Γρηγόρης Σακαλής, Ιστορική αντιπαράθεση

capitalismisdemocracy

-Εμείς βάζουμε τα λεφτά, τα μηχανήματα
-Εμείς βάζουμε τη ζωή, τα μπράτσα μας

-Εμείς ρισκάρουμε τα πάντα, να πάμε φυλακή
-Δεν ρισκάρετε τίποτα, το κράτος και οι τράπεζες φροντίζουν

-Εμείς ξέρουμε να διευθύνουμε, έχουμε τη γνώση
-Μπορούμε και χωρίς εσάς, το ίδιο καλά

-Εμείς φροντίζουμε για σας, σας προστατεύουμε
-Το βλέπουμε συχνά στα εργατικά ατυχήματα

-Δεν έχετε κανένα δικαίωμα στον πλούτο μας
-Όλος ο πλούτος φτιάχτηκε από τον ιδρώτα και το αίμα μας

Αντιγόνη Ηλιάδη, Δύο ποιήματα

550634-ok 021

Χημική αντίδραση

βάμμα ηλιοτροπίου
πάνω στην πλάτη
μες στις φλέβες σου
του δέρματος γεύομαι
το φοβερό PH σου
μηρυκάζω τα ιόντα σου
σκληρά ήπια μαλακά
και τα οξέα τα εξωτερικά
σε καταλύουν
σιγά ασθενή μετά ισχυρά
ολοσχερώς διαβρωτικά
υγρά και στέρεα
ζεύγους διάλυση
με περικλείουν
ο δείκτης κύρτωσε
εκμηδενιστική ογκομέτρηση
καθώς φαίνεται
ήσουνα βάση
αντιδρούν
μας αποκλείουν

(2015)

***

Άνω θρώσκεις

τρώω γρασίδι πάρκου
κατουράω τις λέξεις μου
πίνω τις σκέψεις μου
κρατιέμαι από τρίχες
φοράω την επιδερμίδα
τα κόκκαλά μου
κοιμάμαι τα πρωινά μου
στις ώρες κάθομαι
ακούω τα όνειρά μου
μα δεν σε πιάνω
όλο κοιτάς προς τα πάνω
και δεν σε φτάνω

(2016)

Μανόλο (Μανώλης Βάγιας), Ποιήματα

o-3-900

Αν με ρωτούσαν
με ποιο πράγμα μοιάζει το όνειρο.
θα απαντούσα
με το κρεμμύδι.

***

Μερικές φορές
το δάκρυ των ματιών μου
ανακατεύεται με το αίμα στο στόμα,
και φτύνω βυσσινί σάλιο.

***

Δεν είναι καιρός
για να μοιράζεις τριαντάφυλλα.

***

Κάποια φορά,
θέλω να κλέψω ένα περιπολικό.
-Να ακούσω μέσα από τον ασύρματο
το μήνυμα της πράξης μου.
Για να νιώσω το αίσθημα
του κλέφτη και του αστυνόμου μαζί.

***

Πολλές φορές το έχω αρνηθεί
μα πάντοτε το πίνω
Με των χειλιών το αίμα
το μαύρο των ματιών μου δάκρυ.

***

Το χτες,
ροζ σκόνη.
Την τυλίξαμε σε χρυσόχαρτο
και την έχουμε διαρκώς στον νου μας
να μην σκορπίσει.

***

Σ’ ένα σχολείο οι μαθητές
εκρέμασαν έναν καθηγητή
από το μπαλκόνι που έστηναν
την σημαία του έθνους.

και από τότε
εκείνο το σχολείο
έγινε για τη νεολαία
σύμβολο ανώτερης παιδείας.

***

Άσε τον σκύλο να ουρλιάζει στην αυλή
μην τον ενοχλείς
μόνο αν θες λύσε του
από τον λαιμό το λουρί..
και έχε έτοιμο το κουτί
με το φαρμακείο.

*Από τη συλλογή «Η τρύπα», Αθήνα 1994 (σε χειροποίητη, ανεξάρτητη έκδοση).

Τρία χαϊκού για μια φυσική καταστροφή

tsunami_haiku_book

#Σε μετάφραση Χριστίνας Λιναρδάκη

Τραβιούνται τ’ ανοιξιάτικα κύματα το χωριό σαρώνουν

Sato Kuniko, 79 ετών, Φουκουσίμα

Sato: «Ο σεισμός, το τσουνάμι, η ακτινοβολία. Όλα αυτά εξάντλησαν τον νου και το σώμα μου. Ήταν τότε, μετά την εκκένωση, που είδα την πόλη απ’ όπου κατάγομαι στην τηλεόραση. Όλα είχαν σαρωθεί από το τσουνάμι και είχαν μείνει μόνο βουνά από συντρίμμια και μπάζα. Δεν έχω ιδιαίτερη πατρίδα πια».

