CITIZENS CIRCUS this coming Thursday, 7-10pm, at the Dancing Dog Café, 42A Albert St., Footscray

Hello there, inviting you to the forthcoming and inaugural CITIZENS CIRCUS, this coming Thursday, 7-10pm, at the Dancing Dog Café, 42A Albert St., Footscray (not far from the station!), for more details, please see attached…. Cheers, jeltje

circus-pdf

how to write poetry today by Richard Hedley Atkinson

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

always
do
it
for
cheap
laughs
at
the
expense
of
someone
disabled
like
Trump
and
that
should
get
a
laugh
and
always
end
on
a
happy
note
and
have
something
in
the
poem
that
says
something
strongly
moral
like
an
old
episode
of
friends
or
even
the
70’s
detective
series
McCloud
which
also
had
lighter
moments
and
he
had
a
serious
look
which
every
poem
should
have
during
the
moral
stuff
for
a
better
world
and
healing
even
for
the
poor
and
disabled
like
what
Trump
is
and
remember
fellow
poets
always
say
inner
lurve
is
ok
but
only
if
you
can
afford
it
or
a
cheap
bottle
of
cider
that
causes
you
problems
as
in
getting
arrested 28
times
or
just
a
black
eye
you
can’t
remember
how
you
got
it
or
just
sad
urination
problems.

View original post

ΤΟΠΙΟ.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

img_6683

-Ένα κορίτσι πνίγεται μέσα στο μαύρο

εγώ ανεβαίνω σ’ έναν άσπρο ουρανό.

Μέσα στον έρημο χιονιά

ένας παπάς κατάμαυρος μέσα στην παγωνιά

λίγα μαύρα πουλιά σ’ ένα κλάδί

κι ένα μόνο λουλούδι και μια φωνή:

-Εγώ ανεβαίνω σ’ έναν άσπρο ουρανό

μέσα στο μαύρο πνίγεται ένα κορίτσι.

Η ΣΤΑΧΤΗ

Η στάχτη που μένει

το χιόνι που λιώνει

ένα μικρό άσπρο χέρι

διωγμένο

που παγώνει

τα δάση ψηλά με τις φωτιές

τα δάση που καίγονται

τα όνειρά μου.

Μιλτοσ Σαχτούρης

Από τη συλλογή : Ο περίπατος 1960

View original post

ένα παιδί..

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

img_6804
με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι
κοιτάζω εκστατικά
πίσω απ’ τις στάλες της βροχής
ένα πολύχρωμο κόσμο

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
με τις τσέπες γεμάτες μπίλιες
μέσα στον χειμώνα
ένα παιδί με δακρυσμένα μάτια
για το γατάκι του που πέθανε
για το λουλούδι που μαράθηκε
για όσους έφυγαν χωρίς επιστροφή

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
με τρύπιο παλτό
που λαχταράει τα ζεστά κάστανα
τη γειτονιά και τους φίλους
την άνοιξη που θάρθει

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
που δεν δέχεται
πως μπορεί να γελάω
όταν την ίδια στιγμή κάποιος κλαίει

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
απαρηγόρητο
που θάθελε να φτιάξει τη ζωή
στα μέτρα της καρδιάς του

Τόλης Νικηφόρου.

   αναρχικά   -1979

Μπορείτε να βρείτε το έργο του ποιητή εδω:.http://www.nikiforou-poems.gr/gr/

View original post

Αντιγόνη Ηλιάδη, Κεφάλαια για μία γνωριμία ερωτικού περιεχομένου

19

Ι.
σε δωμάτιο μετέωρων προσώπων φιλικών
βλέμμα υποβόσκοντος ερωτισμού
ξέρουμε ότι θα γαμηθούμε
μία ακτινογραφική χειραψία
πρόκειται για μία ανάποδη γνωριμία

ΙΙ.
θυμάμαι πολύ καλά τι συνέβη
ήταν το πάρτι στα ανατολικά
με πρόσωπα φιλικά κι ανάμεικτα
αλκοόλ μουσική και αυτοκίνητα
στο πέρασμα του ορίζοντα
ένα μπαλκόνι και σιγά να νυχτώνει
η φασαρία κάτω από τα μάτια μας
δίπλα σου εγώ
μία νυχτερινή οικειότητα
δίπλα μου εσύ
μια καιόμενη προθυμία

