Andrew Velazian, Drunk on Apathy / Μεθυσμένοι στην Απάθεια

1*rz5nEhYYzdot57vm4VWb-Q

If we are to reap what is sown
from the soil
Fertilised
by the bones of the poor and their toil

Anger should have now ripened
to action
As The Grapes of Wrath
go unanswered
As it’s from our own boots
we get trampled

into the earth, the bitter juice leaks
Resolve is destroyed
as our impotence peaks
But we take all their shit and wallow in silence
Afraid to stand tall
afraid to use violence.

Μεθυσμένοι στην Απάθεια

Αν θέλουμε να αποκομίσουμε ό,τι σπέρνεται
από το έδαφος
γονιμοποιημένο
απ’ τα οστά των φτωχών και του μόχθου τους

Ο θυμός θα πρέπει νά ‘χει πλέον ωριμάσει
στη δράση
καθώς Τα σταφύλια της οργής
μένουν αναπάντητα
Καθώς είναι από τις δικές μας μπότες
που ποδοπατιούνται

στη γη, διαρρέει o πικρός χυμός
Η λύση καταστρέφεται
καθώς η ανικανότητά μας κορυφώνεται
Αλλά αγοράζουμε όλα τα σκατά τους και βυθιζόμαστε στη σιωπή
Φοβούμενοι να ψηλώσουμε
φοβούμενοι να χρησιμοποιήσουμε βία.

*Το αγγλικό ποίημα είναι από εδώ: https://iamnotasilentpoet.wordpress.com/2016/05/22/drunk-on-apathy-by-andrew-velazian/
**Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Πάνος Θεοδωρίδης, Ωδή Στα Πουλιά

tumblr_mnvghnH3mj1qgpg8eo1_500

Σκάστε πουλιά, η αγάπη μου κοιμάται
σ’ ένα στρώμα βαρύ από υγρασία
το παράθυρο δεν κλείνει, η πόρτα μάγκωσε
και συ δεν με θυμάσαι πια
 
Θα ’ρθει καιρός σε κάποια ταβέρνα
που θα μεθύσουμε πάλι μαζί
θα νιώσω τότε στενό το καβάλο
και το θάνατο να σ’ αγγίζει
 
tumblr_ms17pk1C231rttlrno1_540

γλυκά. Μα εσύ δεν με θυμάσαι πια
οργάζοντας κάπου στο προσκέφαλο
ενώ αγωνίζομαι να κοιμηθώ
μέσα στο στόμα μιας άλλης κυράς.
 
Έι, θα’ναι όμορφα τέτοιες μέρες
στη δυτική Χαλκιδική. Σκάστε πουλιά
η, πως την λένε, ροχαλίζει απάνθρωπα
και να δακρύσω δεν μπορώ
 
tumblr_mmu7jxK1Cp1qdhfhho2_540

*Αrtworks: Jesus Perea
 
**Αναδημοσιευση από εδώ: http://www.bibliotheque.gr/article/56569

Διαβάζοντας τον Κούκο της Πελαγίας Φυτοπούλου

Κούκος-Πελαγία-Φυτοπούλου

Του Ζαχαρία Στουφή*

Καιρό είχα να συναντήσω την ποίηση μέσα σε βιβλίο και ο «Κούκος» της Πελαγίας Φυτοπούλου με ξάφνιασε ευχάριστα. Όσες φορές τον διάβασα το ξάφνιασμα ήταν αναπάντεχο γιατί στην πραγματικότητα η Πελαγία, μέσα από το «Κούκος» που είναι το πρώτο της ποιητικό βιβλίο, προτάσσει το αίτημα της καθαρής ποίησης. Με τη συλλογή αυτή η Πελαγία Φυτοπούλου μάς συστήνεται χωρίς να προσπαθεί, αφού σε κάθε της ποίημα φαίνεται να μας γνωρίζει καλά. Μας διευκρινίζει τη διαφορετικότητά της όχι για να την αγαπήσουμε ή να τη συμπονέσουμε. Μας διευκρινίζει τη μοναδικότητα της μοναχικότητάς της αφού σε κανένα στρατόπεδο δεν τάσσεται.