Τα ανοιξιάτικα κύματα υποτίθεται πως είναι ήρεμα και ήπια. Η αναφορά τους στο χαϊκού συνιστά ειρωνεία.

***

Άνθη αφανή χάθηκαν πολλά στο μεγάλο τσυνάμι

Takahashi Sonosuke, 87 ετών, Φουκουσίμα

Takahashi: «Η νεότερη αδερφή της γυναίκας μου, 63 ετών, και ο σύζυγός της, 67, χάθηκαν και οι δύο στο μεγάλο τσουνάμι. Πενθώ για το υπόλοιπο της ζωής τους που δεν πρόλαβαν να χαρούν».

Το τσουνάμι σημειώθηκε την εποχή που επρόκειτο να ανθίσουν τα δέντρα. Η λέξη «άνθη» χρησιμοποιείται συνεκδοχικά στα ιαπωνικά για να δηλώσει την άνοιξη. Αναφέρεται δηλαδή στην ανθοφορία όλων των δέντρων και, ακόμη γενικότερα, σε ό,τι είναι λαμπερό και όμορφο. Με τον ίδιο συνεκδοχικό τρόπο χρησιμοποιείται και η φράση «ανθισμένες κερασιές».

***

Εδώ που ήρθα να καταφύγω οι κίτρινες πικραλίδες

Shiga Atsuko, 78 ετών, Φουκουσίμα

Shiga: «Με την εκκένωση αναγκάστηκα να φύγω ξαφνικά, οπότε ήρθα να μείνω με τον μεγαλύτερο γιο μου στο Σεντάι. Οι μέρες ήταν γεμάτες άγχος, όμως ηρέμησα και πήρα θάρρος όταν είδα τις πικραλίδες στην άκρη του δρόμου».

Τα άνθη της πικραλίδας είναι μπαλίτσες με σπόρους, που τις παίρνει ο άνεμος. Τις λέμε «κλέφτες» και αρέσει στα παιδιά να τις φυσούν και να τις παρακολουθούν στο ταξίδι τους.

*Από το βιβλίο “Τσουνάμι – 29 χαϊκού από επιζήσαντες της φυσικής καταστροφής στην Ιαπωνία το 2011”, Εκδόσεις “Μανδραγόρας”, Αθήνα 2016.

Ivy Ireland reviews Cassandra Atherton’s Exhumed

CAthertonExhumed

Exhumed
by Cassandra Atherton
Grand Parade Poets, 2015

Dazzling, vibrant and terribly witty, Cassandra Atherton’s Exhumed does not give itself over entirely to the horribly serious, gruesome images invoked by its title. Nor of course does it travel down to the desperate depths of its epigraph’s hero, Rosetti, who (in)famously ‘recovered’ the book of poems he had buried with his wife. Yet Atherton’s collection of prose poems is nonetheless morbidly fascinating and even darkly exhilarating, with some of the more raw, emotionally-fierce poems evoking similar queasy feelings in the twenty-first century reader, perhaps, as the nineteenth-century poet might have experienced recovering writings from the grave of a loved one. For loved ones haunt the pages of Exhumed in abundance, with all their conceits and betrayals on display, coupled seamlessly with high literature or popular TV, colour or sound, texture, taste and scent. These are embodied, visceral poems, alive with sticky sex, sugary gastronomy, grandiose and not so grandiose imbibing: ‘no gripe water. Maybe absinthe’ (‘Seed’ 22).

Picking up Exhumed, I confess I was daunted. Perhaps I was in a bad mood, perhaps glancing over the great chunks of text with their pages of intertext endnotes felt a little like facing the suggested reading list for an end of semester essay. This collection felt heavy, both in word length and subject matter. And yet within moments, the opening poem, ‘Bonds,’ sucked me in and under, even with its thirteen references in the back pages:

There can be no valedictions here./ So now our lives are cotton. And although cotton breathes, it is also the/sarcophagus of our relationship. Embalmed memories. But I promise to/ dig you up. Like Heathcliff. Or Rossetti. I promise to unbind you and gather you in my arms (11).

