Cloe Koutsoubelis//Χλόη Κουτσουμπέλη

vequinox's avatarManolis

 

Cloe and Alexandra_cover_aug265

Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ

Το πλοίο είναι γεμάτο μετανάστες.

Φορούν τραγιάσκες και κοστούμια

που γυαλίζουν στους αγκώνες,

κοιτάζουν μία προκυμαία από σκόνη

και λευκά μαντήλια που ζωγραφίζουν το κενό.

Σε μιαν εξέδρα ένας βιολιστής

παίζει κόκκινο βιολί,

φορώ ένα μαύρο φουστάνι και δεν έχω μαλλιά,

κλαις και δεν ξέρω πώς να σ’ αγκαλιάσω,

σαν να διασχίζουμε τον χρόνο

σε έρημα πλοία φαντάσματα

που προσκρούουν συνέχεια σε παγόβουνα

μόνο και μόνο για να,

για να μην,

επειδή δεν γίνεται χωρίς

αλλά ούτε και με,

κι ο βιολιστής παίζει παράφορα βιολί

κι ενώ όλοι αρχίζουν να χορεύουν

μου κλείνει μυστικά το μάτι

ενώ πίσω στην πόλη,

τα ποντίκια μεταδίδουν την πανούκλα

που χωρίς να ξέρουμε

όλοι μας κουβαλάμε

μες στο πλοίο.

 

THE PLAGUE

 

Ship full of immigrants,

flat caps and suits with

shining elbows, they stare at the quay

white handkerchiefs paint the void

on the platform a violinist plays

his…

View original post 87 more words

Κώστας Δεσποινιάδης: Ὁ τσαλαπετεινός

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

Despoiniadis,Kostas-OTsalapeteinos-Eikona-03

Κώ­στας Δε­σποι­νιά­δης

 

Ὁ τσα­λα­πε­τει­νός

02-TaphΟ ΒΡΑΔΥ εἶ­δα στὸν ὕ­πνο μου πὼς ἤ­μουν κυ­νη­γὸς καὶ σκό­τω­σα ἕ­ναν πα­νέ­μορ­φο τσα­λα­πε­τει­νό. Ἐ­γώ, ποὺ πο­τέ μου δὲν ἔ­χω πιά­σει ὅ­πλο κι ἀ­πε­χθά­νο­μαι τὸ κυ­νή­γι, ἔ­νι­ω­σα στὸ ὄ­νει­ρό μου μιὰ σα­δι­στι­κὴ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ποὺ σκό­τω­σα τὸ ἀ­θῶ­ο που­λά­κι.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Νύ­χτες ποὺ μύ­ρι­ζαν θά­να­το (ἐκδ. Πα­νο­πτι­κόν, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2010.

 

Κώ­στας Δε­σποι­νιά­δης (Κο­ζά­νη, 1978). Ἀ­πὸ τὸ 2001 ἐκ­δί­δει καὶ δι­ευ­θύ­νει τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­νο­πτι­κόν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ με­τα­φρά­σεις καὶ ἐ­πι­μέ­λεια ἐκ­δό­σε­ων. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριο, ­νε­κεν, Πλα­νό­διον. Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α Φράν­τςΚάφ­κα. ­να­τό­μοςτῆς­ξου­σί­ας (Πα­νο­πτι­κόν, 2007), Πό­λε­μοςκαὶ­σφά­λεια (Πα­νο­πτι­κόν, 2008), Νύ­

View original post 15 more words

Γρηγόριος Σακαλής, Κόλαφος

artlimited_img213766

Σ΄ ένα καλντερίμι
σ΄ ένα υγρό δρομάκι
βάζεις τον εαυτό σου σε προθήκη
και τον πουλάς φτηνά
τα όσια και τα ιερά σου
τα μαργαριτάρια σου στους κύνες
και είσαι είκοσι δύο
αχ, θεοί
αχ, δαίμονες
πως το επιτρέπετε
πως δεν στερεύει η θάλασσα
πως δεν καίγεται η γη
ένας επίγειος άγγελος
να τραβάει του Σίσυφου τα πάθη
κι εμείς να διάγουμε βίο
απαθή κι ωραίο.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Άτιτλο