Η Πελαγία είναι ο «Κούκος»  που ποτέ δεν ήρθε προμηνύοντας την άνοιξη, ποτέ δεν καταδέχτηκε να αφήσει τα αυγά του στις βρομερές φωλίτσες σας και πιστός στην τραγική του φύση δεν έχτισε δική του φωλιά, δεν επώασε τα αυγά του και δεν γνώρισε ποτέ τα παιδιά του. Αυτός ο «Κούκος» που γεννήθηκε σε ξένο σπίτι και αναστήθηκε ανάμεσα σε αγνώστους, είναι ποιητής! Και είναι ποιητής γιατί οι φωλιές που επιλέγει είναι  οι φυλακές ανηλίκων, είναι τα ψυχιατρεία, είναι οι ανοιχτοί τάφοι και οι χώροι που θυμίζουν εκκλησιαστικά ορφανοτροφεία της επαρχίας.
Στο εν λόγω βιβλίο, αυτό που έχει αξία και πρέπει να σταθούμε είναι ο τρόπος με τον οποίο, επιλέγει η ποιήτρια να μας συστηθεί. Εκτός από την εύστοχη αλληγορία του «Κούκου», δύο είναι ακόμα τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν το βιβλίο της. Το ένα είναι η ηλικία που επιλέγει να σταθεί απέναντί μας και το άλλο είναι οι τόποι που εκτυλίσσονται οι περιπέτειες του «Κούκου».

Στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου η ηλικία του κεντρικού ήρωα είναι στο μεταίχμιο από την παιδικότητα στην εφηβεία, αλλά, και στα ποιήματα που ο ήρωας ενδέχεται να έχει ενηλικιωθεί ο χαρακτήρας του μένει σταθερός. Η σταθερότητα αυτή σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ανωριμότητα, μονάχα επισημαίνει το πόσο καθοριστικά στάθηκαν τα γεγονότα  εκείνης της περιόδου. Κάτι πολύ σημαντικό που πρέπει να επισημάνουμε είναι ότι όλη αυτή η αναδρομή στο μεταίχμιο παιδικότητας- εφηβείας δεν γίνεται για λόγους αυτοψυχανάλυσης που με τη σειρά της θα αιτιολογούσε συμπεριφορές και αποφάσεις. Η αναδρομή αυτή είναι η ιστορία του ίδιου του «Κούκου» ή της ποιήτριας αν προτιμάτε, έχοντας στόχο να αποδείξει τη σταθερή της πορεία στο χρόνο της.

Η γεωγραφία των τόπων της, τους οποίους χρησιμοποιεί και ως σκηνικό αυτής της τόσο θεατρικής γραφής της, είναι η ελληνική επαρχία. Αυτό είναι κάτι που η ποιήτρια δεν το λέει και τόσο ξεκάθαρα, ούτε ονομάζει τοποθεσίες, βουνά ή δρόμους.  Αυτό είναι κάτι που αισθάνεται ο αναγνώστης σε όλο το βιβλίο, βασανιστικό και αναπόδραστο. Αυτή την επιλογή της να χρησιμοποιήσει ως κεντρικό σκηνικό την κόλαση της ελληνικής επαρχίας τη θεωρώ τουλάχιστον σπουδαία, όταν, οι σημαντικότεροι ποιητές μας (με σπουδαιότερη εξαίρεση τον Κώστα Καρυωτάκη) φρόντισαν να την παραβλέψουν συστηματικά.

Όχι, ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη, όπως η ποίηση και γενικότερα η τέχνη δεν αλλάζει τον κόσμο. Ο μοναχικός και ξεχωριστός «Κούκος» της Πελαγίας Φυτοπούλου είναι ο «Κούκος» που μάταια επιμένει όχι για να αλλάξει τον κόσμο, ούτε για να φέρει την άνοιξη που οριστικά έχει χαθεί. Είναι ο «Κούκος» που επιμένει να μας θυμίζει τις εκπτώσεις μας και τις υποχωρήσεις μας στους αγώνες ενάντια του εαυτού μας που τελικά εγκαταλείψαμε. Είναι ο Κούκος που κάποτε υπήρξαμε και πλέoν, αποφεύγουμε να θυμηθούμε.

———————————————————————-

ΚΟΥΚΟΣ
στη ζωή μου
δε θέλησα ν’ αφήσω
κάτι
πίσω
ούτε στεριά
ούτε θάλασσα
τα βράδια μοναχά
ένα μονόγραμμα στα χείλη μου
σαλεύει
μικρό κήτος εκπαιδεύει
τη βροχή μου
μια φτερούγα Διόσκουρη
ανεμίζει
στο ύστερο της τύχης
που ξέχασα να κουρντίσω
οι τρόφιμοι με λένε
Κούκο
γιατί περνώ πρόστυχα
τον τοίχο
τους διασκεδάζει έπειτα
ένας χωρικός να μελοποιεί
την αδιάλλακτη ανυπαρξία μου
ένα βαλσάκι του ’30
εγώ τους λέω παραμύθια
για να μ’ ευχαριστήσουν οι αθεόφοβοι
κατουράνε τις αλυσίδες τους
να γίνει το ποδάρι τους
κυπαρίσσι σκαλιστό
να ’χω κι εγώ
κάπου να κλάψω
στις ντουζιέρες μοιράζουν σταυρουδάκια
και οι ψείρες σαλιώνουν τα καρφιά
 
