Νίκος Παπαστεργιάδης και Δημ. Τρωαδίτης παρουσιάζουν δύο τελευταία βιβλία του Γιάννη Βασιλακάκου

Unknown

Το Πολιτιστικό Κέντρο της Ελληνικής Κοινότητας Μελβούρνης και Βικτωρίας, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Μελβούρνης, διοργανώνουν λογοτεχνική εκδήλωση. Συγκεκριμένα, την παρουσίαση δύο πρωτοποριακών βιβλίων του γνωστού ακαδημαϊκού και συγγραφέα Δρα Γιάννη Βασιλακάκου. 


Το πρώτο εξ αυτών είναι η ελληνική έκδοση της βιογραφίας-μελέτης του επιφανούς Ελληνοαυστραλού συγγραφέα Χρήστου Τσιόλκα με τίτλο «Χρήστος Τσιόλκας: Η Άγνωστη Ιστορία – Η Ζωή και το Έργο του» (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2015). Το εν λόγω βιβλίο (το οποίο είναι η πρώτη εις βάθος συστηματική εξέταση της ζωής και του έργου ενός απ’ τους πιο δημοφιλείς κι επίμαχους λογοτέχνες της Αυστραλίας) θα παρουσιάσει στα αγγλικά ο καθηγητής κ. Νίκος Παπαστεργιάδης, επικεφαλής της Σχολής Πολιτισμού κι Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Μελβούρνης, αλλά και διεθνώς διαπρεπής επιστήμονας στο χώρο του πολυπολιτισμού.


Σε Δελτίο Τύπου που εξέδωσε ο Έλληνας εκδότης, σχετικά με το βιβλίο, σημειώνει: «Από τα πρώτα του χρόνια ως βιοπαλαιστής συγγραφέας, έως τη σημερινή παγκόσμια καταξίωσή του, η ακαταμάχητη άγνωστη ιστορία του Τσιόλκα έρχεται, επιτέλους, στο φως. Για πρώτη φορά ο επίμαχος και πολυσυζητημένος Ελληνοαυστραλός συγγραφέας μιλάει ειλικρινά και εκ βαθέων για όλα: την πολυτάραχη ζωή του (τα παιδικά χρόνια, την εφηβεία και την ενήλικη ζωή του) καθώς και για πολυαγαπημένα και σημαντικά γι’ αυτόν ζητήματα (τη λογοτεχνία και κριτική, την ταυτότητα, την κατάσταση που βρίσκεται η ανθρωπότητα – την παρακμή, τον υλισμό, την πνευματικότητα, την ηθική, το ρατσισμό, την απελευθέρωση των ζώων, τους διανοούμενους και τα μίντια – τη θρησκεία και το θάνατο). Επίσης αποκαλύπτει άγνωστες λεπτομέρειες/μυστικά και δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τα τέσσερα δημοσιευμένα κι επίμαχα μυθιστορήματά του τα οποία συζητά εκτενώς – από το πρώτο προκλητικό “Loaded” («Κατά Μέτωπο») έως το παγκόσμιο μπεστ σέλερ του “The Slap” («Το Χαστούκι»), Ένα απαραίτητο κι αναντικατάστατο ανάγνωσμα για τους πολυάριθμους θαυμαστές/αναγνώστες του οι οποίοι πάντα αναρωτιούνταν: “ποια είναι η πραγματική ιστορία πίσω από το ‘φαινόμενο Τσιόλκας’;».


ESR_1110_06_07_CMYK.indd

Το δεύτερο βιβλίο τιτλοφορείται: «Η Άγνωστη Αλληλογραφία του Κώστα Ταχτσή και η σχέση του με αυστραλιανούς καλλιτεχνικούς κύκλους» (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2014) και θα παρουσιαστεί στην ελληνική γλώσσα από τον δημοσιογράφο του «Νέου Κόσμου», βιβλιοκριτικό και ποιητή κ. Δημήτρη Τρωαδίτη.


Στο Δελτίο Τύπου που κυκλοφόρησε αναφορικά με αυτό το βιβλίο, διαβάζουμε: «Τόσο η ζωή όσο – πολύ περισσότερο – ο μυστηριώδης θάνατος του Κώστα Ταχτσή συνεχίζουν να αποτελούν γρίφο για τα ελληνικά γράμματα. Μετά την επιτυχία της πρώτης επίσημης (authorised) βιογραφίας του “Κώστας Ταχτσής: η αθέατη πλευρά της σελήνης” (εκδ. Ηλέκτρα 2009 – που χαρακτηρίστηκε από την ελλαδική κριτική ως “ένα από τα καλύτερα βιβλία της χρονιάς”, εφ. “Τα Νέα”), ο απόδημος πανεπιστημιακός ερευνητής και συγγραφέας Δρ Γιάννης Βασιλακάκος επανέρχεται με ένα νέο βιβλίο-ντοκουμέντο, αυτή τη φορά, με τίτλο: “Η άγνωστη αλληλογραφία του Κώστα Ταχτσή – και η σχέση του με αυστραλιανούς καλλιτεχνικούς κύκλους” (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2014). Στο νέο πόνημα του Βασιλακάκου παρατίθεται ένας αριθμός άγνωστων επιστολών του Ταχτσή προς τον Αυστραλό φίλο του ζωγράφο Καρλ Πλάτε και την σύζυγό του Τζόσελιν (η οποία ομολόγησε στον συγγραφέα της “Αλληλογραφίας” ότι υπήρξε κρυφά ερωτευμένη με τον Έλληνα συγγραφέα) που για πρώτη φορά έρχονται στο φως της δημοσιότητας. Θίγεται, ακόμα, η άγνωστη όσο κι επίμαχη σχέση του Ταχτσή με τον Αυστραλό νομπελίστα Πάτρικ Γουάιτ και το σύντροφο του τελευταίου Μανόλη Λάσκαρη. Κι ακόμη, δημοσιεύονται άγνωστες επιστολές μεταξύ Ταχτσή και ξένων εκδοτών, αναφορικά με την έκδοση του “Τρίτου στεφανιού”. 
Τα νέα στοιχεία που έρχονται τώρα στο φως, ενδέχεται να καταστήσουν λιγότερο απροσπέλαστο το “μυστήριο-Ταχτσής”.


