Μανώλης Αναγνωστάκης, Ποιήματα

Πέντε μικρὰ θέματα

Ι
Μὲς στὴν κλειστὴ μοναξιά μου
Ἔσφιξα τὴ ζεστὴ παιδική σου ἄγνοια
Στὴν ἁγνὴ παρουσία σου καθρέφτισα τὴ χαμένη ψυχή μου.

Ἐμεῖς ἀγαπήσαμε. Ἐμεῖς
Προσευχόμαστε πάντοτε. Ἐμεῖς
Μοιραστήκαμε τὸ ψωμὶ καὶ τὸν κόπο μας

Κι ἐγὼ μέσα σὲ σένα καὶ σ᾿ ὅλους.

ΙΙ
Ἴσκιοι βουβοὶ ἀραγμένοι στὴ σκάλα
Μάτια θολὰ ποὺ κράτησαν εἰκόνες θαλασσινὲς
Κύματα μὲ τὴ γλυκιὰν ἀγωνία στὴν κάτασπρη ράχη

Γυμνὸς κυλίστηκα μέσα στὴν ἄμμο μὰ δὲν ὑποτάχτηκα
Καὶ δὲν ἀγάπησα μόνον ἐσένα ποὺ τόσο μὲ κράτησες
Ὅπως ἀγάπησα τὰ ναυαγισμένα καράβια μὲ τὰ τραγικὰ ὀνόματα
Τοὺς μακρινοὺς φάρους, τὰ φῶτα ἑνὸς ἀπίθανου ὁρίζοντα
Τὶς νύχτες ποὺ γύρευα μόνος νὰ βρῶ τὸ χαμένο ἑαυτό μου
Τὶς νύχτες ποὺ μόνος γυρνοῦσα χωρὶς κανεὶς νὰ μὲ νιώσει
Τὶς νύχτες ποὺ σκότωσα μέσα μου κάθε παλιά μου αὐταπάτη.

ΙΙΙ

IV
Κάτω ἀπ᾿ τὰ ροῦχα μου δὲ χτυπᾶ πιὰ ἡ παιδική μου καρδιὰ
Λησμόνησα τὴν ἀγάπη πού ῾ναι μόνο ἀγάπη
Μερόνυχτα νὰ τριγυρνῶ χωρὶς νὰ σὲ βρίσκω μπροστά μου
Ὁρίζοντα λευκὲ τῆς ἀστραπὴς καὶ τοῦ ὄνειρου
Ἔνιωσα τὸ στῆθος μου νὰ σπάζει στὴ φυγή σου

Ψυχὴ τῆς ἀγάπης μου ἀλήτισσα
Λεπίδι τοῦ πόθου μου ἀδυσώπητο
Νικήτρα μονάχη τῆς σκέψης μου.

V
Χαρά, Χαρά, ζεστὴ ἀγαπημένη
Τραγούδι ἀστείρευτο σὲ χείλια χιμαιρικὰ
Στὰ γυμνά μου μπράτσα τὸ εἴδωλό σου συντρίβω
Χαρὰ μακρινή, σὰν τὴ θάλασσα ἀτέλειωτη
Κουρέλι ἀκριβὸ τῆς πικρῆς ἀναζήτησης
Ἄσε νὰ φτύσω τὸ φαρμάκι τῆς ψεύτρας σου ὕπαρξης
Ἄσε νὰ ὁραματιστῶ τὶς νεκρὲς ἀναμνήσεις μου
(Ἀνελέητο κύμα τῆς νιότης μου).

Ὢ ψυχὴ τὴν ἀγωνία ἐρωτευμένη!

13.12.43

Θυμᾶσαι ποὺ σοῦ ῾λεγα
Ὅταν σφυρίζουν τὰ πλοῖα μὴν εἶσαι στὸ λιμάνι.
Μὰ ἡ μέρα ποὺ ἔφευγε ἤτανε δικιά μας
καὶ δὲ θὰ θέλαμε ποτὲ νὰ τὴν ἀφήσουμε
Ἕνα μαντήλι πικρὸ θὰ χαιρετᾶ τὴν ἀνίατου γυρισμοῦ
Κι ἔβρεχε ἀλήθεια πολὺ κι ἤτανε ἔρημοι οἱ δρόμοι
Μὲ μιὰ λεπτὴν ἀκαθόριστη χινοπωριάτικη γεύση
Κλεισμένα παράθυρα κι οἱ ἄνθρωποι τόσο λησμονημένοι –
Γιατί μᾶς ἄφησαν ὅλοι; Γιατί μᾶς ἄφησαν ὅλοι;
Κι ἕσφιγγα τὰ χέρια σου Δὲν εἶχε τίποτα τ᾿ ἀλλόκοτο ἡ κραυγή μου.

Θὰ φύγουμε κάποτε ἀθόρυβα καὶ θὰ πλανηθοῦμε
Μὲς στὶς πολύβοες πολιτεῖες καὶ στὶς ἔρημες θάλασσες
Μὲ μιὰν ἐπιθυμία φλογισμένη στὰ χείλια μας
Εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ γυρέψαμε καὶ μᾶς τὴν ἀρνήθηκαν
Ξεχνοῦσες τὰ δάκρυα, τὴ χαρὰ καὶ τὴ μνήμη μας
Χαιρετώντας λευκὰ πανιὰ π᾿ ἀνεμίζονται.
Ἴσως δὲ μένει τίποτ᾿ ἄλλο παρὰ αὐτὸ νὰ θυμόμαστε.
Μὲς στὴν ψυχή μου σκιρτᾶ τὸ ἐναγώνιο Γιατί,
Ρουφῶ τὸν ἀγέρα τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς ἐγκατάλειψης
Χτυπῶ τοὺς τοίχους τῆς ὑγρῆς φυλακῆς μου
καὶ δὲν προσμένω ἀπάντηση
Κανεὶς δὲ θ᾿ ἀγγίξει τὴν ἔκταση τῆς στοργῆς
καὶ τῆς θλίψης μου.

Κι ἐσὺ περιμένεις ἕνα γράμμα ποὺ δὲν ἔρχεται
Μιὰ μακρινὴ φωνὴ γυρνᾶ στὴ μνήμη σου καὶ σβήνει
Κι ἕνας καθρέφτης μετρᾶ σκυθρωπὸς τὴ μορφή σου
Τὴ χαμένη μας ἄγνοια, τὰ χαμένα φτερά.

Ποιητική

-Προδίδετε πάλι τὴν Ποίηση, θὰ μοῦ πεῖς,
Τὴν ἱερότερη ἐκδήλωση τοῦ Ἀνθρώπου
Τὴ χρησιμοποιεῖτε πάλι ὡς μέσον, ὑποζύγιον
Τῶν σκοτεινῶν ἐπιδιώξεών σας
Ἐν πλήρει γνώσει τῆς ζημιᾶς ποὺ προκαλεῖτε
Μὲ τὸ παράδειγμά σας στοὺς νεωτέρους.

-Τὸ τί δὲν πρόδωσες ἐσὺ νὰ μοῦ πεῖς
Ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου, χρόνια καὶ χρόνια,
Ἕνα πρὸς ἕνα τὰ ὑπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στὶς διεθνεῖς ἀγορὲς καὶ τὰ λαϊκὰ παζάρια
Καὶ μείνατε χωρὶς μάτια γιὰ νὰ βλέπετε, χωρὶς ἀφτιὰ
Ν᾿ ἀκοῦτε, μὲ σφραγισμένα στόματα καὶ δὲ μιλᾶτε.
Γιὰ ποιὰ ἀνθρώπινα ἱερὰ μᾶς ἐγκαλεῖτε;

Ξέρω: κηρύγματα καὶ ρητορεῖες πάλι, θὰ πεῖς.
Ἔ ναὶ λοιπόν! Κηρύγματα καὶ ρητορεῖες.

Σὰν πρόκες πρέπει νὰ καρφώνονται οἱ λέξεις

Νὰ μὴν τὶς παίρνει ὁ ἄνεμος.

Ὁ Οὐρανός

Πρῶτα νὰ πιάσω τὰ χέρια σου
Νὰ ψηλαφίσω τὸ σφυγμό σου
Ὕστερα νὰ πᾶμε μαζὶ στὸ δάσος
Ν᾿ ἀγκαλιάσουμε τὰ μεγάλα δέντρα
Ποὺ στὸν κάθε κορμὸ ἔχουμε χαράξει
Ἐδῶ καὶ χρόνια τὰ ἱερὰ ὀνόματα
Νὰ τὰ συλλαβίσουμε μαζὶ
Νὰ τὰ μετρήσουμε ἕνα-ἕνα
Μὲ τὰ μάτια ψηλὰ στὸν οὐρανὸ σὰν προσευχή.

Τὸ δικό μας τὸ δάσος δὲν τὸ κρύβει ὁ οὐρανός.

Δὲν περνοῦν ἀπὸ δῶ ξυλοκόποι.

Νέοι της Σιδῶνος

Κανονικὰ δὲν πρέπει νἄχουμε παράπονο
Καλὴ κι ἐγκάρδια ἡ συντροφιά σας, ὅλο νιάτα,
Κορίτσια δροσερά- ἀρτιμελῆ ἀγόρια
Γεμάτα πάθος κι ἔρωτα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ γιὰ τὴ δράση.
Καλά, μὲ νόημα καὶ ζουμὶ καὶ τὰ τραγούδια σας
Τόσο, μὰ τόσο ἀνθρώπινα, συγκινημένα,
Γιὰ τὰ παιδάκια ποὺ πεθαίνουν σ᾿ ἄλλην Ἤπειρο
Γιὰ ἥρωες ποὺ σκοτωθῆκαν σ᾿ ἄλλα χρόνια,
Γιὰ ἐπαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,
Γιὰ τὸν καημὸ τοῦ ἐν γένει πάσχοντος Ἀνθρώπου.
Ἰδιαιτέρως σᾶς τιμᾷ τούτη ἡ συμμετοχὴ
Στὴν προβληματικὴ καὶ στοὺς ἀγῶνες τοῦ καιροῦ μας
Δίνετε ἕνα ἄμεσο παρὼν καὶ δραστικό- κατόπιν τούτου
Νομίζω δικαιοῦσθε μὲ τὸ παραπάνω
Δυὸ δυό, τρεῖς τρεῖς, νὰ παίξετε, νὰ ἐρωτευθεῖτε,
Καὶ νὰ ξεσκάσετε, ἀδελφέ, μετὰ ἀπὸ τόση κούραση.

(Μᾶς γέρασαν προώρως Γιῶργο, τὸ κατάλαβες;)

Ἐπιτύμβιον

Πέθανες- κι ἔγινες καὶ σύ: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.
Τριάντα ἕξη στέφανα σὲ συνοδέψανε, τρεῖς λόγοι ἀντιπροέδρων,
Ἑφτὰ ψηφίσματα γιὰ τὶς ὑπέροχες ὑπηρεσίες ποὺ προσέφερες.

