Γιώργος Βέης, Ο Αλέξης Τραϊανός στο τηλέφωνο

f52

Έλα σπίτι να γράψουμε ποιήματα
με χίλια βιολιά να παίζουν αληθινό ροκ,

η νύχτα διπλή, δίχως σταθμό,

μ’ όλα τα μίλια τής μηχανής και του χρόνου στο φουλ

έλα, με το τζιν να ποτίζει το μεδούλι τού νου,

έλα στο σπίτι να γράψουμε τρελά ποιήματα,

θυμάμαι που μου το ‘λεγες τόσες φορές

και σ’ άκουγα στο βάθος τής πολυκατοικίας

οδός Βασιλίσσης Όλγας 118,

με τα παντζούρια κλειστά, μέρα μεσημέρι,

για να μην μπαίνει το φως του καλοκαιριού

στο πικάπ ο Σαχτούρης να διαβάζει ποιήματα

κι εσύ να μεταφράζεις τους απόβλητους ποιητές σου,

μαγεμένος πίνοντας μαγεμένος ως το άλλο πρωί,

με τη ζέστη να ξεραίνει τις λέξεις μας,

με το μαγιό εσύ, με τους πόρους σου ανοικτούς,

για να μπαινοβγαίνει ελεύθερα το σκοτεινό αλκοόλ της μοίρας

με το τηλέφωνο κατεβασμένο

σε πόναγε το κουδούνισμα απ’ το υπερπέραν,

στο μικρό χολ οι εφέστιοι θεοί σου μαχαιρωμένοι

με το στιλέτο που έκοβες τις σελίδες και τις φέτες τής ζωής σου,

τ’ άδεια μπουκάλια στο πάτωμα, σφυρίχτρες τού θανάτου,

μου τέλειωσαν τα τσιγάρα, μου τέλειωσαν οι στίχοι,

έλα να γράψουμε άλλα ποιήματα

έχω Johnnie Walker σήμερα,

με πήρες προχθές τηλέφωνο εδώ, στο Μανχάταν,

μου ‘πες θα ‘ρθεις τα Χριστούγεννα

κι εγώ σε πήρα όπως πάντα στα σοβαρά,

θα ‘χουν μεγαλώσει πολύ τα γένια σου

θα ‘χεις γκριζάρει κι εσύ Αλέξη,

θα πάμε βόλτα στην Πέμπτη Λεωφόρο

δε θα βρέξει καθόλου εφέτος, σ’ τ’ ορκίζομαι Αλέξη,
δε θα λιώσουν ποτέ τα χέρια σου και τα ποιήματά σου,

νόμισα ότι σε είδα το πρωί στο δρόμο,

ότι μου ‘κανες τάχα έκπληξη
κι έψαχνες να με βρεις στην πόλη,

φώναξα, τράβηξα κάποιον απ’ τον ώμο,

γύρισε και με κοίταξε ένα μελαχρινό αγόρι

είχε τα μάτια σου,

Αλέξη πάρε με στο τηλέφωνο

για να έχω έτοιμο το καλύτερο ουίσκι που κυλάει εδώ

θα φτιάξω και το μαγνητόφωνο για να μου διαβάσεις

τα καινούργια σου ποιήματα, αυτά που λες

τα «πέντε χρόνια στο σκοτάδι»

θα φτιάξω και το μικρό μου τρένο

για να γυρίσουμε πίσω μαζί
στη Σαλονίκη.

*Από τη συλλογή “Υστερόγραφα γης”.

Kate Llewellyn, Letter to Freud

%24_57.JPG

What does  a woman want
Sigmund
it’s simple
what a funny question
well speaking for myself
to be loved
same as everyone else I know
yes
by the man who I want to love me
and by the greengrocer
the chemist
the postmistress
my children
– I take it my friends will anyway
and I want to be left alone
no-one saying sit down
stand up
come here
I run away then
no
it may surprise you but I’d really rather not
have a penis thanks all the same
I suppose it’s hard for you to believe that
I’d like a few laughs
rolling round a bed laughing my head off
and all the normal human things
clean water shelter
fresh food
that most never see
in their whole male or female lives
and not to want anything
Sigmund
most of all that
or does that only come like a ticket
with death?