Την παραπάνω εκδήλωση θα προλογίσει και χαιρετίσει ο πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Μελβούρνης και Βικτωρίας κ. Βασίλης Παπαστεργιάδης, ενώ τελευταίος ομιλητής θα είναι ο συγγραφέας Δρ Γιάννης Βασιλακάκος ο οποίος, στην αντιφώνισή του, θα αναφερθεί σύντομα στην προϊστορία συγγραφής των δύο πονημάτων του (μιλώντας στην αγγλική κι ελληνική γλώσσα), κι εν συνεχεία θα υπογράψει βιβλία του για το κοινό.


Η παραπάνω εκδήλωση θα γίνει την Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016, στις 6.30μμ., στο νέο οίκημα της Ελληνικής Κοινότητας Μελβούρνης και Βικτωρίας, 2ος Όροφος (Ημιόροφος), 168 Lonsdale Street, Μελβούρνη.
Τηλ.: 9662 2722.
Email: penny® greekcentre.com.au
Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Γιώργος Καββαδίας, Δύο ποιήματα

bg1

ΣΤΗΝ ΚΥΤΗ

Μερικές μνήμες είναι χειρότερες κι από τις πιο κακές σμέρνες…
Και σαν μικρός τιτανικός στην κύτη του μυαλού,
σαν πρόβατα κοιμούνται…
Μέχρι που η μέρα τις ξυπνά…
Μια νύχτα σαν ετούτη,
σαν κουμπουριά να έπεφταν τα άστρα κι ο ουρανός να έσβηνε…
Κι εσύ στο πάτωμα ριγμένος απ’ το χτύπημα,
τη μελωδία ψάχνεις…
Αυτή που σε μεγάλωσε…
Αυτή που στο σώμα σου να κολυμπάει έμαθε…
Με ραντάρ θα εντοπίσουν τις σκέψεις σου ξανά
και απ’ το κοσμοδρόμιο θα τις στείλουν στο φεγγάρι,
το μόνο που σαν κουμπουριά δεν ήρθε στο κεφάλι,
και να φωτίζει έμεινε την άδεια σου αγκάλη…
Σ’ ένα πλoίο άνοιξες και μπήκες…
Ήξερες που πήγαινε μα δε σ’ ένοιαζε…
Γνώριζες καλά τι ήθελες πια,
ήξερες πολλά εφήμερα κλουβιά,
μα ελεύθερος έμεινες στην κύτη…
(3/5/2008, 0:03, για την Ντίνα)

***

ΗΦΑΙΣΤΕΙΟΓΕΝΕΙΣ

Τέλεια, όλα ακούγονται σαν να ‘ταν χθες…
Και σήμερα απλά ησυχία, κανείς δε μιλάει,
μονάχα ο θάνατος βρυχάται…
Σε λίγο θα ορμήξει στην προκυμαία, θα αρπάξει την Ευρώπη
και θα την οδηγήσει στα πιο σκοτεινά καταγώγια του κάτω κόσμου.
Θα φωνάξει τρεις φορές το όνομα του…
Τρεις φορές θα φέρει γύρο τον εαυτό του…
Τρεις φορές θα ορκιστεί…
Και τελικά θα καταλάβει πως δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα όνειρο,
μια ιστορία του μυαλού και της φαντασίας,
μια ιστορία του υποσυνείδητου…
Κάτω από τον μανδύα της ταπεινοφροσύνης και το πέπλο τις ανυπακοής,
θα συλλέξει όλα τα απομεινάρια του πολιτισμού του
λίγο πριν τα καταστρέψει κι αυτά η λάβα…
Η λάβα από την ηφαιστειογενή του έκρηξη.
Έκρηξη που σκόρπισε παντού κομμάτια της αγνοιας του…
Κομμάτια που πέφτοντας κατέστρεψαν την ασπίδα της ζωής…
Βάλθηκες απόψε να μας πάρεις το μυαλό με ιστορίες παράξενες, αλλόκοτες…
Κι όμως έτσι έγινε, το είδα με τα μάτια του,
το άκουσα με το ακουστικό του, το γεύτηκα με τον ορό του…
Ήταν αυτό που περίμενα να είναι,
μια άνοστη παρενέργεια τον ψυχοφαρμάκων που ο καθηγητής μου παρέδωσε χθες…
∆ε τα ήπια σήμερα, ναι δε τα ήπια, αλλα μη το πεις…
Θα είναι το μυστικό μας … Κανείς δε θα ξέρει…
Μονο εσύ κι εγώ μικρό μου μαξιλάρι…
Με εσένα θα την πνίξω… Με εσένα θα την κάνω να με ονειρεύεται.
Ναι, για πάντα νεκρή…
Στο προσκεφάλι σου μοναχα τριαντάφυλλα…
Λιωμένα…
Να στάζουν κόκκινο βαθύ, σαν το αίμα σου που ποτέ δεν είδα…
Είσαι εκεί…
Ζωντανή όπως πάντα… Κλείσε τα μάτια σου…
Τα πήρα απόψε τα ψυχοφάρμακα…
(8/5/2009, 0:19)

*Από τη συλλογή “…από τις Ερινύες στις Κήρες…”, ηλεκτρονικη έκδοση.