Ἄ, ρὲ Λαυρέντη, ἐγὼ ποὺ μόνο τὄξερα τί κάθαρμα ἤσουν,
Τί κάλπικος παρᾶς, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μέσα στὸ ψέμα
Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ, δὲν θὰ ῾ρθῶ τὴν ἡσυχία σου νὰ ταράξω.

(Ἐγώ, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μὲς στὴ σιωπὴ θὰ τὴν ἐξαγοράσω
Πολὺ ἀκριβὰ κι ὄχι μὲ τίμημα τὸ θλιβερό σου τὸ σαρκίο.)

Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ. Ὡς ἤσουν πάντα στὴ ζωή: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.

Δὲ θά ῾σαι ὁ πρῶτος οὔτε δὰ κι ὁ τελευταῖος.

Στ᾿ Ἀστεῖα Παίζαμε!

Δὲ χάσαμε μόνο τὸν τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στὴ μέθη τοῦ παιχνιδιοῦ σᾶς δώσαμε καὶ τὶς γυναῖκες μας
Τὰ πιὸ ἀκριβὰ ἐνθύμια ποὺ μέσα στὴν κάσα κρύβαμε
Στὸ τέλος τὸ ἴδιο τὸ σπίτι μας μὲ ὅλα τὰ ὑπάρχοντα.

Νύχτες ἀτέλειωτες παίζαμε, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τὰ φύλλα τοῦ ἡμεροδείχτη
Δὲ βγάλαμε ποτὲ καλὸ χαρτί, χάναμε· χάναμε ὁλοένα
Πῶς θὰ φύγουμε τώρα; ποῦ θὰ πᾶμε; ποιὸς θὰ μᾶς δεχτεῖ;

Δῶστε μας πίσω τὰ χρόνια μας δῶστε μας πίσω τὰ χαρτιά μας
Κλέφτες!
Στὰ ψέματα παίζαμε!

Οἱ στίχοι αὐτοί

Οἱ στίχοι αὐτοὶ μπορεῖ καὶ νά ῾ναι οἱ τελευταῖοι
οἱ τελευταῖοι στοὺς τελευταίους ποὺ θὰ γραφτοῦν
Γιατί οἱ μελλούμενοι ποιητὲς δὲ ζοῦνε πιὰ
αὐτοὶ ποὺ θὰ μιλούσανε πεθάναν ὅλοι νέοι
Τὰ θλιβερὰ τραγούδια τους γενήκανε πουλιὰ
σὲ κάποιον ἄλλον οὐρανὸ ποὺ λάμπει ξένος ἥλιος
Γενῆκαν ἄγριοι ποταμοὶ καὶ τρέχουνε στὴ θάλασσα
καὶ τὰ νερά τους δὲν μπορεῖς νὰ ξεχωρίσεις
Στὰ θλιβερὰ τραγούδια τους φύτρωσε ἕνας λωτὸς
νὰ γεννηθοῦμε στὸ χυμό του ἐμεῖς πιὸ νέοι.

Χάρης 1944

Ἤμασταν ὅλοι μαζὶ καὶ ξεδιπλώναμε ἀκούραστα τὶς ὧρες μας
Τραγουδούσαμε σιγὰ γιὰ τὶς μέρες ποὺ θὰ ῾ρχόντανε
φορτωμένες πολύχρωμα ὁράματα
Αὐτὸς τραγουδοῦσε, σωπαίναμε, ἡ φωνή του
ξυπνοῦσε μικρὲς πυρκαγιὲς
Χιλιάδες μικρὲς πυρκαγιὲς ποὺ πυρπολοῦσαν τὴ νιότη μας
Μερόνυχτα ἔπαιζε τὸ κρυφτὸ μὲ τὸ θάνατο
σὲ κάθε γωνιὰ καὶ σοκάκι
Λαχταροῦσε ξεχνώντας τὸ δικό του κορμὶ νὰ χαρίσει
στοὺς ἄλλους μίαν Ἄνοιξη.

Ἤμασταν ὅλοι μαζὶ μὰ θαρρεῖς πῶς αὐτὸς ἦταν ὅλοι.

Μιὰ μέρα μᾶς σφύριξε κάποιος στ᾿ ἀφτί: «Πέθανε ὁ Χάρης»
«Σκοτώθηκε» ἢ κάτι τέτοιο. Λέξεις ποὺ τὶς ἀκοῦμε κάθε μέρα.
Κανεὶς δὲν τὸν εἶδε. Ἦταν σούρουπο.
Θά ῾χε σφιγμένα τὰ χέρια ὅπως πάντα
Στὰ μάτια του χαράχτηκεν ἄσβηστα ἡ χαρὰ
τῆς καινούριας ζωῆς μας
Μὰ ὅλα αὐτὰ ἦταν ἁπλὰ κι ὁ καιρὸς εἶναι λίγος.
Κανεὶς δὲν προφταίνει.

…Δὲν εἴμαστε ὅλοι μαζί. Δυὸ τρεῖς ξενιτεύτηκαν
Τράβηξεν ὁ ἄλλος μακριὰ μ᾿ ἕνα φέρσιμο ἀόριστο
κι ὁ Χάρης σκοτώθηκε
Φύγανε κι ἄλλοι, μᾶς ἦρθαν καινούριοι, γεμίσαν οἱ δρόμοι
Τὸ πλῆθος ξεχύνεται ἀβάσταχτο, ἀνεμίζουνε πάλι σημαῖες
Μαστιγώνει ὁ ἀγέρας τὰ λάβαρα.
Μὲς στὸ χάος κυματίζουν τραγούδια.

Ἂν μὲς στὶς φωνὲς ποὺ τὰ βράδια τρυποῦνε ἀνελέητα τὰ τείχη
Ξεχώρισες μία: Εἶν᾿ ἡ δική του. Ἀνάβει μικρὲς πυρκαγιὲς
Χιλιάδες μικρὲς πυρκαγιὲς ποὺ πυρπολοῦν
τὴν ἀτίθαση νιότη μας
Εἶν᾿ ἡ δική του φωνὴ ποὺ βουίζει στὸ πλῆθος
τριγύρω σὰν ἥλιος
Π᾿ ἀγκαλιάζει τὸν κόσμο σὰν ἥλιος
ποὺ σπαθίζει τὶς πίκρες σὰν ἥλιος
Ποὺ μᾶς δείχνει σὰν ἥλιος λαμπρὸς τὶς χρυσὲς πολιτεῖες
Ποὺ ξανοίγονται μπρός μας λουσμένες
στὴν Ἀλήθεια καὶ στὸ αἴθριο τὸ φῶς.

Dada 23 Ιούνη 1916-23 Ιουνη 2016 – Η επίδραση του αναρχισμού στο κίνημα του ντανταϊσμού

Το κίνημα του ντανταϊσμού προέκυψε από ομάδες ανθρώπων, σε διάφορες πόλεις κυρίως της Ευρώπης αλλά και στην Αμερική (Η.Π.Α.), ως μια αντίδραση (άντι)καλλιτεχνικής εκφράσεως απέναντι στις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες, οι οποίες καθορίζονταν σε μεγάλο βαθμό εκείνη την εποχή από το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αναμφίβολα, η εναντίωση στον πόλεμο ήταν ένα κοινό σημείο για σχεδόν όλους τους ντανταϊστές. Και λέμε σχεδόν όλους, επειδή για παράδειγμα κάποιοι από τους ντανταϊστές στο Παρίσι επέλεξαν να πάρουν θέση τασσόμενοι υπέρ του ρόλου του γαλλικού στρατού και σε μια επίδειξη σωβινισμού περιφρονούσαν τους γερμανούς (συμπεριλαμβανομένου ακόμα και των εκεί ντανταϊστών). Επιπλέον, μερικοί ντανταϊστές κατατάχθηκαν στο στρατό.

Αυτό όμως που δεν είναι ξεκάθαρο συχνά στις αναφορές που γίνονται για το Dada είναι κατά πόσο συμμετείχαν αναρχικοί σε αυτό ή αν υπήρξε ιδεολογική επιρροή από αναρχικούς της εποχής αυτής. Το να είσαι εναντίον του πολέμου (όχι ταξικού αλλά εξουσιαστικού) είναι ένα στοιχείο, αλλά δεν αποτελεί απαραίτητο σημάδι για να συνδέσουμε το Dada με την αναρχία.

Οι αναφορές που υπάρχουν συναινούν στο γεγονός ότι το Dada ήταν ένας συνδυασμός διαφορετικών ατομικών θέσεων που κάποιες φορές ερχόντουσαν και σε αντίθεση μεταξύ τους. Οι περισσότερες δράσεις του Dada είχαν καθαρά (αντι)καλλιτεχνικό χαρακτήρα χωρίς πολιτική έκφραση, υπήρξαν όμως και κάποιες άλλες, όπως θα δούμε αργότερα, που παραπέμπουν σε πολιτικές πράξεις. Αυτό που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι ο ντανταϊσμός ήταν ένα αυτοαποκαλούμενο διεθνές κίνημα (άρα δεν χωράει η έννοια του ρατσισμού σε αυτόν) χωρίς «κατεστημένο», χωρίς κάποιο ιδρυτικό κείμενο ή κάποια δομή-ιεραρχία (δεν υπήρχαν αρχηγοί), χωρίς οργανωτικές επιτροπές ή εκτελεστικά τμήματα. Κατά αυτό τον τρόπο, το Dada υπήρξε χαρακτηριστικό παράδειγμα, όχι δημοκρατικών αξιών, αλλά κάτι που μοιάζει περισσότερο με την εφαρμογή της αναρχίας σε μια καλλιτεχνική έκφραση (εξού και το anti-art), που πολλοί τη συνδέουν με την avant-garde.

Ξεκινώντας από τη Ζυρίχη, όπου χτίστηκαν τα θεμέλια του Dada, γύρω από το Cabaret Voltaire χώρο ψυχαγωγίας και καλλιτεχνικής έκφρασης, αξιοσημείωτο είναι ότι ο ιδιοκτήτης Hugo Ball ασχολήθηκε με τη μετάφραση κειμένων του Bakunin. Αυτό αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι ο Ball είχε επηρεαστεί σημαντικά από το έργο του Bakunin. Επίσης, o ίδιος πριν το Dada συμμετείχε σε επαναστατικού περιεχομένου εφημερίδες όπως οι Die Aktion, Der Sturm, Die Revolution. Η θεματολογία των κειμένων του σε αυτές περιλάμβανε μεταξύ άλλων το μηδενισμό και το ρώσικο αναρχισμό4. Εκτός από Bakunin είχε διαβάσει και Kropotkin. Ωστόσο, όσον καιρό ο Hugo Ball παρέμενε στο προσκήνιο του Dada της Ζυρίχης, το κίνημα αντι-τέχνης δεν πήρε ποτέ τη μορφή της αναρχίας6. Άλλωστε ο ίδιος έγραφε το 1915 (ένα χρόνο πριν το Dada): “Έχω εξετάσει τον εαυτό μου προσεχτικά. Δεν θα μπορούσα ποτέ να αποδεχτώ το χάος, να βάζω βόμβες, να ανατινάζω γέφυρες και να τρέφομαι με ιδέες. Δεν είμαι αναρχικός”. Ο Hugo Ball υπήρξε θαυμαστής του Νίτσε και φαίνετε να ασπαζότανε κάποιες θεωρήσεις του4 και εν γένει τον ατομικισμό. Όταν όμως αποσύρθηκε από το Dada επέλεξε να ζήσει μια θρησκευτική ζωή.