Exhumed contains a romantic, Romantic quest: to ‘write the space between / my heart and my pen’ (‘A Room of One’s Own’ 28) or perhaps to uncover what was lost (often before it becomes lost): ‘I worry every day that you will go to ‘Empty Trash’ and / I will disappear.’ (‘Rubbish’ 49). The quest of the reader, then, is to follow along, to become lost deep inside the narrative (and then of course endeavour to dig themselves back out). For this book of prose poems unfolds a love story, with its everyday ins and outs: ‘I want a red Smeg 473L fridge. I want my whole kitchen/ to be red. He draws the line at a red fridge.’ (‘Plum(b)’ 12), moments of exhilarated hope: ‘I belong / in Massachusetts twirling myself in his sheets. Rotation. Revolution. / Spinning ginny. Ginnie to his Riddell’ (‘Anonymous’ 15) and boldly confessed fears of the imminent end: ‘But you have never bought me flowers. / Or shown up unexpectedly. And you won’t stay for a lifetime. Because / neither of us has a lifetime left to spend. Together. Or apart.’ (‘Tsundoku, Neon Love’ 74). There is no small amount of sorrow at the inevitability of imperfection in relationship here, coupled with a maudlin yearning for perfection nonetheless; all cleverly drawn out with the grand device of allusion. A supermarket notebook in ‘More’ becomes a motif for all that cannot be gained: ‘You want to buy/ all the green notebooks at $1.99 each but know they will replenish the / stock when you leave. You can never have them all. Somewhere, someone / else will be using one of your green notebooks’ (34). Yet, in ‘Chigger’ there is still joy in what can be experienced, what may be grasped, albeit momentarily: ‘I fell in love with fireflies in Pennsylvania. / I remember trying to take photos of their luminous green abdomens as / they took of and landed in the long grass’ (60).

Exhumed contains far too much viscera to dissect in such a short review. For all their sparkling intelligence and playful satire, these poems, I believe, are profoundly embodied and emotive. There is a glorious layering here, and the themes flow on from each other through the interring process to the necessary disinterring to create what is an (albeit diverse) narrative whole. The ‘glue’ (‘Bonds’ 11) of childhood food such as a ‘McDonald’s Happy Meal’ (‘Alice’ 41) sticks literature giants like Nabokov (‘Lolita’ 23) to the ‘Hello Kitty love hotel’ (‘Shinjuku Morning’ 74) with seemingly little effort.

While there are some actual belly laughs to be had throughout, the vast blocks of text (and endless intertexts) do not make for easy reading. Sometimes it is difficult to determine who or what is hiding whom: does the sarcasm reveal a vast emotional void or does the almost gruesome body imagery and heavy reliance upon others serve to place a shield over what is perhaps a raw and unknowable human response to upheaval? Everything slightly mentioned on this expansive ground seems to open the way to something else entirely, and heaven forefend we should arrive at a conclusion concerning the speaker here, the quixotic voice is only too ready to set us off on yet another bisecting or bifurcating path. Perhaps, though, this obfuscation hardly matters, the pikes of prose alone are enough to ward off the queasy reader and the robust reader will devour it all, with vigour and a large dose of ‘Apple Pie Moonshine’ (‘Seed’ 22).

*Ivy Ireland is a writer who runs a bookstore café with her partner. She teaches Creative Writing at the University of Newcastle, where she completed her Ph.D in 2012. She has been awarded the Australian Young Poet Fellowship, the Harri Jones Memorial Prize for poetry, and has been commended in the Newcastle Poetry Prize and awarded the local section. Her poems have been published in various magazines and anthologies around the world. Ireland’s first book, Incidental Complications, was published in 2007 and her new collection, Porch Light, was published earlier this year with Puncher & Wattmann.

*Taken from http://cordite.org.au/reviews/ireland-atherton/

ΤΕΦΛόΝ – Ποιητικό σκεύος και όχι μόνο /// Τεύχος 15 / Καλοκαίρι–Φθινόπωρο 2016

Teflon15_cover

ΘέΜΑΤΑ

Érica Zíngano: Στόμα που σκέφτεται, νους που χαμογελά
Η Βραζιλιάνα ποιήτρια αναρωτιέται πόση ζωοτροφή είναι τελικά απαραίτητη για να ξεκινήσει μια εξέγερση, δίνει μια οριστική απάντηση στο ερώτημα αν το αυγό έκανε την κότα ή η κότα το αυγό, σαρκάζει τον Πάουλο Κοέλιο, οικτίρει τους ανθρώπους που δεν ξέρουν πού να τοποθετήσουν τα χέρια τους, και επιλέγει λέξεις που μιλούν οι ίδιες για τις εαυτές τους. Κείμενο-Μετάφραση: Σπύρος Πρατίλας