Dorothy Porter (1954-2008), Gorgeous Breasts

dorothy_porter

After our first time
we went to a Chinese restaurant
and counted on our
charged fingers

the relatives
the friends
who’d never be the same

we were breathless
in the high wind
of our secret

that first kiss
like a dancer
in the bullring
flying
over the bull’s horns
on a quick breath

what a flirt
before the gorgeous breasts
of the crowd!

(from her book ‘Crete’)

*Dynamic, award-winning Australian poet Dorothy Porter died too young, from cancer, at 54, but left a fine body of unique poetry. The blurb from the posthumous Penguin volume, The Best 100 Poems of Dorothy Porter, says: ‘Dorothy Porter was one of Australia’s true originals, renowned for her passionate, punchy poetry and verse novels.’

The verse novels were very readable as stories. One of the first, the detective story The Monkey’s Mask, was made into a film. She also wrote the libretto of an opera, Eternity Man, by composer Jonathan Mills, which was staged at the Sydney Opera House and later adapted into a 64-minute film. In addition, Porter wrote young adult fiction, libretti for chamber operas, and at the time of her death was collaborating on a rock opera with musician Tim Finn.

Her Wikipedia entry notes: ‘Porter was an open lesbian and in 1993 moved to Melbourne [from Sydney] to be with her partner, fellow writer Andrea Goldsmith. The couple were coincidentally both shortlisted in the 2003 Miles Franklin Award for literature. In 2009, Porter was posthumously recognised by the website Samesame.com.au as one of the most influential gay and lesbian Australians.’

A fascinating interview from early in her career, republished at the time of her death, is largely about her poetic influences. It’s well worth a read. (The rather startling photo featured is the cover illustration of her exciting first book, Little Hoodlum, published when she was 21.)

Google seems to be the best place to shop for her books. And you can read an extensive collection of her poems at Australian Poetry Library, along with a good, concise article about her life and work.

All her poems are wonderful, but with so many of them being part of full-length narratives, and others being rich with specifically Australian allusions, I looked for a piece that could stand alone and be accessible to all readers. I love its delicious joy and slight cheekiness, both qualities characteristic of her poetry.