Ο νιτσεϊκός μηδενισμός επηρέασε και τους Richard Huelsenbeck και Francis Picabia. Με την άφιξη του τελευταίου στη Ζυρίχη το 1919 προστέθηκε ένα νέο στοιχείο που χαρακτηριζότανε από την απόλυτη έλλειψη σεβασμού προς κάθε αξία, μια απελευθέρωση από όλους τους κοινωνικούς και ηθικούς καταναγκασμούς.

Όσον αφορά τους υπόλοιπους ντανταϊστές της Ζυρίχης, τόσο ο Hans Richter όσο και ο Tristan Tzara είχαν επαφές με αναρχικές ομάδες. Αργότερα όμως ο Tristan Tzara θα κινηθεί στα πλαίσια του κομμουνισμού: στο Παρίσι όπου κατέφυγε μετά τη Ζυρίχη είχε δεσμούς με το Γαλλικό Κουμμουνιστικό Κόμμα, έγινε μέλος του και μετέπειτα ασπάστηκε τον Σταλινισμό. Πολέμησε επίσης εναντίον του φασισμού το 1936 στην Ισπανία και ενάντια στους Ναζί στην περιοχή της Τουλούζης στα 1940-44). Ενδεικτικό όμως των κινήτρων του Tristan Tzara τον πρώτο καιρό δράσης του ως ντανταϊστής αποτελεί το παρακάτω απόσπασμα (από ένα εκ των μανιφέστων που είχε γράψει): «Είμαι κατά των συστημάτων. Το πιο αποδεκτό σύστημα είναι να μην έχεις κανένα σύστημα και καμιά αρχή».

Αναζητώντας τις επιρροές των ντανταϊστών εκτός Ζυρίχης: οπαδοί του Stirner, που θεωρείται από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του μηδενισμού και της αναρχικής ιδεολογίας, υπήρξαν οι Max Ernst και Theodor Baargeld, ιδρυτές του Dada στην Κολωνία. Ο τελευταίος έβγαζε το περιοδικό Der Ventilator (Ο Ανεμιστήρας) μέσα από το οποίο επιδιδόταν σε επιθέσεις εναντίον της εκκλησίας και της πολιτείας, του κατεστημένου και της τέχνης. Όμως, ο Baargeld το 1918 θα γίνει μέλος του μαρξιστικού, πασιφιστικού Ανεξάρτητου Σοσιαλοδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (USPD). Χαρακτηριστικό του προσανατολισμού που θέλανε να δώσουν στο Dada στην Κολωνία αποτελεί μια αφίσα που αποτελούσε μέρος μιας έκθεσης ντανταϊστών και στην οποία αναγραφόταν: «Tο Dada είναι με την επαναστατική πλευρά του προλεταριάτου, το Dada είναι πολιτικό».

Οι Marchel Duchamp και Man Ray που πρωτοστατούσαν στο κίνημα Dada στη Νέα Υόρκη είχαν διαβάσει Stirner. Το ίδιο όμως και ο Julius Evola από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ντανταϊσμού στην Ιταλία, ο οποίος ήταν ακόμα μεγαλύτερος οπαδός του Νίτσε. Ο Evola συνδεόταν φιλικά με τον Μουσολίνι, παρά ταύτα δεν υποστήριξε πλήρως το φασιστικό του καθεστώς και δήλωνε αντιφασίστας. Προτιμούσε όμως τον φασισμό απέναντι στον κομμουνισμό και τη δημοκρατία. Αργότερα, με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δήλωσε εθελοντής για να ακολουθήσει το στρατό ενάντια στους Κομμουνιστές στο Ρωσικό μέτωπο (αν και τελικά δεν επιλέγει). Επίσης, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των SS. Η διαφορά τη φασιστικής ιδεολογίας του Evola συγκρινόμενη με αυτή του Ναζισμού (που πίστευε στη βιολογική ανωτερότητα των Αρίων) ήταν ότι πίστευε στην «πνευματική» ανωτερότητα. Ο Evola και άλλοι διανοούμενοι του φασισμού επισκέφθηκαν τον Χίτλερ το Σεπτέμβριο του 1943 με σκοπό να ιδρύσουν το φασιστικό ψευδο-κράτος του Salo στη Βόρεια Ιταλία.

Σε αντίθεση με τον Evola, oι ντανταϊστές του Βερολίνου, Raul Hausmann και Johannes Baader, εκδήλωναν τάσεις φιλο-αναρχικές. Μάλιστα, ενδεχομένως η κορυφαία πολιτική πράξη του Dada να είναι αυτή με πρωταγωνιστή τον Baader (αλλά ιθύνον νου τον Hausmann), όταν στην τελετή για την ανακύρηξη της 1ης Γερμανικής Δημοκρατίας στο Κρατικό θέατρο της Βαϊμάρης το 1919, πέταξε από τον εξώστη στα κεφάλια των πατέρων του έθνους προκηρύξεις που τον αυτοανακήρυσσαν πρώτο πρόεδρο της νέας αυτής δημοκρατίας. Το κείμενο της προκήρυξης τελείωνε ως εξής: «Θα ανατινάξουμε τη Βαϊμάρη μέχρι τα ουράνια… δεν θα λυπηθούμε κανέναν και τίποτε. Παρουσιαστείτε όλοι μαζικά! Το Ντανταϊστικό Αρχηγείο της Παγκόσμιας Επανάστασης». Σε μια άλλη περίπτωση ο Baader διέκοψε τον Εφημέριο που λειτουργούσε στον Καθεδρικό ναό του Βερολίνου, φωνάζοντας από το χώρο της χορωδίας: «Στο διάολο ο Χριστός» ή σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή: «εσείς είστε εκείνοι που κοροϊδεύετε τον Χριστό, δεν δίνετε δεκάρα για αυτόν». Στο Βερολίνο ο Hausmann και ο ποιητής Franz Jung κυκλοφορούσαν το περιοδικό Die Freie Strasse (= Ο Ελεύθερος Δρόμος), με έντονες αναρχικές τάσεις.

Peret, Picabia, Jung, Baader, Mehring, Cravan, είναι μερικά ονόματα νταναταϊστών που είτε αυτοπροσδιορίζονταν ως αναρχικοί είτε είχαν κατά βάση αντιεξουσιαστικές απόψεις9. Ο Περέ μάλιστα, εξέφραζε την αντίθεσή του απέναντι σε κάθε εθνική και εκκλησιαστική εξουσία και την υπερασπίστηκε εξίσου απόλυτα μέχρις ότου πέθανε, σε ένα μικρό βρωμερό δωμάτιο, στη Γαλλία το 1959. Πολέμησε με τους αναρχικούς στον Ισπανικό Εμφύλιο.

Σε συλλογικό επίπεδο τώρα, η συγγραφή ντανταϊστικών μανιφέστων αποτελούσε συχνά μέσο έκφρασης ιδεών και ουσιαστικά τη «φωνή» του Dada. Τα μανιφέστα του Dada λειτουργούσαν πολλές φορές ως αναρχικές διακυρήξεις.

Οι φουτουριστές χρησιμοποιούσαν επίσης το μανιφέστο πριν το Dada. Όμως, το ντανταϊστικό μανιφέστο είχε τις καταβολές του στον αναρχισμό του 19ου αιώνα και θεωρείται «απόγονος» της ιδέας για «έμπρακτη προπαγάνδα» (propaganda by deed) που επινοήθηκε από τους ιταλούς αναρχικούς Errico Malatesta, Carlo Cafiero και Emilio Covelli.

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι ο συσχετισμός του Dada με την πολιτική δεν ήταν ποτέ ξεκάθαρος και αυτό διότι οι ντανταϊστές λειτουργούσαν πάντα μέσα στα πλαίσια της ατομικότητας του καθενός και της αλληλοσυμπλήρωσης χαρακτήρων και δυνατοτήτων. Υπήρχαν ντανταϊστές σχεδόν αδιάφοροι για την πολιτική, αλλά και κομουνιστές, σοσιαλιστές, αναρχικοί, ακόμα και φασίστες όπως είδαμε και στην περίπτωση του Evola. Ωστόσο αν κάποιος μπορεί να ισχυριστεί πως το κίνημα σαν σύνολο έτεινε προς τα κάπου από πολιτικής άποψης, θα πρέπει να αποδεχθεί ότι έτεινε προς την αναρχία. Ενδεικτικά είναι τα λόγια του Ribemont-Dessaignes: «Ήταν απαραίτητο να τους κάνουμε να καταλάβουν ότι είμαστε εναντίον της κουλτούρας και ότι είμαστε αντίθετοι όχι μόνο με την αστική τάξη πραγμάτων αλλά και με κάθε τάξη πραγμάτων, κάθε ιεραρχία, κάθε ηρωοποίηση, κάθε ειδωλολατρία, όποιο και αν ήταν το είδωλο».

Λευτέρης Σ.

ΑΝΑΦΟΡΕΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

“A brief history of Dada”, David Smith, 2007.
“Dada in Context”, Henri Behar, Université de la Sorbonne-Nouvelle, Paris III, 2005
“A short account of the Dada movement”, Nick Heath, Anarchist Federation in London (http://libcom.org/library/dada)
“A Cultural Revolution for the “Free Spirits”: Hugo Ball’s Nietzschean Anarchism”, Maftei Ştefan-Sebastian, PhD, “Babeş-Bolyai” University Department of Philosophy Cluj, Romania, 2011.

“Dada & Anarchy”, By Mark Holsworth, 2012 (http://melbourneartcritic.wordpress.com/2012/08/18/dada-anarchy/)
“Hans Richter: DADA, Art and Anti-art”, μετάφραση: Ανδρέας Ρικάκης, Εκδόσεις Υποδομή, Αθήνα 1983.
“Μανιφέστα του Ντανταϊσμού”, Τριστάν Τζαρά, Εκδόσεις Αιγόκερως, 1998.
“Myth and Violence: The Fascism of Julius Evola and Alain Benoist”, Thomas Sheehan, Social Research, Vol. 48 No 1, Spring 1981.
Περιοδικό ΝΑΡΑΡΧΙΑ, Νο 11, Πρωτοβουλία Αναρχικών, Σεπτέμβριος 2002.
“ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΝΤΑΝΤΑΪΣΜΟΣ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ”, Γιάννης Σολδάτος, Εκδόσεις Αιγόκερως 2007.
http://www.dada-companion.com/dada-messe/hism”,
Erickson D. John, French Literature Series: Manifestoes and Movements 7: p98-109, 1980.