 
ΕΠΕΤΕΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Βυθίζομαι στα χρόνια των άλλων, στα σπίτια τους
Οι θεοσεβούμενοι αγαπούν τις παρθένες
Αναπαύομαι στην έμπιστη, του αρχηγού, πολυθρόνα
Ανοίγω την τηλεόραση
Τα πόδια μου ανθίζουν στο τραπέζι που θα φάμε
Ο Μπάστερ Κίτον δε γελά
Ντρέπομαι να με βλέπουν γυμνή, μ’ ευχαριστεί
ωστόσο, η επετειακή τους αμηχανία
Ενός λεπτού σιγή
Τελείωσα λεβέντες
Ναι, ναι έφτασα σε οργασμό
Μπορείτε να κουρδίσετε το τανκ
Ο δονητής υποχώρησε
 

*Ο Ζαχαρίας Στουφής γεννήθηκε το 1974 στη Ζάκυνθο. Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1996 με τη συλλογή Τρένο. Έκτοτε ακολούθησαν οι συλλογές, Ο πόνος οι ηδονές κι ο φόβος των ανθρώπων 1997, Ονειροπληξία 2001, Νιρβάνα 2003, Χαωδία 2005, Νεκρώσιμα 2006, Μυστικό νεκροταφείο 2008 (www.mystikonekrotafeio.gr) και Γράμματα σε νεκρό ποιητή 2009. Το 2012 κυκλοφόρησε η συγκεντρωτική έκδοση των: Ονειροπληξία, Χαωδία και Νεκρώσιμα, υπό τον τίτλο ΟΝΕΙΡΟΠΛΗΞΙΑ τριλογία. Σαν προέκταση του ποιητικού του έργου, στο οποίο ο θάνατος είναι το επίκεντρο, ασχολείται με την θανατολογία της Ζακύνθου. Αναζητεί τον θάνατο στη λαογραφία, τη φιλολογία, την ιστορία και την σύγχρονη κοινωνία του νησιού του. Μέχρι σήμερα εκτός από τις ποιητικές του συλλογές έχουν δημοσιευθεί και τρεις λαογραφικές μελέτες του για το θάνατο, Τα σύγχρονα επιτύμβια επιγράμματα της Ζακύνθου, 2009, Σήματα θανάτου πίστης και μνήμης στους δρόμους της Ζακύνθου, 2010 και Τα Ζακυνθινά μοιρολόγια και οι μεταλλάξεις του θρηνητικού λόγου στο χρόνο, 2013. Επίσης, έχει εκδοθεί το βιβλίο του Το Αγγλικό Νεκροταφείο της Ζακύνθου, 2013 και την ίδια χρονιά το εκτός εμπορίου φυλλάδιο Συμβουλές σε έναν νέο ποιητή. Ποιήματα και μελέτες του έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς στα περιοδικά, Τετράμηνα, Περίπλους, Επτανησιακά Φύλλα, Ίαμβος, Ραπόρτο, Πνοές Λόγου και Τέχνης, Ένεκεν, Ο Φαρφουλάς, Δήμος και Πολιτεία, Παρέμβαση, Εμβόλιμον, Ο Σίσυφος, Φρέαρ, καθώς και σε πολλά ηλεκτρονικά περιοδικά και ιστολόγια σχετικά με την ποίηση. Από το 2006 ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε δύο ποιητικές ανθολογίες και τρία θεματικά ανθολόγια ποίησης. Από το 1995 ζει και εργάζεται στην Αττική.

