veins of red dust by Reuben Woolley

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

these broken ……….voices
…………………………daily

…………………..try

for silence / the quiet
calls.they lost

words
………..key
for any……..further
………………move

we do not hear
the barbed songs
……………the cut

cords

bleeding

still
……..the
…………….bombs

unbreathing

shut the eyes
in this white face of me

..

For the Syrian children living and dying under the bombs in Aleppo and elsewhere.

View original post

Νίκος Ερηνάκης, Από τη συλλογή “Σύντομα όλα θα καίγονται και θα φωτίζουν τα μάτια σου” (2009)

1385778_10151985154529052_1151146122_n

Θάνατος μέσα στους θανάτους σημαίνει ζωή
————-
Πριν από αυτό ήταν νύχτα
και πριν από την νύχτα ήταν πάλι νύχτα
εμείς όμως στήναμε από πάντα το χορό του ήλιου
μέχρι που φτάσαμε να λάμπουμε τόσο
ώστε να μη μας βλέπετε πια.
————
Ο ήλιος μας θεράπευσε
μα νιώθουμε οικεία μόνο στο σκοτάδι.
———
Νομίζετε πως είμαστε αφημένοι στο τίποτα
μα σας φωνάζουμε πως η ασκήμια είναι η νέα ομορφιά.
————–
Κι όταν η ζωή θυμίζει θάνατο
να θυμάστε πως
θάνατος μέσα στους θανάτους σημαίνει ζωή.
————-
Ακούω
————–
Ακούω το γρύλισμα του γέρου σοφού
που μόλις έκοψε τη γλώσσα του
ακούω το κλάμα του μικρού παιδιού
σε κοφτερή γωνία τιμωρίας
ακούω το τρίξιμο δοντιών
νέου προς μεγάλο
ακούω το αίμα στις καρδιές
εραστών που χωρίζουν
ακούω τον ιδρώτα να ρίχνει
σταγόνες στο φόβο
ακούω το δάκρυ να ντρέπεται
να κυλήσει
ακούω το στομάχι να ξερνάει
τον κόσμο πονώντας
ακούω την αρρώστια που από
μέσα μας καίει
————-
ακούω τη σιωπή όλων μας
κι αυτό με καταβροχθίζει.
———-

Πριν μας αλλάξουν
———
Δυο τρία λόγια
ακόμα
μερικές κραυγές ακόμα
ας κάψουμε ό,τι βρούμε
είμαστε στη γραμμή
και μας λείπουν δυο στίχοι
ακόμα
για να πετάξουμε
όπου πάει από δω.
Σημασία έχει
να αλλάξουμε
πριν μας αλλάξουν.
————–
Γι’ αυτούς που τολμούν να συνεχίζουν να πονούν
—————-
Άσε με να σου πω
για τον πόνο στο κεφάλι
όταν στενεύεται το μυαλό στο κρανίο
και για τους ήχους του στομαχιού
στη σιωπή.
—————-
Αν σου θυμίσω κάτι
δεν θα κοιμηθείς
αν πάλι όχι, όνειρα γλυκά
αν και δε θα σου βγουν.
————-
Η αλήθεια, όπως και τα όνειρα,
ανήκουν εξ ολοκλήρου σ’ αυτούς
που τολμούν να συνεχίζουν να πονούν.

*”Σύντομα όλα θα καίγονται και θα φωτίζουν τα μάτια σου” (2009).

Ιωάννης Τσίρκας, Από τη «Σκυλοτροφή»

385432_148353411940629_100002979130248_204011_20787527_n



[…]

«τα υγρά σου πλημμύρα

Κατακλυσμός

κι η φωνή μου φούσκα που επιπλέει

Κιβωτός

και σκάει στο κεφάλι σου 

ΕΚΡΗΞΗ

ο ίμερος ανεβαίνει από τους μηρούς

11.000 πληγές από 11.000 βέργες στην πλάτη μου

και το σώμα μου γαμήσι της Κανά

κι η καρδιά μου αιμορραγικός πυρετός

δικά σου»


[…]