Θανάσης Τζούλης, Τρία ποιήματα

page-03

Η γλώσσα του Αδάμ

Άνοιξε το κλουβί –το ποίημα

να ιδείς που οι λέξεις μένουν με ριζώματα

και αρμούς και ιδίως με εντελέχεια που τις ωθεί

κι όπως χύνονται από μέσα τους γλυκά νερά της γέννας

με τον πλακούντα να παραμερίζει μ’ άλλα τρύπια νέφη

γύρισε αθέατα το διακόπτη της Εκάτης

να αναδυθεί

το ποίημα φεγγαροπρόσωπο

και κάτω ο νερονόμος ποιητής ανάμεσα σε πουλολόγους

ή ο ποταμός Νείλος που με το φύσημα των νερών του

χάνουν οι αγρότες τους όχτους

γιατί η γεωμετρία του ποιήματος

έχει από μέσα της όρια

και με πέντε λέξεις και δυο ιχθείς του δάσους του

χορταίνουν οι ακτήμονες

Μόνο μην κλείνεις το κλουβί· ακούμπησε

τις χυμένες αισθήσεις σου στο άνοιγμα

κι άκουσε τι συμβαίνει στο στάβλο του το χάραμα

που η φύση ορίζεται από το φύλο της πρωτόγονα

κι η γλώσσα είναι του Αδάμ

***

Πως γέμισαν τα λόγια μας λίπος και κιρσούς
                          
στα τελευταία παιδιά
Να σας πω πως γέμισαν τα λόγια μας λίπος και κιρσούς

Εμείς παιχνίδια δεν είχαμε κι όμως όλη τη μέρα

το παιγνίδι έτρεχε απ’ όλες τις μεριές του κορμιού μας

ως τις πιο ορεινές άκρες του που ήταν

τα απαγορευμένα δέντρα με τα μεγάλα ζώα

στις κουφάλες τους
Εκεί παίζαμε το παραμύθι

με τον κόκορα στις φλέβες μας και τις φωνές του

χυμένες μέσα και το σκύλο να ορίζει το υπογάστριο

που αλυχτούσαν αλεπούδες με προβιές θηλυκές

Ύστερα κάποιος ξενοχωρίτης γέμισε τις φωνές του

με παιγνίδια μαλαματένια κι από λάστιχα και δέρματα θάμνων

βουτηγμένα σε λάδια και μπογιές

Γελάσαμε ως τ’ ακούσαμε που έβγαιναν κοπάδια

τα μαλαματένια παιγνίδια βουτηγμένα ως το λαιμό

στα λάδια για όλα τα νούμερα των χεριών

γιατί τέτοια δεν ξέραμε

κι όμως το παιγνίδι

δεν έλειπε από το αίμα μας

με τη μαγιά του ανοιχτή στις γειτονιές

χωρίς υπνοφύλακα
Όπως σφενδόνιζε τις φωνές μας βλέπαμε και μέλη του
κορμιού μας

που ακολουθούσαν και τις γύριζαν στα ριζώματά τους

τίποτε να μην είναι χαλασμένο

κι όλα να έχουν την αρτιμέλειά τους

με τις φωνές μας χυμένες στις παραφυάδες τους

κι όλα ήταν στο τώρα με το μετά στα ορεινά μας

που το ακούαμε να μυρίζεται τις φλέβες μας

Το απόγευμα που ακούσαμε το σφύριγμα

και ο κόκορας χωνόταν στα ορεινά

κι έπαιρνε τη θέση του μέσα στις φλέβες μας

με το σκυλί διπλωμένο στο υπογάστριο
για το παραμύθι

μετρηθήκαμε

λιγότεροι
κι άρχισε η μαγιά που ήταν ανοιχτή χωρίς υπνοφύλακα

να μπαγιατίζει

Έκλειναν οι κουφάλες στα δέντρα

κι ακούαμε τα σκυλιά που έσκουζαν παραχωμένα

κι όλα αυτά στο αίμα μας που έχανε τα ορεινά του

και κατέβαινε
κουρεμένο

κι αχαμνό
στο

στάβλο

Τότε τα αετόπουλα έγιναν κοτόπουλα

με τις κοιλιές τους αφημένες στα υγρά

και την έδρα τους στις δαχτυλιές

Θημωνιάζονταν τα παιγνίδια στα σπίτια

φρέσκα από τα άντερα των εργοστασίων

με προσχώσεις που γύριζαν όλους τους χυμούς μας

κι έπεφταν τα ορεινά

Παχαίναμε μαζί τους

με τις προσχώσεις στο υπογάστριο που μας έκλειναν

κι ανάμεσα ήταν σωρός από χέρια παχιά και ανάπηρα

που χόντραιναν
κάτω από γλίνες

Βλέπαμε που χάνονταν τα ορεινά μας

ανάμεσα σε ειδώλια βουτηγμένα σε λάδια

και μηχανικά πελώρια πλάσματα που κοίμιζαν το αίμα μας

ναρκωμένο στο υπνόχορτο

και γέμιζαν τα λόγια μας λίπος και κιρσούς

***

Ο Αισχύλος με το βράδυ γύρω του σαν περικάρπιο

                                         Της Τατιάνας Γκρίτση Μιλλιέξ

Λένε που ο Αισχύλος ήταν πάντα του υγρός

τόσο που οι λέξεις φύτρωναν

από μέσα του κι ήταν κλεισμένος στη γη του

με παχιά ζέστη σιτηρών μέσα του

που όπου άγγιζε ήταν σύλληψη

Το απόγευμα των μύρων έπεφτε στα οργωμένα

και μυρίζονταν μ’ άλλα ζωντανά

να βρει από ποιες ζυμώσεις έρχονται οι μυρουδιές

Οι κήποι είναι για αδύναμες οσφρήσεις έλεγε

κι έβγαινε με χωματόδερμα κλεισμένος στη γη του

και με παχιά ζέστη σιτηρών μέσα του

Αλλάζω το δωμάτιο με τον πρώτο στάβλο

να βαφτίσω τις μυρουδιές τα όργανα

και τις πράξεις τους

Και μάζευαν γύρω του τα παιδιά κομμάτια από αγρούς

που έπεφταν από μέσα του με φυσική αποδέσμευση
και καινούργιους γενέθλιους ήχους

Αφήστε το νέο μελίσσι

να κατοικήσει μέσα σας τον άκουαν

Κάποτε ακούμπησε την ασπίδα του

στα ριζώματα της μέρας κι ΕΓΡΑΦΕ

καλοτυχίζοντας τις χελώνες κι άλλα ποταμοπούλια

που χώνευαν τα αυγά τους σε εδαφοσχισμές

για να καρπίσουν σε παχιά ζέστη

Είναι τα φυτοπούλια που εμπιστεύομαι έλεγε

και πίσω από την όρθια ασπίδα του

που έπιανε τα ριζώματα της μέρας

κι έκλεινε τον ορίζοντα με φως που ΕΓΡΑΦΕ

περίμενε η νύχτα
να
τελειώσει

τη
γραφή
του

και ν’ αποσύρει την ασπίδα του με τον ορίζοντα

για να ‘ρθει γύρω του το βράδυ σαν περικάρπιο

*Το σχέδιο της ανάρτησης του ή της Hope Epoch είναι από το ιστολόγιο του περιοδικού Τεφλόν σε ανθολόγηση ποιημάτων του Θανάση Τζούλη στο τεύχος 4 (Φθινόπωρο-Χειμώνας 2010-2011) και σε επιμέλεια Γιώργου Πέππα και Αλέξανδρου Κορδά.