cebdceb5cebfcf80ceb1cf84cf81ceb9cf89cf84ceb9cf83cebccf8ccf821

Για σένα πια δε γράφουν τα κιτάπια του ταμείου.
Για σένα που περίμενες τόσες φορές στημένος
να σου σφραγίσουν την αξιοπρέπεια.
Να σου μετρήσουν πόσες μέρες
έχεις μερίδιο στην επιβίωση.
Και το βασανισμένο σου μυαλό
γελούσε στην ιδέα μιας μολότωφ.
Αυτοί οι δαιμονικοί γκισέδες αν τιναζόντουσαν!
Αυτά τα άθλια κιτάπια αν καιγόντουσαν!
-Περνούσε ακόμα τραγική παρηγοριά
όλα πριν σε αποκλείσουν.

“Η διάλυση είναι μια υψηλή ρομαντική πράξη” | Συνέντευξη στο Ηδύφωνο #18, 9.8.2015

Ευτυχία Παναγιώτου's avatarΕυτυχία Παναγιώτου | exwtico

“Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΥΨΗΛΗ ΡΟΜΑΝΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ”

Συνέντευξη με τη Μαρία Μηνά, στο Ηδύφωνο #18, 9.8.2015

Φωτογραφία Χρήστος ΔιαμάντηςΦωτογραφία: Χρήστος Διαμάντης

Σε ένα παλαιότερο κείμενό σου αναφέρεις πως όταν πρωτοξεκίνησες να καταστρώνεις ποιήματα, ο καβαφικός Θεόκριτος ενσάρκωνε τον πόθο σου να συναντήσεις τον ιδανικό δάσκαλο. Θα έλεγες ότι πλέον έχεις εντοπίσει σηματωρούς δασκάλους;

Δεν συνάντησα τον ιδανικό δάσκαλο όταν τον είχα ανάγκη. Αναζητούσα ένα περιβάλλον αγάπης, ενθάρρυνσης και γνώσης μέσα στο οποίο θα μπορούσα να μάθω όσα υποψιαζόμουν ότι υπήρχαν. Όταν σου κουνάνε το δάχτυλο, ακυρώνεται η γνώση ως πνευματική ελευθερία. Όταν υπάρχει ψυχρός σεβασμός, χάνεται ο αυθορμητισμός που γεννά λαμπρές ιδέες. Ο Θεόκριτος του Καβάφη έλεγε στον Ευμένη πως ο αγώνας που έδινε δεν ήταν με τη γλώσσα μόνο ή για τις επιδόσεις, όσο με τις κοινωνικές νόρμες και με τον εαυτό του. Ότι η ποίηση δεν ήταν μονάχα αγώνας (αγώνισμα) αλλά και αγωνία. Ένα κορίτσι στην Κύπρο έχει να διανύσει…

View original post 1,124 more words

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό ενενηκοστό τρίτο

jahresthema-jugend-2010-04-22-1-0732

Ύστερα κάθισε εκεί πάνω σκοτεινά
κι είδε έργα του και σκέφτηκε: «καλά
όλα αυτά, όμως τι νόημα έχουν;» Συγκεκριμένα,
σκέφτηκε: «Was ist das Sein?»
Και είδε εκείνη την πήλινη αποτυχία του να ψάχνει
κάτι ανάμεσα στα δέντρα και να σκάβει
με νύχια και με δόντια
τις ρίζες των δέντρων.
«Τι ψάχνεις;»
του είπε. «Ονόμασε αμέσως
αυτό που ψάχνεις».
«Πεινώ, διψώ!»
δεν ήξερε να πει το πλάσμα: ώμωξε.
Καὶ ἐπέβαλεν ἔκστασιν ἐπ᾿ αὐτόν,
καὶ ὕπνωσε· καὶ ἔλαβε τὴν οἰμωγὴν
αὐτοῦ καὶ ἀνεπλήρωσε ὄνομα ἀντ᾿ αὐτῆς
καὶ ᾠκοδόμησεν τὴν οἰμωγήν,
ἣν ἔλαβεν ἀπὸ αὐτοῦ, εἰς ἄνθρωπον.
Καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς αὐτὸν
καὶ εἶπεν αὐτῷ· τοῦτος νῦν
ὄνομα ἐκ τῆς οἰμωγῆς σου.
Εννέα
χρόνια μετά το συμβάν [1107]
κάποιος παπάς Radulfus Cadomensis
έγραψε με φρίκη [όμως
έγραψε!] πως αυτοί,
οι πολιορκητές,
έβρασαν τα παιδιά των κατοίκων
σε μεγάλα τσουκάλια και τα έφαγαν
πριν της ώρας τους. Συγκεκριμένα,
έγραψε: «Kapitel Zwanzigste:
UNTERNEHMEN KALAVRYTA…»
……………………………………………………………….
……………………………………………………………….