Urs Böke: Με τη γροθιά στην τσέπη
Ο Ουρς Μπέκε σιχτιρίζει τους μπάτσους, τσαμπουκαλεύεται στα μπαρ, ειρωνεύεται τους κυριλέδες, επιμένει ότι «η ασθένεια ονομάζεται Γερμανία». Βιωματική και ειλικρινής, η ποίησή του μιλάει τη γλώσσα της εργατικής τάξης, εκφράζει τις αγωνίες, τα αδιέξοδα και την αυτοκαταστροφικότητά της, εξιστορεί τα πάθη και τους πόθους της. Κείμενο-Μετάφραση: Jazra Khaleed

Linn Hansén: Πέρασμα στην ιστορία
Στα βιβλία ιστορίας της Λιν Χανσέν δεν θα συναντήσετε μεγάλους άνδρες, περιγραφές μαχών και ονόματα βασιλιάδων. Η Σουηδή ποιήτρια ισχυρίζεται ότι «η ιστορία ξεκινά και τελειώνει επί πληρωμή», σημειώνει την αναγκαιότητα να μην αποτελεί η ιστορία ένα σώμα αφηγήσεων που αποκλείουν κάποιες άλλες αφηγήσεις, και προτείνει ένα νέο είδος ιστορικής γραφής. Κείμενο-Μετάφραση: Kyoko Kishida, Karna-Irini Mårtensson

Elisa Biagini: Από μια ρωγμή
Με αφαιρετική, σχεδόν χρησμική γλώσσα η Ιταλίδα ποιήτρια μάς μιλά για τη βροχή που μαζεύτηκε μέσα στο αυτί, για το φως που αναβοσβήνει κάτω από το δέρμα, για το ατσάλινο νήμα της αναμονής. Εστιάζει στο μικρό, στην ελάχιστη νοηματικά δομική μονάδα, και συνομιλεί με τον Πάουλ Τσέλαν και την Έμιλι Ντίκινσον για τη φωτιά που σβήνει κάθε μέρα με το γάλα. Κείμενο-Μετάφραση: Αλκιβιάδης Ζαλαβράς

Kai Pohl: 1964 ή Η εναρμονισμένη με την αγορά σιωπή της ψυχής του αρσενικού υποκειμένου εξουσίας
Τρία κείμενα για τις μυρωδιές μετά τη βροχή, που σε κάνουν να ξεχάσεις για μια στιγμή την οικονομική τρομοκρατία, για το χορτάρι που ανατινάζει τους δρόμους όταν οι άνθρωποι δεν εξεγείρονται. Υβρίδιο μεταξύ φιλοσοφικού δοκιμίου, ημερολογίου και δυστοπίας, η πρόζα του Κάι Πολ μάς υπενθυμίζει ότι «η εξουσία κυριαρχεί όταν απουσιάζει η αρνητική απάντηση». Μετάφραση: Entehrendame

Ποιήματα: Χαρά Αηδόνη, Λίντα Ακέντε, Βικτώρια Άλεξ, Δημήτρης Γκιούλος, Γιώργος Δομιανός, Elefant, Αλκιβιάδης Ζαλαβράς, Πηνελόπη Ζαρδούκα, Κατερίνα Ζησάκη, Μανώλης, Χρήστος Μαρτίνης, Βερονίκη Περσεφόνη Μπουφέ, Παναγιώτης Νικολαΐδης, Χριστίνα Παλάντζα, Ελίζα Παναγιωτάτου, Δήμητρα Πέπυγκα, Σαμσών Ρακάς, Τάσος [ΜήνυμαL] Σταυρουλάκης, Νόπη Φουντουκίδου.

Εξώφυλλο & εικονογραφήσεις: lef kiort

Κοπιάστε στα:
Αρχείο 71, Καλλιδρομίου & Ζωσιμαδών [με κουτί ενίσχυσης]
Φαρφουλάς, Μαυρομιχάλη 18 [με κουτί ενίσχυσης]
Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος, Χαριλάου Τρικούπη 28 [με κουτί ενίσχυσης]
Μπερντές, Aράδου 55 [με κουτί ενίσχυσης]
Κατάληψη κτήματος Πραπόπουλου, Προφήτη Ηλία 49 [με κουτί ενίσχυσης]
Κ*ΒΟΞ, Αραχώβης & Θεμιστοκλέους [με κουτί ενίσχυσης]
Αυτόνομο Στέκι, Ζωοδόχου Πηγής 95-97 [με κουτί ενίσχυσης]
Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο, Θεμιστοκλέους 37
Βιβλιοπωλείο Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3 & Ακαδημίας
Βιβλιοπωλείο Λεμόνι, Ηρακλειδών 22
Βιβλιοπωλείο Πλειάδες, Σπύρου Μερκούρη 62
Βιβλιοπωλείο Μωβ Σκίουρος, Πλατεία Καρύτση 3
Βιβλιοπωλείο Σπόρος, Δροσίνη 7
Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, Καλλιδρομίου 30
Αλφειός, Χαριλάου Τρικούπη 22