ΙΙΙ.
και σου είπα
έχουμε κλειστεί σε ένα μπουκάλι
και είμαστε δύο κάποιοι άλλοι
όχι εμείς
σε ένα πλάνο στην κουζίνα
δίπλα στις πιατέλες τα ποτήρια τα πιατικά
πράσινα ανθισμένα χόρτα
οι αναπνοές οι παύσεις
και οι λάμψεις μας καθώς κατά λάθος
πέφτανε λέξεις στα χέρια μας
όλα ήταν τόσο ερμητικά
η δίψα μας έγραφε στη σάρκα μας

IV.
σε κοιτούσα στα μάτια κι εσύ παντού
με ρωτούσες για τη φιλοσοφία
η ουσία μεταγγιζόταν στις γουλιές μας
και δεν με άφηνες από τα λόγια σου
και το ήξερα
το κατάλαβα από την αρχή
η νύχτα ήταν δική μας
θα σε αφήσω να με πάρεις μαζί
σήμερα θα φύγουμε μαζί
μαζί χυμένοι σε μία ανάποδη γνωριμία

V.
βγήκες να πάρεις λίγο αέρα
και στο σαλόνι ο κόσμος σπιλώνει τον χρόνο
κι εσύ χάνεσαι μόνο στο έξω κι εγώ
πού να έχεις πάει ψάχνω πού να σαι
οι στρώσεις σου τα χείλη σου με βρήκαν
στα χέρια οι προτάσεις σου μη φύγεις
δεν φεύγω
θα μείνω θα με γυρίσεις εσύ
δεν έχεις πιει πολύ και μπορείς να οδηγήσεις
σε πιστεύω σε αφήνω
πάρε με μαζί σου

VI.
αιχμάλωτη στο γέλιο σου
έκρυβες κάθε πόρτα
δεν ήθελα να φύγω
δεν ήθελες να με χάσεις
στη μουσική κάπου σμιλεμένο σε είδα
γυμνό και φυσικό
και κάποτε απομακρυσμένο
από τα φώτα τα γέλια και τα παραμιλητά
το πρόσωπό σου λιωμένο από το πιώμα
σαν μία από αυτοκίνητα και δρόμους
συμπιεσμένη της πόλης ευθεία
σε ρωτώ
είσαι καλά
με καταλαβαίνεις
σε καταλαβαίνω
είμαι καλά
θέλω να σε φιλήσω
το ξέρω
κι εγώ θέλω να φιλήσω εσένα

VIΙ.
κι αν καταλαβαίνεις από λόγια τέτοια
που καταλήγουν σε μικρά κρυφά φιλιά
απάντησες και με φίλησες στην αρχή απαλά
και μετά δυνατά και με κράτησες σφιχτά
και δεν με άφηνες και η μουσική σου έκανε παύση
σε ψάχνανε να σε ακούσουνε σαν τα θηρία
κι είχαμε γίνει ένα όλο μία νύχτα κάπου στις δύο
το κέντρο του κόσμου στην ανατολική πλευρά
κι εμείς ραμμένοι σε όλα τα ζωτικά σημεία
και το πρόσωπό σου ήταν για πάντα μέσα στο δικό μου

VIII.
μέσα μας μάχονται τα άλογα τα αντίθετα
το δάχτυλό σου στην κουζίνα στα πιο υγρά
και να με έχεις αγκαλιά να μη με αφήνεις
φεύγεις κι έρχεσαι ξανά χαμογελώντας
και κάθε αίσθησή σου διοχετεύοντας
μέσα από τα μαλλιά, τα δάχτυλα
τον πούτσο να ρέει παντού μουνί κι ιδρώτας
επιστρέψαμε καθίσαμε δίπλα
στην ώρα κάτσαμε για να βιαστεί
φύγαμε κι άλλαξες απότομα τη δεύτερη ταχύτητα