Thanasis Tzoulis-1

Jenny Erpenbeck, Γερμανικά για ξένους

images

[…]

9

Τις επόμενες δύο εβδομάδες ο Ρίχαρντ τις εκμεταλλεύεται για να διαβάσει μερικά βιβλία για το θέμα και να σχεδιάσει έναν κατάλογο με ερωτήσεις για τις συζητήσεις που θέλει να κάνει με τους πρόσφυγες. Μετά το πρωινό πιάνει δουλειά, στη 1 η ώρα τρώει για μεσημέρι, κοιμάται μία ώρα, ύστερα κάθεται πάλι στο γραφείο του ή διαβάζει μέχρι το βράδυ στις οκτώ ή στις εννιά. Είναι σημαντικό να κάνει τις σωστές ερωτήσεις. Και οι σωστές ερωτήσεις δεν είναι απαραιτήτως οι ερωτήσεις που κάνει κανείς όταν ανοίγει το στόμα του.

Για να μάθει τη μετάβαση από μία γεμισμένη και συγκεκριμένη καθημερινότητα σε μία ανοιχτή προς όλες τις πλευρές, εκτεθειμένη στα ρεύματα τρόπον τινά καθημερινότητα της ζωής ενός πρόσφυγα, πρέπει να ξέρει τι ήταν στην αρχή, τι στη μέση – και τι είναι τώρα. Εκεί που η ζωή ενός ανθρώπου συνορεύει με την άλλη ζωή του ίδιου ανθρώπου πρέπει όντως να είναι ορατή η μετάβαση, η οποία, αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά, δεν είναι τίποτα ουσιαστικά η ίδια.

Πού μεγαλώσατε; Ποια είναι η μητρική σας γλώσσα; Σε ποια θρησκεία ανήκετε; Πόσοι άνθρωποι ήσασταν στην οικογένειά σας; Πώς ήταν το διαμέρισμα, το σπίτι, που μεγαλώσατε; Πώς γνωρίστηκαν οι γονείς σας; Είχατε τηλεόραση; Πού κοιμόσασταν; Τι τρώγατε; Ποια ήταν η αγαπημένη σας κρυψώνα στα παιδικά σας χρόνια; Έχετε πάει σχολείο; Τι ρούχα φορούσατε; Είχατε κατοικίδια ζώα; Μάθετε κάποιο επάγγελμα; Έχετε δική σας οικογένεια; Πότε φύγατε από την πατρίδα σας; Γιατί; Έχετε ακόμα επαφές με την οικογένειά σας; Με ποιο σκοπό φύγατε; Πώς τους αποχαιρετήσατε; Τι πήρατε μαζί σας, όταν φύγατε; Πώς φανταζόσασταν την Ευρώπη; Τι είναι διαφορετικό; Πώς περνάτε τις ημέρες σας; Τι σας λείπει πιο πολύ; Τι επιθυμείτε; Αν είχατε παιδιά, που μεγάλωναν εδώ, τι θα τους λέγατε για την πατρίδα σας; Μπορείτε να φανταστείτε ότι θα γεράσετε εδώ; Πού θέλετε να σας θάψουν;

[…]

54

Στις αρχές Φεβρουαρίου φθάνουν για όλους του άντρες στην ομάδα της πλατείας Οράνιεν, που στη Γερμανία δεν έκαναν ποτέ αίτηση ασύλου, αλλά παρ’ όλ’ αυτά είναι εδώ, οι επιστολές από την Υπηρεσία Αλλοδαπών. Κάθε ξεχωριστή περίπτωση εξετάζεται λοιπόν και κρίνεται. Αποδείχθηκε, κάτι που και με την εκκαθάριση της πλατείας πέρυσι το φθινόπωρο ήταν ήδη γνωστό: ότι μόνο η Ιταλία είναι αρμόδια για τους άντρες που έφθασαν στην Ιταλία.

Ο Αλί από το Τσαντ, που δούλεψε σαν νοσοκόμος στη μητέρα της Άννε, πρέπει να φύγει.

Ο Χαλίλ, που δεν ξέρει πού είναι οι γονείς του και αν ζούνε ακόμα, πρέπει να φύγει.

Ο Τσανί, εκείνος με το χαλασμένο μάτι, που έφερε μαζί του τα άρθρα για τη σφαγή στη γενέτειρά του, πρέπει να φύγει.

Ο Γιουσούφ από το Μαλί, ο λαντζέρης, που θέλει να γίνει μηχανικός, πρέπει να φύγει.

Ο Μωχάμετ, που λόγω μόδας αφήνει το παντελόνι να του πέφτει μέχρι κάτω χαμηλά και φαίνεται ο πισινός του, πρέπει να φύγει.

Ο Γιάγια, που έκοψε το καλώδιο του κουδουνιού, για να σταματήσει τον δοκιμαστικό συναγερμό, πρέπει να φύγει.

Και ο Ρούφου, με το σφράγισμά του στο δόντι.

Να φύγει πρέπει ο Απόλλων, που το σπίτι του είναι στην έρημο του Νίγηρα, στην περιοχή που η Γαλλία εξορύσσει ουράνιο.

Να φύγει πρέπει ο Τριστάνος.

Και ο Καρόν πρέπει να φύγει, ο αδύνατος.

Να φύγει πρέπει κι ο ψηλός o Ιτέμπα, που μαγειρεύει πολύ καλά.

Όταν του ζητάνε ν’ αδειάσει το δωμάτιό του, κόβει τις φλέβες του μπροστά στα μάτια των δημοσίων υπαλλήλων και μεταφέρεται στο ψυχιατρείο.

Να φύγει πρέπει κι ο Ρασίντ.

