Λουκάς Λιάκος, Στροφορμή

liakoscover

ISBN: 978-9963-2135-3-5
Αριθμός σελίδων: 82
Διαστάσεις: 23Χ15
ESD04
Σειρά Ποίηση
Μάιος 2016

ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΦΙΛΙ

Το πεπρωμένο εδώ κυλά, εκεί. Σ’ ακούει.
Σ’ α κ ο ύ ω

Είμαι ένα καλό φιλί που πια δεν εξηγείται κι ανηφόριζες·
την Αγίου Κωνσταντίνου αφήνοντας πίσω την παραφροσύνη του Σταθμού Λαρίσης.
Είχες το μερίδιό σου -είχα το μερίδιό μου- ένας βρικόλακας μπροστά στον όγκο της Ομόνοιας.
Έκανες τον κύκλο μπουκώνοντας με νυχτερινό κόσμο.
Για το χατίρι μιας γριάς κι ενός μαχαιροβγάλτη την προτροπή έπρεπε να αποφασίσεις.
Θα ‘σουν ο Πέτρος ή ο Ιούδας;
Το χάραμα σε αγνοεί.
Έστω ο Ιωάννης, έστω ο Θωμάς.
Καλημέρα κύριε, είμαστε από το μαντείο των Δελφών.
Στα τέσσερα σημεία οι άνθρωποι θα σας αντιμετωπίσουν.
Νεραϊδόπαρμα. Σε μια γωνιά δεν είχες τίποτα πέρα από αδιέξοδο εν εξελίξει.
Κι ούτε φόβο βέβαια, μόνο άγριο δικαίωμα εμπρός στο θρίαμβο -άφησέ με να ζήσω-
πέρα και δώθε του θανάτου. Να πικραθείς, γιατί αυτές είναι οι ικανότητες του ζώου.
Συνεχώς να ξεφεύγουμε. Οι άνθρωποι θα εμπλακούν. Κι ακόμη:

πρέπει να ρέει
αυτό που παράγεις
αγάπησα το βράδυ που περιστρέφεις
αγάπησα το σύντομο
το φίλησα
ήταν ο τελευταίος πόνος
μια λευκή στιγμή
θλιβερή σαν την αγκαλιά σου
που τρέμει
ξεχνώντας
ικανοποιήθηκα
…………………………………………………

Έγραψαν για το βιβλίο:

Βιογραφικά στοιχεία κι αφιέρωση, τα προσπερνώ, είναι τα -ενδεχομένως- αναγκαία των εκδόσεων, τα σέβομαι αλλά δικά μου είναι άλλα, δικά μου είναι οι μέσα του σελίδες. Ξεφυλλίζω το βιβλίο, υποψιάζομαι, η δομή της σελίδας 11, της σελίδας εισόδου στο βιβλίο, το πάνω αριστερά της, με υποψιάζει, με προδιαθέτει σε αυτό που με βεβαιώνει η σελίδα εξόδου, η σελίδα 77 του τέλους της συλλογής με το κάτω δεξιά της: ο Λουκάς Λιάκος πήρε καρέκλα, κάθισε απέναντί μου, ανοίξαμε μια μπύρα και άρχισε να (“μου”) απευθύνεται, (“μου”) μιλάει…
… υποψιάζομαι λοιπόν και προχωράω, ψάχνω στο σώμα του βιβλίου ύφος λέξεις νοήματα εικόνες συνδέσεις στόχο, κάποια στιγμή ξαφνιάζομαι όπως αντιλαμβάνομαι πως ο τίτλος ενός κειμένου μοιάζει όχι μόνο να εισάγει στο κείμενο αλλά να συνδέει αυτό με το προηγούμενό του σα μια συνέχεια που απλώς τονίζει, δίνει έμφαση σε λέξεις κλειδιά προεισαγάγοντας στο κυρίως σώμα κάθε φορά κι απαντώντας ή συμπληρώνοντας το τέλος μιας κάποιας διερώτησης του προηγούμενου…
… εργάτης της σκέψης (του) ο Λ.Λ. την κόπιασε, την πόνεσε, την έστρωσε ακόμπιαστη, σε μια γλώσσα ρέουσα, ανεπιτήδευτη, γερή αλλά γυμνωμένη τόσο και με τέτοιο τρόπο που σε κερδίζει, σε καθηλώνει, σε εξυψώνει…
… η αμεσότητα του λόγου του Λ.Λ, η θέση/στάση του η φιλοσοφική, ο τρόπος του στην περιγραφή, η γυμνότητα της έκφρασης, με τοποθετούν “φύλακα στη σίκαλη” “στον δρόμο” των Σάλιντζερ και Κέρουακ ενώ είμαι σίγουρη πως θα μπορούσα κάπου να δω και έναν Μπάροουζ να βγάζει για να μου προσφέρει, ένα αποξηραμένο μα πλήρες χρωμάτων κι ομορφιάς, ρόδο μέσα από το Τζάνκι του, αν ο Λουκάς ήθελε. Τη γενεαλογία όμως του Λ.Λ θα την δώσουν άλλοι και με τρόπο ενδεδειγμένο και καλό. Ό,τι έγραψα εδώ είναι οι δικές μου εντυπώσεις και θαυμασμός για την δουλειά αυτή του Λ.Λ. Ένα βιβλίο ποίησης με προσεγμένη έκδοση στο σύνολό της από την ομάδα του Straw Dogs Editions. Ένα βιβλίο που μαζί με το πρώτο του Λουκά, “Στο Δεύτερο Κόσμο η Μοίρα”, εκδ. Ενδυμίων, 2011 και τα 14 κείμενά του στο Straw Dogs magazine σαν απάντηση στο ερώτημα: γιατί γράφω, δίνουν την εικόνα ενός ποιητή που γράφει επειδή αυτός είναι ο τρόπος του να μιλήσει κι όταν μιλάει έχει κάτι άξιο και δυνατό να πει…