*Από το http://zerogeographic.wordpress.com/

Στέλλα Μιχαηλίδου, Φωνές σιωπής, Εκδόσεις vakxikon.gr

page_1_thumb_large

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ*

Θα διαβάζατε ποτέ μια ποιητική συλλογή δίχως να γνωρίζετε τίποτα για τον ποιητή, που την έγραψε; Τι θα κάνατε αν έπεφτε στα χέρια σας μια ποιητική συλλογή χωρίς βιογραφικά στοιχεία; Είναι αλήθεια, πως όταν διαβάζουμε μια ποιητική συλλογή, θέλουμε να γνωρίσουμε, που και πότε γεννήθηκε ο ποιητής, ποιες είναι οι σπουδές του, αν υπάρχουν, αν έχει εκδόσει άλλα έργα και ποια είναι τα ενδιαφέροντά του πέρα από την ποίηση. Όμως, η έλλειψη βιογραφικών στοιχείων μπορεί και να υποβοηθά μια ποιητική συλλογή, καθώς αφήνει ένα μυστήριο να πλανάται γύρω από τον δημιουργό της. Σε τελική ανάλυση, τι θέλουμε να γνωρίσουμε; Τα ποιήματα ή τον ποιητή; Αν είμαστε αληθινοί εραστές της ποίησης, θα προτιμήσουμε τα ποιήματα. Κανείς δεν γνωρίζει, ποιοι έγραψαν τα δημοτικά τραγούδια, όμως, κανείς δεν αμφισβητεί την διαχρονική αξία τους. Πόσο μάλλον, που οι ανώνυμοι ποιητές των δημοτικών τραγουδιών ήταν απλοί άνθρωποι του λαού, χωρίς περισπούδαστους τίτλους και περγαμηνές.

Τα ίδια με όσα γράψαμε παραπάνω ισχύουν όσον αφορά και την έλλειψη προλόγων και βαρύγδουπων εισαγωγών. Αν ένα ποιητικό έργο αξίζει, τότε μιλάει από μόνο του. Οι πρόλογοι και οι εισαγωγές χρησιμοποιούνται συνήθως, σε μια απέλπιδα προσπάθεια κατανόησης δυσνόητων ποιημάτων, από το αναγνωστικό κοινό.

Ένα ποιητικό έργο χωρίς βιογραφικά στοιχεία και χωρίς προλόγους και εισαγωγές είναι και η ποιητική συλλογή της Στέλλας Μιχαηλίδου: «Φωνές σιωπής», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις “Vakxikon.gr”.

Το πρώτο στοιχείο, που τραβάει την προσοχή του αναγνώστη, είναι ο τίτλος: Φωνές σιωπής. Εδώ έχουμε ένα οξύμωρο, που έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον από πολλούς ποιητές. Μιλά η σιωπή, εκκωφαντική σιωπή, φωνάζει η σιωπή, είναι μόνο λίγες από τις ποιητικές εκφράσεις, που συναντάμε αρκετά συχνά, αλλά εδώ ο τίτλος μπορεί να ερμηνευτεί με δύο εκδοχές. 1): Φωνές σιωπής είναι τα διαλείμματα, που κάνει η ποιήτρια ανάμεσα σε μεγάλες σιωπηλές περιόδους για να πει αυτό που θέλει, όταν νομίζει ότι είναι η κατάλληλη στιγμή για να το πει. 2): Φωνές σιωπής είναι τα ίδια τα ποιήματα γιατί ενώ γράφονται με απόλυτη προσήλωση και σιωπή, προκαλούν θόρυβο, πολλές φορές και πάταγο.

Περνώντας στο περιεχόμενο, βλέπουμε πως τα ποιήματα, που περιλαμβάνονται είναι ως επί το πλείστον άτιτλα. Άλλα ποιήματα είναι ολιγόστιχα και άλλα πολύστιχα, χωρίς να πλατειάζουν, με μια μερική προτίμηση της ποιήτριας σε μικρές φόρμες. Ποίηση λιτή χωρίς περιττά στολίδια και φιοριτούρες.

Ένα σεβαστό μέρος της ποιητικής συλλογής της Στέλλας Μιχαηλίδου «Φωνές σιωπής» είναι αφιερωμένο στον έρωτα. Ο έρωτας φέρνει την αγάπη. Η αγάπη φέρνει τα όνειρα. Τα όνειρα φέρνουν την φυγή. Η φυγή φέρνει την ανατροπή. Μήπως και ο έρωτας δεν είναι μια ανατροπή του μέχρι πρότινος συναισθηματικού μας κόσμου;

Όμως, ο έρωτας δεν οδηγεί πάντα σε μια ιδανική κατάσταση, όπου το ζευγάρι μένει ερωτευμένο μια ζωή. Υπάρχει ο έρωτας από απόσταση. Υπάρχει ο χωρισμός, που μερικές φορές είναι απαραίτητος, όσο οδυνηρός κι αν είναι: «Ποια καράβια θα με ταξιδέψουν; Ποια; / Δε σε νοιάζει που μου λείπεις / και δακρύζω. / Φεύγω.» Άρα, μερικές φορές, η φυγή ίσως να είναι η πιο σωστή απόφαση.

Γράφοντας για τον έρωτα η Στέλλα Μιχαηλίδου γίνεται σε ορισμένες περιπτώσεις αποφθεγματική δείχνοντάς μας πως τα πιο ολιγόστιχα ποιήματα δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τα ποιήματα-ωκεανούς, που γράφονται σήμερα για τον έρωτα: «Μη μ’ αγαπάς γι’ αυτό που είμαι / αγάπα με γι’ αυτό που έχεις μέσα σου / για μένα.» Απλή ποίηση, που έρχεται σε αντίθεση με ερωτικά παραληρήματα, που έχουμε διαβάσει κατά καιρούς.

Όμως, όσο κι αν ακούγεται παράξενο, υπάρχει και ο έρωτας με τα αντικείμενα. Αντικείμενα, που ενέπνευσαν την Στέλλα Μιχαηλίδου να γράψει στίχους, που της κράτησαν συντροφιά, όπως το πολυαγαπημένο τζάκι, που όταν βρέχει, η ποιήτρια κάθεται δίπλα του και νιώθει ότι γράφουν και οι δύο «με κάρβουνο και μελάνι».

Σε μια όμορφη ποιητική συλλογή, φρονούμε πως ο κάθε αναγνώστης βρίσκει ένα δικό του αγαπημένο ποίημα. Το ποίημα της Στέλλας Μιχαηλίδου, που θεωρούμε ομορφότερο βρίσκεται στη σελίδα 33 και είναι αφιερωμένο στη μνήμη του πατέρα της ποιήτριας και περιγράφει τα συναισθήματα, που της γεννά η απεικόνισή του σε ένα κάδρο. Το ποίημα είναι συγκλονιστικό και αποδεικνύει ότι σε στιγμές μεγάλου πόνου, οι ποιητές μας δίνουν τους καλύτερούς τους στίχους.

Στις «Φωνές Σιωπής», οι υπαρξιακές αγωνίες, ο φόβος του θανάτου, η φθορά του χρόνου και τα γηρατειά είναι μερικά από τα θέματα, που απασχολούν την ποιήτρια και μας τα μεταφέρει με ένα τρόπο απέριττο και συνάμα περιεκτικό: «Μα πάλι θρηνώ / στους χτύπους της καρδιάς / της ημερομηνίας λήξης.» Με αυτούς τους στίχους η Στέλλα Μιχαηλίδου εκφράζει την τραγικότητα του ανθρώπου, που είναι το μόνο έμβιο ον, που γνωρίζει ότι θα πεθάνει.

Όμως, παρά τις υπαρξιακές αγωνίες, παρά το φόβο του θανάτου και την τραγικότητα του ανθρώπου, που αναφέραμε πιο πάνω, η ποιήτρια δεν απογοητεύεται. Δεν μας συμβουλεύει να κλειστούμε στον εαυτό μας και να σταυρώσουμε τα χέρια περιμένοντας το μοιραίο, αλλά ίσα-ίσα μας προτρέπει να χαμογελάμε και να κοιτάμε μπροστά. «Προχώρα! / Τίποτα δε μένει στάσιμο.», θα γράψει, παραπέμποντάς μας στην φιλοσοφία του Ηράκλειτου. Κι αν έρθουν δύσκολες στιγμές και παρουσιαστούν ψευδαισθήσεις παραίτησης και χαλάρωσης, δεν είναι παρά όνειρα κακά, που πρέπει να τα διώξουμε για να νιώσουμε την ελευθερία: «Λίγες ερωτήσεις / και η υποψία, το κακό το όνειρο / κάνει φτερά. / Πάλι ελεύθερη. / Πάλι εγώ.» Άρα ο άνθρωπος μόνο, όταν είναι ελεύθερος, μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του.

Πολλοί σύγχρονοι ποιητές θέλοντας να αιτιολογήσουν τον τρόπο γραφής τους, γράφουν ποιήματα, που αναφέρονται στην ποίηση. Γιατί γράφουν; Πως γράφουν; Από πού εμπνέονται; Ποιες είναι οι επιρροές τους; Δυστυχώς, οι περισσότεροι καταφεύγουν σε κοινοτοπίες ή προσπαθούν να εξηγήσουν κάτι που και για τους ίδιους είναι ανεξήγητο. Η Στέλλα Μιχαηλίδου δίνει τις δικές της απαντήσεις με δύο ποιήματα πρωτότυπα σε σύλληψη και ευρηματικά. Ο ποιητής γράφει πρώτα για τον εαυτό του και αυτό δεν είναι εγωιστικό. Ξεκινάει από την εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου για δημιουργία. Ακόμα και η λιγότερο αυτοαναφορική ποίηση, ακόμα και η πιο στρατευμένη στην υπηρεσία μιας καλύτερης κοινωνίας ποίηση, ξεκινά από αυτή την ανάγκη. Και η έμπνευση; Ο ποιητής μπορεί να εμπνευστεί απ’ οπουδήποτε, όμως, αν δεν σημειώσει τον πρώτο στίχο την ώρα της έμπνευσης, το ποίημα χάνεται για πάντα. Όπως, έχει γράψει ο Paul Valery: «Τον πρώτο στίχο μας τον δίνουν οι θεοί» για να συμπληρώσει ο Διονύσιος Σολωμός ότι το ποίημα γράφεται «με καιρό και κόπο». Διαβάζοντας τα ποιήματα της Στέλλας Μιχαηλίδου διαπιστώνουμε ότι μόνο με καιρό και κόπο θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί.