**Αναδημοσίευση από το Intellectum http://www.intellectum.org/2016/05/24/cuckoo/

η αισθητική του ύπνου

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

image

Ι
σε ένα παράλληλο έκδοχο της αναπόφευκτης ζωής,
το εικαστικό παράθυρο ενός ονείρου,
υπερέβη τη χρήση:
τα ρούχα γίναν σύνορα
-έτσι θλιβερά που εγκαταλείπονταν
προς τον κίτρινο ουρανό-
δίχως άγκυρες κορμιών
ή δακρύων,
στις πιο σημαντικές στιγμές τους/
κι όση δίψα,
κι όση πείνα,
από όλα τα αλεξίσφαιρα χρόνια/
όση αγωνία/
να συντηρηθεί η περιούσια ουδετερότητα,
η εκφορά των θαυμάτων κατάντησε/
ένα αχόρταγο κοράκι που τσιμπολογάει το ήπαρ μας,
ή μια νύχτα με ανεμοβρόχι που
τα χέρια της μάνας σε σκεπάζουν,
φτερά παγονιού περισσότερο/
παρά οχυρώματα
του κρύου.
ΙΙ
σε αυτόν τον αγώνα
με ερυθρές στρουθοκαμήλους,
την ερμητική μοναξιά της τροχιάς
των άλμπατρος/
πάνω απ’ τις ταράτσες της Καισαριανής
με τα αγριοπερίστερα,
και την αγωνία του σκότους, να μη διακορευτεί από το φως/
το μέταλλο θώρακος
των κατάμαυρων πόντων,
βρήκε μια κοίλη ανάπαυση
σε έναν σπειροειδή γαλαξία/
-αυτά για τα πετεινά
και τα άστρα-
όλοι οι υπόλοιποι
γονυπετείς,
ένθεοι και…

View original post 33 more words

Γεωργία Τρούλη, Όσα κλειδιά έχει ο άστεγος

large

Ένα πιάνο ανοιχτό. Καρότσι που άστεγος έχει συλλέξει
Αντικείμενα, σκουπίδια, ήχοι. Παραμορφωμένες νότες.
Τα τοποθετεί χειρουργικά στα σημεία. Απόχρωση. Εξακρίβωση.
Μια δόση παράνοιας.Παιχνίδι που ξέχασε σε ηλικία που δεν θα μπορούσε να θυμηθεί.
Σ’ ένα λινό πουγκί βάζει τα πιο μικρά. Αυτά που κανείς δεν βλέπει
Ένα ρεσώ τσαλακωμένο, κουτί από τροφή βρεφική, το όργανο για επίκληση βροχής.
Το τενεκεδένιο ταμπούρλο, ένα μεταλλόφωνο, δύο πιρούνια μαγειρικής
Μια μικρή αγωνία για ύπνο κι ελάχιστη φαντασίωση
Η μουσική έρχεται από μια σπηλιά. Έχει επίστρωση. Ξύλο κι ελεφαντόδοντο.
Χάσκει. Ανοιγοκλείνει σαν αιδοίο σε οργασμό. Φτάνει σε μια τονικότητα
Χωρίς προηγούμενο. Βάζει μονωτική ταινία στα πλήκτρα.
Δεν ξεχνάει ποτέ από πού ξεκίνησε. Πόσο διένυσε δρόμο ανυπόφορο και σχεδόν παγωμένο.
Μελωδία σε συχνότητα κατεδάφισης. Σταδιακά. Έτσι δομήθηκε
Η δεξιοτεχνία του Parmeggiani κάποτε του φάνηκε ασυνεχής. Δεν είχε καμιά διαφωνία με την διαφωνία και τις ιδιότροπες κλίμακες. Συχνά οι συχνότητες σχημάτιζαν έννοια. Έπειτα χανόταν. Κατηφορίζει εδώ και δεκαετίες νερού με το πιάνο και όλα τα συμπράγκαλα.
Κοιμάται μέσα σε αυτά, τα τραβολογά με σκοινί ορειβάτη τη μέρα. Το βράδυ όλα τα κλειδιά τα πετάει στις γάτες.
Είναι άστεγος κάμποσα λεπτά, γλιστράει μέσα στους δρόμους και τα στενά μιας πόλης που γδέρνει όσους μένουν άγρυπνοι. Τους αλλάζει το δέρμα, το πέλμα, το βλέμμα.
Τίποτα δεν έχει να εφεύρει παρά μόνο μια επιπλέον νότα χωρίς κλειδί.
Ξεκινάει με μονωτική φιλοδοξία και χωρίς αντίστιξη.
Θα ακολουθήσει διαδρομή και μελωδία μέχρι να ξημερώσει.
Το λινό πουγκί έχει ραμμένο στα έσω πλευρά δύο αναμνήσεις, Αυτές κουβαλάει. Αυτές παραμένουν ακέραιες, συμπαγείς και χωρίς αλλοιώσεις. Όμως κάθε οχτώμιση μέρες αδειάζει τα παιχνίδια, τα κύμβαλα , τα σκουπίδια και συλλέγει άλλα. Μερικά είναι διαβρωμένα από τα σάλια και τα χέρια όσων προηγήθηκαν.
Η χρησιμότητα και η ανάγκη βαδίζουν παράλληλα, λέει. Η μουσική το ίδιο.
Όλα τα σκουπίδια σχεδόν τρελαμένα από τον ήχο που έβγαλαν όταν πετάχτηκαν και κανείς άστεγος δεν ήταν εκεί να τα συλλέξει. Και τώρα απαιτούν μελωδία , ξεδίπλωμα
Είχαν γίνει ήδη είδη πολυτελείας σε μια εποχή που το μόνο που πρέπει να κουβαλά ο κανένας είναι το δέρμα του.