IX.
στο ασήμαντο μεθύσι σου έκρυβα
κάθε μου μικρή πνοή με σύνεση και προσοχή
και στο σπίτι σου μπήκα πανέτοιμη
να σε λιώσω να με λιώσεις να χαθούμε
με καμιά απολύτως ιδέα για το τι θα συμβεί
ότι θα με γαμήσεις έτσι που θα γίνει
μία ακμάζουσα εξαίσια ηδονή
που να την κρατάμε θέλαμε τρυφερά
για εμάς στην αρχή και μετά
να την ανοίγουμε δημοσίως ανοιχτά
σαν μία μελωδία ηλεκτρική που θέλει τα πάντα να πει

X.
κι ένα άλλο βράδυ
τα πόδια μου τρέχουν στην κιθάρα σου
από τη Μητρόπολη ως τα αγχωμένα δάχτυλά σου
το κραγιόν μου στο σαγόνι και στο αυτί σου
περίμενέ με δεν θα αργήσω
και μου είχες πει θα ξεκινήσω μόνο
αν σε έχω πιο μπροστά
και δεν άργησα
από τη μία στιγμή μπροστά σε άγνωστα μάτια
τα χέρια μου σε έχουν σφιχτά
δεμένο στα λεπτά το κορμί μου αλυχτά να σε φτάσει
έρχομαι και θα με δεις μες στο σκοτάδι
να σε ψάχνω θεριεμένη μες στον κόσμο
που με σπρώχνει μας χωρίζει μη με χάνεις
είναι όλα σκοτεινά και είμαι ήδη δίπλα σου ξανά
και με φιλάς με τα ιδρωμένα σου μάγουλα
με κρατάς στους κόσμους των χεριών σου
χύνεσαι με τα ρούχα καυλωμένα στη σκηνή
ηδονίζεσαι παράνομα μου χαμογελάς
κι όλα γυρίζουν αισθαντικά τα μάτια μας μαζί
καθώς χορεύω μες στις ακτίνες και τα φλας
κι εσύ σε βλέπω είσαι εκεί στη μέση όλων
ξέρω πολύ καλά πως με κοιτάζεις και γελάς
και η νύχτα μωρό μου φτιάχτηκε για εμάς

XI.
κι όταν με σηκώνεις στην αγκαλιά σου
μες στα δυνατά τα χέρια σου
θέλω να κρατώ κάθε σκιά σου
μη φύγεις αν δεν με σφίξεις δυνατά
να αφήνουμε τον κόσμο να γυρίζει
και να ριχνόμαστε η μία στον άλλον
σαν φεγγίτες σε σκοτεινά εργοστάσια

*Αναδημοσίευση από το Ποιείν http://www.poiein.gr σε καταχώρηση Σωτήρη Παστάκα.

Ισμήνη Εσμέρ Λιόση, Mικρές Aρκάνες – Esmeray

12804822_917895894955217_8766625069291651855_n-300x300

ΜΙΚΡΕΣ ΑΡΚΑΝΕΣ
`
Ντάμα Μπαστούνι

Με πούδρα κιμωλίας
Και μαύρο γαρύφαλλο Στόμα
Απλώνει τα Χέρια
Στο έλεος Της βροχής
Είναι Άντρες τα σύννεφα
Χαίνουν
Κοιμάται στις Άδειες λίμνες
Των μικρούτσικων Τυφλών της ματιών
Είναι Κωφή και Άλαλη
Την διακονούν Οι
Πεινώντες την Σάρκα
Ωραία Άσχημη
Άσχημη ομορφιά Της
Ανδρόγυνο πλάσμα Μαρία Imperio
Ντάμα κομμένο Σπαθί
Βαλές Σαμουράι

*
Τρία Σπαθί

Ξέρω γιατί Τρελαίνονται
Άγονη η θλιβερή πραγματικότητά Τους
Κι η Ποίησις Προάστιο
Φορώ παπούτσια Τού πούμα
Γάντια από Χρυσάνθεμα
Καπέλο Παγωνιού
Πίσω μου σέρνω Ουρά από
Βελούδινα Σκυλιά
Και νάνους από Πορσελάνη
Μία σκοτεινή τζενεράλια Με
Μωβ φιλήδονα Στόματα
Ένα εκατόχρονο έπιπλο Φωλιά
Τρομαγμένης οικόσιτης Σαύρας
Δεν θα γυρίσω Ποτέ
Σωσμένη Επιτέλους
Από την ρασιοναλιστική Κρυπτεία τους
Πλήρης Υγεία Η Υπερρεαλιστική Παραφροσύνη
Γελάω βρίζοντας Γελάω (σ)τα Πρόσωπά τους