Ασημίνα Λαμπράκου

Όσο διάβαζα τη νέα ποιητική συλλογή του Λουκά Λιάκου (Λ.Λ.) τόσο μου επιβεβαιωνόταν το κοινότοπο όσο και ζωντανό, ότι η λογοτεχνία είναι η συνείδηση του κόσμου και η Ποίηση το βάθος και η ουσία της λογοτεχνίας –ιδιαίτερα όταν η αυλαία ενός ποιητικού πονήματος κλείνει σιωπηλά κι αθόρυβα όπως «μια λέξη μας απόμεινε, μπορεί και δύο»- ναι· διότι το πιστεύω, μια λέξη, μπορεί και δύο θα απομείνουν από τις απόλυτες αλήθειες, τις ίντριγκες, τις ιδεολογίες, τις θρησκείες και τις μικρότητες της ανθρώπινης υπόστασης, θα μείνει μια λέξη, μπορεί και δύο –διότι πάντα, Το Έργο θα είναι αυτό που απομένει…
… Ο Λ.Λ. φαίνεται, και είναι μέγα ευτύχημα, έχει βαθύτατα συνειδητοποιήσει ότι: η ανθρώπινη Ζωή είναι Στιγμή και τίποτα περισσότερο -Κι όλο αυτό διαρκεί και λίγο ενδιαφέρει και ξεχνιέται – κι αφήνει πίσω της χυμούς από μια μουσική κρυφή, υπέροχη, μαγική κι ανεπιτήδευτη, ούτε δίκαιη είναι, ούτε άδικη, ούτε ποτέ καταδέχτηκε· ούτε καταδέχεται, ούτε τον «Κύριο» ενδιαφέρει, όπως αναφέρει ο ποιητής, εάν εσύ τριγυρνάς μες στους καπνούς / μια ολόγυμνη καμπύλη / σαν ήχος / βέβηλος…
… Ο Λ.Λ. φαίνεται, και είναι μέγα ευτύχημα, έχει βαθύτατα συνειδητοποιήσει το κατά τον Γ.Χ. Ώντεν[1]: «Στις μέρες μας το έργο τέχνης από μόνο του αποτελεί πολιτική πράξη» και ότι η πρώτη ύλη του ποιητικού λόγου και γίγνεσθαι στην κοινωνία και τον κόσμο δεν αποκλείεται –το λέω δίχως καμία βεβαιότητα διότι γνωριζόμαστε μόνον διαδικτυακά- να ξεκινά από μια πρόδηλη ή λανθάνουσα αμφισβήτηση, από μία ή πολλές νεανικές ή παιδικές εμπειρίες, ή· από το ανέβασμα του Εαυτού στη σκηνή, ή ακόμα και από τον εσώτερο προβληματισμό για τον εαυτό του –και από εκεί, ίσως, αρχίζει ο αγώνας του ποιητή Λ.Λ. όπως διαφαίνεται στο ποίημα με τίτλο «Σαν να σε μαλώνει η μάνα σου»…
… Ελπίζω να συνεχίσει να προσφέρει ποιητική συνείδηση με φειδώ, μέτρο και σύνεση, δίχως να παρασυρθεί από τις φανερά μεγάλες δυνατότητες του αξιόλογου ταλέντου (μέγας ο πειρασμός στην διαδικτυακή πλέον, εκκλησία του δήμου) που διαθέτει και ξοδευτεί. Ελπίζω να συνεχίσει να μας προσφέρει εδέσματα εξαίσια, όπως η τωρινή Στροφορμή, διότι όταν σημαίες και λάβαρα σιγήσουν, το Έργο πάντα, είναι αυτό που θα μας απομείνει. Φωνές σαν του Λ.Λ. μας είναι οδυνηρά αναγκαίες.

