Elizabeth Hames-Brooks, With flourish

images

We recognize eucalypts’ fragrance,


kookaburras, emus, and rare nestled koalas…

kangaroos’ graceful leaps beyond.

Despite the devastation of flood and drought,


and dread of bushfire’s smoke,


we know the joy of flowing rivers,


seas’ shimmering aqua and turquoise,
and nature’s ovations –
surf’s thunder upon rock.
With mottos of respect,
let’s work for peaceful outcomes,
and reflect upon a glorious environment.

Φύλλα Τέχνης | Τεύχος #01

flyer-κυκλοφορίας-ΟΛΟ-1024x457

Κυκλοφορεί το Τεύχος #01 της νέας σειράς εκδόσεων «Φύλλα Τέχνης» του ανεξάρτητου περιοδικού Τέχνης & Γραμμάτων Παλινωδίαι/Palinodiae

|Δοκίμιο – Παρουσιάσεις – Νέοι Καλλιτέχνες – Μικρές Αναφορές|

σε 48σέλιδο έγχρωμο τεύχος |

Αυτοέκδοση Παλινωδίαι 2016

■ Xειμερινό Αστικό Τοπίο | Διαγωνισμός Φωτογραφίας

■ Το Γυμνό του Jules De Bruycker

■ Ο ζωγράφος Vaughn Beneteau

■ Nicolai Ivanovich Fechin

■ H Aurore Lephilipponnat και το Butoh

■ Oι Νόμοι της Ινδιάνικης Ζωγραφικής

■ Ο ωραίος Μοντιλιάνι

■ Η ζωγραφική της Στυλιάνας Κατσιάρης

■ Ο γλύπτης Kiko Urrusti, κ.ά.

___ ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Αντί προλόγου το ποίημα «Όλο το 24ωρο» του Νάνου Βαλαωρίτη, από τη συλλογή «Εστίες Μικροβίων» που κυκλοφόρησε στο San Francisco το 1977:

Μισός αιώνας απογεύματα με τη γιαγιά μου
Σύννεφα σαύρες παρδαλές και άλλα τέρατα
Κορίτσια ελαφρόμυαλα σαν τα σπουργίτια
Με βάδισμα ενοχοποιητικό μες στα παλτά τους
Ένα σεντόνι ερημιάς πάνω στο πρόσωπό μου
Συναντήσεις καθημερινές σαν γκρεμισμένες εκκλησίες
Λιμουζίνες με περίεργες βλοσυρές εκφράσεις στο τιμόνι
Άγνωστοι στις γωνίες των δρόμων περιμένοντας
Άγνωστες που περνάνε στον πληθυντικό
Ζαχαροπλαστεία γεμάτα ερωτηματικές ματιές
Φάρμακα αντίδοτα για αισθήματα ασφυξίας
Ώρες που δεν ξανάρχονται και καφενεία φαντάσματα
Ξύπνημα πρωινό βαρύ ασήκωτο ή ευδιάθετο
Ξεκίνημα για μιας καρδιάς την πόρτα τη στενή
Αλλά κανείς στο σπίτι που είπανε πως έμενε
Τρελή Σουηδέζα με μάτια σα φανάρια
Αγώνες για τη Δημοκρατία αγώνες δρόμου και αγωνία
Μισός αιώνας παρά τέταρτο και κάτι ακόμα παραλίγο επάνω μου.

♠♠♠ Κείμενα: Αγγελική Λυδάκη | Μαρία Μ. | Γιάννης Καφούρος | Μιχάλης Μιλώνης Άλλων: Γιάννης Τσαρούχης