Αρκετά ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ποίημα στη σελίδα 44, που αναφέρεται στην Αραβία με μια περιγραφή πολύ όμορφη, που θα ζήλευαν αρκετοί συγγραφείς ταξιδιωτικών εντυπώσεων. Το ποίημα τελειώνει με λέξεις στα αραβικά, που μιλάνε για παγκόσμια ειρήνη, δείχνοντάς μας πως η ποίηση της Στέλλας Μιχαηλίδου έχει διεθνιστικό προσανατολισμό.

Τα τελευταία ποιήματα της συλλογής «Φωνές σιωπής» είναι ολιγόστιχα και θα ‘λεγε κανείς ότι η Στέλλα Μιχαηλίδου χάνεται στα μονοπάτια της σκέψης της, όμως, φρονούμε πως η φαντασία της ποιήτριας την οδηγεί σε πολύ λιγότερο μπερδεμένα μονοπάτια από πολλούς καταξιωμένους σήμερα ποιητές. Για να ακολουθήσουμε λίγο τη φαντασία της ποιήτριας, παραθέτουμε λίγους στίχους, που κοσμούν το οπισθόφυλλο του βιβλίου της: «Δαίμονες τριγυρίζουν / στο μυαλό μου / κι εχθροί αόρατοι. / Μια συνουσία σκέψεων / τετραπληγικής ψυχής.» Όμως, ακόμα και σε αυτά τα ποιήματα οι προτροπές της ποιήτριας συνεχίζονται. Ο άνθρωπος πρέπει να πετάει με τα δικά του φτερά ακόμα κι αν είναι ένα καρυδότσουφλο στο πέλαγος.

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Στέλλας Μιχαηλίδου «Φωνές σιωπής» είναι μια αρκετά αξιόλογη απόπειρα ποιητικής γραφής. Ο πρόσφατα εκλιπών Ουμπέρτο Έκο είχε γράψει: «Η τέχνη του διαβάσματος έγκειται στο να ξέρεις ποιες σελίδες να πηδήξεις». Προτρέπουμε, λοιπόν, τον αναγνώστη, από το βιβλίο της Στέλλας Μιχαηλίδου, να μην παραλείψει καμιά σελίδα.

*Το παραπάνω αποτελεί κείμενο ομιλίας, που διαβάστηκε στην εκδήλωση: «Ελλάδα-Σλοβενία: Η ποίηση ενώνει», που οργάνωσε το περιοδικό “Vakxikon.gr” στις 17 Μαρτίου 2016.

Δείγμα ποιήματος από τη συλλογή

Παρουσίαση

Απομεσήμερα μιας νιότης ξεχασμένης,
Παπαρούνες της καρδιάς μου.
Φεγγοβολώ το άπειρο,
σ’ αναπολώ.
Στις μελωδίες της καρδιάς μου
θέλω να τραγουδήσεις
εκείνο τ’ όμορφο, γλυκό χαιρέτισμά σου.
Φίλα με, παντού και πάντα
σε νοσταλγώ.

Τέλλος Φίλης, Τροχαίο

Screen+Shot+2016-06-22+at+10.50.07

Ανέμελοι συνεχίζουμε μια προσομοίωση ζωής 
προσέχοντας μην ακουμπήσουμε οτιδήποτε 
φαντάζει συμπερασματικό.

Απρόσεχτα διασχίζουμε τον δρόμο 
ελπίζοντας σε ένα τροχαίο ελπιδοφόρο επίρρημα

*Από το Εντευκτήριο στο http://entefktirio.blogspot.com/2016/06/blog-post_43.html

Δημήτρης Αθηνάκης, “Λίγος χώρος για τον ξένο” {ποίημα σ. 78}

Ευτυχία Παναγιώτου's avatarΕυτυχία Παναγιώτου | exwtico

DSC_0337

Όσες παρομοιώσεις, όσες μεταφορές κι αν

χρησιμοποιήσεις, η φύση, ο κόσμος,

αυτό που βλέπεις θα σε ξεπεράσει

Η γιαγιά μου, γυναίκα της Κυριακής στην

εκκλησία, έριχνε, θυμάμαι, μαχαίρι στο χαλάζι,

να το κόψει· μαχαίρι στο θεό. Σ’ ένα θεό που

αυτοκτονεί τις Κυριακές, ενώ εσύ ανασταίνεσαι

μαζί του πριν απ’ το μεσημεριανό και αφού

σε πάρει ο ύπνος στην καρέκλα.

Νέα γλώσσα. Μαθαίνω. Ολοκληρώνω

τις απώλειες.

Ο καιρός δε φτάνει. Χάνεται ο ήλιος. Νυχτώνει,

και είμαι ακόμα ξαπλωμένος. Κάνω το σταυρό

μου. Τον παίρνω πίσω. Εκείνο το αγκάθινο στεφάνι

μού είναι μικρό.

Δε θα θυσιαστώ αυτόν το μήνα.

Χρωστάω νοίκια.

Διαφέρω από τους άλλους

όσο δεν τους χαλώ τον ύπνο.

_20160622_120934

View original post

Φάνης Παπαγεωργίου, Τρία ποιήματα

523448_3319481828857_973279431_n

Το άστρο εγγεγραμμένο σε κύκλο

Άπλωνε τα δάχτυλα του σχηματίζοντας πίσω της μια μεγάλη πόρτα
ήταν φωταγωγημένη κάτω από τις αχτίδες του φεγγαριού
ίσως αντανακλούσαν τα ξαφνικά βήματα που δρασκέλιζε ο πόνος
ανάμεσα στα δάπεδα των υπόγειων και τις εισόδους των ανελκυστήρων
όταν το φως γαντζώνεται στις παύσεις των μηχανικών κινήσεων
στα ακατέργαστα στόματα των χαλασμάτων που πηγαινοέρχονται
κάτω από το βλέμμα του μεγάλου καμπαναριού
της άνοιγε τον δρόμο, καθώς τον ξετύλιγε σαν νήμα,
τον ακολουθούσε πάνω στα πανιά και τα πελάγη
στις λεωφόρους του φωτός με τα ανοιχτά τους πόδια
αντάλλαζε την οικουμένη με τα βάθη των υδάτων και έτσι ξεμάκραινε
φαινόταν σαν μια κουκίδα
ήταν πια άστρο τυλιγμένη σε κύκλο.

***

Μετασχηματισμός των κύκλων

Η ίδια η αυγή χαμηλώνει τα μάτια
Με την ουράνια αθώωση στην βαρύτητα των βλεφάρων
Και των στεναγμών που φτερουγίζουν σε φύλλα εφημερίδων
Με τα κεράκια της γνώσης ξεφυσά το εδώδιμο φως
Κλειδωμένο στα συρτάρια της ασφάλειας

Κάποιος έξω, τυλιγμένος σαν παράθυρο
Είναι ο έρωτας αντιδάνειο
Κινεί συνειρμικά τους βραχίονες
Προσποιούμενος τη γενετήσια πράξη
Με το πάθος που οι νύμφες υφαίνουν την καταιγίδα

Φοράει την δική του πανοπλία
Και μοιάζει να ζώνεται την φωτιστική πανδαισία
Από σμήνη ολόγυμνα αστέρια
Που αποπλανούν και αξίζουν
Όπως οι γυναίκες που αγαπάμε

Ο ηλεκτρικός ήλιος ανάστροφα
Τυλίγει το γαλαξία με αστροπέταλα και ασπρόρουχα
Με το γήινο πλέγμα που πάνω
Ταξιδεύουν κάθε ώρα αλλόφρονες ελπίδες
Εγκλωβίζοντας το γλίστρημα του κόσμου
Σε παράφρονες ροδώνες

***

Στις λέσχες της αυγής

Τα νέφη όργωναν με τις παλάμες τους
τις στεριές και τα τζάμια, ίσως έψαχναν τη βοή

καθώς έσερναν μαζί τους συλλογές
από λάθη στοιβαγμένα μόλις
από τα στόμια των φλιτζανιών
που τα αντάλλαζαν με τη βροχή

καθώς έσερναν τις αγέλες των ουράνιων σωμάτων
και τα πουλιά της καθεμιάς διπλανής πόρτας
και μέσα στις κυψέλες τους αναπαύονταν
οι κομμένες ηχοί των υποσχέσεων
που ξεριζώνονταν χωρίς σημάδια
μέσα στα βράδια τα κερδισμένα από τη δυστυχία

στις λέσχες της αυγής
εκεί που οι άνθρωποι μαραίνονται
καθώς εμποδίζονται από την αμοιβαία απάτη

*Από τη συλλογή “Η θάλασσα με τα 150 επίπεδα”, Εκδόσεις “Κουκούτσι”, 2016.

Λουκάς Λιάκος, Στροφορμή, Εκδόσεις Straw Dogs

liakos-stroformi20.6.16


σελ. 13
[…]
Πρέπει να σκέφτομαι πως τα μαλλιά σου μεγαλώνουν
γρήγορα λόγω έλλειψης ύπνου. Κλείσε την πόρτα αθόρυβα,
άραγε θα ξαναβρεθούμε; Απροσδιοριστία. Έλλειψη πίστης.
Μια νέα εξουσία ταυτόχρονη, γεμάτη φραγμένες αρτηρίες και
αιφνιδιασμούς.
Όμως εγώ σ’ έχω μες στην κοιλιά μου
κι ο παράδεισος κλείνεται για άλλο ένα βράδυ.
Αδυσώπητα με ξυπνούν χαράματα οι βελόνες και τα προνόμια,
η ταχύτητα των διακοσίων χιλιομέτρων, η ασυγκράτητη πείνα,
η ομαδική τρέλα.
Και σε μεταλαβαίνω και λέω θαύμα, πιστεύω, δεν πιστεύω.
σελ.15
[…]
Η πραγματικότητα μας έχει μάθει να καταβροχθίζουμε
ακουμπώντας το πετσί και το κόκαλο κάτω στο χώμα. Νικημένα,
νικημένοι ζητάμε συμβουλές αρνούμενοι την αποτυχία, αρνούμενοι
την παντοδυναμία του χαμένου. Οι γιατροί είναι λωποδύτες και τα
νοσοκομεία γεμάτα σώβρακα με ατέλειωτη διάρροια και περίεργα
στραβωμένα χαμόγελα. Ο θάλαμος που περιμένει να μας δεχτεί είναι
γεμάτος σαπούνι, οι νοσηλεύτριες γρυλλίζουν αντί να ονειρεύονται
κι όταν πέφτει η νύχτα τρυπώνουν στο δέρμα προσπαθώντας να
ξαλαφρώσουν από την ένταση της ημέρας. Τρυπώνουν στο δικό
μας δέρμα για να βρουν καταφύγιο. Τι χυδαιότητα. Ω ψυχή μου
ζαλισμένη! Ω πονεμένο μου σώμα!
κάθε νύχτα μαζί μου σ’ ένα σώμα
οι εραστές πανομοιότυποι
στην αθλιότητα του κρεβατιού
πως χαίρονται τα χείλη σου
νεκρά και καμαρώνουν
Τη σιωπή
ή αλλιώς
ν’ αφήνεις το νερό
για να βουλιάξεις στην όχθη
σελ. 65
[…]
η μάχη βούιζε στα αυτιά μου και δεν είχα πια ελπίδες μόνο εξομολόγηση χωρίς
χρονικό περιορισμό κι ευγνωμοσύνη να κάνω το λάθος και το σωστό
επιβεβλημένα έτσι χωρίς να κάνω αγγαρείες το φαινόμενο απλά μου
ανήκει δεν ζητώ ψυχικό ενώ εγώ ερχόμουν σπίτι δεν βρέθηκε τόπος
και δεν βρέθηκε ψυχή ζώσα στον τόπο ουδείς βρέθηκε στον τόπο της
τραγωδίας ο άνθρωπος πρέπει να το φροντίζει μόνος του κι αυτό να
ενεργεί όπως η βροχή λυτρώνοντας και καταστρέφοντας να προξενεί
με εξομολόγηση το ερωτικό αίσθημα τη συνουσία κυρίως να μπορεί
να πει δεν έχω πεθάνει ακόμα και κάποιοι θα μιλήσουν γι’ αυτό θα
τους ακούω να μιλούν μη ξέροντας καν αν γεννήθηκα.
Και μας τραβάνε οι μέρες κι η ζωή μας μετρά, με το σταχτί
της συννεφιάς να συγγενέψουμε λέγοντας έλεος. Κι όσο
ανασαίνεις σε γνωρίζω περισσότερο από την ελάττωση παρά
από τη κατηγόρια για το ανέφικτο. Να ξαναφτιάχνεις τον
κόσμο. Πρωί τον ουρανό που ίδια κι αξιολύπητα αρκείται,
να βρίσκει τόσες δυνάμεις που μετά βίας να γράφω:
σ κ ο υ π ι δ ό τ ο π ο ς  ο ξ υ γ ό ν ο υ
Κι άλλο δεν έχεις
από τα πλάσματα που πετάνε