Στράτος Φουντούλης

Βιογραφικό:
Ο Λουκάς Λιάκος γεννήθηκε στη Λιβαδειά και ζει στην Αθήνα. Είναι πατέρας τριών παιδιών. Η «Στροφορμή» είναι το δεύτερο ποιητικό του βιβλίο.

Του ιδίου:
Στο Δεύτερο Κόσμο η Μοίρα, εκδόσεις Ενδυμίων, 2011
……………………………………………………………………………………..

Μπορείτε να κάνετε τις παραγγελίες σας στο
strawdogsmagazine[at]yahoo[dot]com
και να σας αποσταλεί ταχυδρομικά
Τιμή: 8 € (μαζί με τα ταχυδρομικά έξοδα)

Νότης Γέροντας, Ορισμός

http://zoitaxa.net/ixografisi/ηχογράφηση-πρόβας-23-03-2013/

Θα ξεριζώσω τα δέντρα, θα διαλύσω τα αυτοκίνητα

Θα στείλω τους πύραυλους στο διάολο,
Θα κηρύξω τον πόλεμο στα BARBADOS

Θα κάμω τον κόσμο γήπεδο να παίζουν ποδόσφαιρο οι καλικάντζαροι

Και θα γεμίσω την έρημο άδεια, μεγάλα, στρογγυλά πηγάδια

Θα στείλω τον ήλιο φυλακή και θα τεντώσω την ελπίδα

Θα καβαλήσω τη σελήνη και θα καλπάσω στο γαλαξία

Θα πιω κρασί ανακατωμένο πουλιά και σκόνη αστρική

Θα βλαστημήσω τα θεία και θα μεταλάβω σε πείσμα της θάλασσας

Θα προκηρύξω εκλογές χωρίς κανέναν υποψήφιο

Θα στείλω τους στρατιώτες να μαζέψουν μανιτάρια στην αστροφεγγιά

Μη με ρωτάς ποιος είμαι, είμαι το φώς-διακορευτής

Που μπαίνω μέσα σου πριόνι και σου λιανίζω τα κόκαλα

Μη με ρωτάς ποιος είμαι, είμαι το φώς- διακορευτής

Είμαι πέρα απ’ τ’ όνομά μου το ασανσέρ που πάει στα ύψη

Για τον Νότη Γέροντα:
http://notisgerontas.blogspot.com
http://www.biblionet.gr/author/81327/%CE%9D%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%93%CE%AD%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82
http://www.mykonostour.gr/mykonos_people/notis-gerontas.html
http://www.vakxikon.gr/content/view/1302/4678/lang,el/
http://www.vakxikon.gr/content/view/1017/4678/lang,el/

Πελαγία Φυτοπούλου: Ένα ξάφνιασμα. Ένας τρελός. Και το τρακ.

koykos-696x365

Η Γιούλη Αναστασοπούλου παρουσιάζει την πρωτοεμφανιζόμενη ποιήτρια Πελαγία Φυτοπούλου.

Τι θα ήθελες να γνωρίζουν οι αναγνώστες σου για τους ήρωες σου;
Όχι πολλά. Αποφεύγω τις αναλύσεις και τις εξηγήσεις, αυτό είναι δουλειά της επιστήμης και όχι της τέχνης. Επηρεασμένη ίσως από την τεχνική του Ιάπωνα σκηνοθέτη: Tadashi Suzuki, ο οποίος πιστεύει ότι όσο πιο συναισθηματικά  περιορισμένος είναι κανείς, όσο λιγότερα γνωρίζει (στο επίπεδο του ακαδημαϊσμού) τόσο πιο ελεύθερα λειτουργεί και πράττει. Είναι καθαρός. Κι όταν είναι κανείς καθαρός είναι ισχυρός. Γίνεται συνδημιουργός. Και εμένα με ενδιαφέρει αυτός ο αναγνώστης, ο συνδημιουργός, ο συνένοχος στο έγκλημα. Με ενδιαφέρει το σώμα του. Δεν μπορείς να τα δίνεις έτοιμα στο πιάτο, έχει και ο αναγνώστης να κάνει δουλειά. Βεβαίως, η καλή δραματουργία είναι αυτή που κρύβει αλλά δεν αποκρύπτει. Συνεπώς, θα δώσω κάποια στοιχεία. Οι ήρωες μου κυκλοφορούν στις φυλακές ανηλίκων, σε σανατόρια, σε νεκροταφεία και ομαδικούς τάφους, σε γιάφκες και Λούνα Παρκ, σε όνειρα δύσκολα: ανθρώπινα δικαιώματα. Οι ήρωες μου είναι Ένας. Εκείνος ο ένας, ο πάντα μόνος του. Ο ελεύθερος.