*
Τέσσερα Σπαθί

酔った
Σε άπταιστη Nihongo
Θα Απαντήσω
Στην πρότασή Σου
Ιάπωνα Σαρκοτρίφτη
Ερωμένη της θάλασσάς Μου
Είσαι
Ερωμένε Μου Εγώ
Του βούρκου της Ωραιότητας
Είμαι
Το μεθυσμένο στόμα Σου
Yo-tta-ku-Chi
酔った
Που με Λείχει
Με Τρώει
Δεν δίνει αλλού Την γεύση Μου

*

Ντάμα Πεντάλφα

α.
Ντάμα Πεντάλφα χέλι
(Εγ)κατοικώ Τον άντρα βυθό
Τον Πνίγω
Στο φιλιατρό Τού πηγαδιού
Γυαλίζομαι Γυναίκα
Ρωτάει αν είμαι Όμορφη
Το Κόκκινο Νερό

β.
Η Σάρα Κέην είναι Και
Φοράει μαύρο Κοκκινάδι
Στον μονόλογο Ενός φαντάσματος
Η Σάρα Κέην Είμαι
Και βάφω με Μαύρο κοκκινάδι
Τον μονόλογο ενός Φαντάσματος
Δεν θέλω πράγματι να Αγαπηθώ
Ερωτευθήκατε ποτέ ένα Πτώμα;

γ.
Ερωτεύτηκα ένα ξύλινο Πόδι
Μία σπασμένη γέφυρα Προς το Πουθενά
Ένα τραίνο παλαιό από Κισσό φαγωμένο
Η τρέλα είναι ο μαραμένος Φίλος Μου
Καλύτερα να Φύγετε Μην δείτε
Πως δέρνομαι Άγρια
Από τις λέξεις μου και τα Οράματα

δ.
Με γδύνουνε τα μεγάλα προϊστορικά σας δόντια
Μαδημένες οι Φτερούγες Μου πώς Να κρυφτούν;

ε.
Σβήστε επί Τέλους
Τα φώτα μέσα στο Ποίημα
Το μουνί μου δεν
Είναι το στοίχημα Είναι η στάχτη
Από τη χθεσινή Γιορτή σας

ζ.
Αγαπητή Ζωή Με Δειπνήσατε Ωραία
Δεν συγχωρώ το στόμα Σας
Ας είναι Καταραμένη Η γεύση Του και ο Λόγος

`
*************

ESMERAY
`
Πρόλογος Β΄

η λέξη κυλάει
αίμα
στο χαρτί του Ποιήματος
στάξη
με άργητα χελώνας
η χελώνα λέξη στο όστρακό Της
κρύβει ένα μυστικό
δεν θα το μάθει
κανείς ποτέ
θα το εικάσει
η Ποίηση είναι
αράχνη που κλείνει
τέτοια μυστικά
στον ιστό της γλώσσας
δεν είναι μυστικά
αποκεφαλισμένα έντομα
ή μαύρα ρόδα
δεν είναι μηνύματα
είναι κλειστά παράθυρα
φανταστείτε το εσωτερικό
σκηνοθετείστε το δωμάτιο
ευφυολογήστε στην δράση
η Ποίηση
θα σας κάνει
ανώνυμους Ποιητές
οι καλύτεροι Ποιητές είναι
Ποιητές
Περιθωρίου