Σημεία διακίνησης

AΘΗΝΑ _______________________________________
Εξάρχεια • Κ*ΒΟΞ (Κατειλημμένο Κοινωνικό Κέντρο) Αραχώβης & Θεμιστοκλέους ______________________________________________
Δάφνη • ΦΥΣΙΚΟ ΚΙ ΕΠΟΜΕΝΟ (Καφενείο) Αντιόπης 43 & Λεωφόρος Αλ. Παπαναστασίου ______________________________________________
Ν. Σμύρνη • ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΛΕΣΧΗ Ν. ΣΜΥΡΝΗΣ Ελευθερίου Βενιζέλου 12 & Αιγαίου ______________________________________________
Μπραχάμι • ΠΙΚΡΟΔΑΦΝΗ (Ελευθεριακό Στέκι) Αγ. Βασιλείου και Π.Π.Γερμανού 22
• ΓΑΙΑ (Καφεποτείον) Στρ. Αλ. Παπάγου & Ναυάρχου Νοταρά ______________________________________________
Άνω Ιλίσια • ΜΠΕΡΝΤΕΣ (Αυτοδιαχειριζόμενος Κοινωνικός Χώρος) Aράδου 55, πλατεία Κύπρου ______________________________________________
Περιστέρι • ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ Θηβών 227 ______________________________________________
ΜΕΣΟΓΕΙΑ ΑΤΤΚΗΣ ______________________________________________
Κορωπί • ΟΠΤΙΚΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΑΚΚΟΥ Λ. Βασιλέως Κωνσταντίνου 134 ______________________________________________
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ _______________________________________ σύντομα ______________________________________________
ΠΡΟΣΟΧΗ: Οι χώροι διακίνησης μπορεί να αλλάξουν ανά πάσα στιγμή

∅ Contact: Info@Palinodiae[dot]com

Rochelle Dsilva, Gender Bullshit

My take on the subject of undoing gender perspectives – performed at my first feature in Kuala Lumpur at Gaslight Cafe for the If Walls Could Talk Poetry Open MIc.. Follow my artist page for more poetry updates – https://www.facebook.com/RochelleDsil…

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Νο 1289 (χειρουργικές επεμβάσεις)

13325638_956654187813983_2170596012828400858_n

~
κι αυτοί,
που ψάχνουν στις σκιές
της

σιδερένιας

μέρας

για τροφή

και οι άλλοι εις μνήμην τους,

κι εμείς σταυροφόροι ανήμποροι,

όλοι,

τον Βρούτο αναμένουμε,

γονατισμένοι

σε θεούς συμμορίες, 

~

και τα τρελά ποτάμια των δρόμων τα χρόνια μεταφέρουν,

~

λες, 

η αλήθεια 

είναι,

πιστευτό το ψέμα τους ψιθυρίζω στη

γυμνή σου πλευρά

και πυροβολώ 

τον λερωμένο μου καμβά:

η θεραπεία

ο δολοφόνος μου

~

μας βοσκούν με δυστυχία

και σκύβουμε

στα εκτροφεία της φλυαρίας

μας, 

όλα είναι,

και τα σπίτια θύματα είναι σε συνοικίες στρατόπεδα 

και οι έρωτες χωρίς πολεμοφόδια

στα δικτυακά φορεία,

οικόσιτες

προίκες θανάτου

τα

υπόλοιπα,

και χειροτερεύουν


~

(alexmil)(2016-109)


*Artist: Ray Caesar

“Η Πόλη των Νεκρών Γυναικών”, Χουάρες

Ευτυχία Παναγιώτου's avatarΕυτυχία Παναγιώτου | exwtico

1006688_romero_juarez_003

Φωτογραφία: Gabriel Romero

Οι υφάντρες

Παγιδεύτηκαν σ’ ένα κακόφημο ποίημα.
Τα μαλλιά τους αλωνίζουν κυνηγοί κεφαλών.
Και στο στόμα λεπίδι, η ποινή στον αγρότη,
πνιγαλίων κι ο φόβος, χρηματίζει σαν φίλος.

Την ηχώ τους φιμώνει ο Φωνομέτρης χαφιές.
Ήχοι είναι, θα πούνε· δεν ακούγονται όλοι.
Τα παράθυρα κλείνουν και οι πόρτες κλειδώνουν
και ο τάφος πλευρίζει τον τυχαίο διαβάτη.