«τα χρόνια μου

γυρίζουν στην πόλη

μόνα αδέσποτα σκυλιά πεινασμένα

κοιτάζουν τους θεούς οκνηρούς

και τους ανθρώπους να τρέχουν

δεν τα ταΐζει κανείς»


[…]

«οι εσοχές στο δέρμα σου

τα υπολείμματα μίσους μέσα τους

ο ξεπεσμός σου ως θέαμα»


[…]

«στην ίδια πόλη

ίδια απειλή

γνωστά και άγνωστα πρόσωπα

όσοι σε κοιτάζουν

επικίνδυνοι όλοι

κουβαλάς τα συναισθήματα ως σημάδια

τις κοπέλες που αγάπησες τις χύνουν και καταστρέφονται

τίποτα δε μένει

χρόνια μετά

γερασμένοι όλοι

τι θα έχουμε καταλάβει;»


[…]

«βουλιάζω

μικρές λουόμενες τα όνειρά μου

οι σκέψεις μου σχολικές εκδρομές

ήσυχες μέρες

μέχρι να τελειώσουν

είσαι η ζωή μου

μετά

είσαι η ζωή μου ξανά»

*«Σκυλοτροφή», Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2011.

Με κομμένο το χαμόγελο | Στάθης Κεφαλούρος

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

13616260_986112358168957_1911015714_o - Αντίγραφο

Δημήτρη Ποταμίτη, τί κρίμα που δεν ζεις για να δεις και ν’ απολαύσεις
την τεθλιμμένη δικαίωση της “γραφικότητας”.

Θυμάμαι ακόμα το τελευταίο παράπονο σου για το ελληνικό κράτος που γραφικούς βαφτίζει όσους δεν το υπηρετούν πιστά.

Συνεχίζουν βέβαια αμετανόητοι να ειρωνεύονται
αλλά το κάνουν με κομμένο το χαμόγελο πια.

Κι αυτή είναι η πρώτη τους ήττα
από την τεθλιμμένη δικαίωση της γραφικότητας, η οποία δυστυχώς για όλους
θα είναι μάλλον και αιματηρή.

View original post

Χέρι..

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_4961Πάνω απ’ το χάος

γέφυρα το χέρι σου

φωτός αψίδα.

………….

Άχρηστα χέρια

κουπιά έξω απ’ το κύμα

ρίζες δίχως γη.

……….

Θεέ μου, τι αόρατο

ναυάγιο που είναι

η έρημη ζωή.

Θλιμμένο χέρι,

μέσα στην τσέπη κρύβεις

τη μοναξιά σου.

Αργύρης Χιόνης

ΧΑΪΚΟΥ

View original post

Θεοδοσία Μαρινούδη, Ποιήματα από “Τα καρφιά από μέσα”

Artwork: zewarfadhil

Artwork: zewarfadhil

Γαμήλιο γλέντι

-“Δεν θ’ αλλάξει τίποτα”

-Όχι, βέβαια.
Ποιος να δει
που τροχίζουν τα μαχαίρια
και ανάβουν οι αιχμηροί χοροί
στα σκοτεινά.
Ψάλλει ο παπάς το αίμα μην ακουστεί
που θα χυθεί
το ευλογημένο.
Ο δήμιος ανεβαίνει στην εξέδρα
και μαζεύει τα κεφάλια.
τα άπεπλα, τα ασκέπαστα, τα ανώφελα
τα άνυδρα, τα βουβά, τα χτυπημένα
τα ανέρωτα, τα άσωστα, τα αυτόχειρα
τα ασύμφορα, τα υβρίδια, τα καμένα…
πέφτουν τα αζήτητα κεφάλια.

(Πάνω οι μαϊμούδες μασούν τα ροδοπέταλα
λαμέ εσάρπες χορεύουνε τανγκό
ψαλμοί σκεπάζουν την απάτη)

***

Mirror tales

Από μικρή μαζεύω τους καθρέφτες
του σπιτιού μου.
Κρύβω βαθιά στην κρύπτη μου
τα γενέθλια πτώματα.
“Οι νεκροί δεν ξανασυναντούν τον θάνατο”
λέει ο μπάτλερ της ιστορίας
σέρνει αργα τα πόδια του στους διαδρόμους
και ξεσηκώνει τα σεντόνια
απ’ το γυαλί-φαρμάκι.