Τη Δευτέρα, που παίρνει την επιστολή, περιχύνεται με βενζίνη στην πλατεία Οράνιεν και θέλει να καεί.

Πού πάει ένας άνθρωπος, όταν δεν ξέρει πού να πάει;

[…]

*Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης. Από τις σελίδες της Logotexnia21
 
0,,18723684_303,00

**Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από το τελευταίο μυθιστόρημα της Τζέννυ Έρπενμπεκ (γεν. 1967) gehen, ging, gegangen που εκδόθηκε από τον Albrecht Knaus Verlag το 2015. Ο Ρίχαρντ είναι ένας συνταξιούχος καθηγητής κλασικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Χούμπολντ του Βερολίνου, πρώην κάτοικος του Βερολίνου της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας, ο οποίος αποφασίζει να πάρει συνέντευξη από τους πρόσφυγες που έχουν φθάσει στο Βερολίνο από την Αφρική και έχουν αρχικά κατασκηνώσει στην πλατεία Οράνιεν, την πλατεία που έχει ταυτιστεί με το προσφυγικό ζήτημα στο Βερολίνο, και αρχίζει να μαθαίνει και να συνειδητοποιεί την καθημερινότητά τους στην Ευρώπη. Ο τίτλος του μυθιστορήματος gehen, ging, gegangen είναι οι τρεις αρχικοί ρηματικοί τύποι του ρήματος «πηγαίνω» στα Γερμανικά, όπως τους μαθαίνει κανείς όταν διδάσκεται τη γλώσσα.

***Διαβάστε στον Αναγνώστη ένα άρθρο της Ελένης Τορόση για το μυθιστόρημα αυτό.

Τζένη Έρπενμπεκ: “Πηγαίνω, πήγαινα, έχω πάει”

****Όλες τις δημοσιεύσεις για την Τζέννυ Έρπενμπεκ στις σελίδες της Logotexnia21 μπορείτε να τις διαβάσετε εδώ. 
http://logotexnia21.blogspot.com.au/search/label/JENNY%20ERPENBECK

*****Από τα βιβλία της Τζέννυ Έρπενμπεκ έχουν ήδη εκδοθεί στα Ελληνικά η νουβέλα Ιστορία του γερασμένου παιδιού, http://www.biblionet.gr/book/86467/Erpenbeck,_Jenny/Ιστορία_του_γερασμένου_παιδιού
η συλλογή διηγημάτων Σκύβαλα 
http://www.biblionet.gr/book/105055/Erpenbeck,_Jenny/%CE%A3%CE%BA%CF%8D%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%B1
και το μυθιστόρημα Παιχνίδι με τις λέξεις,
http://www.biblionet.gr/book/134547/Erpenbeck,_Jenny/%CE%A0%CE%B1%CE%B9%CF%87%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B9_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B9%CF%82_%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B5%CE%B9%CF%82
Όλα από τις εκδόσεις Ίνδικτος. 

Oranienplatz+Photo+by+DPA

Το τοπίο ήταν δεδομένα θλιμμένο.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

Το τοπίο ήταν δεδομένα θλιμμένο.
Φύσαγε νοτιάς, σκοτείνιαζε
και όλοι κοιτούσαν κάτω το χώμα.
Κάπου έβρεχε κι ένα παιδάκι έκλαιγε.
Ένα άλογο μάσαγε τον αέρα.
Όμως από το βάθος του τοπίου
ακούγοντας ιαχές και κλαγγές όπλων.
Η επανάσταση ερχότανε
κόκκινη θάλασσα μουγκρίζοντας.

Le paysage était effectivement triste.
Un vent soufflait du Sud, l’obscurité tombait
et tous regardaient à terre.
Quelque part il pleuvait et un enfant pleurait.
Un cheval remâchait le vent.
Pourtant au fond du paysage
retentissaient des vivats et des coups de feu.
La révolution arrivait
grondement de mer écarlate.
IANNIS  KONTOS

Από το : «Δευτερόλεπτα του φόβου»

View original post

Γιάννης Ζελιαναίος, Δύο ποιήματα

P9190011

Μια Σκυλίσια Νύχτα

Σ’ έναν άγριο δρόμο
έβγαλα το πουκάμισο έξω απ’ το παντελόνι
κοίταξα μην πατήσω κάνα περιστερόσκατο
μέτρησα λεφτά στην τσέπη
έβηξα γερά πριν μου σφυρίξει ο θάνατος
δε σε θυμήθηκα καθόλου
είπα στ’ αστέρι να μη μου πει την ώρα
χόρτασα μ’ ένα κουρέλι λασπουριά
ήπια σε καφενείο αγρίμι μπόμπα
και ύστερα
ομορφάντρας και γερός
ξέρασα στην μπουγάδα της απέναντι κυράς.
Σ’ έναν αγύρτη δρόμο
πίστεψα μια πουτάνα,
το παιδί που πέταγε το ύψωμα
καθώς δεν μου τον σήκωνε ακόμη
της γυναίκας μου η ψαριά
και στην κιλότα της αιωνιότητας
στης υπόσχεσης το κυνήγι
χαιρέτησα ένα φέρετρο
να δει πως είμαι εκεί.
Ήταν αυτό που λένε οι μουσικοί:
Μια σκυλίσια μέρα
ή ακόμα καλύτερα
Μια σκυλίσια νύχτα
σερνάμενη απ’ το λάρυγγα προφήτη
χεσμένου πάνω του
απ’ τα ξερακιανά
τα έξυπνα
θανάσιμα
προϊστορικά αστεία
που δε χορταίνουν
ποτέ
μα ποτέ
ένα κουρέλι δράμα,
μια ιδέα ακατανόητη,
ένα σύνθημα
που θα βγάλει ένα πουκάμισο,
θα βάλει τα σκουτιά στη θέση,
θα υψώσει άλλο ένα κουρέλι δράμα
και θα μετρήσει λεφτά στην τσέπη
έτσι
μπας και καταφέρει
να κεράσει
ακόμα ένα γύρο
όταν όλοι
περιμένουν πίσω απ’ την ίδια ουρά
καυλώνοντας
μ’ ένα τρένο
ξεροχυμένο
κι έτοιμο
να στρίψει μια βίδα που βροντοφωνάζει
«Αλληλούια»!
Με το δάχτυλο στο λαιμό, λοιπόν.
Με το δάχτυλο στο λαιμό.