Διανέμεται δωρεάν
Τα σημεία διανομής εκτός Αθηνών θα ανακοινωθούν σύντομα στο http://teflon.wordpress.com

Έρμα Βασιλείου, Πεθαίνω να ζήσω ερωτικά

07

Είναι την ύπνωση που σκέφτομαι
αυτή ήταν για χρόνια το μόνο ναρκωτικό
πάρε με πίσω στο μυστήριο
άπλωνε η μυρωδιά σου ξεγέλαγε
πως είμαστε αθάνατοι
πόσο θέλω να σου κρατώ το χέρι
γεμάτο ελαφρόπετρες είναι
αγγίγματα,
ερωτικά βογκητά
χνάρια που δεν έχουν όνομα

η φωνή σου με θρύψαλα μνήμης
(πως μπορούμε να μιλάμε με νοήματα)
νιώθω θανατεμένη
κρατώ ωάρια
γεμάτα τ’ αυτιά μου
με τα ονόματά τους

σε φωνάζουν, δεν ακούς
ούτε κι εσένα βλέπω
έχει άλλη από μια τέτοια φλέβα;
δεν λογαριάζεται μάρτυρας
αν είναι μόνο ένας,
πρέπει να είμαστε δυο και τρεις
με το Δευτερονόμιο του Θεού
“επί στόματος δυό μαρτύρων ή επί στόματος
τριών μαρτύρων θέλει βεβαιούσθαι πας λόγος”

τότε γιατί συζητώ; τότε πώς να
βεβαιωθούν οι δυο;

όχτε, πάρε με πια από το δρόμο

γίνεται όμορφη η γάμπα μου έτσι όπως κάθομαι
τη γέμισαν τατουάζ με άνθη οι αετοί, ‘εκεί ψηλά στο γιόμα

στο λόφο γίνεται όμορφη η ταλαιπωρία
σκέφτομαι πόσο θα απογοητευτώ
με το πυρακτωμένο σημάδι θα μισήσω την ώρα
που όλα θα φύγουν στον άνεμο

όρισε κι αν ορίσεις
φώτισε κι αν φωτίσεις
μα δεν μπορείς να δέχεσαι τον ανεμοστρόβιλο
που δεν έχει ξεσκίσει την ερωτική αρμονία μου
πόσα λόγια χωρούν στη στιγμή και την ώρα
που θ’ αφαιρέσεις το ενοικιαστήριο
από αυτό το κομμάτι της γης
που γράφει πωλείται χώμα ερωτικό
είναι καλύτερα να βγάλω τα μάτια μου
από ένα όρκο παρά να σε δω να το αφαιρείς
είναι ερωτικό το κάθε τι
ερωτική η έρευνα ερωτικός ο στιχουργός
ερωτική η ερμητική σκέψη
ερωτικά τα μάτια που ζητούν ορίζοντες
ερωτικό το χώμα που φυτεύεις τα σαλατικά σου
είναι καλύτερα να βγάλω τα μάτια μου
παρά να έχω αυτά τα όμορφα πόδια που με φέρνουν
καμιά φορά στις άκρες των φύλλων
κρίμα να το πατώ
αν δεν είναι ερωτικό
με ζωγραφισμένα χνάρια τα χείλη σου

πού είναι η καρτερία;
μου τη χάρισες κάποτε
να μη σε χάσω, πού είναι η καρτερία
πού είναι η ερωτική σου καρτερία, ερωτικέ μου;