Τι σε κινητοποίησε να γράψεις τον ΚΟΥΚΟ;
Στο θέατρο χρωστάω τον ΚΟΥΚΟ, την ποίηση, την αγάπη. Στο θέατρο και στη μάνα μου. Θα εξηγηθώ. Όταν ήμουν νέο κορίτσι, πολύ νέο, παρατηρούσα τους ανθρώπους, ήταν ένα παιχνίδι. Το αγαπημένο μου. Ύστερα έγραφα κάτι γι’ αυτούς. Δεν γνωρίζω την αιτία. Ήταν το βίτσιο μου. Η μάνα με σιγόνταρε. Φρόντιζε να μην ανακαλύψει κανείς τον παραβάτη. Όταν με δέχτηκε ο δάσκαλος μου, Βασίλης  Διαμαντόπουλος, στην δραματική σχολή, άρχισε ο Γολγοθάς μου. Με έβαζε ο άτιμος αυτός γέρος να γράφω για τους ηθοποιούς και τους ρόλους που υποδύονται. Εσύ, η αναρχικούλα, η ποιητριούλα, έλεγε, θα γράφεις κάθε μέρα κι ένα ποίημα. Εγώ, βέβαια, έγραφα καμιά δεκαριά σελίδες. Ένιωθα έναν μικρό ηρωϊσμό που με επέλεξε. Παιδί μου, φώναζε, ποίημα ζήτησα, όχι μανιφέστο. Το γυρνούσε πίσω. Βρες το ποίημα που υπάρχει εδώ μέσα και φέρτο. Του λέω, το ψάχνω δάσκαλε. Απαντά, μην ψάχνεις, βρες. Σιγά-σιγά κατάλαβα, και του πήγαινα λίγες αράδες. Βεβαίως δεν μπορούσα να πάω κόντρα στη φύση μου και όποτε έβρισκα ευκαιρία αθώωνα και την Κλυταιμνήστρα και τη Μήδεια. Γελούσε. Πριν πεθάνει με έβαλε να υποσχεθώ ότι δεν θα αφήσω ποτέ το θέατρο και την ποίηση. Είναι η γη σου, είπε. Εγώ για να τον εκδικηθώ έπαψα για λίγο να γράφω, μετά όμως μια φωτιά άρχισε να με κυνηγά σαν την Κασσάνδρα και δεν άντεξα άλλο, έγραψα τον ΚΟΥΚΟ. Τον κρατούσα όμως, για χρόνια, ήμουν δειλή. Και τώρα που δεν φοβάμαι να πω ότι φοβάμαι, τον έβγαλα. Ήρθε η ώρα. Εκείνη η ώρα που λέει ο Λόρκα: «Και μου δωσε μια, σαν κουτουλιά μουλαριού και δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς».  Ο ΚΟΥΚΟΣ έφυγε από κοντά μου. Είναι ελεύθερος.

Με ποιο άλλο βιβλίο συνομιλεί το βιβλίο σου;
Θα έλεγα πως συνομιλεί ή αν θέλεις φλερτάρει κρυφά με την Κάριν Στρουκ και την «Ταξική αγάπη» της και με την «Αναλφάβητη»  Άγκοτα Κριστόφ. Συχνά επισκεπτόμαστε η μια την άλλη και ενώ δεν έχουμε φαινομενικά κάτι κοινό μεταξύ μας, μας ενώνει εκείνο που μόνο τα παιδιά ξέρουν. Αυτό συμβαίνει τις Κυριακές. Τα βράδια όμως, όταν ο ΚΟΥΚΟΣ μένει μόνος  περιμένει τον Ινδιάνο απ’ την «φωλιά του κούκου». Όλα αυτά υπό το βλέμμα του Αισχύλου. Ο γέρος δεν θυμώνει που άφησα τον Ορέστη στα κρύα του λουτρού και αγαπώ τον Ινδιάνο. Είναι ο Αισχύλος. Ο πατέρας μας.

Πώς γράφεις και πού;
Στο δρόμο, δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρη. Νομίζω στο δρόμο. Μιλάω μόνη μου και είμαι αρκετά παραστατική, μιλάω δυνατά, κάνω χειρονομίες, τέτοια πράγματα. Το καταλαβαίνω απ’ τους άλλους, ο τρόπος που με κοιτούν. Προσπαθώ να είμαι διακριτική αλλά κάτι με πιάνει εκεί στην Ιπποκράτους, σαν να μπαίνουν άγνωστοι άνθρωποι μέσα μου και με κάνουν άνω κάτω. Τα μεσημέρια να με αποφεύγετε!

Αισθάνεσαι ότι ανήκεις σε μια συγκεκριμένη γενιά δημιουργών;
Δεν ανήκω πουθενά. Είμαι ακόμη στους  «Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας». Έχω δουλειά, δουλειά. Δουλειά.