Η τεθλασμένη συνθήκη της ύπαρξης

ΡΕΟΥΣΗΣ ΕΞΩΦΥΛΛΟ


Γράφει ο Σταύρος Ζαφειρίου

Κώστας Ρεούσης
Ένα τσεκούρι κάθεται (στο λαιμό χαρτοκόπτη γυναίκας),
Φαρφουλάς 2015,
σελ. 112.

Κύπριος στην καταγωγή και την ιδεολογία, κάτοικος Λευκωσίας, ιδρυτής και μοναδικό μέλος της Υπερπραγματικής Φράξιας Λευκωσίας, ο Κώστας Ρεούσης έρχεται να επιβεβαιώσει με την τελευταία του ποιητική συλλογή Ένα τσεκούρι κάθεται (στο λαιμό χαρτοκόπτη γυναίκας) την προσήλωσή του στην υπερρεαλιστική γραφή και αντίληψη της ποίησης.

Ως «ανάδελφο» μεταξύ των ομηλίκων του ποιητών τον έχει χαρακτηρίσει η σύγχρονη κριτική, και ενδεχομένως ο τρόπος με τον οποίο διαρθρώνει τον λόγο του συνηγορεί σε αυτό τον χαρακτηρισμό.

Αν ρίξουμε μια ματιά στη σύγχρονη κυπριακή ποίηση, και ειδικότερα από το 1974 και μετά, εύκολα μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι οι περισσότεροι, ή τουλάχιστον οι μεγαλύτεροι ηλικιακά, ποιητές είναι ταγμένοι στο γεγονός της τουρκικής εισβολής και κατοχής, το οποίο τους καθορίζει, άλλοτε ως συλλογικό, απτό τραύμα στο σώμα της Κύπρου και άλλοτε ως ατομική συνείδηση που υπερασπίζεται την ταυτότητά της. Οι έννοιες του Κύπριου, του Ελληνοκύπριου και του Έλληνα αποτελούν αντικείμενο διαρκούς αναστοχασμού, ενώ η ιστορική μνήμη ενίοτε μυθολογείται, ως μέσον με το οποίο επιτείνεται το ποιητικό αποτέλεσμα.

Screen+Shot+2016-05-24+at+23.22.56

Ωστόσο, τέσσερις δεκαετίες μετά, φαίνεται πως η ζωή συνεχίζεται, και οι νεότεροι ποιητές, αν και κουβαλούν, ο καθένας με τον τρόπο του μέσα του, την ιστορία και τα απόνερά της, σιγά σιγά αποστασιοποιούνται από αυτή τη θεματική. Τη θέση της παίρνουν και άλλες αναγκαιότητες, όπως ο έρωτας στην περιδίνηση ή την απώλειά του, η υπαρξιακή αναζήτηση, η ειρωνεία, το όνειρο και η φαντασίωση, και ―μέσω αυτών― η διαφυγή από μια πραγματικότητα, όπου κυριαρχεί η κατάρρευση των ανθρώπινων αξιών.

Πιθανόν να γενικεύω, το κάνω όμως ακριβώς για να υπογραμμίσω το «ανάδελφον» του Κώστα Ρεούση. Η επιλογή του να ξεκινήσει και να επιμείνει στην υπερρεαλιστική γραφή, με μια γλώσσα που ενδεχομένως εσκεμμένα δεν διαθέτει την πολυμορφία ή την εκζήτηση ενός Εμπειρίκου ή ενός Εγγονόπουλου, αλλά βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, πιο κοντά στη βιαιότερη γλώσσα των πρώτων, κινηματικών υπερρεαλιστών, τον τοποθετεί μάλλον ανάμεσα σε εκείνους που θεωρούν την ποίηση άφρισμα αίματος από μια κομμένη αρτηρία, παρά ελεγχόμενη αιμορραγία μιας ανοιχτής πληγής.