Γεωργία Τρούλη, Tα lego 12 με έξι

ceaccf81cebaceb5cf85ceb8cebfceb9

Η μνήμη ήρθε μαζί με την ιστορία
Και μας άλλαξε δέρμα
Τοποθετούμε ένα lego πάνω σε μια χορδή που
Την λέμε προσωπικότητα
Ο χαρακτήρας πηγαίνει από το
1 στο 10
Το 100 τον πνίγει
Μετά πάλι η μνήμη
Η ανέχεια
Η ιστορία
Έρχονται και αλλάζουμε βλέμμα
Το βλέμμα πηγαίνει από το άσπρο στο μωβ
Παλινδρομεί
Το μαύρο το πνίγει
Μετά έρχεται πηγάδι ευρωπαικό
Κι αλλάζουμε πάτημα
Πήδημα
Βάθος
Νερό
Η αναπνοή γίνεται μέχρι το εξήντα
Σιγή
Για ένα λεπτό
Ασθμαίνει
Το 62 την πνίγει
Μετά αρχίζουμε να κόβουμε ανάσα από
Το γέλιο
Το κλάμα
Την ομιλία
Την σιωπή
Η καταγωγή τους ορίζει
Δεν κυκλοφορούν ποτέ την νύχτα με ανοικτό το σακάκι
Κουμπώνουν τα κουμπιά από το 1 ως το 4 ή έξι
Όσα τα κανάλια της τηλεθέασης
Το εφτά τους πνίγει
Ανοίγουν και μια τρύπα στο δέρμα
Για να εφαρμόσει
Ο φόβος
Η ανοχή
Ο πνιγμός που μας πνίγει
Έρχεται η μνήμη
Η ιστορία η αποφράδα της αορτής
Αλλάζουμε κοιλότητα
Πρόσωπο
Πλευρό
Δίνουμε σάρκα
Συλλέγουμε νου
Αραδιάζουμε λέξεις
Όλα αυτά συμβαίνουν τις
Πρώτες
Αυγερινές
Σαρκοφάγες
Λυκανθρώπινες
Ώρες

Λίτσα Καβάκου-Στρατηγού, Ονειρικοί δρόμοι, εκδόσεις Vakxikon.gr

c7acc3e7-d87e-4c67-9638-b2d37b524983_5

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

«Ονειρικοί δρόμοι» ονομάζεται το νέο βιβλίο της Λίτσας Καβάκου-Στρατηγού, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις “Vakxikon.gr”. Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που περιλαμβάνει ποιήματα σε ελεύθερο ή παραδοσιακό στίχο, ανάλογα με την έμπνευση της ποιήτριας και μας δείχνει τη δεινή στιχουργική της δυνατότητα, αφού στα παραδοσιακά της ποιήματα, χρησιμοποιεί ευρηματικές ομοιοκαταληξίες και τηρεί αυστηρά τα μέτρα της παραδοσιακής φόρμας, ενώ στον ελεύθερο στίχο μας δίνει άρτιες εικόνες με τις αδρές πινελιές της γραφίδας της.

Η ποιητική συλλογή της Λίτσας Καβάκου-Στρατηγού «Ονειρικοί δρόμοι» ξεκινά με το προσωπικό δράμα του ανθρώπου, όμως, όσο προχωράμε στο διάβασμα του βιβλίου, το προσωπικό γίνεται συλλογικό και καταλήγει πανανθρώπινο. Έτσι, ενώ στην αρχή διαβάζουμε για τον σύζυγο, που χάθηκε και για την απουσία, που η ποιήτρια δεν μπορεί να αντέξει, συναντάμε τη μάνα του σκοτωμένου επαναστάτη, όπου η Λίτσα Καβάκου-Στρατηγού στέκεται ως παρηγορήτρα στον πόνο της, τον ήρωα, που με το αίμα του χτίζει την ελευθερία και στον τυχερό πολεμιστή, που πέθανε πριν δει την ειρήνη να σέρνεται σαν σκλάβα.

Αρκετό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η άποψη της ποιήτριας για το χρόνο και τη φθορά, που γίνεται όλο και πιο αντιληπτή με το πέρασμά του. Η Λίτσα Καβάκου-Στρατηγού διαπιστώνει με τραγική ειρωνεία: «Πάντα νόμιζα πως έχω / κι άλλο χρόνο, / μόνο που ο χρόνος / δεν νόμιζε το ίδιο.», για να καταλήξει: «Τώρα στυγνός κι απρόσωπος / συνοδοιπόρος μου ο χρόνος / συντροφεύει την πορεία μου».

Σε άλλο σημείο η ποιήτρια γράφει για την μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου. Την φοβίζει «η ερημιά των πόλεων». Ανησυχεί για «τ’ όνειρο που χαμήλωσε». Αλλά, αυτό, που φοβάται περισσότερο η Λίτσα Καβάκου-Στρατηγού είναι η αλλοτρίωση της συνείδησης του σύγχρονου ανθρώπου: «Μα πιότερο φοβάμαι την ανοχή / που μεγαλώνει την αδυναμία μας / και την συνείδησή μας που συνθηκολογεί».