Αν μπορούσες να προσθέσεις κάτι σε ένα αγαπημένο βιβλίο ποια θα ήταν η παρέμβασή σου;
Αν μου επιτρέπετε δεν θα ήθελα να προσθέσω, θα ήθελα να αφαιρέσω κάτι από ένα έργο, κι  ας ξέρω ότι είναι ύβρις. Το ανήλικο κομμάτι μου θα ήθελε να το κάνει αυτό. Το κορίτσι μέσα μου. Όταν ήμουν παιδί διαβάζαμε Όμηρο και τον αγαπούσα πολύ. Την  Ιλιάδα, όχι την Οδύσσεια. Πάντα όμως σταματούσα στη σκηνή με τον  Δούρειο Ίππο. Τι θυμός, τι τσατίλα θεέ μου που είχα. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ο παππούς ο Όμηρος  επέτρεψε τέτοια αδικία. Πως μπόρεσε να ταπεινώσει έτσι τους Τρώες, τον γέρο Πρίαμο. Πως; Δηλαδή όλο αυτό έγινε για να θαυμάσουμε τον Οδυσσέα, να δούμε τους Αχαιούς να κομπάζουν; Αχ, μεγάλη τσατίλα έχω! Βέβαια δεν έχασα την πίστη μου στον παππού και σκέφτηκα ότι ίσως όλο αυτό να μην έγινε για τους Αχαιούς, αλλά για να δούμε τι ήταν οι Τρώες. Αλήθεια, πιστεύει κανείς ότι ο Πρίαμος ήταν ανόητος; Ότι οι Τρώες δεν είχαν πολιτισμό; Ότι δέχτηκαν το αλογάκι έτσι, χωρίς να σκεφτούν τον ενδεχόμενο δόλο; Κι όμως, τους έκαναν ένα «δώρο» και το δέχτηκαν. Για μένα αυτό δείχνει αρχές. Οι Τρώες έπεσαν γιατί είχαν αρχές. Και τώρα λέω στο κορίτσι μέσα μου πως δεν πρέπει να αφαιρέσουμε τίποτα, γιατί τώρα, ίσως τώρα να κατάλαβε οι Αρχές τι σημαίνουν.

Γράφεις κάτι τώρα;
Δεν άφησα ποτέ το θεατρικό έργο, την υποκριτική και τα παραμύθια που κατά καιρούς ανεβάζουμε. Είναι έτοιμο ένα θεατρικό έργο κι αν το επιτρέψει η βιοπάλη μου θα ανέβει σύντομα. Το θέατρο ξέρετε είναι ακριβό «σπορ».

Τι σου λείπει από το λογοτεχνικό τοπίο;
Ένα ξάφνιασμα. Ένας τρελός. Και το τρακ.

Απάντησέ μας σε μια ερώτηση που δεν σου έχουν κάνει ακόμα.
Στην ερώτηση αν θα έπρεπε να είναι και να φαίνεται τίμια η γυναίκα του Καίσαρα; Απαντώ:                                                                                Τίμια θα έπρεπε να είναι η Ρώμη και όχι η γυναίκα του Καίσαρα.

Ποιον νέο ποιητή/λογοτέχνη θα μας πρότεινες να φιλοξενήσουμε στις Συστατικές επιστολές;
Εκείνον τον νέο /νέα που έχει μια συστολή, έναν φόβο να δείξει ή να παρουσιάσει τη δουλεία του. Εκείνον που έχει τρακ. Σας έχει ανάγκη.
Εγώ από την πλευρά μου προτείνω το νέο και ταλαντούχο ποιητή Αρτέμη Μαυρομάτη, για την σκηνική οικονομία και τον αυτοσαρκασμό του. Λίγο είναι;
 
Βιογραφικό
Η Πελαγία Φυτοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κατερίνη. Αποφοίτησε από την Ανωτέρα Δραματική σχολή ΙΑΣΜΟΣ-Β. Διαμαντόπουλος και στη συνέχεια παρακολούθησε σεμινάρια αφηγηματικής υποκριτικής, σκηνοθεσίας, καθώς και το Suzuki Actor method based upon of Tadashi Suzuki. Έπαιξε στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Ίδρυσε τη θεατρική ομάδα ‘’Σείριος’’ και ανέβασε θεατρικά έργα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη βία στην εκπαίδευση, ποιήματα και παραμύθια. Το 2012 εκδόθηκε το πολιτικό παραμύθι ‘’Το ραβδί των καλικαντζάρων’’ (εκδ. ΙΑΜΒΟΣ).Το 2015 παρουσίασε ΙΟΝΕΣΚΟ σε θέατρο της Γερμανίας. Ζει στα Εξάρχεια. Κυκλοφορεί η ποιητική της συλλογή «Κούκος» από τις εκδόσεις Θράκα.