Διαβάζοντας τα ολιγόστιχα ποιήματα του βιβλίου, επιχειρώ να κάνω τις εξής διαπιστώσεις:

α) Η συνειρμική ακολουθία, ή ανακολουθία, μια αποδρομή, κατά κάποια έννοια, της γλώσσας, δημιουργεί μεν την αίσθηση της αποδιάρθρωσής της, διαθέτει ωστόσο την ικανότητα να αναδιαρθρώνεται σε νοήματα που υπονομεύουν, όχι τη λογική αλλά τον παραλογισμό μέσα στον οποίο είναι αναγκασμένη να ψάχνει τον χώρο της και τον λόγο της η ανθρώπινη ύπαρξη. Αυτόν ακριβώς τον παραλογισμό βιώνει ο Ρεούσης, ως μια εσωτερική πολλαπλότητα προκλήσεων και αταξίας, και τον εξωτερικεύει αυτούσιο, όχι μόνο στα ποιήματά του αλλά και στον τρόπο που ζει, προσφέροντας στην κοινή θέα έναν θρυμματισμένο και αδιήθητο εαυτό, μέσα σε ένα περιβάλλον που αντιπαλεύει ακόμη τις εκκρεμότητές του.

β) Η «οδός Τεθλασμένης» (υπαρκτή οδός της παλιάς Λευκωσίας), η οποία έρχεται και επανέρχεται, φαινομενικά ως συμβολικό μοτίβο χαρτογράφησης του βιβλίου, μου δημιουργεί την εντύπωση πως παραπέμπει στην αναζήτηση της κατεύθυνσης ενός δρόμου, όχι για να ξεφύγει κανείς αλλά για να του αποκαλυφθεί η διάσταση μιας ασταθούς και χαίνουσας γλώσσας, η δυνατότητά της να επενεργεί, εν είδει ουράνιου τόξου, ως καταλλαγή με τη βαθύτερη έννοια του όντος. Γράφει ο Ρεούσης: 

Πώς!
Να μεταφράσεις
το ουράνιο τόξο.
Πώς!
Την οδό Τεθλασμένης. 

Και σε επόμενο ποίημα: 

Πώς!
Να μεταλάβεις
το ουράνιο τόξο.
Πώς!
Την οδό Τεθλασμένης. 

Και σε ένα τρίτο: 

Πώς!
Να μεταφέρεις
το ουράνιο τόξο. 
Πώς!
Την οδό Τεθλασμένης. 

Μετάφραση – μετάληψη – μεταφορά! Τρεις λέξεις, σε τρία ποιήματα, που νοηματοδοτούν τη μετουσίωση της ποίησης και που, μαζί με την «οδό Τεθλασμένης», μένει σ’ εμάς να ανακαλύψουμε αν αφορούν τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος συνδέεται με την ουσία του κόσμου ή αν αποτελούν την τεθλασμένη συνθήκη της ύπαρξής του.

γ) Υπάρχει ένας στίχος: «Συντρίβοντας στις Πλάτρες αηδόνια», σαν απευθείας διάλογος με εκείνον του Γιώργου Σεφέρη «Τ’ αηδόνια δεν σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες». Στίχος που, κατά κάποιον τρόπο, αποκαλύπτει την αμφίθυμη σχέση του Κώστα Ρεούση με το νησί του. Το οποίο νησί του διατρέχει, άμεσα ή έμμεσα, όλο του το βιβλίο, σαν όριο γης και σαν όριο σώματος, σαν τόπος όπου συντελούνται εξίσου το θαύμα και το τραύμα και όπου συνυπάρχουν τα κοχύλια της Πάφου και το σάβανο της Λάρνακας, ο αέρας που σήκωσε τον ιδρώτα του μιναρέκαι τ’ αλώνια την εποχή του θέρους. Και τούτη η συνύπαρξη, ανάγκη ταυτόχρονα και καταναγκασμός, τούτη η ευαίσθητη αντίφαση είναι ένας από τους λόγους και τους τρόπους ανάγνωσης αυτού του βιβλίου.

Έχοντας κατά νου αυτές τις τρεις διαπιστώσεις, και μέσα σε αυτό το τοπίο, σχηματίζω την άποψη πως η ποίηση του Κώστα Ρεούση, ορθόδοξα υπερρεαλιστική, αντιμάχεται, ή «τσεκουρώνει», όχι μονάχα ό,τι ο ίδιος θεωρεί συμβατικό αλλά και τον ίδιο, αλλά και τον ίδιο της τον εαυτό. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ ως ποιητής, και εν ονόματι της ποίησης που δεν γνωρίζει ή δεν αναγνωρίζει σύνορα, προσεγγίζει την «άλλη μεριά», ως καταγωγικά Ελληνοκύπριος αντιλαμβάνεται την πράσινη γραμμή σαν ένα όριο που τον χωρίζει και τον διαφοροποιεί από αυτούς. Γράφει: 

Αφουγκραστείτε
τους αντικρύ
στήστε
αυτί 
μυρίστε. 

Όμως αλλού: 

Ομίχλη ώχρινη έγκλημα του
ήλιου φοίνικες και τ’ αντικρύ 
η οροσειρά με τα στίγματα.