Μια μερική κρίση

Όσο διάβαζα τη νέα ποιητική συλλογή του Λουκά Λιάκου (Λ.Λ.) τόσο μου επιβεβαιωνόταν το κοινότοπο όσο και ζωντανό, ότι  η λογοτεχνία είναι η συνείδηση του κόσμου και η Ποίηση το βάθος και η ουσία της λογοτεχνίας –ιδιαίτερα όταν η αυλαία ενός ποιητικού πονήματος κλείνει σιωπηλά κι αθόρυβα όπως «μια λέξη μας απόμεινε, μπορεί και δύο»- ναι· διότι το πιστεύω, μια λέξη, μπορεί και δύο θα απομείνουν από τις απόλυτες αλήθειες, τις ίντριγκες, τις ιδεολογίες, τις θρησκείες και τις μικρότητες της ανθρώπινης υπόστασης, θα μείνει μια λέξη, μπορεί και δύο –διότι πάντα, Το Έργο θα είναι αυτό που απομένει.

Τί ζητάς αφού δεν βρίσκεσαι με το πρώτο; /Υπάρχεις όταν πέφτω για ύπνο /παριστάνοντας το φως ή κάτι παρόμοιο. /Στην πραγματικότητα /το μόνο που μας απέμεινε είναι μια λέξη/ μπορεί και δύο.

Ο Λ.Λ. φαίνεται, και είναι μέγα ευτύχημα, έχει βαθύτατα συνειδητοποιήσει ότι: η ανθρώπινη Ζωή είναι Στιγμή και τίποτα περισσότερο -Κι όλο αυτό διαρκεί και λίγο ενδιαφέρει και ξεχνιέται – κι αφήνει πίσω της χυμούς από μια μουσική κρυφή, υπέροχη, μαγική κι ανεπιτήδευτη, ούτε δίκαιη είναι, ούτε άδικη, ούτε ποτέ καταδέχτηκε· ούτε καταδέχεται, ούτε τον «Κύριο» ενδιαφέρει, όπως αναφέρει ο ποιητής, εάν εσύ τριγυρνάς μες στους καπνούς / μια ολόγυμνη καμπύλη / σαν ήχος / βέβηλος.
Ο Λ.Λ. φαίνεται, και είναι μέγα ευτύχημα, έχει βαθύτατα συνειδητοποιήσει το κατά τον Γ.Χ. Ώντεν[1]: «Στις μέρες μας το έργο τέχνης από μόνο του αποτελεί πολιτική πράξη» και ότι η πρώτη ύλη του ποιητικού λόγου και γίγνεσθαι στην κοινωνία και τον κόσμο δεν αποκλείεται –το λέω δίχως καμία βεβαιότητα διότι γνωριζόμαστε μόνον διαδικτυακά- να ξεκινά από μια πρόδηλη ή λανθάνουσα αμφισβήτηση, από μία ή πολλές νεανικές ή παιδικές εμπειρίες, ή· από το ανέβασμα του Εαυτού στη σκηνή, ή ακόμα και από τον εσώτερο προβληματισμό για τον εαυτό του  –και από εκεί, ίσως, αρχίζει ο αγώνας του ποιητή Λ.Λ. όπως διαφαίνεται στο ποίημα με τίτλο «Σαν να σε μαλώνει η μάνα σου»:

Στην αρχή απορείς, ο έρωτας καθημερινός ή αιώνιος; Ολέθριος ή απλό παραμίλημα;  Ο θάνατος πάντα ευσεβής, φανερός μες στην απλότητά του. Απαγορεύεται να υποθέσεις.

Αυτά ως πρώτη ελλιπή ανάγνωση της ποιητικής συλλογής του Λουκά Λιάκου. Ελπίζω να συνεχίσει να προσφέρει ποιητική συνείδηση με φειδώ, μέτρο και σύνεση, δίχως να παρασυρθεί από τις φανερά μεγάλες δυνατότητες του αξιόλογου ταλέντου (μέγας ο πειρασμός στην διαδικτυακή πλέον, εκκλησία του δήμου) που διαθέτει και ξοδευτεί.΄Ελπίζω να συνεχίσει να μας προσφέρει εδέσματα εξαίσια, όπως η τωρινή Στροφορμή, διότι όταν σημαίες και λάβαρα σιγήσουν, το Έργο πάντα, είναι αυτό που θα μας απομείνει. Φωνές σαν του Λ.Λ. μας είναι οδυνηρά αναγκαίες.

[Στράτος Φουντούλης]
*
[1] Γ.Χ. Ώντεν, Ο Ποιητής και η Πολιτεία, μτφρ. Ελένη Πιπίνη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2012, σ. 165-166]

Την ποιητική συλλογή του Λουκά Λιάκου, μπορείτε να την προμηθευτείτε από:
Λευκωσία:
– Βιβλιοπωλείο ΜΑΜ / Κωνσταντίνου Παλαιολόγου 19
– Καφενείο – Αναγνωστήριο «πρόζακ» / Μέδοντος 3Α
Αθήνα:
– Βιβλιοπωλείο Πολιτεία / Ασκληπιού 1 – 3 & Ακαδημίας
– Βιβλιοπωλείο του Φαρφουλά / Μαυρομιχάλη 18
– Βιβλιοπωλείο Μωβ Σκίουρος / Πλατεία Καρύτση
Ναύπλιο:
– Βιβλιοπωλείο Αποσπερίτης / Αμαλίας 30

*Αναδημοσίευση από τις Στάχτες στο http://staxtes.com/2003/?p=9444

Με αφορμή το πρόσφατο βιβλίο της Lena Hoff “Νικόλας Κάλας και η πρόκληση του σουρεαλισμού”

10363366_518120628310643_1812891174733751388_n

Eπαναστάτης, μετανάστης, επαγγέλλομαι
τον ονειροκρίτη. Mελετώ Mάγους

τον van Eyck και τον Bosch, τον Breton

και τον Duchamp. Xαιρετώ άθεους Bουδιστές

του Kολοράντο, αναρχικούς κι αιρετικούς.

Γιορτάζω το ηλιοστάσιον και την επέτειο

κάθε Kομμούνας. Σέβομαι τη σκιά του Άθωνα

τις πυραμίδες, την Aφροδίτη.

Xάνομαι στο πλήθος, ξαναβρίσκω τον εαυτό μου

στις αρτηρίες της Bαβυλώνας

στην παλάμη του μέλλοντος.

(Mανχάταν 1977)

Το 1990 ο τότε διευθυντής του Louisiana Μuseum of Modern Art της Δανίας και φίλος της οικογένειας Κάλας, Steingrim Laursen, κληρονόμησε το αρχείο του Νικόλα και της Έλενας Κάλας, καθώς και τη συλλογή τους έργων τέχνης. Τα μεν έργα φιλοξενούνται και εκτίθενται στο Μουσείο Louisiana, το δε αρχειακό υλικό παραχωρήθηκε από τον Steingrim Laursen στο Ινστιτούτο της Δανίας στην Αθήνα, όπου και ταξινομήθηκε από την ερευνήτρια Lena Hoff. Τον Ιανουάριο του 2002 το Αρχείο μεταφέρθηκε στη Βιβλιοθήκη των Βορείων Χωρών που συνέστησαν από κοινού τα Ινστιτούτα σκανδιναβικών χωρών της Ελλάδας και στεγάζεται στην οδό Καβαλλότι 7, στου Μακρυγιάννη, με αποτέλεσμα να είναι εύκολα προσπελάσιμο για το αναγνωστικό κοινό. Μέρος του υλικού αυτού αξιοποιήθηκε στο αφιέρωμα του Μανδραγόρα αλλά και στο συνέδριο που ακολούθησε στην Κομοτηνή σε συνεργασία του Μανδραγόρα με τον Τομέα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, τον Ιούνιο του 2005, όπως και στη βραδιά που οργανώθηκε από τον Μανδραγόρα στον ΙΑΝΟ, όλα με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννηση του Νικόλαου Κάλα. (Τρεις δράσεις μας για τον Νικόλαο Κάλα στις οποίες συμμετείχε η Λένα Χοφ, αλλά να σημειώσουμε την απουσία του επίσημου ελληνικού κράτους που δεν συμπεριέλαβε τον ποιητή και διανοητή.

Το πρόσφατο βιβλίο της Λένας Χοφ βασισμένο στη διατριβή της (Παν/μιο Birmingham, 2006 Νικόλας Κάλας και η πρόκληση του σουρεαλισμού έρχεται να περιγράψει συστηματικά τις πολυδαίδαλες πτυχές της ζωής και του έργου του ποιητή, θεωρητικού, τεχνοκριτικού και πολιτικού (μέσω της αρχαιοελληνικής σημασίας του όρου «πολιτικός» εκ του «πολίτης»), Μ. Σπιέρου (σύντμηση του ονόματος των εκ των πρωτεργατών της γαλλικής επανάστασης Μαξιμιλιανού Ροβεσπιέρου), Νικήτα Ράντου (αναγραμματισμός του πραγματικού ονόματος Νικόλαος Καλαμάρης) και τελικώς Νικόλα Κάλας.