*Αναδημοσιευση από εδώ: http://www.oanagnostis.gr/πελαγία-φυτοπούλου-ένα-ξάφνιασμα-ένα/

Η Πελαγία Φυτοπούλου

Η Πελαγία Φυτοπούλου

Θεοχάρης Α. Παπαδόπουλος, “Έξυπνες βόμβες”, εκδ. Μανδραγόρας – Παρουσίαση

unknown

Οι εκδόσεις Μανδραγόρας σας προσκαλούν τη Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016 και ώρα 20:00 στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Θεοχάρη Α. Παπαδόπουλου “Έξυπνες βόμβες”, στην εναλλακτική καφετέρια Άνω Πουρναρούσα, οδός Ευφράνορος 10, Παγκράτι (κοντά στην πλατεία Πλαστήρα).

Για το βιβλίο θα μιλήσουν η Φαίη Ρέμπελου και η Ελένη Καρασαβίδου.
Ποιήματα θα διαβάσουν η Καρίνα Βέρδη και ο ίδιος ο ποιητής.
Συντονίζει η Καρίνα Βέρδη.

Δείγμα γραφής

Σελίδα λευκή.
Σε φέρνω στη σκέψη μου
να τη γεμίσω.

Χειμώνας βαρύς.
Τυλίγομαι στο παλτό
της συντροφιάς σου.

Φθινοπώριασε
Συννέφιασε γύρω μου.
Μέσα μου βρέχει.

Το σουλούπι του
ήταν διαφορετικό.
Τον σκοτώσανε.

Τα είπαν όλα.
Της έπιασε κουβέντα
με μια του ματιά.

Σκληρή η νύχτα.
Μου χρέωσε ακριβά
τον κάθε στίχο.

Özdemir İnce, Βir kuş / Ένα πουλί

Bir kuş uçuyordu Sisam’la Kuşadası arasında,
anlayamadım bir türlü Türk müydü yoksa Yunan mı,
bir başka yerden mi yoksa? Hiçbir belirti yok.

Denize sordum onu: “O bir dalıcı kuştur, dedi,
danteller örer durmadan bağrımda”.
Gökyüzüne sordum onu: “o benim ulağımdır, dedi,
mordan, gülrenginden eflatuna kadar”.
Balıklara sordum onu, öteki kuşlara,
teknelere sordum, bayraklı flamalı,
hepsi bir şey söyledi bir cevap alamadım.

Bir kuş uçuyordu Sisam’la Kuşadası arasında
anlayamadım bir türlü Türk müydü Yunan mı,
bir başka yerden mi hangi milletten?
“Ey kuş dedim, kimlerden olursun, hangi ülkeden?”
“Ben bir martıyım, dedi, yaşım evrenin yaşında,
ülkemi sorarsan: yeryüzü, gökyüzü ve deniz,
sınırlarımı sorarsan: topraktır, su ve hava.”

Ένα πουλί πετούσε
ανάμεσα στη Σάμο και το Κουσάντασι
και που να καταλάβω;
τούρκικο πουλί ήταν ή ελληνικό;
Ή αν μήπως από κάπου αλλού ερχόταν;
Κανένα σημάδι.

Τη θάλασσα ρώτησα
δύτης είναι, μου’πε.
Πλέκει, όλο πλέκει
νταντέλες στο στήθος μου.
Τον ουρανό ρώτησα
αγγελιοφόρος είναι, μου’πε
Απ’ το ανοιχτό βιολέ
και το τριανταφυλλένιο
ως το μενεξελί.
Τα ψάρια ρώτησα
και τ’άλλα τα πουλιά
και τα καράβια με λογιώ – λογιώ σημαίες.
Όλα κάτι άλλο μου’ πανε
απάντηση δεν πήρα.

Ένα πουλί πετούσε
ανάμεσα στη Σάμο και το Κουσάντασι.
Έ, που να καταλάβω
τούρκικο ήτανε πουλί ή ελληνικό;
Μην κι απ’ αλλού ερχότανε
Και ποιά είναι η φυλή του;
Έ πουλί, του είπα
Ποιοί είναι οι δικοί σου;
Ποιά είναι η χώρα σου;
Γλάρος είμαι, μου’πε
Πόσο χρονώ είμαι;
Όσο κι ο κόσμος.
Από ποιά χώρα είμαι;
Απ’τη γη, απ’ τον ουρανό, απ’ τη θάλασσα
Τα σύνορά μου ποιά;
Το χώμα, το νερό, ο αγέρας..

*Το ποίημα αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε σε τρεις γλώσσες (τουρκικά, ελληνικά, γερμανικά) στην Ανθολογία με τον τίτλο “Kalimerhaba”, που εκδόθηκε το 1992 από τις εκδόσεις Romiosini/Κολωνία, με την επιμέλεια της Νίκης Eideneier και της Arzu  Toker και τιμήθηκε με το βραβείο Ειρήνης και Φιλίας Ipekci! Απόδοση: Ηρακλής Μήλλας.