***

Just like David Bowie

Πιο πέρα απ’ τα μεσάνυχτα
κι απ’ τα ποτάδικα της πόλης
που ξέμειναν από ξομολόγους της υπομονής,
τις υποσχέσεις κοριτσιών
και μέσα από διαλείμματος ξεράσματα
ερασιτεχνών επίδοξων εραστών,
παραγγέλνω μια τελευταία μπύρα
κάμποση ώρα πριν ξημερώσει.
Πιο πέρα κι απ’ του σκώμματος την ευήθεια
να ζέχνει σχέσεις που πορεύουν
του μάγου νυχτοτρίφτη
με συμπαθητική βοήθεια τσιτάτων μουσικών
να ζητιανεύει κουνήματος σώμα
πριν ξεπορτίσει για ύπνο ήσυχο,
λέω το καλύτερό μου αστείο
στο μαύρο σκύλο που με καλοβολεύει.
Πιο πέρα κι από σπίτια
με τα χείλη στην εικόνα
ευχόμενα έναν καλύτερο χειμώνα
γεμάτο τερματισμένες αληταριές
και μπουχτισμένους μπελάδες
φρόνιμους κι αυτούς μπας
και ξεγελάσει την καλύτερη βραδιά,
παραπατώ χορεύοντας
μέσα από μια πλατεία
με τα ίδια παραπεταμένα παιδιά.
Πιο πέρα κι από εκεί που δεκάρα δε δίνω
στην απληστία που σπαταλάει την όρεξη
ή τουλάχιστον προσπαθώ
ν’ ανάψω ένα τσιγάρο,
ακούω τα λόγια να σέρνουν μακριά
μ’ ένα μπαστούνι στη γωνιά
και σαν ψοφόσκυλο λιμάρικο
βλέπω να με σκοτώνουν.
Πιο πέρα απ’ την κόντρα του σώματος
σαν καθαρίζεις ξεφτιασμένα παπούτσια της χρονιάς
και σκέφτεσαι πως οι άνθρωποι που σ’ αγαπούν
θα θέλουν πάντα κάτι άλλο,
ιδρώνω χωρίς κάτι να ‘χω πετύχει
μέσα σ’ αέρια και βήχα.
Πιο πέρα κι απ’ τα κορίτσια
που κλαίνε για ημερολόγια καμένα
με περιόδους καθοριστικούς
στα σκαλιά μιας αφρόντιστης αρχής
που μάθαινε την προσμονή
κι αγαπούσε το λευκό
σ’ ένα σχήμα πραγμάτων που ερχόταν
κι ένα διάφανο ποτό να τις δασκαλεύει,
φτάνω στου μόσχου τ’ αλκοολικού
την αφόρητη ρίμα.
σαν το παντελόνι ι
Πιο πέρα κι από εκείνα αγάπη μου
που σού ‘δειχναν οι άλλοι
να μαθαίνεις
ταγμένη τ’ άγημά τους να υπομένεις
κρατάω τσιγάρα βρώμικα,
μονάχα μην ξεμένεις.

*Από τη συλλογή “Μακάριοι οι σκύλοι του οινοπνεύματος”, Εκδόσεις Straw Dogs, Λευκωσία 2015.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από το ιστολόγιο του ποιητή στο http://gianniszelianaios.blogspot.com

Kamaroudine Abdallah Paune, Θάνατος στους μετανάστες

maxresdefault

Εγώ έφτασα χτες.
Κι εσύ; Χτες; Προχτές;
Μετανάστη, από ποια χώρα είσαι;

Εγώ έρχομαι από την Αφρική
Λίκνο του ανθρώπινου γένους
Εποίκισα αυτόν τον πλανήτη
Στο έλεος των καταιγίδων.
Σαν τους ωκεανούς
Ακολούθησα την παλίρροια
Κατά μήκος της ήσυχης ακτής.

Μετανάστη, αυτή η γη δεν είναι δική σου,
Αυτή η χώρα είναι δική μου και των πατέρων μου,
Αυτή η χώρα ανήκει στους –

Ξένε, έξω από την χώρα μου,
Αλλοδαπέ, χωρίς χαρτιά, σχιστομάτη, αράπη!
Εγώ είμαι πραγματικά χοντροκέφαλος…
Γάλλος από την Πολωνία, από τη Ρωσία, την Ισπανία
Αμερικάνοι από την Ιταλία, την Ιρλανδία ή τη Σενεγάλη
Αυτή η γη, είναι παλαιστινιακή;
Είναι εβραϊκή, αραβική ή βερβερίνικη;

Εσύ που είσαι του σήμερα και καταδιώκεις αυτούς του χτες
Δεν καταδιώκεσαι κάπου αλλού;
Είμαστε όλοι μετανάστες στον έναν ή στον άλλον τόπο.
Έτσι λοιπόν, μετανάστευσε. Στον θάνατο.