«Σήκω απ’ τα χιόνια σου», είπε η νύχτα
στη γη, «κι έλα να δεις
κωμωδία, με τ’ όνομα: παρθένα
να κρατά στην αγκαλιά
παιδί τον προαιώνων
κι ένας νάνος με λευκό
κουστούμι να ζητάει από το βρέφος
να σώσει την ψυχή του
υπογράφοντας το πλέον
ευνοϊκό συμβόλαιο
κινητής τηλεφωνίας!»

Ένας Έλληνας ποιητής στο Γκρόζνι

εικόνα: DW/P. Kouparanis (λεπτομέρεια)

εικόνα: DW/P. Kouparanis (λεπτομέρεια)

Tου Σπύρου Μοσκόβου
πηγή: http://www.dw.com

Κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του μυστηριώδους Γιάζρα Χάλεντ, ενός καταραμένου ποιητή άγνωστης προέλευσης που δίνει απρόσμενα φωνή στους καταφρονεμένους της ελληνικής κοινωνίας.

 Τον Απρίλιο εκδόθηκε στην Αθήνα από τις εκδόσεις Υποκείμενο η ποιητική συλλογή «Γκρόζνι». Αλλά ποιός είναι ο Γιάζρα Χάλεντ που υπογράφει αυτά τα ηφαιστειώδη ποιήματα, ευαγγέλια ανατροπής και επανάστασης στους χθαμαλούς καιρούς μας; Στο πέλαγος του διαδικτύου επιπλέει κάπου και η πληροφορία ότι είναι Έλληνας ποιητής τσετσενικής καταγωγής, γεννημένος στο Γκρόζνι. Οι επαΐοντες μας ψιθυρίζουν πως είναι Έλληνας και χρησιμοποιεί αυτό το ψευδώνυμο.

Ο ίδιος γράφει σε ένα ποίημα: «Τ’ όνομά μου ήταν Παναγιώτης (τι σιχασιά!)∙/ θέλησα να ξεπλύνω από πάνω μου/ τη ντροπή του λευκού αρσενικού» Για την ποίηση ωστόσο είναι αμελητέο αν έχουμε να κάνουμε με κάποιον Τσετσένο που ζει στην Αθήνα ή με κάποιον Έλληνα που ζει στο Γκρόζνι. Εκλαμβάνουμε αυτή την απέκδυση του πάλλευκου ανδρισμού σαν ταπείνωση και έσχατη αυταπάρνηση.

εικόνα: Αθήνα 2013, Andreas Stahl (DW)

εικόνα: Αθήνα 2013, Andreas Stahl (DW)