1985

*Taken from http://poetryblogroll.blogspot.com.au/2016/06/i-wish-id-written-this_24.html

“Ο Καβάφης, στο σχολείο και στην ποίηση” | της Ευτυχίας Παναγιώτου

Ευτυχία Παναγιώτου's avatarΕυτυχία Παναγιώτου | exwtico

cover_FINAL2.jpg Πίνακας: Γιάννης Κολιός

Όταν πρωτοάρχισα να καταστρώνω ποιήματα –γιατί και πώς και κάτω από ποιες συνθήκες κανείς δεν γνωρίζει, κι αυτό είναι το ωραίο–, ο καβαφικός Θεόκριτος ενσάρκωνε τον πόθο μου να συναντήσω τον ιδανικό δάσκαλο. Ήθελα κάποιον να μου πει αν λοξοδρόμησα, αν έπρεπε να συνεχίσω στην ίδια τροχιά ή να του στρίψω.

«… Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει

να ’σαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.

Εδώ που έφτασες, λίγο δεν είναι·

τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.

Κι αυτό ακόμα το σκαλί το πρώτο

πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.

Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο

πρέπει με το δικαίωμά σου να ’σαι

πολίτης εις των ιδεών την πόλι …»

Αυτά μου είπε. Τόσα πρέπει μόνο σε ένα καβαφικό —κυρίως ψευδοϊστορικό— ποίημα χωράνε και πουθενά αλλού. Γι’ αυτό μάλλον τον αγαπούσαμε τον Καβάφη στο σχολείο και τον ακούγαμε, παρότι ήταν κι εκείνος δάσκαλος που μιλούσε για…

View original post 1,074 more words

Έρμα Βασιλείου, Εκζητώντας

tango
 
Έχει καιρό που κάποιες λέξεις μ’ εγκατέλειψαν
Άκαρδα ή όχι, άγνωστο αγνώστου
Άστοχο άστοχου βίου
Πήδηξα επί τέλους στο στόμιο
Του ανοιχτού ηφαιστείου
Ρέει ανήμπορο αίμα
Δεν πανικοβλήθηκε η ηχώ
Μερεύει ο θάνατος στο σώμα
Καίγεται, ζει η αναπνοή
Γλυκύτητα γλυκύτητα
 
Της σημερινής μου ουσίας
Δεν είσαι αξίας πια να σε γευτούν
 
Πεθαίνεις με τη λάβα που ζωντάνεψε
Γεννιέσαι με τη λάβα που γερνά
Κι έχεις τον ήλιο πολεμιστή
Με γυάλινες ασπίδες
Να σε μάχεται
 
Και σήμερα πώς είναι τόσο όμορφος
Κι ανίκητα γεμάτος από ζήση
Κι έχεις τον ήλιο να σε μάχεται με ερωτήσεις
Έχεις χρώμα;
Κι αν απαντήσω;
Μετά τον έρωτα τι; Με τον  έρωτα γιατί;
 
Τι περνά και μένει περισσότερο;
 
 
***

Seeking out
 
For some time now
some words have abandoned me
Heartlessly or not, unknown of an unknown question
a miss of a missed life
I jumped at last into the mouth
of the open crater…
helpless blood runs
the echo has not panicked
death is meek in the body
breath is burning and lives
 
oh, sweetness sweetness of my substance
you are no longer of value to be tasted
you are dying with the magma that is reviving you
you are being born with the lava that is aging you
the warrior sun is fighting you
with glass shields
and how handsome is he today
unbeatable and full of life
you have him battling you with questions
 
do you bear any color?
 