Μόνο η τραγωδός η σοπράνο
τον κουρέα αγγέλλει εφιάλτη.
Το χέρι υφάντρας θα υψώνει,
που το νέο της σώμα διασχίζει
ο ροζ σατράπης σταυρός.

Στου Μεχίκο τ’ αφιόνι, ερημιά και αλάνες.
Είναι βρόχι ο σπόρος, το λαρύγγι τους σφίγγει.
Λαναρίζονται νύφες και στο μάτι μπαμπάκι.
Στη φωνή σου η άμετρη θλίψη. Κι ο Μπαχ.

{Χορευτές, 2014}

View original post

Vassilis Lagos Quintet & Giorgos Daglas Poetry – Πλοίο (Ship) (unmastered version)

Γιώργος Δάγλας
Καντάδες για ένα δαίμονα
Φίλντισι, 2014
45 σελ.
ISBN 978-618-5101-09-1, [Κυκλοφορεί]
Τιμή € 8,48

Γεωργία Τρούλη, Παραμύθι για ένα σπασουάρ – ευρωζώνη

tumblr_o87fzkGC7Q1s2q8feo1_400

Άρχισαν ξαφνικά να αποκτάνε άλλα πέλματα. Kάποιοι οπλές αλόγου, κάποιοι γαιδάρου. Kάποιοι φορούσαν παπούτσια με φτερά και επωνυμία, κάποιοι μεμβράνες χήνας ή πάπιας. Ο καθένας και η επιλογή του. Ο καθένας και η επιβολή του. Με τρόπο που απαντάται σε άλλα βιβλία και μύθους πέρασαν ωκεανό, μερικώς παγωμένο. Σχεδόν ακροπάτησαν. Έφθασαν σε ήπειρο που δεν είχε ανακαλυφθεί. Απάτητη γη και εύφορη. Όλοι πήραν στο πρόσωπο αντίστοιχη μορφή πατούσας. Δηλαδή τα πόδια αλόγου, μούρη αλογίσια, τα πέλματα πάπιας, πρόσωπο πάπιας.Τα φτερωτά παπούτσια μορφή καγκουρό και ούτω καθεξής. Μόνο το ενδιάμεσο σώμα, οι κορμοί με όλα τα σπλάχνα και το συναίσθημα έμειναν ανθρώπινα κι εκτεθειμένα στην ζέστη. Μη έχοντες τίποτα άλλο να καταβροχθίσουν τον πρώτο καιρό της αποικίας, έτρωγαν ο ένας το ανθρώπινο κομμάτι του άλλου. Έτσι απότομα. Καθώς αγκαλιάζονταν. Καθώς συναντιούνταν. Και κόντυναν με τρόπο αφύσικο τα πλάσματα αυτά και δημιουργήθηκαν ζώα άλλης κατηγορίας, τεντώθηκε η βαθμίδα εξέλιξης στα όρια. Κανείς δεν έκανε όμως λόγο για παλινδρόμηση. Μέτρο σύγκρισης κανένα πλέον δεν είχαν. Κι έγιναν πλάσματα μόνο με κεφάλι χέρια και πόδια. Κι έγειραν πάνω στην νέα τους ύπαρξη με απορία. Για όποια παλιότερη ανθρώπινη εκχύμωση έβαλαν βδέλλες. Ρούφηξαν μνήμες. Και ξεκίνησαν στεγνά τη νέα τους κοινωνία. Και κατασκήνωσαν. Κι έφτιαξαν κοινότητα. Και αφού δεν είχαν τι άλλο να φάνε, καλλιέργησαν. Κι άδειαζαν από τα δέντρα φρούτα και από την θάλασσα ψάρια. Τίποτα δεν μπορούσαν να νιώσουν. Σχεδόν ούτε πείνα. Κι έτρωγαν σπάνια. Και διήρκησαν χρόνια.