Ανατινάζοντας τη γλώσσα

Γιατί ο Γιάζρα Χάλεντ θέλει πρωτίστως να είναι ένας ρακένδυτος μεσσίας που αναδύεται από κάποιο αθηναϊκό φρεάτιο για να διαδώσει τη διδασκαλία του: «Εκείνοι που έχουν πόρτες ας τις ανταλλάξουν με παράθυρα,/ εκείνοι που έχουν δύο χιτώνες ας τους δώσουν και τους δύο,/ εκείνοι που έχουν κασμάδες ας ξηλώσουνε την άσφαλτο,/ εκείνοι που έχουν κλειδιά ας ανοίξουν τα κελιά.» Ο Γιάζρα Χάλεντ είναι ένας λογχοφόρος προφήτης από τα υποβαθμισμένα προάστια που κηρύσσει urbi et orbi την κατακρήμνιση της καθεστηκυίας τάξης: «Δεν έχω πατρίδα∙/ κατοικώ μέσα στις λέξεις, μαυροφορεμένες,/ αιχμάλωτες.»
Και έχει πάρει την απόφαση να ανατινάξει το γλωσσικό σύστημα, που είναι η κατοικία της εξουσίας και το καταφύγιο της αστυνομικής βίας της, όπως έγραφε λίγο πριν από τον Μάιο του 68 ο θεωρητικός της Καταστασιακής Διεθνούς Μουσταφά Χαγιάτι. Σήμερα ο Γιάζρα Χάλεντ εξαπολύει τις γλωσσικές δυνάμεις του στην άλλη πλευρά των πραγμάτων, την πυριφλεγέθουσα: «Δε μου μένει άλλο παρά να ζευτώ την πείνα μου, να παρατάξω στο δρόμο τις λέξεις μου, αυτούς τους μικρούς μπολσεβίκους με τις ακονισμένες λόγχες και τα γούνινα καπέλα, η τάφρος της πατησίων είναι τώρα γεμάτη ρήματα κνήμες βλήματα, οι νοικοκυραίοι κλείνονται στα κάστρα τους, τρώνε κουτόχορτο σάρκες λυσσακά.»

Όταν η ποίηση γίνεται επίθεση

Ποιητής λοιπόν εγεννήθη ημίν και της ειρήνης αυτού ουκ έστιν όριον. Αλλά πρέπει να προηγηθεί η κατάλυση της ψευδεπίγραφης ειρήνης: «Μη λυπηθείτε την ειρήνη∙/ σπάστε την στο ξύλο,/ποδοπατήστε την,/ διαπομπεύστε την,/ πάρτε της τα παιδιά,/ γκρεμίστε τα κρεματόριά της,/ ελευθερώστε τις δούλες της./ Αφήστε άταφους τους νεκρούς της, ξηλώστε της τα ρούχα,/ χακάρετε τους υπολογιστές της,/ πετάξτε την έξω απ’ την ιστορία.»
Κι εμείς, Λωτοφάγοι αποκαρωμένοι από τη μελιστάλακτη στιχοποιία της εποχής μας, νιώθουμε αυτόν τον καταραμένο ποιητή που ξεπήδησε ξαφνικά από κάποιο καπνισμένο λυχνάρι να κεντρίζει με απόηχους του Ευαγγελίου, του Ζαν Ζενέ και του Αρθούρου Ρεμπώ ξεκουρδισμένες χορδές της ψυχής μας. «Μακάρια η γυναίκα που τα χείλη της τα έσκασε το κρύο,/ γιατί αυτή θα μας πει πώς γεννιέται το φιλί./ Μακάριος ο άντρας που δουλεύει στα ναυπηγεία,/ γιατί αυτός θα μας κληροδοτήσει τις θάλασσες,/ γιατί αυτός θα μας πει παραμύθια για τις τρικυμίες./ Μακάρια αυτή που δεν κουβαλάει βαλίτσες, γιατί αυτή θα μας κρατήσει απ’ το χέρι.»

εικόνα: Αθήνα 2013, Andreas Stahl (DW)

εικόνα: Αθήνα 2013, Andreas Stahl (DW)