*Μετάφραση: Jazra Khaleed.

**Ο Kamaroudine Abdallah Paune ζει στα νησιά Mayotte και γράφει ποίηση στα γαλλικά.

***Αναδημοσίευση από: http://teflon.wordpress.com/2010/01/25/kamaroudine-abdallah-paune-%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%82/

Στέλιος Ροΐδης, Δύο ποιήματα

roidis-cover

ΕΙΔΗ

Λοιπόν
είμαστε η εποχή μας που ζούμε
Ή η μύξα της Σουηδίας
Αδιόρθωτο μολύβι αντιγράφει
Ό,τι συμβαίνει
Μέσα στην Μπάμπουσκα ο Σαμουράι
Διαπρέπει
Γιαπωνέζικο στέμμα
Καμικάζι που ξεχνάνε τα λόγια
Όλα τα δέντρα μιας τεράστιας χώρας
Δεμένη Σειρήνα στο κρεβάτι
Απόκρυφη αηδία, στεναχώρια
Καιρός σαν σάρκα παλιού
Ναυαγού από ένα στειρωμένο μάτι κοιτάζει
Ο ένας ρήτορας τον άλλον
Γελωτοποιοί, ζώνες ασφαλείας
Ολόκληρα μέρη παίζονται
Με τα γέλια κανείς δεν αλλάζει
Φωτιά, υποθετικά χαμόγελα, μόνο κυρίες για τα αγόρια
Βασιλιάδες παραμονεύουνε σαν σκλάβοι
Οι θεατρίνοι ανατινάζονται πάνω στο βαμβάκι
Η μάνα του Άμλετ
Καταβρέχει τις μπουγάδες του Σαίξπηρ
Στα στενά σοκάκια
Τα κομψά πόδια της αγωνίας
Ανασκευάζουν μια παλιά θεωρία
βουή του Μπόρχες εισβάλει στα Χριστούγεννα
Σοφό κοτσύφι αφημένο στην κορυφή Δείγμα δωρεά δέος δάση
Η φαντασίωση της Πηνελόπης στάθηκε ως ύψιστη αρετή
Εμένα κοντοστάθηκε
Πούλα γρήγορα
Εξωτική αλήθεια
Ζούγκλες για τα κουνούπια
Υπάρχουν τίγρεις στις πόλεις
Το επιβραβευμένο σου άλλο
Η διαφήμιση νίκησε το προϊόν
Νίκησα
Ποτέ- δεν- το- είπε-

Ακούστηκε

Κανένας ενδιαφερόμενος δεν κατάλαβε πως.

***

ΤΟ ΔΙΑΜΑΝΤΕΝΙΟ

Κάπου εκεί μέσα είδα τα μάτια του
Καιρό πριν τα ξαναδώ κλαμένα
Είδα κάθε είδους και φυλής ιστορία
Να προσωποποιείται παραποιημένη να υπονομεύεται
Και εγώ να περιμένω εκείνη να με επισκεφτεί
Μύρισα την συμφωνία που της πρότεινα και έτσι κατρακύλησα
Νόμιζα ότι έχανα την μυρωδιά μου, συγκρίθηκα
Τα κλειδιά μου είχανε πάρει φόρα
Αποτιμούσα απλά όσα θα ακολουθούσανε απλά
Ξανάρχισα το διάβασμα
Σε άλλη βάση
Σε μια παράξενη εποχή τόσο άλλη
Της φίλησα το στόμα ξέροντας καλά
Το κακό που είχε κάνει
Γι’ αυτό την φίλησα άλλωστε
Άφησα το αστείο να ακουστεί από τους μυθικούς παλιάτσους
Ήταν φίλοι που ήρθαν διψασμένοι για έρωτα κι αυτοί
Τους πήρα μαζί στο παραμύθι
Και το βράδυ τους έδιωξα όλους
Ήταν όμορφη η νύχτα,
Η ζέστη με είχε κάνει να νοιώθω καλά
Και αφού η ζωή νόμιζε ότι πίσω από την αυλαία
Η αυλαία ποτέ δεν τολμάει να πέσει
Έπαιξα με την αθωότητά της
Και άφησα την αθωότητα να παίξει μαζί μου
Υπολόγιζα βέβαια ότι αυτό δεν γίνεται
Μετά υπολόγιζα το πως είχε γίνει
Γινόμουν τίποτα καθώς
Τέτοιος άνθρωπος ήμουν
Όπως νομίζω όλοι Μετά, χάθηκα
Την εποχή που έγινα παλιάτσος
Ακόμα έψαχνα φιλιά
Νομίζω γύρευα ένα βότσαλο που της είχα δώσει
Πριν παρασυρθώ στην θέση του
Από το κύμα
Και ένα παρόμοιο ξενοδοχείο
Που να του λείπουνε άνθρωποι σαν και εμένα.

*Από τη συλλογή “Η σοκολάτα και το κερί”, Εκδόσεις Straw Dogs, Λευκωσία 2016.