Κλείνοντας, θα θέλαμε να συγχαρούμε την ποιήτρια για τους ονειρικούς δρόμους, που μας ταξίδεψε. Περιμένουμε καινούργια «ονειρικά ταξίδια» με την ποίησή της.

***

Μαχητής

Δεν έχω κάτι να σου δώσω
μαχητή του πολέμου.
Αφουγκράζομαι την περπατησιά σου
στα μονοπάτια της άρνησης.
Μαζί σου σέρνεις
της κάθε φυλακής τις αλυσίδες
του κάθε συμπολεμιστή σου
την απορία και το θυμό.
Κι εγώ δεν έχω μια γωνιά
για ν’ ακουμπήσεις την απόγνωση
του λαού σου.
Ήρθες και πέρασες σαν το οργισμένο κύμα του πελάγου
που λαβώνει την αμμουδιά.
Αγωνιστής μιας περασμένης γενιάς
που ξεχάστηκες στο δικό μου δρόμο
κι ο χρόνος σε γυρνά ξανά και ξανά
στους ίδιους χώρους που μάτωσες
για να μας θυμίζεις
πως υπάρχει κι από ένας ήρωας
στον καθένα από μας.
Φτάνει να μην αφήνουμε
να τον ακυρώνει
και να τον μηδενίζει
η ανοχή, ο συμβιβασμός και η αδιαφορία μας.

*Η Λίτσα Καβάκου-Στρατηγού γεννήθηκε στα Κύθηρα και ζει στον Πειραιά. Ο πατέρας της, Ιωάννης Τριφύλλης (Φώτης Κάβος), ποιητής και δημοσιογράφος, ήταν εκδότης της τοπικής εφημερίδας «Κυθηραϊκός Τύπος» (1954-1966). Έχει εκδώσει τρία βιβλία ποίησης, το πρώτο με τίτλο «Παλμοί», το δεύτερο με τον τίτλο «Ανηφοριές» και το τρίτο με τίτλο «Ονειρικοί Δρόμοι»

**Το ποίημα και το σύντομο βιογραφικό αναδημοσιεύονται από το http://fractalart.gr/litsa-kavakou-strathgou/

Νίκος Μυλόπουλος, Οι εφτά καινούργιες μέρες

milopoulos027

ΔΕΥΤΕΡΑ

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Παρόντες στην κατασκευή, ουδέποτε στην καθέλκυση των ονείρων
Ενώναμε τα χέρια σαν προσευχή
Τρέμοντας μη ραγίσει το κενό που πάντα ανάμεσα υπήρχε.
Και με το δάχτυλο πότε σε σημεία ευαίσθητα κι άλλοτε στη σκανδάλη
Πυροβολούσαμε αδιακρίτως σε ζωή και θάνατο.
Ύστερα με ολόφρεσκα πλενόμασταν φιλιά
και πηγαίνοντας στης γειτονιάς το βενζινάδικο
Γεμίζαμε ώς τη μέση, αφόρετες εμπειρίες και οράματα.

ΤΡΙΤΗ

ΤΟ ΕΝΤΥΠΩΜΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΣΟΥ

Μισοβαμμένα τα χείλη στο χρώμα του νερού
Τα μάτια σου φωτιά φωτίζουνε τη νύχτα
Καρφιά να κρεμάσω την ανάσα μου.
Κι ο έρωτας το άναμμα των αστεριών μ’ ένα φιλί
Ρούχο γεμάτο εικασίες
Όταν γυμνοί χαϊδευόμαστε από απόσταση.

ΤΕΤΑΡΤΗ

ΛΙΓΟ ΚΡΑΓΙΟΝ

Λίγο κραγιόν στάζουν τα χείλη από αγχόνες των παλιών μας ημερών.
Έχοντας από καιρό κερδίσει το πονόμιο της απώλειας
Τον αλαβάστρινο σκαλίζαμε χρόνο αγκαλιά
Μιας κι η παράσταση δεν είχε ακόμα ξεκινήσει
Και λυπόμασταν τους μοιραίους που δεν πρόσφεραν ποτέ ένα λουλούδι
Ή όσους δεν κράτησαν ένα σπίρτο ή ένα νόμισμα τρύπιο
Που έκαναν τη διαφορά στη ζωή ανάμεσα και το θάνατο.

Ένα όνειρο όλα τυλιγμένα σε μια στιγμή
Κι οι μνήμες πολυβολεία διάτρητα απ’ τις μέρες μας.