Ο πόθος μιας αλλαγής

Ο Γιάζρα Χάλεντ, ένας ποιητής που εμφανιζόταν μέχρι σήμερα κυρίως στο διαδίκτυο, σε λογοτεχνικές περφόρμανς και φώλιαζε στον κύκλο του λογοτεχνικά απείθαρχου περιοδικού Τεφλόν, δίνει φωνή στους απόκληρους και τους αποσυνάγωγους, στους ανέστιους και πένητες, στα μιάσματα και τα περιτρίμματα. Αναμοχλεύει μέσα μας τον πόθο μιας καθολικής αλλαγής, μας μεταφέρει σε ένα λυτρωτικό σύμπαν απόλυτης κατάφασης της ζωής, ακόμα κι όταν ένα θύμα προλαβαίνει να ανταλλάξει δυο κουβέντες με τον θάνατο: «Μην ανησυχείς, θα μπω και θα βγω, είπε η σφαίρα. Της εξήγησα ότι κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν να το επιτρέψω καθώς κατά την έξοδο θα πάρει μαζί της κάποιες απ’ τις αναμνήσεις μου όπως το πρόσωπο του κοριτσιού που ερωτεύτηκα στην πέμπτη δημοτικού, τη φωνή του ιμάμη την πρώτη φορά που πήγα με τον πατέρα μου για προσευχή, τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού στο σπίτι της γιαγιάς, τα δάχτυλα της δασκάλας που μου έμαθε να γράφω τη λέξη الحرب και το γκολ του φαν Μπάστεν στον τελικό του 88.»

*Αναδημοσίευση από το Εντευκτήριο στο http://entefktirio.blogspot.com.au/2016/07/blog-post_25.html

Alyson Miller reviews Rose Lucas’s Unexpected Clearing

unnamed-1

Unexpected Clearing
by Rose Lucas

UWA Publishing, 2016

In ‘Balancing,’ Rose Lucas describes how Philippe Petit, the French high-wire artist made famous by his walk between the Twin Towers of the World Trade Center, ‘launched into a fitful middle space.’ With a ‘steady grip of muscle,’ Petit is imaged as a ‘machine riding air and sky,’ defying gravity as he dances ‘from element to element.’ The poem, which is part of the opening sequence of Lucas’ second collection of poetry, Unexpected Clearing, offers a delicate yet startling vision of the major preoccupation of the series: the connection of the human with the natural world. Certainly, with ‘feet curled around earthen ropes,’ Petit floating between the skyscrapers of New York is an apt metaphor, located precariously within an ‘aerial corridor’ that speaks of the liberation of open skies (and of flight), yet also of the entrapments of a constructed environment. Moreover, in a post-9/11 context, it is impossible not to also recognise the suggestion of violence and terrorism at play – that the Twin Towers fell makes all the more poignant Petit’s suspension between them, evoking a balancing act between terror and freedom. With its attention to spaces both inhabited and wild, and motifs and images which repeatedly connect the most routine elements of life with the vicissitudes and beauty of climate, landscape, and animality, Unexpected Clearing is an exploration of the need to have ‘roots in soil’; or, indeed, in the sky.

As Cassandra Atherton has observed, ‘Lucas’ poems are composed of vivid bursts of colour,’ a feature made especially apparent in their interest in the fluctuations of the seasons. In ‘Cool Change,’ for instance, ‘the air on Albert Street,’ with its ‘distant promise of / moisture,’ is as pink as the ‘clusters of quivering’ roses clinging to the garden arbor. In ‘Orb,’ ‘the world is / a ripe peach … / delicately furred,’ while in the sequence dedicated to paintings by Monet, the ‘dizzying’ heat of summer is captured by the ‘swirling bright pink blooms — / clustering on leggy stems … blowsy and heavy-headed / across a swathe of summer blue.’ Even sleep is figured in shades that suggest the tones and textures of colour, such as in ‘Reaping,’ which portrays the unconscious mind like an unfurling of fabric, a ‘rich swathe’ unleashing ‘the deep curve of dreaming.’ It is an image that re-appears in ‘Bolt,’ which envisions a new day as ‘rolled out before us like a bolt of cloth / vivid and / tumbling, / this particularity of sunshine.’ There is, admittedly, a tendency towards sentimentality in the first section of the collection, in which similes of and references to nature maintain a saccharine quality. The final lines of ‘Orb,’ for example, detail the juice of the peach running from ‘lip, to wrist, / sticky / to the elbow,’ to conclude: ‘taste this world; / it is the sweetness of your / entire life.’ This is mitigated, however, by the stark juxtaposition in the concluding stanza of ‘My Mother in Hospital,’ in which a glowing bag of mandarins contrasts against ‘the antiseptic neutrality of the ward.’