Elefant, Άτιτλα ποιήματα

13769611_670679013092003_94830325371467682_n

Έρημες πόλεις απο χαρά
Μετράνε τρύπια νομίσματα
Ξεχνούν πως πετάει ένα πουλί
Στου απογεύματος τη γλύκα αδιαφορούν.
Ήσυχες πόλεις από πάθος
πνιγείτε μέσα στο αλκοόλ
Πνιγείτε μέσα στους υπολογισμούς και τις μεταρρυθμίσεις.
Βουλιάξτε στον πάτο της εκπομπής μαγειρικής.
Γυρίστε τον κόσμο μέσα από μια πρίζα.
Όταν ήμασταν παιδιά, η μέρα ήταν ένας ήσυχος δράκος.
Τώρα είναι μια βόμβα που πηγαίνει άτσαλα απο χέρι σε χέρι.

***

Ο σοβαρός κυβερνήτης
αγαπάει τις χοντρές μπριζόλες
τα αυτοκίνητα που γυαλίζουν
να νιώθει οτι μπορεί να διατάζει
έχει κρεμασμένα τα μάτια
σαν παλαίμαχος μποξέρ
ρυθμίζει την χοληστερίνη του
με τις τιμές των μετοχών
βατραχωμένος σε δερμάτινες πολυθρόνες
σχεδιάζει τους επόμενους βομβαρδισμούς
σπάζοντας μια οδοντογλυφίδα
ανάμεσα στα δόντια του.

***

Σου γράφω μέσα από την φλούδα
του πορτοκαλιού της αϋπνίας.
Μέσα από τεχνητά δάκρυα
της αδύνατης κόρης του φαρμακοποιού.
Μόλις που ακούγεται η θάλασσα
σαν τσαλακωμένο σεντόνι εραστών.
Σου γράφω μέσα από κρύσταλλα κλειστών μαγαζιών.
Απο ιπτάμενα εργοστάσια νυχτερινή βάρδια.
Αυτή η πόλη τι όμορφα αραιώνει το κέφι μας.

***

Είσαι η καταστροφή
Γλυκεία φωνή
Ανεμίζεις τη φωτιά σου
να σταματήσουν τα καράβια
Χείλια που μπορούν να πουν λόγια που ανοίγουνε παράθυρα
ή που κλείνουν πόρτες κάστρων.
Μια έκρηξη είσαι.
Ειδικό εφφέ πάθους.
Πνίγεσαι μέσα στην ίδια σου την θάλασσα.

***

Η κάθε πόλη είναι ένα μισοτελειωμένο τραγούδι
Ένα πεύκο αλατισμένο
Το ξεβαμμένο γαλάζιο των σκουπιδιών
Είναι μια μηχανική καρδιά που καίει νύχτα
Αεροπλάνο που διαλύεται ενώ πετάει και όλοι οι επιβάτες σκάνε στα γέλια
Η κάθε πόλη ανάβει τα φώτα σαν λαμπερό κόσμημα της προσωρινής μας γης
Η κάθε πόλη συλλογή κρανίων και φρέσκων λουλουδιών.

***

Να με θυμάσαι τις ώρες αιχμής
όπως κρέμεται το καναρίνι απο τα πόδια του
τις περίεργες ώρες που γεννιούνται οι αστερισμοί
και οι άνθρωποι κλείνουν τα παράθυρα για τον χειμώνα.
Να με θυμάσαι οταν βάφεσαι μπροστά στον καθρέφτη
όταν ανοίγει σαν λουλούδι το αιδοίο σου
μπροστά στον κάθε τυχαίο άντρα.
Να με θυμάσαι τις ώρες αιχμής
το πρωί που βγάζουν τα φουγάρα τα χτεσινά τους απωθημένα.

***

Το βράδυ είναι μια κουρτινούλα φιλικού αεροπλάνου
που ανοίγοντάς την εμφανίζεται φωτισμένη μια καινούργια πόλη
νοσοκομεία μπαρ τρελάδικα μεγάλοι δρόμοι
Κεραίες υψωμένες σαν κατάρτια ακίνητου πλοίου.
Το βράδυ είναι μια ευλογημένη εφεύρεση
που κάνει την τρέλλα να μοιάζει με κοχυλάκι
που κάνει τα κοσμήματα να λιώνουν από κάβλα στο λαιμό σου.

***

Μέρες κανονικές η μία πίσω απο την άλλη
σαν κατάδικοι με λουλούδι στο πέτο.
Μέρες σαν βαρετή συλλογή από γραμματόσημα.
Μέρες σαν απλά κουτιά που μέσα τους κρύβουν φορητούς καταρράκτες.
Μέρες ιπτάμενες που κάτω από τη μεγάλη τους σκιά γευματίζουν τσιγγάνοι.
Μέρες αργές σαν απόσταξη με δερβίσηδες
να περιμένουν ήσυχοι κάτω από τον σωλήνα να πιούν μια γουλιά.
Μέρες ψυχρού μπλε σαν τεράστιες πινακίδες
που δείχνουν μετά την στροφή τον επόμενο χειμώνα.