Κάποτε ανακάλυψαν έναν βόα που για χρόνια τον νόμιζαν κορμό δέντρου αφυδατωμένο. Και τον ξετύλιξαν με αγωνία. Και διαπίστωσαν πως ξεπερνά κάθε αξίωση δεινοσαύρου και κάθε όριο ιμπεριαλιστικής απλωσιάς. Και χάρηκαν.

Και με αυτόν περιχαράκωσαν τη νέα ήπειρο. Τον έκαναν τείχος σε γεωγραφικό πλάτος με τρόπο περίτεχνο και αυτονόητο. Έπειτα ανέβηκαν σε ψηλή κορυφή. Πιάστηκαν από κάποια πουλιά- ξεχασμένα απομεινάρια δεινοσαύρων- κι έβγαλαν αεροφωτογραφίες. Κι έφτιαξαν χάρτη για μια ήπειρο που έλαβε χώρα κι αργότερα όνομα: europia. Και από τον χάρτη προήλθαν αντίτυπα όπου πάνω σχεδίαζαν στίχους και βέλη και σήματα μορς. Και τα έστειλαν με πτηνά δεινοσαύρων σε άλλους πολιτισμούς. Καλούσαν ανθρώπους να φτιάξουν ξανά το θυμικό και το επίπεδο αίσθημα. Χωρίς κανιβαλισμό θα τους αντιμετώπιζαν. Δύο κάποιους με ευγένεια θα θυσίαζαν για να μεταμοσχεύσουν πάλι εσωτερικότητα και περίγραμμα. Και θα πορεύονταν εκ νέου. Γιατί τόσα χρόνια έχασαν μορφή και ως ζώα και ως άνθρωποι. Και το κατάλαβαν. Και θύμωσαν. Και θέλησαν.

Επί χρόνια είχαν καλή οικονομία βασισμένη στις πέτρες –εξοστρακισμό και λιθοβολισμό κανένα δεν έκαναν-κι ασχολίες είχαν μετρημένες στο ήμισυ από τα δάχτυλα που ο καθένας στα πόδια του είχε. Και περνούσε ο καιρός κι έτρεφαν τον βόα περιτοίχισμα με φύλλα δέντρων και καλαμιές. Κι ο βόας μεγάλωνε. Ούτε ένα μπαομπάμπ υπήρξε ποτέ ούτε ένας ελέφαντας αλλά και τα ζώα δεν είχαν μνήμη για να επινοήσουν σαμάνο ή παιδί. Αρκούνταν στην κατά περίπτωση αιρετή ηγεσία κάποιου άλλου ζώου. Μάλλον του πιο μοχθηρού. Τα βράδια ροχάλιζαν ήσυχα. Ζωύφια κουνούπια και μύγες δεν αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα. Ούτε σεισμοί, καφενεία, δρόμοι, πλατείες. Μόνο βρύα λειχήνες και μύκητες. Κάθε υβρίδιο ούτε στα νύχια μεγάλωνε ούτε στα μαλλιά ούτε στην σκέψη. Και συνέχισαν να μην πεινούν και να μην αισθάνονται.

Όμως ένα βράδυ ο ουρακοτάγκος -ο πιο κοντός του κόσμου- έκοψε κι έφαγε ένα κομμάτι από την ουρά του βόα. Κι ακολούθησαν κι άλλα βράδια κι άλλα ζώα που έκαναν το ίδιο.
Και σιγά σιγά άρχισαν να νιώθουν κυρίως πείνα κι έπειτα επιθυμία. Και σιγά σιγά αφαιρούσαν σώμα κι εμβαδό από τον βόα.

Έφθασαν άνθρωποι σε κείνον τον τόπο μετά από τα σήματα μορς και τους στίχους. Προσπάθησαν να μπουν στο νέο κομμάτι του χάρτη. Βρήκαν είσοδο στα κομμάτια του βόα που έλειπαν. Φοβήθηκαν τα υβρίδια τους ανθρώπους. Είχαν ξεχάσει πως είχαν σώμα και συναίσθημα. Και ζήλεψαν.
Θυσίασαν δυο ανθρώπους με ευγένεια και ανάγκη κι άρχισαν να κολλάνε σάρκα ανάμεσα στα πάνω και κάτω άκρα. Η οργανογένεση θα συνέβαινε μόνη της, εν μια νυκτί, όπως συμβαίνουν οι μεγάλες καταστροφές και δημιουργίες.