ΠΕΜΠΤΗ

ΠΑΝΤΑ ΑΥΡΙΑΝΟΙ

Για αντιπερισπασμό στη μοναξιά ριψοκίνδυνα σκαλίζαμε το σκοτάδι
Μαθήματα επιβίωσης σε κόκκινους ανάμεσα κι ερεθισμένους καρχαρίες
Ένα γράμμα περιμένοντας ή ένα πουλί
Ή μια ρυτίδα έστω ν’ αναρριγήσει στ’ ανέκφραστα πια πρόσωπά μας
Και ολόισιες τραβούσαμε μαύρες γραμμές
Θέλοντας να φυλακίσουμε για πάντα τα φιλιά που μας σημάδεψαν.
Ύστερα ξαπλωμένοι στο απόλυτο βάθος μιας κρυμμένης πληγής
Αναρωτιόμασταν αν χωρά τόση ευτυχία σ’ ένα δάκρυ
και το περιβραχιόνιο φορώντας της αμαρτίας
Σκορπίζαμε μ’ ένα χαμόγελο την ασήκωτη σκόνη του χρόνου.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

Ταΐζαμε με υπομονή τα ξεχασμένα κεραμίδια
Τα πουλιά βλέπεις είχαν φύγει απο καιρό
Χαϊδεύαμε τα βουρκωμένα κυπαρίσσια της καρδιάς μας
Βαφτίζοντας τα κατάρτια στα πλοία της αναζήτησης.
Αλκοολικοί εκ γενετής σ’ έναν κόσμο σκοτεινό και αφόρητο
Μεθούσαμε ασταμάτητα περιμένοντας να χαρούμε μια σταγόνα φωτός
Κωπηλατώντας περιχαρείς στο τελευταίο τέταρτο της σελήνης
Καθώς μέσα από κυματισμούς ματιών και νευμάτων
Καταστρέφαμε εκμαγεία παλιά και χάλκινα πρόσωπα
Που ανενόχλητα από καιρό βίαζαν τα όνειρά μας.

Ύστερα σε φυλακές μας έκλεισαν υψίστης ασφαλείας
Με την κατηγιορία ότι κλέψαμε λιγάκι απ’ τον ορίζοντα.

ΣΑΒΒΑΤΟ

ΤΟ ΒΑΨΙΜΟ ΤΟΥ ΑΠΕΙΡΟΥ

Τα σύννεφα ανοιγόκλειναν το στόμα τους καταπίνοντας λίγο λίγο τον ήλιο
Διατηρώντας μια στάση ερωτική και μια ικμάδα αξιοπρέπειας
Εμείς αυτοεξόριστοι στις ερήμους της σκέψης και στα παιχνίδια του μυαλού
Με τα φτερά φορτωμένα τις προσωπικές μας εμπειρίες
Με χαμόγελο δραπετεύαμε πλατύ απ’ τα βασανιστήρια της σάρκας
Καινούργιους υπογράφοντας ρόλους για την υπόλοιπη διαδρομή μας.
Ερωτευμένοι απ’ της ζωής τα αναπάντητα ερωτήματα
Αφήναμε πάντα στη μέση το βάψιμο του απείρου.

ΚΥΡΙΑΚΗ

ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

Κάθε ταξίδι μελαγχολία επιστροφής και φιλί της ανάγκης
Η πόλη έκρυβε πίσω από δαιδαλώδη φώτα την ντροπή της
Η ζωή έβρεχε διάφορα χρώματα, βαθυκόκκινη προσμονή
Μα εμείς βρεγμένοι ώς το κόκκαλο άλλοτε νικητές κάποτε ηττημένοι
Σκοπεύαμε χωρίς σταματημό προσπαθώντας να πετύχουμε το αδιανόητο.
Μαγεμένοι απ’ την ανάγκη της ατομικής μετουσίωσης
Χειρκροτούσαμε δυνατά στο σκοτάδι
Κερδίζοντας χρόνο και παράγοντας φως
Με μάτια γελαστά και χέρια δακρυσμένα.
Έχοντας εξοστρακίσει στην άβυσσο τα άνθη του παρελθόντος
Ξυπνούσαμε σε μια θυμέλη άγνωση ώς τώρα
Όλες τις μουδιασμένες μας αισθήσεις.

*Η συλλογή “Οι εφτά καινούργιες μέρες” τυπώθηκε τον Μάρτη του 2015 για τις Εκδόσεις “Ένεκεν”, ένθετο στο τεύχος 35 του περιοδικού, σε επιμέλεια Γιώργου Γιαννόπουλου.