And if I reply …
what after love?
why with love?
 
What passes yet remains even longer?

*Translated into English by the poet.

Νικόλαος Κάλας, Απαγγελίες

13445421_263303744035497_8761038343439431099_n

Το τριακόσια τριάντα τρία δεν απαντά

Πλάι στον αριθμό το «οδός Κριεζώτου 2».
Η εν Ισσώ μάχη!
«Δεσποινίς Πυθία δοκιμάσετε πάλι».
«Νικήτα Ράντο, δεν μ’ ακούς;
το τριάντα τρία η πρώτη σου ποιητική δοκιμασία»
το Είκοσι δύο επέστρεψαν οι Έλληνες απ’ την Μικράν Ασία.
Επέστρεφε ώ Ιστορία!
Η Τροία του Ομήρου, η Τροία του ονείρου
τριαδικά συστήματα προϊστορικά, μεταχριστιανικά
υπολογισμένα καβαλιστικά.
«νικήτα Ράντο γιατί δεν απαντάς;»
Τριάντα τρία χρόνια κι ύστερα επέστρεψεν η εν ηχώ μάχη:
«Δεν μ’ αναγνωρίζεις; Είμαι Πλακιώτης Μανχατανάς,
και βροντοφωνάζουν μέσα μου
της ταραγμένης σου ψυχής τα φλογερά οράματα».

***

Υπενθύμισα στον εαυτό μου

Υπενθύμισα στον εαυτό μου
περιπέτεια φόβου και τόλμης.
Το Σαράντα ξεκίνησα από την Λισσαβώνα.
Μα τι συμβαίνει στην Λισσαβώνα;
Ραγίζονται τοίχοι, συσσωρεύονται λέξεις
πλουτίζεται η ρητορική
στο ταξίδι των σελίδων χορεύει η σκέψη
αστράφτει η τύχη και βροντοφωνεί
mare tenebrosa! Η ιστορία δαμάζει
τον ωκεανό με τριήρεις και πετρελαιοφόρα
θησαυροί Κνωσού και Ινδιών
τόλμη θαλασσοπόρων
κύματα του πληθυσμού
ποιητική σύλληψη και κατάληψη της εξουσίας
όνειρα κι αγώνες, αγωνία και ελπίδες.

***

Σκάκι

Ένας κόσμος-ένας κόσμος τετράγωνος ο κόσμος μου.
Στις απλοποιημένες του διαστάσεις χαρακώνονται οι ορίζοντες των
ημερών, της ισονυκτίας η αντιθετική επιφάνεια.
Όλα τα εγκλήματα της ζωής-πανουργίες φόνοι-ξαναζούν απάνου
στο σιντέφι και στον όνυχα όπου επίπονα γλιστρούν άκαρδου
νου τα φιλντισένια σύμβολα τα είδωλα από κοράλλι.
Ο δρόμος τους, οι επικίνδυνοι σταθμοί των, οι απογοητεύσεις και
τα λάφυρα-χαρές γι αυτό που ήτανε καρδιά.
Τώρα με του χεριού τη σπάνια κίνηση να περιπλέξει το ξερό παιχνίδι.
Το αίμα που κυλάει, οι βιασμοί, ό,τι κρυφό έχει η ψυχή, δε διακρίνεται
στις αυστηρές του μεταβολές.
Όσοι όμως ξέρουν τους κανονισμούς, στο κάτοπτρο βλέπουν τις
φρικτές εικόνες που δύο παίκτες κλείσανε σ’ εβένινο πλαίσιο
και προσπαθούν με λιτές κούκλες να σκεπάσουν.