In the merging of images of natural environments and place, however, Unexpected Clearing gains darkness and complexity. In ‘Cloudless: Australian Summer,’ there is a violence inherent in ‘the pounding of the sun,’ as ‘houses crouch / helpless’ beneath ‘the simmer / of sky.’ ‘Clunes, Central Victorian Goldfields’ offers a desolate portrait of a town swept dry by a ‘north wind’ that swirls against the ‘closed / faces of shops’; in a town where ‘the heaviness of / gold lingers / in the air,’ the only sign of wealth is a ‘sudden flash of crimson rosella’ against the ‘heady roll of blue.’ These locations are not always geographical: ‘Daughters,’ which uses clichéd images of spring to depict the ‘unfurling’ of girls who push ‘lanky into the air,’ also includes a haunting evocation of a suffocating beginnings: ‘these girls who were pods, / knuckled close into / a fecund dark.’ Certainly, in many of Lucas’ poems, there is an echo of trauma or unsettling forces; ordinary life is marked as ‘relentless,’ for instance, while a massage results in the ‘undoing’ or unbecoming of a body and its histories:

wilting beneath the firm pressure of these working hands
I am transparent;
my right ovary pulses out this month’s lost cargo,
its own fist of tightness,
my spine and pelvis become visible,
x-rayed to the soft music of dawn in some Japanese garden

The sense of exposure and discomfort is significant here, highlighting a fascination in the latter parts of Unexpected Clearing with moments that focus on abjection and ambiguity. In ‘Eye,’ Lucas’ description is as erotic as it is unnerving, a visual haunting akin to the first images of Buñuel and Dalí’s Un Chien Andalou: ‘Viscous / jellied lens through which a / pour of silken light / might enter me.’ While the image is undoubtedly sexual, it also remains connected to the natural world, of floating ocean life, compounded by the final lines of the poem: ‘a still pool / drawing me in.’ The reality of the body is further explored in ‘After Bosworth Field,’ which narrates how the remains of Richard III are scraped into the mud after battle, left ‘quite broken’; he is ‘an abject thing’ destroyed by ‘the sweated force of body slammed on human body,’ now only a ‘sedimentation of bone and mud.’ These poems are striking and graphic, a reminder of the human return to the ground – of life and death – but also on the violence of the body more widely, of its penetration, absorption, and collapse.

It makes sense that in a collection obsessed with location – with the geographies of landscapes as well as of bodies – that there is also a drive towards escape, particularly in terms of a desire to occupy in-between spaces. In ‘Not Here,’ a protagonist ‘checks into a suburban motel’ in order to experience ‘the neutral sparseness of the room,’ a place defined by transience. Similarly, in ‘Night Road,’ a rural landscape is traversed as though in a dream, a kind of liminal inhabitance. In this strange and ambiguous realm, morning is like ‘another place / distinct from the velvet of night’s surrender, / from sleep’s strange, adjacent space — / a somewhere country without shadow.’ The impulse, nonetheless, is always towards a sense of grounding, as in ‘Night Fog,’ which draws towards ‘the tenacious possibility of home.’ Indeed, while Unexpected Clearing often brings together opposing elements, the emphasis is not on collision but on fusion. Like Petit, whose dance across the cable wires made ‘the world seem[…] / solid’ –albeit a pre-9/11 delusion – Lucas’ poems are invested in harmony rather than fragmentation, in how ‘we forge our lives’ through difficulty, but also through the mundane experiences of the everyday.

*Alyson Miller teaches literary studies at Deakin University, Geelong. Her short stories and prose poetry have been published in both national and international publications, alongside a book of literary criticism, Haunted by Words. Her collection of prose poems, Dream Animals, is forthcoming.

**Taken from http://cordite.org.au/reviews/miller-lucas/

Mahmoud´s Impressions 1977 or Later? by Marjon Van Bruggen

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

Living with the horror of horrors

each day

how many murderers…it could be an army

too many victims for small groups.

Cutting throats

of a hundred people a day is conjecture.

An abattoir

visit comes to mind

I saw

how they cut throats of sheep on a conveyor belt

pandemonium in red

imagine human beings…..no, don´t imagine it

it is insane.