`
*
22/2/2016-7.49΄

ήλθαν στο όνειρό μου
η Νανά Ησαΐα με την Ελένη Βακαλό
κεντούσαν το νυφιάτικο πέπλο
με μαύρα και ρόδινα πουλιά
απ’ την αλφάβητο
-προσέξτε, τους είπα, θα αποδημήσουν
– να πετάξουν κι ας αποδημήσουνε
αποκρίθηκαν ομού
και ακούτε;
ακούτε
το ξεκαρδιστικό γέλιο Τους
μέσα στο δάκρυ
του πρώτου Ποιήματος;
`
*Από τις συλλογές «Μικρές Αρκάνες» και «Esmeray».
`
******************************************************

dheiaeao-eoicico-256x300

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Ποίηση και ζωγραφική: Δυο τέχνες με εικονοπλαστική δύναμη που συνδιαλέγονται και ανταμώνουν στην αντισυμβατική φωνή της Ισμήνης Εσμέρ Λιόση. Ίσως γιατί «η ζωγραφική είναι ποίηση που σωπαίνει και η ποίηση είναι ζωγραφική που μιλάει», όπως γράφει στο επίγραμμά του ο λυρικός ποιητής Σιμωνίδης, η Ισμήνη, από τότε που ήταν ένα δεκατετράχρονο κορίτσι στις γειτονιές του Πειραιά, βρίσκεται σε μια διακαή αναζήτηση της ουσίας και των ορίωντους μέσω των δημιουργιών της. Στο χώρο της ποίησης εμφανίζεται το 1976και τα κείμενά της είναι ιδιαίτερηςαισθητικήςποιητικής. Η πρώτη συλλογή της, τα «Σεληνοτρόπια»,δημοσιεύεται το 1980 (εκτός εμπορίου). Ακολουθεί η δεύτερη το 1984 με τίτλο «(Ωλήν) Poesienoire-Eγχειρίδιον ονειροδράματος» και το 2016 η συλλογή «ArcanaLustra-Nεκροταφείο φορεμάτων»(εκδόσεις «Τύρφη»).Έχει συνεργαστεί με έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά ποίησης, μεταξύ των οποίων:«ΟδόςΠανός», «Ανοικτή πόλη» και «Ιδεοδρόμιο». Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά και γαλλικά.

*Αναδημοσίευση από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/33026/index.html σε επιμέλεια-επίμετρο Ευαγγελίας Πολύμου.

New Greek poetry after its crisis

Vassilis Lambropoulos's avatarPiano Poetry Pantelis Politics

Below is my review of two anthologies of new Greek poetry which appears in the Journal of Modern Greek Studies 34:2 (October 2016). It places in α broad context of literary configurations Crisis: Greek Poets on the Crisis (2014), edited by Dinos Siotis, and Futures: Poetry of the Greek Crisis (2015), edited by Theodoros Chiotis.  The review is a counterpart to my essay “Left Melancholy in the Greek Poetry Generation of the 2000s after the Crisis of Revolution and Representation” which appeared as Journal of Modern Greek Studies “Occasional Paper” 10 earlier this year.  (This is the to press version of the review.The final, pdf version is available on the Journal of Modern Greek Studiessite and through Project Muse.)

As an introduction to the review, poet Michalis Katsaros (1919-98) reads in Greek his legendary poem “My Testament” (1950).

Theodoros Chiotis, editor, Futures: Poetry of the Greek Crisis…

View original post 1,683 more words

Poem in 7 Parts by Clara B. Jones

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

  1. Negress

Maybe it’s easier to name a racist in post-structural space.

Baraka manifested metaphors rather than bodies in copula

And Michel mimicked narratives of power

In salons where stick figures watched from chandeliers.

That’s what happens to marginal systems and rugged landscapes

Where all matter begins or ends with a poor prognosis

Like Christmas lights beginning to flicker

or nylon stockings ripped by a cat’s claws.

Skin isn’t polychromatic just because we want our love to last

But your father reminded you what a negress is for

And you said, Don’t take it so seriously before telling me—

We can’t have a baby though Elliot is a good name for a boy

and I always wanted a daughter named Merida.

Prescribing psychoanalysis Freud said women are no substitute for men

when trauma and sex converge

And the Ego is sublimated by interior monologue

Otherwise I would stand in the…

View original post 1,115 more words

ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΟ

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

img_0239

γ)

Πεδίο ναρκοθετημένο η καρδιά μου

όλοι την παρακάμπτουν.