-Θάνατε, λυπήσου μας τους ασεβείς,
συγχώρεσε την ύβρη.
Είναι πιο ελαφρύς ο σταυρός
χωρίς καρφιά στο τέλος.

Πέταξαν λόγια
σαν τα πουλιά του Βαν Γκογκ.

***

Μαρία Αιγυπτία

“Σαν να χω ξανάρθει στον τόπο αυτό.
Θυμάμαι το κόκκινο χρώμα
Στα σώματα των ανθρώπων.
Το πάθος στο δέρμα τους
Το άρωμά του μου έδενε τα χέρια.
Η κόλαση του κορμιού
στα βλέμματα των άλλων.
Για μια στιγμή φωτός έζησα στο σκοτάδι.

Παρακαλώ, αφήστε με στα βάθη της μνήμης.
Με αρρωσταίνουν οι δρόμοι αυτής της πόλης.
Η ζωή μου όλη
Σπάζει χίλια κομμάτια.
Μόνο για κείνη τη χρυσή στιγμή
Το δάκρυ στα μάτια μου
Διαμάντι
Για λίγο
Μια στιγμή φευγαλέα

Η κατάνυξη
Μετά την παρακμή”.

Μην κλαις Αγία μου, μη λυπάσαι.
Μη γδέρνεις τη σάρκα που εξέπεσε.
Μίλα τους για τις ώρες εκείνες
Που θυμόσουν στην έρημο.

*”Τα καρφιά από μέσα”, Εκδόσεις Ένεκεν, Ιούνιος 2015, ένθετο στο τεύχος 36 του ομώνυμου περιοδικού από τη Θεσσαλονίκη.

Άννα Γρίβα, Έξι ποιήματα

f3

Μια φορά που άρχισε το κακό μου

Το σώμα αν πονέσει κρατά μυστικά
το σώμα αν πονέσει σκληρό παραπέτασμα
πάνω στα ίχνη του ο μόχθος
σκάβει τη γη
σκάβει ανθρώπους σκάβει το φως και διυλίζεται
γεμάτη ουλές πατημασιά ταξίδι δίχως.

όρυγμα είναι;
του τριγμού το στερέωμα;
άμμος που στάζει σαν το κλάμα
πάνω σε μάγουλα καυτά;

Σε πλεύση άπνοια 
κρατιέμαι
απ’ της λαμπάδας
το σπιθίρισμα
και κάνω βόλτες
που κυκλώνουν
όπως οι μύγες
το κενό.

***

Τραγούδι του ασήμαντου παιδιού

Κρυφές μιλιές
λέξεις δαγκώματα
των όπλων κρότος
με πληγές τώρα ο δρόμος
μού λέει έλα!
θα ξαγρυπνώ μαζί σου
στις μέρες που θα φεύγουνε
ποιήματα κρίνων απειλές
κι όταν γυρνούν ξανά σε σένα
χάδια από μέταλλο
αγρίμια
τεμάχια τρόμου που πεινούν.

Φέξε μου δρόμε να πατώ
να λάμπουν πρόσωπα
φεγγάρια
σχοινιά να δένουν κόμπο κόμπο
πλεγμένα μάτια
στη θηλιά.

***

Στον καθρέφτη

Βαθιά κοιτάζω
το σημείο μου
μια τρύπα άδεια
πέφτω μέσα

χαράζω λίγο
τα τοιχώματα
βρίσκω τη λάσπη
τη μαζεύω

ένας σωρός
μπροστά μου πάντα
πατώ
βουλιάζω

ο όγκος δε μετρά
τι έντομο
τι βούβαλος
στο βούρκο.