Η λέξη «πρόκληση» αμέσως ή εμμέσως καταλαμβάνει τη οπτική του Κάλα, άλλωστε ήταν και τίτλος της εισήγησής του τον Μάρτη του 1971 σε μια σειρά διαλέξεων του στο Οντάριο: «Η πρόκληση του Νταντά: η σχέση ζωής και τέχνης» με υπότιτλο Το μεγαλείο του σουρεαλισμού βρίσκεται στη συμφωνία με το διάβολο που κάνει ο καλλιτέχνης όποτε το μπορεί. Αλλά και άποψη του καλλιτέχνη η πρόκληση που σημείωνε: αισθάνομαι την ανάγκη να αντιμετωπίσω την πρόκληση λέγοντας μη αναμενόμενα πράγματα, ώστε να προκληθούν περισσότερες ερωτήσεις από απαντήσεις. Άλλωστε προσωπικά προτιμώ τις ερωτήσεις.

Και πραγματικά ξεκινώντας από διάθεση ανατροπής, πρόκλησης, επανάστασης, όχι με τη στενή πολιτική διάσταση, ή με την περιοριστική έννοια της ένταξής του σε ένα κόμμα, αλλά με τον ευρύτερο ιδεολογικό του προσανατολισμό στην αριστερά και την επιλογή του να προχωρήσει σε πολλαπλές ρήξεις κοινωνικές αλλά και ατομικές/προσωπικές ρήξεις, έμεινε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του πιστός στην προτροπή του Breton: Μετασχηματίστε τον κόσμο, αλλά και του Marx: Αλλάξτε τη ζωή.
Πριν αναφερθώ επιγραμματικά στις «ρήξεις» του Κάλα που τελικά του στοίχισαν την αναγνώριση και την αποδοχή στον τόπο του θα ήθελα να σταθώ στις συγγένειές του με τον Μπρετόν: σαφείς οι επιδράσεις του στην τέχνη, στην άποψή τους για την επαναστατικότητα του έργου τέχνης, με ντανταϊστικές καταβολές και αφετηρίες και οι δυο, συγγενείς και στα δοκίμια που δημοσίευσαν και οι δυο για τη ζωγραφική –σημαντικά άλλωστε τα τεχνοκριτικά κείμενα του Κάλα, ομοιότητες και στη σχέση τους με τον Φρόιντ και τις επισημάνσεις τους για την προέκταση της φροϊδικής θεωρίας στο καλλιτεχνικό έργο, αλλά συγγενείς ακόμα και στην πολιτική: τον Μάιο του 1938 ο Μπρετόν επισκέφτηκε το Μεξικό, όπου συνέταξαν στις 25 Ιουλίου 1838 με τον Τρότσκι (σ. 126) το περίφημο κείμενο Για μία ανεξάρτητη επαναστατική τέχνη, που τελικώς έφερε την υπογραφή των Μπρετόν και Ντιέγκο Ριβέρα. Το βιβλίο του Κάλα «Εστίες πυρκαγιάς έτυχε θερμής υποδοχής από τον ίδιο τον Τρότσκι, ενώ ο Κάλας προσανατολίστηκε από νωρίς στον τροτσκισμό –βασική αιτία που αγνοήθηκε από την ελληνική αριστερά και αποσιωπήθηκε σχεδόν μέχρι σήμερα το έργο του. Ο Κάλας επεδίωξε στην Αμερική συναντήσεις του με το στέλεχος του τροτσκιστικού κόμματος Felix Morrow, θέλησε να γίνει μέλος του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος. Τέλος Μπρετόν και Κάλας άσκησαν δριμεία κριτική στο φαινόμενο του σταλινισμού.

Ο Κάλας ήρθε τελικά σε
Α) Ρήξη με την τάξη του. Αναφέρεται σχετικά η Λένα Χοφ ήδη στο πρώτο κεφάλαιο του τόμου στον προσανατολισμό του Κάλα προς την Αριστερά («Διαμόρφωση μιας αριστερής πολιτικής για τον πολιτισμό»), όπως αποτυπώθηκε στο πρώιμο κριτικό του έργο αλλά και στην ποίησή του εκείνα τα χρόνια: συμμετείχε στη Φοιτητική Συντροφιά, πήρε μέρος φοιτητικές διαδηλώσεις ως φοιτητής της Nομικής αντιμέτωπος με το κατεστημένο της σχολής επειδή τόλμησε να γράψει στη δημοτική ήδη από το 1923, ως φοιτητής κλήθηκε σε απολογία για κομμουνιστική δράση, κατήγγειλε το 1930 την τρομοκρατία που ασκείται εις βάρος των δασκάλων για να μην πυκνώσουν τις τάξεις του προοδευτικού Eκπαιδευτικού Oμίλου. «Θεωρώ το εαυτό μου σαν τέκνο της φοιτητικής συντροφιάς, αυτή ήταν η πνευματική υποδομή μου που με ελευθέρωσε από το φρικτό οικογενειακό μου περιβάλλον. Και ο μεγάλος δάσκαλος της φοιτητικής συντροφιάς ήταν ο Γληνός. Κάτω από την καθοδήγησή του έκαμα ότι μπορούσα να δημιουργηθεί ένα νέο περιοδικό οι «Νέοι Πρωτοπόροι». Συνεργάστηκε επίσης και με άλλα αριστερά έντυπα: Nέα Eπιθεώρηση, Kύκλος, κλπ. «Αιρετικός» κομμουνιστής στα θεωρητικά του κείμενα, πιστός στις επαναστατικές ιδέες στην ποίηση, όσο και στην πολιτική, ο Kάλας δε δίστασε να υποστηρίξει την ανάγκη ενός νέου ακτιβισμού για την τέχνη «πέρα από τον παλαιολιθικό [Φιλολογικό Όμιλο] Παρνασσό και την ετοιμόρροπη Nέα Eστία». Χαρακτηριστικές οι ιδεολογικές διαμάχες/αντιθέσεις με τον συγραφέα του «Ελεύθερου πνεύματος» Γιώργο Θεοτοκά (σ. 28) αλληλογραφία πρώτη επιστολή Νοέμβριο 1929.

Β) Ρήξη με την οικογένεια του δικηγόρου, αντιβενιζελικού πολιτευτή και βουλευτή Λέσβου, εμπόρου σιτηρών, εργοστασιάρχη και ιδιοκτήτη ναυτιλιακών επιχειρήσεων στη Pουμανία πατέρα του Iωάννη Kαλαμάρη. Σε μια από τις συνεντεύξεις του (17.11.1982, βλ. σ. 359 του βιβλίου) σημειώνει την επίδραση της Μικρασιατικής καταστροφής και του δράματος των προσφύγων, γεγονός που οδήγησε στη ριζοσπαστικοποίηση του Κάλα (η γαλλική και η Ρώσικη επανάσταση ήταν οι δύο άλλοι σταθμοί στη διαμόρφωση της ιδεολογίας του). Αλλά η Μικρασιατική καταστροφή του 1922 συνέβαλε και στην οριστική ρήξη του με το οικογενειακό περιβάλλον. «Το δράμα των προσφύγων με είχε καταταράξει», λέει συχνά, ενώ περιγράφει την αποστροφή των αστών της εποχής έναντι των προσφύγων: «O πατέρας μου ήταν ένας από τους πλουσιότερους Aθηναίους bourgeois και είχε έρθει μια μέρα σπίτι (ένα μεγάλο γωνιακό Kριεζώτου 2 και Πανεπιστημίου, με τέσσερα πατώματα και κήπο από πίσω) και είδε Mικρασιάτες να τους έχουν βάλει μέσα εις το πλυσταριό και εις όλα τα δωμάτια της υπηρεσίας. Eίπε ότι αυτό τού ήταν απαράδεκτο και έκανε το παν να τους εξώσει. Tο θεώρησα μεγάλη αδικία και από τότε κατάλαβα ότι ο πατέρας μου και εγώ είμεθα δύο άνθρωποι αντιθέτων φρονημάτων· και αυτό εβάστηξε για όλα μας τα χρόνια».

γ) Ρήξη με τις κυρίαρχες κοινωνικές συμβάσεις σχετικά με τη σεξουαλικότητά του. Όπως επισημείνει και η Λένα Χοφ (σ. 110) από την αλληλογραφία του με τον Θεοτοκά, αλλά και από αναφορές του στο βιβλίο του «Συμβόλαιο με τους δαίμονες» διατυπώνει αβίαστα και με παρρησία νύξεις για ομοφυλοφιλική ροπή: «Αλλά οι ιδέες μου για τον έρωτα, ή μάλλον η στάση μου απέναντί του άλλαξε τρομερά. Είμαι άλλος άνθρωπος… ζητώ ορισμένες συγκινήσεις που μου λείπανε (2ο κεφ. Σημ 37 σελ. 374).

Δ) ρήξη ακόμα και με τους υπερρεαλιστές: κάνει κριτική στον Mπρετόν, δημοσιεύει στο «Partisan Review» το άρθρο «Προς ένα τρίτο υπερρεαλιστικό μανιφέστο» (σελ. 201) που θεωρήθηκε τολμηρό από πολλούς υπερρεαλιστές που χαρακτήρισαν την κίνησή του αυτή αποσχιστική και θρασεία προς τον Μπρετόν. Όταν κατέφυγε ο Mπρετόν στις HΠA ο Kάλας του πήρε συνέντευξη για το περιοδικό View στην οποία εντέλει τον χαρακτηρίζει άτολμο με βάσει τις απαντήσεις του (Χίτλερ). Τέλος μέσω δημοσιευμάτων ήδη από τον Νοέμβριο του 1940 στο περιοδικό «New Directions in Prose and Poetry» ο Κάλας διαχωρίζει τους Γάλλους ντανταϊστές και τον Τριστάν Τζαρά, που εντάχθηκαν στη συνέχεια στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας, από τους Ντισάν, Πικάμπια, Μαν Ρέι, που «ήταν στο σύνολό τους απολιτικοί, [ενώ] οι προκλήσεις τους δεν είχαν ως αφετηρία την πολιτική δράση και ένταξη», όπως έλεγε.

Ε) Ρήξη με την κυρίαρχη αριστερά καθώς από νωρίς προσανατολίστηκε στον τροτσκισμό: μετά τη διάσπαση του Εκπαιδευτικού Ομίλου εντάχθηκε στην Aριστερή Aντιπολίτευση που εμπνεόταν από τις θεωρίες του Τρότσκι, το 1932 δημοσίευσε το άρθρο του με τίτλο «Προβλήματα Προλεταριακής Τέχνης» που προκάλεσε τις αντιδράσεις του πυρήνα της ελληνικής αριστεράς καθώς επιχείρησε να πείσει την αριστερή διανόηση να αναζητήσει νέες αισθητικές λύσεις και εκφραστικά μέσα πέραν του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού».