δ)

Δεν  είναι το ύψος από κάτω μου

Αλλά το ύψος από πάνω μου

που με τρομάζει.

Αντίστροφος ίλιγγος.

ε)

Μετά από τόσες ερήμους που διάνυσα,

χωρίς ούτε σταγόνα βροχής,

συνεχίζω να ελπίζω

στην ξαφνική παπαρούνα.

στ)

Μετά από τόσες φορές,

που μέτρησα και ξαναμέτρησα τα δάχτυλά μου,

συνεχίζω να επιμένω

ότι δεν είναι μόνο δέκα .

ζ)

Πάνω στη γη βαδίζω ακόμα κι όμως

μ’ έχουν τυλίξει κι όλας του θανάτου οι ρίζες.

η)

Η σιωπή αποψιλώνει την ψυχή μου

κι εγώ επιμένω να φυσάω δέντρα.

……

ι)

Η αιωνιότητα είναι φτιαγμένη από στάχτη,

ψυχών αποκαΐδια που την ονειρεύτηκαν…

…….

ιγ)

Ελάχιστη φλόγα του σπίρτου.

Κάθε που ανάβεις ένα τσιγάρο,

ονειρεύεσαι δάση, ονειρεύεσαι πόλεις,

ονειρεύεσαι την ίδια την κόλαση.

ιδ)

όσο περνούν τα χρόνια

μεγαλώνουν οι κλειδαρότρυπες,

μικραίνουν οι πόρτες.

ιε)

όσο περνούν τα χρόνια

λιγοστεύει η ζωή κάτω απ’τα…

View original post 54 more words

Βασίλης Ραϊκόφτσαλης, Δύο ποιήματα

vakxikon_issue_17_rakopoulos17

ΙΩΔΙΟ ΤΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ, ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ ΘΛΙΨΗ
(Σονάτα)

στήν Αννα Δύω

Πατώματα ξύλινα, στρωμένα με πολιή λαδομπογιά
Ένα μέρος της ροζέτας στο ταβάνι πού ’χει πέσει Από το βομβαρδισμό
Αυτό είναι το οίκεΐο, το Βερολίνο ίσως ολόκληρο

Που κάνει πάλλευκο κρύο κι άνθρωποι αβέβαιοι τη μέρα στους δρόμους
Τή νύχτα όμως —– περιμένω στο μικροσκοπικό δωμάτιο
ή είμαι ενόνειρος, από μακριά να σε βλέπω
με γεννητικά όργανα άναστατωμένα

… θα ήθελα να ήμουν σε σένα
κάτι για σένα να έκανα
Μια εφημερίδα
με όμορφες ειδήσεις να σου αγόραζα, κάτι…

Αναμφίβολα, η μουσική που ακούγαμε υπήρξε ωραία
Ιδίως όταν πίναμε λικέρ αμυγδαλέας

Καθώς ψήνονται φαγητά — αγγλικές κρεατόπιτες
καί πολυχρονεμένα κρασιά στο τραπέζι μας
Μέ σένα, για σένα, απ’ το ανοιχτό παράθυρο, φυλλομετρώ:
Φώτα αγέρωχα, αυτοκίνητα ακίνητα, πνοές από ψυχιατρεία
«Το κοινό έτρεχε στον κινηματογράφο όλο και πιο πολύ…», θυμήθηκα
«Ολέθρια Επιρροή του τελευταίου εραστή»
που ‘γινε άστρο απολυτό στο γαλαξιακό χορό
μια νύχτα, με βεγγαλικά Πρωτοχρονιάς, στο τρυφερό Παρίσι
δίχως βοηθούς άνακριτή· γιατί άλλωστε;
αφού πάντα μιλούσαμε για τους κλιβάνους αποτέφρωσης
όπως οι γιατροί — απρόθυμοι να διενεργήσουν εξετάσεις
Τ’ αφήσαμε απαρατήρητο, αδιάφορο αν η Άννα
αρνιόταν να γευματίζει, κι εγώ άκουγα κάτι σαν ρέκβιεμ
σε ανελκυστήρα για έβδομο πάτωμα, σουίτα 1221
όπου η Anna Blume απεβίωσε στα τριάντα τρία της χρόνια
υπονομεύοντας ειδάλλως πρασινίζοντας
για χάρη της η ευκαιρία
να πρωταγωνιστήσει στο

«Ιώδιο του Δειλινού, μια στιγμιαία θλίψη».