***

Βρώμικα παιχνίδια

Έκρυβα τις κούκλες μου
σε όλες τις σχισμές του σπιτιού
τις άφηνα να χαϊδεύονται
με τους αρουραίους
και να γεννούν τα παιδιά τους
ύστερα από μέρες τις έβρισκα
με φαγωμένα πόδια
με τρύπια στήθη
με μαλλιά που κρύβονταν
μέσα σε σβώλους περιττώματα
τις καθάριζα προσεχτικά
τους κάρφωνα πόδια από μπαμπάκι
στήθη από λάσπη
μαλλιά από τα νήματα
που ξήλωνα τις νύχτες
από τα ρούχα μου

δεν είχαν μάτια
πιο μεγάλα από τα μάτια μου
και όμως ήξεραν όλα τα μυστικά μου
δε χόρταιναν να με κοιτούν
να με προστάζουν
να με απελπίζουν με τη σιωπή τους

ύστερα γνώρισα τους αρουραίους
γίναμε φίλοι
κακοποιούσαμε μαζί τις κούκλες
μου δίνανε ιδέες
για την πιο ανέμελη καταστροφή
και ρυθμό για να χτυπώ τα δόντια μου
με κάνανε τετράποδο
αναγνώριζα από μακριά
τις πιο ανούσιες μυρωδιές
σερνόμουν ανάμεσα στους σωλήνες
και στις τρύπες των τοίχων
σχεδόν μπορούσα να εφάπτομαι
με όλη τη μεγαλοπρεπή βρωμιά μου
πάνω στους ανθρώπους

έτρωγα πια και χώνευα
τις κούκλες
των άλλων κοριτσιών

***

Σκέψεις του εμβρύου
                                          
Σπίθα
διαλέγω
στης λίμνης
το λαρύγγι

βάθος τέρας
ανήμερο
με φλέγει
με κατάπιε.

Επινοώ την αρχή μου
το νερό που με τύλιξε
τους θορύβους
που δεν είχαν αυτιά
να ακούσουν πως ήδη
νοσταλγούσα
αυτό που θα χανόταν μετά

επινοώ και φυλακίζομαι
στην αρχή μου
στο τέλος μου
σε αυτά που με κόπο
θυμάμαι
όπως το δέντρο
που βλαστάνει
τους σπόρους του
σε μιαν άλλη ζωή.

***

Μνήμη των σαρκοφάγων

Μου γνέφει
απλώνεται

ρευστό πάντα
στο ύψος μας

ανοίγει της μέρας
το περίγραμμα

χάσκει μια θέρμη
στα σκαλιά

ο λύκος λιάζεται
στα ξάγναντα

κάθε πληγή μου
τον χορταίνει.

*Από τη συλλογή “Οι μέρες που ήμασταν άγριοι”.

Βασίλης Βασιλειάδης, Στίχοι

Ben Heine, Wheel ruts

Ben Heine, Wheel ruts

λέγεται πώς
όλα είναι θέμα ορισμών
καί οί κάθε φορά ορισμοί τους
πού φτιάχνουν γιά εμάς
μέ εμάς
ή χωρίς εμάς
είναι ζήτημα τού ρεύματος
-αποφεύγουν νά πούν τών αναγκών-
τών καιρών
γι αυτό επιβάλλεται στούς υπηκόους
ή καθημερινή άσκηση
στά πισωπατήματα τής ευκαμψίας
καί ή ειδίκευση
στίς απρουπόθετες παραχωρήσεις τής ευελιξίας
μέ τά δύο αυτά προσόντα
σού εγγυώνται πώς εκταμιεύεις
ώς υπάκουος παρακεντές
μία ευκαιρία γιά επιβίωση στά μπρούμυτα
σέ συμβουλεύουν έξαλλοι
νά παραμείνεις
κοινωνικά καί πολιτισμικά ορθός
μαλάκας
κι άν ακράτητος τολμήσεις τήν υπέρβαση νά τούς παραδοθείς
αποκτώντας φωνή βέλασμα
σέ ονοματίζουν
κοινωνικά καί πολιτισμικά ορθό
λεβεντομαλάκα
γι αυτό επιμένουν
νά αποφεύγεις τίς δυσκαμψίες
τίς αμφισβητήσεις στούς κάθε φορά ορισμούς τους
γιατί τέτοιες συμπεριφορές διασύρονται δημόσια ώς πάθηση
“παράλογη απίστία πρός τούς ορισμούς τών καιρών
εξ αιτίας ανεπιτυχούς κοινωνικοποίησης”…..

*Απόσπασμα από τό FUCK OFF long poem.