***

Την Ευρυδίκη που θα χάσεις την έχεις ήδη χάσει

Την Ευρυδίκη που θα χάσεις την έχεις ήδη χάσει
ήσουν εσύ η Ευρυδίκη όταν ο χάρος
απ’ τη ζωή και την Ελένη σου
να σ’ αποσύρει τάχθηκε.
Σε ξαναείδε η μέρα.
Ρίξε πίσω σου το φως που μας προσδοκά
ατένισε άσβηστον φως. Φως κι ο λόγος.
Ζει του Ολυμπιονίκη μονάχα ο Πίνδαρος.
Ρήματα Σίβυλλας, αποφάσεις κύβων
το σεληνόφως της Ελένης
της φλογεράς λύρας η αδαμάντινη λάμψη
διακόπτουν το χάος.

***

Φαίδρα φαιδρή μου Φαιδρούλα

Φαίδρα φαιδρή μου Φαιδρούλα
απόψε θα χύσουμε αίμα, οδός Μαυρομιχάλη
θα ποδοπατήσουμε αισθήματα κι αισθήσεις.
Τυραννοκτόνοι! Δεν είναι για σένα
η σωφροσύνη της Κυράς Λίμνης
χανούμισσα εσύ χαμένων χαδιών
πορταΐτισσα της Μανίας, λέαινα
της Ακρόπολής μου. Απόψε τα χαλάσματα!

***

Φανάρια ραγίζουν τη νύχτα αόρατου δρόμου

Φανάρια ραγίζουν τη νύχτα αόρατου δρόμου
αντιμέτωπος θέληση δεν συγκρατεί τα φρένα
το θύμα: τριαντάχρονος. Συντρίμματα τα πόδια του
τρεις μήνες τουλάχιστον θα μείνει κατάκλινος
προ τριών ημερών συγκατοικεί η ασθένειά μου
στο δωμάτιό του, τον χαρακτηρίζουν
μεσιτικές εργασίες αστικών ακινήτων
στην περιοχή Chelsea. Αναπτύσσει ο νους του
λόγους ακυρώσεων συμβολαίων κι εξοικονόμησε
δομικές ανάγκες δύο του ιατρών.
Ελληνικό μαγειριό της γειτονιάς μας σερβίρει
άριστο καφέ με μηλόπιτες, γεύση apple-pie.
Τον ξαναείδα τις προάλλες, μα τώρα που εύρωστα δέντρα
διακλαδώνουν νέους χαραχτήρες, νέες ουράνιες συνταγές
νέες εκτιμήσεις του τύπου μου χαράσσουν το χαραχτήρα.
Νεότης, γεράματα εντυπώνονται. Σήμερα και χθες
το μελτέμι παίζει με κλάσματα μύθων
καταθέτω εικόνες ενώ η φωτεινή μου
Ελένη συγκρατεί τις φρένες μας εντός του κειμένου.
Ακτίνες κοβαλτίου, μόρια ιωδίου σπέρνονται
στον καταραμένο χώρο. Νέες διαστάσει της ιατρικής.
Παρηγοριέμαι με την αστρολογία κι αυτή
από καιρό σε καιρό καρκινοβατεί με ζωδιακό φως.

*Από τα βιβλία “Οδός Νικήτα Ράντου”, εκδόσεις Ίκαρος, 1977 και “Γραφή και Φως”, εκδόσεις Ίκαρος, 1983. Τα ποιήματα αυτά είναι από ηχογράφηση του 1982 για την ΕΡΑ. Μουσική σύνθεση Βασίλης Ριζιώτης. Εδώ τα μεταφέρουμε από το http://www.poiein.gr

Γεωργία Τρούλη, Δεδηλωμένα – Η μασέλα – Η κόγχη

173552g-3.el_topo

[Έτσι που την ζωή σου ρήμαξες εδώ/ στην κόγχη τούτη την μικρή/ σ’ όλη την γη την χάλασες]

Θα περάσουμε κάποιες φορές στην απέναντι όχθη. Θα χορέψουμε την μουσική με όλη μας την ένταση. Θα φορέσουμε τα καλύτερα παπούτσια στα χέρια. Θα παίξουμε με μια τεράστια πόρτα της Φλωρεντίας «άνοιξε-κλείσε». Θα την έχουμε θεματοφύλακα αναχωρήσεων. Μια κούπα σούπα ζεστή, σύμβολο αφίξεων. Θα περιστρέφουμε τα ζιζάνια της απόφασης.