***

Δεν έχει σημασία που περνάει ο καιρός
αν έχει ο καθένας θαμμένο το κουτάκι
με τα φανταστικά του εργαλεία σε μια άκρη του κήπου.
Μέσα θα βρείς τα τρυπάνια των δέντρων για δροσερό νερό
τις μυρωδιές των κοριτσιών μέσα σε άλμπουμ με γιαπωνέζικο εξώφυλλο
μηχανάκια -αεροπλανάκια για τις μέρες με ήλιο
μικρό δεντράκι που μιλάει τα βράδυα για τα αστέρια
καραμέλες που μόλις τις γευτείς θέλεις να τραγουδήσεις με πάθος
τη μικρή κατσαρόλα με την μυρωδιά του σπιτιού όταν γιορτάζουμε
τα χειρόγραφα ποιήματα του σκύλου σου
κυάλια που βλέπεις μακριά προς τα μέσα
ερωτικές καρτ ποστάλ σταλμένες προσωπικά
από τις πόλεις που αγάπησες.

***

Χιλιάδες μίλια στα ανοιχτά
κάθε μέρα κάθε νύχτα
να φτιάχνεις το σπίτι σου
να το παίρνει ο αέρας
να το φτιάχνεις πάλι
να γελάς με τις ουρές των πουλιών
να πέφτουν τα άστρα σα χιόνι επάνω μας.
Κορίτσια γαλανά
να κάθονται να σε κοιτούν
με κόκκινα μαλλιά να σε φωτίζουν
τα σπίτια να δροσίζονται
τα φλαμίνγκο να ξυπνάνε μεσα στο όνειρό τους
ο ελέφαντας να ξεκινά για το ταξίδι του.

*Από το http://elefantelefant.blogspot.com Η εικόνα της ανάρτησης είναι το logo του ιστολογίου στη σελίδα του στο Facebook.

Ένα πρόσωπο (Γιάννης Ρίτσος)

greek-translation's avatarΓιάννης Ρίτσος

Είναι ένα πρόσωπο φωτεινό, σιωπηλό, καταμόναχο
σαν ολόκληρη μοναξιά, σαν ολόκληρη νίκη
πάνω στη μοναξιά. Αυτό το πρόσωπο
σε κοιτάζει ανάμεσα από δυο στήλες ασάλευτο νερό.

Και δεν γνωρίζεις ποιο απ΄ τα δύο πείθει
Περισσότερο.

Γιάννης Ρίτσος (translatum)
Γιάννης Ρίτσος (ιστολόγιο)

View original post

Άρης Αλεξάνδρου, Ολόκληρη Νύχτα

Artwork: Renata Vogl

Artwork: Renata Vogl

Όπου νάναι θα κλείσει το στερνό παραθύρι στην άκρη της βροχής.
Κατακαθίζει το νερό στα σκαλοπάτια.
Τι ξένο που είναι απόψε το τσίγκινο τραπέζι κάτω απ’ τη μαρκίζα
Γυμνό και ξεχασμένο δίχως τον ίσκιο των χεριών της.
Κανείς. Ένα δημοτικό φανάρι μουσκεύει μες στη νύστα σου.
 
Πίσω απ’ τα σακιά με το τσιμέντο νυχτοπερπάτητο σκοτάδι
Σκυφτό σκοτάδι και η σκουριά που αχνογυαλίζει στα βρεγμένα συρματόσκοινα.
 
Ώρα να πιάσει βάρδια το φεγγάρι.
 
Σαββατόβραδο κ’ οι ταβέρνες κλειστές
Μουλιάζει ο χρόνος στο καπέλο του ζητιάνου
οι δρόμοι αποτραβιούνται σε άδειες κάμαρες
και μόνο εκεί στο μαξιλάρι μένουνε
ακόμα μένουνε τα αποχτενίδια του ύπνου της.
 
Μια συνοδεία νοτισμένα αστέρια έστριβε απ’ τη γωνία της χαραυγής.
Απίθωνα στα χείλη της το αλάτι της αγάπης.
Ύστερα μας έπαιρνε το κύμα. Ταξιδεύαμε μαζί
σαν μια φωνή που σβήνει στο πηγάδι.
 
Ένα μικρό φεγγάρι σκαλωμένο μες στα σύννεφα
ένα μικρό φεγγάρι σύννεφο.
 
Ξύπναγε σαν φύτρωνε στην άκρη του γιαλού
ένα κοχύλι φρέσκος ήλιος.
Καλημέρα. Ένα μικρό φεγγάρι
έσβηνε στη φωνή της.
 
Έβλεπα τα χέρια μου και είταν μονάχα δυο
μέτραγα τα μάτια μου και είταν μονάχα δυο
μουλιάζουν τώρα μες στο καπέλο του ζητιάνου
μονάχα δυο.
 
*Αναδημοσίευση από το http://www.bibliotheque.gr/article/42292