Γιάννης Υφαντής, Από τη συλλογή “Μανθρασπέντα”

bmanthraspentag

ΣΤΙΧΟΙ
 
I
Κι έρχονται οι άξεστοι βουνίσιοι άνεμοι
ντυμένοι τα βαριά αρώματα της ρίγανης και του ελάτου
έχοντας άλλος στο μανίκι άλλος στο γόνατο
την ασημένια λάμψη απ’ τ’ άγγιγμά τους σε μια κρύα πηγή.
 
II
Α γέμιση του φεγγαριού και δέση των νερών·
κρένοντας η κρυότερη μορφή σα ρέει στη στέρνα
έναρθρο το ανάστημα τρέμει των καλαμιών.
 
III
Κ’ οι νέρινες γυναίκες του συντριβανιού
υψώνουνε το δροσερό κορμί τους ρίχνοντας
η μια στην άλλη λόγια δροσερά
σαν το κορμί τους, σαν την όψη τους.
 
ΜΑΘΗΜΑ
 
Δέκα ενιαυτούς οι Αχαιοί
πολιορκούσανε την Τροία –
όπως πολιορκούν τα σπερματόζωα τ’ ωάριο
όπως πολιορκούνε οι ψυχές τον Ήλιο
ή οι νυχτερίδες το Φεγγάρι – όπως
δέκα ενιαυτούς οι Αχαιοί
πολιορκούσανε την Τροία.
 
Κι επάνω στη χρονιά τη δέκατη
τη δίσεκτη την τόσο τυχερή
σαν πέος μπήκε το παλιάλογο ο Δούρειος
και την κατάχτησαν την Τροία οι Αχαιοί.
 
Λοιπόν;
 
ΕΧΩ ΚΑΤΙ ΞΑΔΕΡΦΙΑ ΣΤΟ ΒΡΑΧΩΡΙ
 
Έχω κάτι ξαδέρφια στο Βραχώρι
            χε
κάτι νεόπλουτους.
Όλοι τους χριστιανοφασίστες.
Τρατάρουν τον πατέρα μου του κάνουν
μικροθελήματα τον σέβονται
μόνο και μόνο θάλεγες για να
μπορούν να του τη φέρουνε χωστά.
νάβρουν την ευκαιρία να τον πικράνουν.
Μα θάναι βλάκας αν πικραίνεται με το
«τι γίνεται ο Γιάννης, που
θα καταλήξει αυτός μωρ’ μπάρμπα Μήτσο».
 Έχω κάτι ξαδέρφια στο Βραχώρι
            χε
κάτι νεόπλουτους.
Όλοι τους χριστιανοφασίστες.
 
Μ’ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΗ ΜΝΗΜΗ ΔΥΝΑΜΗΣ
 
Φοβούμαι δεν μπορώ να προχωρήσω∙
φοβούμαι τους ανθρώπους συνεχίζουν
πράματα που με τόσο μόχθο εγκατέλειψα.
Φοβούμαι τη ζωή το θάνατο αν ανοίξω
ένα παράθυρο τι έχω ν’ αντικρίσω αν σκεφτώ
που μπορεί να με βγάλει μια σκέψη∙
φοβούμαι και να κοιμηθώ –
ό,τι σκοτώνω στον ξύπνο μου ζωντανεύει
μέσα στον ύπνο μου∙ θαρρεύω
οπλίζομαι στον ξύπνο μου μα στον ύπνο μου
βρίσκομαι πάντα γυμνός.
 
Μήνες που μια οχιά βυζαίνει την καρδιά μου – δεν την είδα
σκόρπια σε πρόσωπα και σε πράματα – δεν την είδα
παρά μονάχα μια φορά σ’ ένα μου όνειρο∙
μόλις που είχε ξεκολλήσει και σερνότανε πρησμένη αργά στο χώμα δε μπορούσα
να κινηθώ όσο κι αν πάσχιζα δε μπορούσα
να κινηθώ μέχρι που ξύπνησα.
 
Και περιμένω από ύπνο σ’ ύπνο
μήπως μπορέσω να ξαναβρώ αυτό το όνειρο
για να το συνεχίσω, μήπως, μ’ ενισχυμένη δύναμη,
μ’ ενισχυμένη μνήμη δύναμης μπορέσω ετούτη τη φορά να κινηθώ,
να προχωρήσω.
 