    
Κλείνοντας, παραθέτω ένα ποίημα, που θεωρώ πως είναι το κέντρο ολόκληρου του βιβλίου. Έχει τίτλο «Το γυάλινο σπίτι» και είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Αντρέ Μπρετόν:

Και όχι μόνο έζησα
Αλλά
Φρόντισα να είμαι
Το γυαλί.
Να σπάσω.

Να είμαι κοφτερός.

*Αναδημοσίευση από το Εντευκτήριο στο http://entefktirio.blogspot.com.au/2016/05/blog-post_25.html

Screen+Shot+2016-05-24+at+23.22.34

No 65 (τυγχάνει όμως σεβασμού)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

ξεχείλιζα,
γέμιζα με τη
σιωπή
που καθαρόγραφε ρυτίδες,
και ανέμεναν
οι λέξεις 
στα
φρύδια,
~
έκλεβαν
το χρώμα
οι ταπεινώσεις,

σε αναμέτρηση και τα χείλη,
μάτωναν
στην υποταγή,
έσταζε
πτώσεις και ο λαιμός,
χρωστούσε,
~
η αφοσίωση, 
από το κεφάλι στο μάτι,
στη σκέψη
μετά,
για να κατρακυλήσει ως ντροπή,
ως
αμοιβή
 ~
(alexmil)
για τη photo: James Ensor

View original post

Thessaloniki through poetry 2015

Direction/ scenario: George Keramidiotis

KIND REGARDS
FOR POEMS TRANSLATION
TO IVI KAZANTZI with FIONA CORNES from American College of Thessaloniki for EPITAFIOS
VASILIKI RAPTI with PAT SNIDVONGS and her group from Harvard Univercity for
“ THE WAR ” – ” THE POEM OF ESTHER BESHALEL “ and “ BECHTCHINAR ”
KONSTANTINA GEORGANTA, EVANGELOS KALOTYCHOS and PHILIP RAMP

ALSO FOR TEXTS TRANSLATION
ANNA KOSTOULA
CHRISANTHI MOSCHONAKI
EVDOKIA VALTA NITSOPOULOU

Ειρηναίος Μαράκης, Δύο ποιήματα

2

Tα τείχη της ντροπής

Στην Ν.Κ., για άλλη μια φορά

ενός λεπτού σιγή

ενός λεπτού σφαγή

τα τείχη γκρεμίζονται απόψε

τα τείχη της ντροπής

ήρθαν οι βάρβαροι

ήρθαν οι σωτήρες

οι πολιτικοί αναμορφωτές

οι πολιτικοί έμποροι

κι εσύ αναρωτιέσαι

γιατί αυτός ο τόπος

μελαγχόλησε

κι εγώ να επιμένω

πως αυτός ο τόπος

δεν παραδόθηκε

την οργή του ακονίζει

στην ουρά της εφορίας

και στις φτωχογειτονιές.

Μάης 2016

***

3

Το πρακτορείο

Στον Νίκο Γκάτσο

Μπουζούκι, κιθάρα, πιάνο, ακορντεόν

τσιγάρο να καίει τα δάχτυλα, βραχνή φωνή

το καπέλο να κρύβει το θολωμένο βλέμμα σου

ένας καθρέφτης και το πρόσωπο μισό

αέρας να μπαίνει απ΄το τρύπιο παράθυρο

αργεί το τρένο και κουράζει η βάρδια

σ΄ένα έρημο πρακτορείο

έξω βροχή, κρύο, παγωνιά

σκυλιά να αλυχτούν τους μοναχικούς διαβάτες

και πρόσφυγες με τη ζωή τους στην πλάτη

με μικρά παιδιά γυμνά, ματωμένα και άρρωστα

να ζητιανεύουν λίγο ψωμί και γάλα

μπροστά από σιδερόφραχτες πόρτες

από σπίτια ασβεστωμένα και βιοτεχνίες

αφού η αξιοπρέπειά τους πουλήθηκε μισοτιμής

στα παζάρια και σε ύποπτες συναλλαγές

ενώ ένας παπάς, πιο νεκρός κι απ΄τους νεκρούς
δοξάζει έναν άγνωστο Θεό, προσμένοντας σωτηρία