Θα ζευγαρώνουμε. Κι ένα κλωνάρι ευκάλυπτου και μάραθου θα λέει ‘Μην Ενοχλείτε’ στην παραμορφωτική μας εικόνα. Θα αλλοιώνουμε την αφύσικη ενήλικη γνώση μας με πισωγύρισμα σε ηλικία που ιδιαίτερα δεν μας ανήκε. Θα την κουβαλάμε από το χέρι την σκληρότητα και θα πλατσουρίζουμε σε λακκούβες νερό. Νερό που ξεχάστηκε από βροχή. Θα λέω καλύτερα ‘νερό που λίγο θέλησε λίμνη να γίνει’. Θα ανοίξουμε δρόμο για ποταμό έπειτα, θα γεφυρώσουμε χάσμα. Θα στουμπώσουμε τους φόβους σε κούτες και θα καλέσουμε την μεταφορική για μετακόμιση και μετοίκηση σε μεταμοντέρνα σχέδια κλαδιών. Θα λέμε ‘Είμαστε πουλιά’. Εγώ ίσως αυτό. Εσύ μάλλον το άλλο. Θα καταναλώσουμε λόγια και υπόσχεση. Μεταλογικά θα πούμε ‘μετά την αναχώρηση από το ταμείο ουδέν θα αναγνωριστεί ένσημο δεδουλεμένο, συναίσθημα δεδηλωμένο, άγγιγμα δεδικασμένο’. Δεν θα μας νοιάξει τίποτα. Οι ξεδοντιασμένοι θα μας φαίνονται πολύ μακριά αλλά εγώ θα σου θυμίζω πως η φτώχια ενός λαού από τα δόντια φαίνεται. Θα ακουμπάμε τα μάτια μας το βράδυ σε ένα ποτήρι νερό και θα κοιμόμαστε χωρίς να βλέπουμε κάτι στον ύπνο. Κυρίως ο ένας τον άλλον.

Θα κάνουμε παιδιά, ποιήματα, ταξίδια, ψευδοεπαναστάσεις, επαναπροσδιορισμούς και επανέναρξη της μικρής εταιρείας μας. Ένα- ένα τα δόντια μας λιγότερα αιχμηρά αλλά περισσότερο σαρκοβόρα. Πώς γίνεται, μην απορείς. Κάποτε χαμογελούσαμε και σου έλεγα ‘βλέπω μικρά λευκά ζάρια χωρίς βούλες όταν χαμογελάμε’. Κι εσύ μου έλεγες ‘ βλέπω κύβους κατάλευκης ζάχαρης’. Μετά από καιρό θα σου λέω (και ως το μεδούλι θα με πιστεύεις}’Τίποτα δεν με περιέχει-μόνο περιέχω’. Κάποια στιγμή θα φωνάζεις και θα το ακούω σε όλο τον λαβύρινθο του αυτιού μου ‘Ζήσε ζήσε ζήσε’.

Και τότε θα χαιρετιστούμε σαν πιγκουίνοι με λίγο απομακρυσμένο από τον ώμο το μπράτσο. Μόνο κερκίδα και ωλένη σε κίνηση-Σαν πιγκουίνοι που για καιρό έμειναν κολλημένες μασχάλες. Έπειτα ανακάλυψαν μια άλλη γη κάτω από τον πάγο. Δεν ξέρω πώς είχε φθάσει ο μύθος εκεί πάνω και πόσο προχώρησε η ιστορία αλλά τόσο νάρκισσοι ήταν που όταν κοίταξαν εαυτούς σε λιωμένο νερό, τόσο θαμπώθηκαν που βούλιαξαν σε βάθος. Και κανένα αλιευτικό δεν τους αναζήτησε .Κανείς δεν ένιωσε πόσο υπήρξαν