Από πόνο γάγγραινας ξύπνησε ο βόας ενώ είχε περάσει μέρες αποχαυνωτικής ηρεμίας. Είδε την μόλυνση και θύμωσε. Άνοιξε το στόμα και κατάπιε το υπόλοιπο του σώματός του. Κι αφού έπαψε να είναι σχήμα στον χάρτη, απέκτησε κίνηση. Καταβρόχθισε όλα τα υβρίδια ζώα, όλες τις βαθμίδες εξέλιξης, την ιστορία και την οικονομία εκείνης της γης. Όταν είδε να καταφθάνουν ορδές από πλοία με ανθρώπους, τόσο βαρύς και μπερδεμένος ήταν από το φαγοπότι του, που με ένα τίναγμα τους έπνιξε όλους. Κανείς δεν ξαναφάνηκε ποτέ. Ο βόας τυλίχθηκε γύρω από τον κορμό του βουνού γιατί ο ωκεανός τριγύρω άρχισε να εξαφανίζει εκείνον τον τόπο. Από ελάχιστο σεισμό ξέρασε ένα βράδυ ένα κομμάτι ανθρώπινης σάρκας-το τελευταίο ποτλάτς εκείνης της γης- στο έδαφος. Και κοιμήθηκε μέχρι θανάτου.

Οι μύκητες και η θεά μούχλα ξέρουν πάντα να κάνουν καλά την δουλειά τους .Εκείνο το κομμάτι έγινε ο πρώτος δεινόσαυρος με κεφάλι ανθρώπου και δόντια καρχαρία. Απροσδιόριστης ράτσας αντοχής και ποιότητας. ‘Ισως τυραννόσαυρος σε ανάπτυξη. Ίσως κατηγορία από μόνος του.

Έχει πέλμα αρπακτικού.

Και για σπασουάρ μια φαρδιά ευρωζώνη που πάντα βρωμάει

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Άψε σβήσε

Έργο: Joseph Cornell

Έργο: Joseph Cornell

Παραβίασες τα σύνορα
που έθαψαν
το γνώθι σαυτόν,
γκρέμισες φυλακές
πίσω από κουρτίνες
που πυρπόλησε
η σπίθα της οργής σου,
χωρίς ουρλιαχτά,
χωρίς ψιθύρους,
στο άψε σβήσε,
έτσι απλά
γέννησες φως
σαν αγκάλιασες
όσα δεν λέγονται
(μα γράφονται)
στο σκοτάδι.

*Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. http://frear.gr/?p=13907

Federico Garcia Lorca, Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας (Δύο ποιήματα)

Από το “Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας”
(Απόδοση: Γιώργος Μίχος)

Στην αγαπημένη μου φίλη Ενκαρναθιόν Λόπεθ Χούλβεθ

ΤΟ ΧΥΜΕΝΟ ΑΙΜΑ
Πως να το δω δεν θέλω!

Πες στη σελήνη που θα έλθει

πως να δω δεν θέλω το αίμα,

του Ιγνάθιο στον άμμο.

Πως να το δω δεν θέλω!

Η σελήνη πέρα ως πέρα.

Άτι από σύννεφα γαλήνια,

κι η αρένα γκρί του ύπνου

με ιτιές γύρω στις μπάρες.

Πως να το δω δεν θέλω!

Πως μου καίγεται η μνήμη.

Μηνύστε το στα γιασεμιά

με τη μικρή λευκότητά τους!

Πως να το δω δεν θέλω!