ενώ οι κάτοικοι της μικρής πολιτείας

με προτροπή του δικού τους παπά

οργανώνουν φονική έξοδο

απέναντι στους μαύρους και τους λερούς

προστατεύοντας τα χωράφια τους

και την ανυπόταχτη πίστη τους

μπουζούκι, κιθάρα, πιάνο, ακορντεόν

τσιγάρο να καίει τα δάχτυλα, βραχνή φωνή

γράφεις, σβήνεις, ξαναγράφεις

πάνω σε ένα παλιό χασαπόχαρτο

νότες και τραγούδια της λησμονιάς

και οι φλόγες σβήνουν τις αναμνήσεις της πόλης,

στη θάλασσα, που ανήκει πια σε εμπόρους διεθνείς

τα πτώματα αναδύονται σαν άλλη γοργόνα

και ρωτούν: ζει η ανθρωπότητα; ζει;

κι ύστερα, δίχως να πάρουν απάντηση

επιστρέφουν στα υγρά σκοτάδια τους

κι ο Παναγής σκότωσε τη γυναίκα του

στα μάτια μπροστά της μικρής κόρης

αλλά κανείς δεν μίλησε, δεν διαμαρτυρήθηκε,

ήταν γείτονας καλός, τίμιος

με το μέτωπο καθαρό, δήλωναν,

την ίδια στιγμή μια ομάδα ξυρισμένων

με παντελόνια στα χακί και τρύπιες αρβύλες

συγκέντρωνε γυναικόπαιδα στην πλατεία
μπουζούκι, κιθάρα, πιάνο, ακορντεόν

τσιγάρο να καίει τα δάχτυλα, βραχνή φωνή

και δεν έχουν ποτέ τελειωμό

τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου

φωνάζει η γρια-Ιστορία, γελώντας στραβά

και ράβοντας φανέλες για μια ανύπαρκτη γενιά

δώρα θανάτου υφαίνοντας με τρεμάμενο χέρι

ξεχνώντας, η άθλια, ότι ακόμα και στο σκοτάδι

το φως θα ανθίσει

μπουζούκι, κιθάρα, πιάνο, ακορντεόν

τσιγάρο να καίει τα δάχτυλα, βραχνή φωνή

το βλέμμα μισό και δακρυσμένο

θυμάσαι, σαββατόβραδο στην Καισαριανή

ο δρόμος κόκκινος απ΄το αίμα

να ποτίζει τη γη, λουλούδια να φυτρώσουν
αόρατα χέρια συνθήματα να γράψουν στους τοίχους

για την ελπίδα, τον έρωτα, τον αγώνα

μπουζούκι, κιθάρα, πιάνο, ακορντεόν

τσιγάρο να καίει τα δάχτυλα, βραχνή φωνή

βρέχει στη φτωχογειτονιά

και οι γυναίκες στήνουν χορό σε ανήλιαγα στενά

σε σπίτια χαμηλά

κι εσύ περιμένεις

αργεί το τρένο και κουράζει η βάρδια

σ΄ένα έρημο πρακτορείο

η μουσική μόνη παρηγοριά σου

στις μέρες που φεύγουν βαριές

και στις νύχτες που στάζουν φαρμάκι

περιμένοντας την αλλαγή που το τρένο θα φέρει

και το τρένο θα είναι κόκκινο

ζωή να δώσει στο έρημο πρακτορείο.

Απρίλιος 2014

Melbourne: Book Launches & Events Forthcoming at Collected Works Bookshop

e2ed149d1c1a29493dfad875528899d4

UPDATE & CONFIRMATION of forthcoming launches & literary events at Collected Works Bookshop:

Wednesday, 25th May: MPU present their members reading featuring Anne ELVEY & Peter ROSE
6-30 for 7

Friday, 27th May: A meet & greet during Friday night drinks with Iggy McGOVERN,briefly in town from Ireland; 5 till 7

June 9th, Jessica Wilkinson presents DOUBLE LAUNCH of RABBIT magazine, nos. 17 & 18, 6 for 6-30

JUNE 15th, Kent McCarter presents the CORDITE x 6 launch, 7-ish till 8-30

June 16th, midday, rejoycing BLOOMSDAY, the annual Ulysses reading around the room!

June 21st, Gig Ryan presents a reading for Devin JOHNSTON (Flood Editions, USA) with Lisa Gorton, Ann Vickery & Kris Hemensley; 6 for 6-30

JULY 9th : Susan Hawthorn presents SPINIFEX BIG POETRY READING including Patricia SYKES, Louise CRISP, Robyn ROWLAND, Jordie ALBISTON, Gina MERCER, Sandy JEFFS and others to be confirmed

July 28th: Jessica Wilkinson/RABBIT launch of new series of chapbooks featuring Tamryn Bennett, Connie Frascarelli, Mark Peart, Maureen Gibbons

[more retails f/coming]

Further enquiries, Kris Hemensley, 9654 8873 (if you’re in Melbourne) Otherwise see the Facebook page.