Έλα τώρα, βάλε τα παπούτσια, βάλε πάλι τα μάτια στις κόγχες, φτιάξε ένα μπρούτζινο κυνόδοντα. Άσε τις σχισμές ορθάνοιχτες. Θα φτιάξουμε ποταμό. Θα ονομαστεί ουροβόρος κι αυτός. Θα εκβάλλει με ορμή σε κάθε ανάχωμα. Λίμνη δεν θα γίνει ποτέ

Έλα τώρα, έχω για μάτια ποτήρι. Για μασέλα ποτέ.

Ως το μεδούλι να με πιστέψεις. Μπορείς.

Θεοδοσία Μαρινούδη, Ποιήματα από τη συλλογή “Τα καρφιά από μέσα”

marinoudi029

Με πορφύρωσαν

Και είχαν πένθος σκοτεινό
δυσανάλογο.
Ήταν χιλιόμετρα λινού υφάσματος
που βάζαν όρια
καρφιά
μετά τ΄ αφήναν.

Και ρίχναν άγκυρες
Νερά που ζεματούσαν.

Της αγάπης τα αίματα

***

Αφροδίτη

Ο καλός μου έβαζε τις νάρκες
τα μαλλιά μου νυχτεριδες πλεγμένες
τα χέρια γάτες κοφτερές

Το πνεύμα μου συνεθλίβη.

Η τρέλα είναι
ζωσμένη μαύρους εραστές.

Η τρέλα έχει κομμένα χέρια.

Είπαν
η Vivian Eliot
η Camille Claudel
η Silvia Plath
η Ελένη Αλταμούρα.
Και η καλύτερή μου φίλη.

***

Οι νεκροί Έρωτες

“Ποτέ μην γράψεις για το θάνατό σου.
Μπορεί να σου συμβεί”
είπε ο Πάστερνακ στη Ρωσία.

Τότε ο Μότσατ έσκυψε
πάνω στα ημιτελή requiem του
κι έγινε όλος δάκρυα.

***

Αθήνα

Ε, κι αν ανοίξαν πέλαγα;
Η θάλασσα
όρθιο άρρωστο θηρίο
ματώνει

***

Ποίηση

Αφού σου λέω
πως ο Αρτώ τρελάθηκε
μην ακούς τη μεγάλη του νύχτα.

Πουλί ματωμένο. Αλγεινό.

***

Ο δολοφόνος acetone

Εγώ από τις Μήδειες αγαπώ
αυτήν του Παζολίνι.
Που δεν ανέβηκε στον ήλιο
και τραγική δεν έγινε.
Δεν είπανε Αλλοίμονο… Αλλοίμονο…
γι’ αυτήν

Από έναν έρωτα ξεφτίδι σύρθηκε
μικρό
φτερό στον άνεμο
με όπλο.
Μα ήταν όμορφος πολύ.
Σαν τον Χριστό του.

catocommunista… catocommunista…

***
Τα πάντα ρει

Η θάλασσα έπηξε μαλυρα πανιά

Μα θα γεμίσει αλάτι

*”Τα καρφιά από μέσα”, Εκδόσεις Ένεκεν, Ιούνιος 2015, ένθετο στο τεύχος 36 του ομώνυμου περιοδικού από τη Θεσσαλονίκη.