ΕΔΕΜΙΚΟ
 
Ένας άγγελος χόρεψε χόρεψε κι έσβησε
αφήνοντας αυτή τη στάχτη ανάμεσά μας και το ρέμα στερεμένο σαν πουκάμισο φιδιού μέσα στις πέτρες και ο βράχος καπνισμένος
θαρρείς και κράτησε τον ίσκιο μιας φωτιάς ή αυτού του αγγέλου·
ακόμα η μυρουδιά πυρακτωμένου σίδερου στη μνήμη ακόμα
εκείνος ο αχός μέσα στο αίμα μας·
σάμπως βαθιές ανάσες οι φτερούγες θέριζαν το χρόνο
κι έλαμψαν τα οστά λευκά πάνω στην άβυσσο κι αδιάβαστα
κι άνοιγ’ απάνω ο ουρανός μ’ όλα τα ζώα του και τ’ άστρα,
ζώα πανάρχαια κι άστρα δροσερά μια ευφροσύνη
σαν όπως πριν από τη γνώση πριν από την πτώση,
μέσα στον κήπο του Θεού που ‘χ’ ευωδιάσει δροσερή μια πυρκαγιά τον ύπνο σου
κοντά στο άσπρο βόδι και στο ζώο του Ήλιου που αναχάραζαν
ενώ το σούρουπο του κόσμου κούρνιαζε κάτω απ’ τα φύλλα της συκιάς
κι έβγαινε η πεταλούδα του βραδιού με τις σφραγίδες από έκλειψη ήλιου στα φτερά της
και στον αστερισμό του Αιγόκερω η μηλιά γυναίκα και το φίδι
γλιστρώντας στη μασχάλη του δεντρού τινάχτηκε
κι έπεσαν μπόρα τ’ άνθη πάνω σου και ξύπνησες.
Ένας άγγελος
χόρεψε χόρεψε κι έσβησε
αφήνοντας αυτή τη στάχτη ανάμεσά μας μέσα μας παντού
αυτή τη στάχτη.
 
ΟΝΤΑ ΜΙΚΡΑ

Όντα μικρά που κάποτε μπερδεύεστε στα δάση του κορμιού μου ή που διαβαίνετε
τρεχάλα μέσα στο ανοιχτό βιβλίο μου ή που χάνεστε
στην έρημο του τραπεζιού μου ή στις λειχήνες χώρες ενός βράχου ή που σας βρίσκω
πάνω σ’ ένα λουλούδι να μαζεύετε σοφία και ηλιόσκονη· όντα
υδρόβια, μες στο χώμα ή φτερωτά, όντα της νύχτας
παιχνίδια των σεληνιακών αγγέλων με τη βούλα πάνω σας του Σκότους,
ψήγματα της δημιουργίας και που εν τούτοις και μ’ αντένες των υπόηχων και ραντάρ του πράσινου ή του γκρίζου· όντα
άλλοτε μ’ ένα σάκο καφετί στον ώμο μπαλωμένο κι άλλοτε φορώντας
ένα κοχύλι κατ’ ομοίωση του χρόνου ή μι’ ασπίδα του Μεσαίωνα ή
μια κερασφόρα προσωπίδα ηλιακού πολεμιστή· όντα μικρά
που τα φτερά σας έχουν τ’ άστρα πάνω τους της Μνήμης κι ερυθρούς
κύκλους μικρούς ενιαυτούς και αριθμούς του Μηδενός μεταμορφώσεις ή
στιγμές καρφιά πάνω στην πύλη της Ιστάρ· όντα της μέρας
παιχνίδια των ηλιακών αγγέλων με τη βούλα του Φωτός, μεγάλα όντα
που ερωτεύεστε και ζείτε και πεθαίνετε μη ξέροντας
μη καταδέχοντας να ξέρετε ποιος είμαι και πού πάω και τι θέλω αραδιάζοντας εδώ
τα μαύρα ετούτα κόκκαλα της σκέψης μου.

*Μανθρασπέντα, Κέδρος, 1980.

yannis1