Του γέρου κόσμου η αγελάδα

πέρναγε μια θλιμμένη γλώσσα

πάνω από ένα μουσούδι αιμάτων

που ήταν χυμένα εκεί στο άμμο

και οι ταύροι του Γκισάντο

σχεδόν θάνατος και πέτρα

μούγκρισαν σαν δυο αιώνες

να πατούν γη απαυδησμένοι.

Όχι.

Να το δω δεν θέλω!

Απ’ τα σκαλιά πάει ο Ιγνάθιο

μ’ όλο το θάνατο στον ώμο

Έψαχνε το ξημέρωμα

και το ξημέρωμα δεν βρήκε.

Έψαχνε εικόνα σίγουρη,

και τ’ όνειρο τον ξεστρατίζει.

Έψαχνε τ’ όμορφο κορμί του

και βρήκε το χυμένο του αίμα.

Να το βλέπω μη μου λέτε!

Το ανάβλυσμα μη νιώσω

κάθε φορά και πιο σβησμένο

το ανάβλυσμα που φέγγει

τις κερκίδες για να πάει

στο βελούδο και στο αίμα

από το πλήθος που διψάει.

Ποιος κραυγάζει για να σκύψω;

Να το βλέπω μη μου λέτε!

Δεν τα έκλεισε τα μάτια

όταν τα κέρατα κοντά του,

μόνο οι τρομερές μανάδες

εσηκώσαν το κεφάλι.

Κι από μέσα απ’ τα βουστάσια

μυστικών φωνών αέρας

που έκραζαν ουράνιους ταύρους

επιστάτες χλωμής πάχνης.

Δεν είχε πρίγκιπα η Σεβίλλη

που να του συγκριθεί μπορούσε

και σπαθί σαν το σπαθί του

και καρδιά τόσο αλήθειας.

Σαν ποτάμι από λιοντάρια

θαυμαστή η δύναμή του,

και ωσάν κορμός μαρμάρου

η γραμμένη σύνεσή του.

Αέρας αναδαλούσιας Ρώμης

στόλιζε την κεφαλή του

και το γέλιο του ήταν νάρδος

από αλάτι κι ευφυΐα.

Τι ταυρομάχος στην αρένα!

Τι ορεινός πάνω στα όρη!

Τι απαλός μ’ όλα τα στάχια!

Τι σκληρός με τα σπιρούνια!

Τι τρυφερός με τη δροσούλα!

Τι λαμπερός με τη γιορτή!

Τι τρομερός στις τελευταίες

του σκοταδιού τις μπαντερίγιες!

Μα πια κοιμάται δίχως τέλος.

Και πια τα βρύα και τα χόρτα

με σίγουρα δάχτυλα ανοίγουν

το άνθος της νεκροκεφαλής του.

Το αίμα του πια τραγουδάει

πάνω από βάλτους κι από κάμπους

σε κρύα κέρατα γλιστρώντας

αμφίβολο, άψυχο στην πάχνη

μπλέκοντας με χίλιες πατούσες

σκοτεινή μακριά γλώσσα και θλιμμένη

μια μικρή λίμνη για να φτιάξει ξεψυχώντας

δίπλα στον Γουαδαλκιβίρ των άστρων.

Ω τοίχε εσύ λευκέ της Ισπανίας!

Κι ω, εσύ του πόνου μαύρε ταύρε!

Ω σκληρό αίμα του Ιγνάθιο!

Ω των φλεβών του αηδονάκι!

Όχι.

Να το δω δεν θέλω!

Δεν είναι δισκοπότηρο να το ‘χει

ούτε και χελιδόνια να το πιούνε,

πάχνη δεν έχει του φωτός να το παγώνει,

ούτε τραγούδι και κατακλυσμός των κρίνων,

ούτε και κρύσταλλο να το σκεπάσει ασήμι.

Όχι.

Να το δω δεν θέλω!

***

ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΣΩΜΑ
Η πέτρα είν’ ένα μέτωπο που όνειρα στενάζουν

χωρίς να ‘χουν κυρτό νερό και πάγου κυπαρίσσια.