Chamissoplatz, 1987

***

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ALEXANDRA DANN UND WANN* 1

«Αγοράζετε βενζίνη Σελλ
γράφει σπίτι του δωδέκατου τομέα
είναι η γλώσσα που μιλούν εδώ…
είναι η ποίηση που αγαπώ
που μου λέει όσα με συγκινούν
είν’ το τραγούδι των πόλεων
όπου άνθρωποι βυζαίνουν γάλα συμπυκνωμένο μάνας
που μονάχα Θεός μπορούσε να κάνει μητέρα»

Ν. Ράντος

Τελευταία εβδομάδα Μαΐου
Ξύπνησα με ήλιο βερολινέζικο
Τώρα είναι απόγευμα
Βρέχει ραδιενέργεια
και ποιος ξέρει τι άλλο
Ο καιρός είναι περίεργος
Κι εγώ
Που εδώ ποτέ δε νυστάζω
Πίνω ξανά καί ξανά
(Απ’ το κρασί Ποιας Μετάληψης;)
Καί μεθάω — Γελάω
Με την αγωνία του εξόριστου
Με όλη την καρδιά μου
Σαν εφιάλτης κύκλωπας
Με κάνει και ξυπνάω: Κι αυτός ο λαός
ήθελε
Να υποτάξει τον κόσμο
Αρνιά καλοκάγαθα
Που τους αρέσει και πίνουν

Φωτοτυπίες
Και ζωγραφισμένες σελίδες γραφομηχανής
Για ν’ άντέξεις
Την ομορφιά τόσης νεότητας
Προκλητικά που αυτοσχεδιάζει
Στο ρυθμό μιας μεγαλούπολης…
Σε σκέφτομαι πού και πού
Εσένα
Που μού ’λεγες
Πώς όλα τόσο βαρετά σε τούτη τη ζωή
και φιλολογικά ωραία στην άλλη-
Ίσως γι’ αυτό,
Πια να αισθάνομαι
Μοναχικός
Απροστάτευτος
Μ’ ένα τείχος όλοι τριγύρω μας
(Έγινε πρόσφατα και κάρτα Επετείων)
Μωρό μου να ζήσεις
Είχες τά γενέθλιά σου
Τα σύννεφα φεύγουν
Κι εσύ ναρκισσεύεσαι…

Εσύ, που εντούτοις
Ακόμα με γοητεύεις
Όπως άλλωστε
Κάθε σύγχρονο επικίνδυνο πλάσμα
Ένας κίνδυνος παραπάνω λοιπόν, είπα κάποτε
Έστω με Νάνσυ Ρήγκαν συμβιβάστηκα
Τώρα όμως το ξέρεις:
Τα ηλιοπίνοντα πεύκα κι ο χριστιανισμός
Μου σπάνε τα νεύρα…
Και θέλω μετά να έκδοθώ
Και πώς δεν έχω
Την αίσθηση τής ποίησης της αλληλογραφίας…
Αλλά υπάρχουν πράγματα
Που με στενοχωρούν ακόμα:
Η Νταϊάνα Ρος του ’80
Ή όπως ο συμπολίτης σου
Ο πίνων «τέϊον συμπαθέστατον» να εισπνέει αίφνης κοκαΐνη
«Γιά δύναμη, για χρήματα Για σεξ και ναρκωτικά»
Απαντούσες κοφτά, πουλώντας τότε δακτυλίδια-

Εν τέλει, Μωρό μου Πού και πού
Μ’ αρέσει νά βρέχει/μπίρα ας πούμε, helles, sanftmutiges* 2. Τελεία

Cafe Shell, 1987

*1 dann und wann: πού και πού
*2 helles, sanftmutiges: ξανθή, ήπια

*Από τη συλλογή “Μέθυμος λόγος”, Εκδόσεις Δρομεύς/ΝΑ’, Αθήνα 1995.

vr3043