View original post

Τασία Σταματοπούλου, Τέσσερα ποιήματα

OpsimiSpora - Αντιγραφή

Mαιμακτηριών –Ο σκοτεινός μου προάγγελος

Σου δίνω το αρχαίο σου όνομα για να σε ξορκίσω
ποτέ -εξόν από ΄κείνο το Νοέμβρη- δε σε είδα με καλό μάτι
και μόνο η σκοτεινιά σου νωρίς το απόγευμα
προαναγγελία αιώνιου σκότους
[το σκοτάδι είναι για να το μοιράζεσαι
το σκοτάδι είναι για να ονειρεύεσαι
και δεν έχω τίποτα από τα δύο]

***

Τραγούδα καρδιά μου

Τραγούδα καρδιά μου μέσα στο χειμώνα
Ισως αύριο ο βραχνοκόκορας να μη λαλήσει
Να μην ακουστεί ο αντίλαλος της φωνής σου
Στον Πάρνωνα και στου Ελικώνα το βουητό
Μην περιμένεις την άνοιξη για να ξανοίξεις
Το βλέμμα πάνω στα φύλλα στ΄ανθη που προσπερνάς
Στα ερειμωμένα δρομάκια ξαναβγές θαραλλέα
Στους ανθρώπους με το σκυθρωπό πρόσωπο
Τραγούδα καρδιά μου κάτι εύθυμο και κάτι λυπημένο
Κι ισως ναρθεί και το ακορντεόν που ονειρεύτηκες
Και να σηκωθεί φωνή και να σπάσει η σιωπή
Στη μοναχική λεωφόρο με τους αόμματους
Να λάμψει μια κραυγή ως τον ουρανό
Να σηκωθούν κι οι πεθαμένοι να τραγουδήσουν

***

Ασκήσεις διαρκείας

Η ζωή είναι μια διαρκής
άσκηση
αλοίμονο σε αυτούς
που δεν γυμνάζονται
στην υπομονή
που δεν εφευρίσκουν παραμυθία
και παραμύθια
Αλλόφρονεςς παραπαίουν
εδω κι εκεί
απο της χαράς τα ξέφρενα τερτίπια
στης οδύνης τη φωτιά

Οσοι τομάθουν τυχαία
[πως η ζωή ειναι μια διαρκής άσκηση]
ή απο ασκηση επίγνωσης
η απο δώρο της φύσης
θα περπατήσουν ορθιοι
και ορθιοι θα πεθάνουν
Τουλάχιστον δεν θα βρεθούν
απορημένοι και απορούντες
στη φάκα της συνήθειας
που γλυκαίνει το βίο
οταν αυτός πάψει
για λιγο ή για πάντα
να είναι γλυκός

***

Τα σπίτια που κατοικήσαμε

Τα σπίτια που κατοικήσαμε
Μας ακολουθούν αθόρυβα
Γίνονται ανάλαφρα τα ντουβάρια
Παρόλο το βάρος των βιωμάτων
Των σιωπών και των ήχων
Των καλών και των κακών ημερών
Μας παίρνουν στο κατόπι ακούραστα
Ακριβές στιγμές πρόσωπα παράθυρα
Κουρτίνες κιτρινισμένες κρεβάτια που τρίζουν
Ασήκωτα βάσανα αναμνήσεις χαρούμενες
Φωνές μυρωδιές μωρών και κανέλας
Θηλιά το λαιμό τα σπίτια που κατοικήσαμε
Μην επενδύσεις στα ντουβάρια
Θα σε κυνηγάει το μισοφαγωμένο μάρμαρο
Η φωλιά που άδειασε χωρίς να το καταλάβεις
Το λούκι που δε διορθώθηκε
Η μισοτελειωμένη καθαρτήρια μπουγάδα
Η μούχλα μιας υγρασίας αρχαίας

Το παρελθόν με το παρελθόν
Το παρόν με το παρόν
Μην επενδύσεις σε ντουβάρια

*Από τη συλλογή “Όψιμη σπορά”, εκδόσεις Κοροντζή.