Η πέτρα είναι μια πλάτη στο χρόνο να την κουβαλάς

με δέντρα από δάκρυα κορδέλες και πλανήτες.

Είδα εγώ γκρίζες βροχές να τρέχουν προς τα κύματα,

σηκώνοντας τα τρυφερά και πληγωμένα χέρια,

για να μην γίνουν θήραμα της ξαπλωμένης πέτρας

που διαλύει τα μέλη της δίχως να τρέξει το αίμα.

Γιατί σωρεύει η πέτρα σπόρους και συννεφιές

τους σκελετούς κορυδαλλών, λύκους από ημίφως.

μα ήχους να βγάλει δεν μπορεί, κρύσταλλα και φωτιά,

μόνο πλατείες, πλατείες και πλατείες δίχως τοίχους.

Στην πέτρα πάνω κείται πια ο Ιγνάθιο με τ’ αστέρι.

Τέλειωσε πια. Τί έγινε; Κοιτάξτε τη μορφή του:

ο θάνατος τον κάλυψε με τα χλωμά του θειάφια

και του έβαλε μια κεφαλή σκοτάδι μινωταύρου.

Τέλειωσε πια. Και του περνάει βροχή από το στόμα.

Αφήνει ο αέρας σαν τρελός το βυθισμένο στήθος του,
κι ο Έρωτας, με δάκρυα από χιόνι μουλιασμένος,

ζεσταίνεται στην κορυφή πάνω των βουστασίων.

Τι λένε; Μόνο μια σιωπή με δυσωδίες απλώνεται.

Βρισκόμαστε μ’ ένα κορμί παρόν που όλο σβήνει,

με μια μορφή ολοκάθαρη που κάθονταν αηδόνια

και να γεμίζει βλέπουμε με τρύπες χωρίς βάθος.

Ποιος ζάρωσε το σάβανο; Δεν λέει την αλήθεια!

Κανείς εδώ δεν τραγουδά, δεν κλαίει στη γωνία,

ούτε σπιρούνια δεν χτυπά, ούτε το ερπετό φοβίζει:

εδώ δεν θέλω πιότερο από τα στρογγυλά τα μάτια

το σώμα αυτό να βλέπουνε χωρίς να ξαποσταίνουν.

Θέλω να δω μονάχα εδώ σκληρόφωνους τους άντρες

που τιθασεύουν άλογα και κυβερνάν ποτάμια:

άντρες όνειρο σκελετού κι εκείνοι τραγουδάνε

με στόμα από πυρόλιθο και ήλιο όντας γεμάτοι.

Εδώ εγώ θέλω να τους δω. Μπροστά από την πέτρα.

Μπροστά από το σώμα αυτό με τα σπασμένα γκέμια.

Θα ‘θελα να μου δείξουνε η έξοδος που είναι

γι’ αυτόν τον καπετάνιο εδώ που ο θάνατος τον δένει.

Θα ‘θελα να μου δείξουνε θρήνο ίσαμε ποτάμι

που να ‘χει καταχνιές γλυκές και να ‘χει βαθιές όχθες

το σώμα του Ιγνάθιο να πάρει να το χάσω

χωρίς ν’ ακούσει το διπλό λαχάνιασμα των ταύρων.

Που να χαθεί στην στρογγυλή πλατεία της σελήνης

που μοιάζει κτήνος ήσυχο όντας θλιμμένη κόρη.

Που να χαθεί μες στη νυχτιά χωρίς ψαριών το άσμα

και στα λευκά χαμόκλαδα της παγωμένης κάπνας.

Δεν θέλω να του κρύψουνε το πρόσωπο μαντίλια

να συνηθίσει με το θάνατο που πια θα κουβαλάει.

Πήγαινε Ιγνάθιο: Μην ακούς ζεστό το βρυχηθμό.

Κοιμήσου, πέτα, ανάπαυση. Κι η θάλασσα πεθαίνει.

llanto1