύστερα τούς βλέπω, να ματώνουν.
Δεν δένω τις πληγές τους.
Οι άγγελοι νομίζουν θα τις δέσω (όμορφα λόγια)
μα το δέρμα τους με καίει από το Φως και
το αίμα που κυλά
θυμίζει το δικό μου.
Παίρνω ένα μολύβι. Ένα τετράδιο.
Και περιγράφω τις πληγές τους.
Γράφω για τις πληγές τους. Ενώ το αίμα τρέχει·
οι άγγελοι έχουν χάσει το χρώμα τους τώρα, κι εγώ περιγράφω.
Γι’ αυτό, ξέρω τι να περιμένω όταν.
Θα καίγομαι για πάντα.
Θεέ μου, έχεις ξεκινήσει ήδη.
*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου εισκεφθείτε την ιστοσελίδα του στο http://www.alexantonopoulos.com
Sailing Into History: Displacements and Arrivals
Fathers from the Edge – Greek-Australian writers participate at the Williamstown Literary Festival
Saturday, 18 June at 2.00pm
(Session titled Fathers from the Edge)
Venue: Williamstown Town Hall, 104 Ferguson Street, Williamstown
Enquiries at http://www.willylitfest.org.au
Father-child relationships can be testing at the best of times, but what happens when migration adds a whole new dimension to it? Greek-Australian writers Konstandina Dounis, Dmetri Kakmi, Dean Kalimniou and Helen Nickas discuss their funny and sad stories published in the new anthology Fathers from the Edge, edited by Helen Nickas.
The four panelists are a diverse mix of writers, two born overseas and two in Australia of Greek parents, with equally diverse experiences. But what binds them together is the common thread of living within, or between, two cultures and two languages, and having to grapple with the realities of living ‘on the edge’. They will share with each other, and the audience, how their own bitter-sweet experience with their fathers has shaped their lives through the various stages of assimilation, integration and multiculturalism in Australia.
Helen Nickas
Owl Publishing
22 Rooding Street, Brighton 3186
Tel 9596 6064 Mob 0400 202 187
Email: owlbooks@bigpond.com
Website: http://www.owlpublishing.com.au
Father-child relationships can be testing at the best of times, but what happens when migration adds a whole new dimension to it? Greek-Australian writers Konstandina Dounis, Dmetri Kakmi, Dean Kalimniou and Helen Nickas discuss their funny and sad stories published in the new anthology Fathers from the Edge.
The four panelists are a diverse mix of writers, two born overseas and two in Australia of Greek parents, with equally diverse experiences. But what binds them together is the common thread of living within, or between, two cultures and two languages, and having to grapple with the realities of living ‘on the edge’. They will share with each other, and the audience, how their own bitter-sweet experience with their fathers has shaped their lives through the various stages of assimilation, integration and multiculturalism in Australia.
Despite the sadness and regret, or the ironic humour expressed in their stories, telling and discussing this important topic should prove a cathartic experience for both the writers and the audience. As with ancient Greek tragedy, and right up to our times, through the telling of adversity and great loss, comes catharsis. And since Australia has been a country of many waves of immigrants, their stories will keep on adding to the grand narrative of the history of this country.
Fathers from the Edge is a companion book to Mothers from the Edge (an anthology about the relationship between mothers and daughters within the Greek-Australian migrant experience).
Fathers from the Edge now comes to complement what began as an exploration of family relationships and the effect on them by the migrant experience. It includes a collection of narratives that examines the complex relationships between Greek-Australian writers (men and women) and their fathers. These 24 stories are aimed not just at the Greek-Australian reader, but anyone who is interested in how people, who live between cultures, untangle the complexities of dual lives and pave the way for understanding and compassion.
Contributing writers:
George Alexander, Claire Catacouzinos, John Charalambous, Anna Couani,
Konstandina Dounis, Eleni Elefterias-Kostakidis, Zeny Giles, Dimitri Gonis,
Tina Haralambakis, Efi Hatzimanolis, Hariklia Heristanidis, Dmetri Kakmi,
Dean Kalimniou, Vrasidas Karalis, Victoria Kyriakopoulos, Emilios Kyrou,
Peter Lyssiotis, Despina Michael, Martha Mylona, Olympia Panagiotopoulos,
Melissa Petrakis, Tom Petsinis, N.N. Trakakis, Eleni Frangouli-Nickas.