Αντιγόνη Ηλιάδη, Πέντε ποιήματα από την ενότητα “100% Φυτική – Σπόρια”

tumblr_mgd2j0hzvZ1s02s17o1_500

Ταφή

την έθαψε κι έσπειρε
ορχιδέες στην καρδιά της

***

Βιγόνιες

ανθισμένες βιγόνιες
που ξεπετάγονται
στο δέρμα σου
ξεπετάγονται και
ανοίγουν και κλείνουν τους πόρους σου
φιλούν τα μικρά σου σπυράκια και
σχίζουν τις ουλές σου
και βγάζουν την καρδιά σου
προς τα έξω σαν αίμα
μέσα από τις μικρές ελιές σου
ουρλιάζουν το μέσα σου
αναθεματισμένες βιγόνιες

***

Ανατομία φυτών

σε άρχισα από τον μίσχο σου
κυλούσα ακόμα
από την πάνω επιδερμίδα
το δάχτυλο μεσόφυλλα
ύγραινα
στην πρωτοσκληρεϊδα
μεταξυλικά κατέβηκα σιγά
στου βλαστού σου το βάθος
σπογγώδες το πάθος
παρέγχυμα
στη δευτερεύουσα νεύρωση
υπέστησαν τα χέρια μου παράλυση
και μια επιθανάτια ώση τραγική
του έρωτος παύση

***

Eikoh Hosoe

Eikoh Hosoe

Φύτρα Ι

χωρίς χώμα
χωρίς ρίζες
χωρίς κλαδιά
χωρίς λίπασμα
χωρίς ήλιο
χωρίς χλωρίδα

μόνο μια φύτρα

αχ αυτή η μονακσιά

***

Φύτρα ΙΙ

ΟΔΗΓΙΕΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑΣ ΦΥΤΡΑΣ
Πώς να καλλιεργήσετε μια φύτρα:

για να το κάνετε σωστά
βουτήξτε το σώμα σας σε ένα άλλο
τυχαίο δεν χρειάζεστε ποσοστά
βουτήξτε το καλά
και περιμένετε ανάσκελα
στον ήλιο πάντα ή στη λάμπα

μην ανησυχείτε για το τι φυτό θα βγει
ποτίστε το ραντίστε το
η επιβίωση είναι που μετράει

το κενοτάφιο του ανέστιου χρόνου

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

image

Οι μέρες μας στη θάλασσα,
ευθείες αναφορές μιας
ακυβέρνητης απελπισίας/
κι όλα αυτά τα επικρεμάμενα σύννεφα,
ήδη σκάφη,
ήδη δάση κυνηγών,
που ερωτεύτηκαν τα ελάφια εν καιρώ πολέμου,
εν τέλει αποχρωματίζονται,
-κι ας καρπίζουν ακόμη μουσώνες
με την οσμή των αλατισμένων τζόγων-
τυφλοί ψυχοπομποί,
προς το κενοτάφιο του ανέστιου  χρόνου.
Εκεί εναποτίθεμαι,
σαν ένα έμβρυο,
ενθύμιο οργασμών,
κάθε νύχτα που επαναλαμβάνεται το έργο,
με την ελπίδα εναλλακτικού φινάλε.

photo: Harvey Stein (American, born 1941)
The Hug: Closed Eyes and Smile
1982
Digital, inkjet archival print
-33 x 48.3 cm
Collection of the artist
© Harvey Stein, 2011

View original post

Dimitris Troaditis, Two poems in Portuguese

poulia-i-dunami-tou-ti

Translations: Emília Cerqueira

Estava aqui a interrogar-me…

Estava aqui a interrogar-me
Se um punhado
de palavras
pode mudar
as nossas mentes

Estava aqui a interrogar-me
Se uma frase tão minúscula
pode praticar
um impacto catalítico
nas nossas vidas

Se assim for
vou pedir aqueles cá em baixo
para se livrarem
daqueles lá de cima,
nos anúncios

*The english version is here: https://tokoskino.me/2016/03/14/dimitris-troaditis-im-wondering/

***

time-passages-image

Passagens

Quais triunfos
quais vitórias
que gargalhada
que canção

O coração a encolher
para o abismo
e eu sem saber
a morada

As longas vias livres
tiram-me o fôlego
as corredores expandem
a minha passagem de tempo
nas suas enormes criptas

*The english version is here: https://tokoskino.me/2016/03/19/dimitris-troaditis-passages/