Στ) Ρήξεις με το λογοτεχνικό κατεστημένο της χώρας του που όπως ο ίδιος έλεγε υποδέχτηκε τα βιβλία του με γέλια και καγχασμούς». Άλλωστε όπως περιγράφει και η Λένα Χοφ στο 6ο κεφάλαιο του βιβλίου της οι δύο κυρίαρχες μορφές στην Ελλάδα Σεφέρης και Ελύτης που αναζητούσαν την ελληνικότητα μέσω της ποίησής τους, πολύ μικρή σχέση είχαν με τους ποιητικούς πειραματισμούς του Κάλας, με τα σατιρικά και ειρωνικά καυστικά στιχουργήματα του Κάλα. (σελ. 267 και επόμενες). Ενδεικτικό της οξύτατης επίθεσης των Ελλήνων κριτικών απέναντι στο έργο του είναι τα παραθέματα της Λένας Χοφ από τον Ανδρέα καραντώνη, Θόδωρο Ξύδη και άλλους (Κεφ 2, σελ. 66-69) όπου μεταξύ άλλων σημειώνουν: ο Ράντος ταλέντο δεν έχει. Φιλοδοξίες μονάχα και πείσματα […] δεν είναι καλλιτέχνης είναι υπερμοντέρνος θορυβοποιός με αντιαισθητική ιδιοσυγκρασία. …δεν άφησε τίποτα το ελληνικό δίχως να το βρίσει και να το στραπατσάρει., η νεοελληνική λογοτεχνία του είναι μισητή, (βλ. Λένα Χοφ 369-370).

Ίο 1953 αποπειράθηκε να γυρίσει στην Eλλάδα αλλά σύντομα έφυγε απογοητευμένος. Την εποχή εκείνη δημοσιεύει κείμενά του στο περιοδικό «Πάλι» του Nάνου Bαλαωρίτη. (Μια ανάλογη απόπειρα επανασύνδεσης με το ελληνικό αναγνωστικό κοινό θα γίνει μετά τη μεταπολίτευση, όταν δημοσιεύει ποιήματά του στο περιοδικό «Xνάρι» του Aντρέα Παγουλάτου, με τον οποίο είχε συνδεθεί στο Παρίσι στις αρχές της δεκαετίας του 1970).

Μετά από αρκετά χρόνια πολιτικής αδράνειας, ο Κάλας αναζωπυρώθηκε πνευματικά και ξαναβρήκε το ενδιαφέρον του για την πολιτική μόνο με το βίαιο θυμό που ένιωσε με τα γεγονότα του Βιετνάμ και την ελληνική χούντα –κάτι που γίνεται ολοφάνερο από τα γράμματα και τα άρθρα του από την εποχή αυτή και μετά. Ύστερα από τόσα χρόνια στέρησης της πολιτικής συζήτησης και της ουσιαστικής πνευματικής ανταλλαγής, ξαναβρίσκει τον παλιό του φίλο, που συμμερίζεται τις πολιτικές του ανησυχίες και αντιλήψεις, σε βασικές γραμμές.

Ο Μιχάλης Ράπτης και ο Νικόλας Κάλας γνωρίστηκαν στο Παρίσι το 1938-39, την εποχή που δημοσιεύθηκε εκεί η εκτενής υπερρεαλιστική μελέτη του Κάλας Foyers d’ Incendie. Στο διάστημα του πολέμου οι δυο φίλοι χαθήκανε, ξανασυναντήθηκαν στη Νέα Υόρκη το 1946 ή το 1947 για να ξαναχαθούν έκτοτε για αρκετά χρόνια. Με την αντιστασιακή δουλειά του Ράπτη ξαναζωντάνεψε το 1967 η παλιά τους φιλία και άρχισε η τακτική αλληλογραφία τους στις 23.9.1967 που συνεχίστηκε μέχρι τις 23.10.1984. Η αλληλογραφία αποτελείται από 71 επιστολές -47 προέρχονται από τον Ράπτη, μία από τη γυναίκα του Ράπτη, την Έλλη, και 23 είναι του Κάλας. (Νικόλας Κάλας-Μιχάλης Ράπτης, Μια πολιτική αλληλογραφία (1967-1984), Εισαγωγή-επιμέλεια Lena Hoff.

Για να επιζήσουμε χρειάζεται να δημιουργηθεί μια τρίτη δύναμη που θα επιβάλλει τη δύναμη των λύσεών της σε έναν κόσμο που απειλείται να καταλυθεί από τη δύναμη. Πέρασε ο καιρός που οι μάζες είχαν την πολυτέλεια της αδυναμίας και εμπιστεύονταν τη μοίρα τους σε αυτοδιοριζόμενους σωτήρες. λέει σε ένα σημείο από τα θραύσματα που βρέθηκαν στο Αρχείο του. Και βέβαια την άποψή του για την τέχνη τη συνοψίζει στο περίφημο:

H τέχνη τρομάζει, αναμοχλεύει την επιθυμία, ερεθίζει το φύλο, κάνει τα μέλη μας να τρέμουν… H τέχνη δεν είναι ποτέ συναισθηματική, ποτέ ηθική· η τέχνη είναι εναντίον της καθεστηκυίας τάξης, εναντίον της κυρίαρχης τάξης, εναντίον κάθε κομφορμισμού, εναντίον των αγάδων κάθε είδους και προέλευσης. O Παρθενώνας το αποδεικνύει: η Tέχνη είναι μπαρουταποθήκη!

Ο Κάλας πλήρωσε τις απόψεις του με απομόνωση από το ελληνικό κατεστημένο και από την άποψη αυτή η μελέτη της Λένας Χοφ έρχεται να δώσει νεώτερο φως σ’ έναν σκοπίμως παραγκωνισμένο καλλιτέχνη-επαναστάτη. Είναι ενδεικτικό ότι εν ζωή κυκλοφόρησε ουσιαστικά μόλις δύο ποιητικές συλλογές! Tην πρώτη ―και μάλιστα μετά από μεσολάβηση του Eλύτη στον «Ίκαρο»― 35 χρόνια μετά τις πρώτες του δημοσιεύσεις, μόλις το 1976! Tη δεύτερη ―όπου επίσης περιλαμβάνονται ποιήματα του 1933 ―50 χρόνια μετά, (το 1983), και μόλις πέντε πριν το θάνατό του!.. Eπίσης το βιβλίο του «Kείμανα ποιητικής και αισθητικής», με άρθρα και επιστολές του σε περιοδικά και εφημερίδες της περιόδου 1929-1937, σε επιμέλεια Aλ. Aργυρίου, κυκλοφόρησε το 1982! Eνώ τα δύο κατεξοχήν θεωρητικά του βιβλία «Εστίες πυρκαγιάς» και «H τέχνη την εποχή της διακύβευσης», μεταφράστηκαν μετά θάνατον ―60 και 30 χρόνια αντιστοίχως από την έκδοσή τους σε Παρίσι και Nέα Yόρκη― και κυκλοφόρησαν στην Eλλάδα ταυτοχρόνως μόλις τον Δεκέμβριο του 1997, με αφορμή προφανώς τα δεκάχρονα από το τέλος του, στις 31 Δεκεμβρίου 1988 στη Nέα Yόρκη.

*Αναδημοσίευση από τη σελίδα του Κώστα Κρεμμύδα και των εκδόσεων “Μανδραγόρας” στο Facebook.

Βασίλης Βασιλειάδης, Αποσπάσματα από τό Fuck Off

Φώτο: fadek9

Φώτο: fadek9

Είναι πού πρέπει νά τό περπατήσουμε σάν τολμητίες αυτό τό καλοκαίρι, ερωτευμένοι καί μέ τή ζωή καί μέ τούς ανθρώπους, εντελώς άπιστοι στίς παρακεντέδικες βαρύτητες τής λογικοπληξίας τής γινατζίδικης…………………
καλές ερωτευμένες στράτες γιά όλους μας.
Καί νά θυμάσαι, γιά νά μή σκιάζεσαι,
πώς
…………………………………………………………..
τά σημάδια πού αφήνουν οί βιογραφίες τού έρωτα επάνω σου
μήν φοβάσαι νά τά χαιδεύεις
δέν είναι ούτε ή φύρα ούτε τά κέρδη σου
είναι οί παρατατικοί τής ομορφιάς
πού μαρτυρούν πώς έζησες έμφλογες καί ένσπερμες
Μοιρασιές
—————————————————————-

καλοκαιρινή βραδειά,νοτισμένη από έρωτα,
ομολογεί αμέριμνα
πώς
———————————–
αφού χόρτασα
άλλοτε σέ ορθοστασία
κι άλλοτε σέ κινήσεις κυκλικές
περιπλάνηση,συναντήσεις και αποχωρήσεις
αφού υπήρξα μέτοχος
στήν αγορά παραγωγής, χρήσης καί διακίνησης
συναισθημάτων βρώσιμων
σχεδιασμένων πάνω σέ κίνητρα καί προνοήσεις
αφού διένυσα 
μέ επιτάχυνση ακραία
αγάπες βασισμένες πάνω σέ διαπραγματεύσεις
καί στρατηγικές κινήσεις
τώρα
εμένα πού υπήρξα λογιστής εξασκημένος στήν διαχείρηση
οικονομίας εντάσεων ζωής
νομίζοντας πώς όλη αυτή ή αφθονία είναι επιτεύγματα
αναίμακτα καί κερδοφόρα
τώρα
πού τό αίμα αχνίζει βγαίνοντας ξερεθισμένο από τούς ακρωτηριασμούς
μέ περιπαίζει ώς νοθευμένο καί εκπτωτικό
τώρα λοιπόν
πρώην ερωτοδρόμος ένδοξος
μέ αποψιλωμένα τά ξεφτίδια μου από αυτοπροστασίες
καί ακαμουφλάριστος από σημαινόμενα
γίνομαι εκθετικός καί επιρρεπής στίς ψιθυριστές ομολογίες
χαιδεύοντας τά μελιά μάτια της, μουρμουρίζει ή ευτυχία μου
γιά τήν ακύρωση τού τρόπου πού υπήρξα
<μακάρι νά σέ είχα αγαπήσει νωρίτερα
μία ολόκληρη ζωή νωρίτερα…………….

Παρακαλώ; τόν ρώτησε πίσω από τόν γκισέ ό υπάλληλος 
ζητάω τής ζωής μου τά αναδρομικά,απάντησε 
μία στιγμή νά κοιτάξω τήν καρτέλα σας
παύση αναμονής. …….
τά ακυρώσατε κύριε, ανταπάντησε ό υπάλληλος 
τά ακύρωσε ή αφωνία σας
ορίστε τό γράφει ή σφραγίδα τού πορίσματος 
"ζωή ακυρωμένη εξ αιτίας αναντίρρητης αποδοχής 
τό σύστημα δέν σάς χρωστάει τίποτε κύριε
πηγαίνετε σάς παρακαλώ 
νά έρθει ο επόμενος. …….

*Fuck Off long poem σέ εξέλιξη δημιουργίας.