Γιάννης Αλεξανδρόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

Σοφία Περδίκη, Στη Λίμνη

Σοφία Περδίκη, Στη Λίμνη

Ι

Η σιωπή της σκέψης μου
δίκτυ απλωμένο πάνω από τις ηλεκτρικές πόλεις
νάρκωση χάρισμα στα μάτια

Πίσω από τους χτύπους των ρολογιών
η πανίδα των παραμορφωτικών φακών
στροβιλιζόμενες λάμψεις, γεννήματα επιληπτικά
παρενθέσεις φωτός σε θόλο αιμόπτυσης

Στον πυθμένα της θρυμματισμένης μνήμης
γραμμοσκιάσεις ταλαντώνονται
αφιλοκερδώς μουντζουρώνουν
τη σιωπή της σκέψης μου

II

Δεν αποσκοπεί το όνειρο
να τραβήξει την ελπίδα από τα βλέφαρα

Μηρυκάζει το ζώο τη βλάστηση των άστρων
σ’ ένα παιχνίδι διωγμένο από τα πλαστικά δίκτυα
της αδράνειας

Μαργαριταρένια η κόμη μας
λουλούδι μοβ σε γυάλινο κλουβί

III

Γραμμοσκιάσεις στο τσόφλι του αυγού
Μάτια ακροδάκτυλα στις διαδρομές του φωτός
Στο απόστημα του χρόνου
Στην κηλίδα της σιωπής
Κρυμμένη η μορφή σου

Σφήκες βουίζουν στο μυαλό μου
Η Περσεφόνη κατηφόρισε
το δρόμο της ψυχής μου
ματωμένο το μάτι της
έπλεκε με τη σιωπή
το εμβατήριο
του τέλους
της ερωτικής ιστορίας

IV

Κι εγώ στην ακρογιαλιά της φυγής
Να πετάω βότσαλο στο άχρονο τοπίο
Στο απόλυτο του χρώματος
Με τα σπασμένα είδωλα
Αναδυόμενα πετρώματα
Του πελάγου και της σφήκας

*Αναδημοσίευση από το 2ο τεύχος του περιοδικού της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών, “Κλήδονας”, Νοέμβριος 2007, σελ. 78. Η εικόνα της ανάρτησης συνοδεύει τη δημοσίευση.

José María Castrillón Suárez, Τρία ποιήματα

1310078032

ΧΟΡΟΣ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΒΑΛΤΟ

Είναι αργά πια,
και το νερό δεν αγαπάει ούτε τα φώτα ούτε τη μουσική:
ενάντια στο ίδιο τα διαλύει
όπως στο ίδιο του το όνειρο.

Οι γονείς μου αγκαλιάστηκαν για να χορέψουν.

Εγώ δεν ονειρεύομαι ακόμη με τα σώματα αλλά αγαπάω τις φωνές:
τη φωνή της μητέρας μου,
τη φωνή μου, πάνω στο στήθος της τοποθετημένη.

Χορεύουνε αγκαλιασμένοι,
και φτάνουν των βημάτων τους οι άκρες μέχρι εδώ,
όπου το νερό την τύφλωση αναπνέει.

Από εκείνη τη νύχτα, τα αποθέματα της σιωπής.

(Τα Παλιά πυρομαχικά, Εκδ. Idea, 2005)

***

ΟΙ ΓΙΟΙ ΜΟΥ

έπλυνα τα κορμιά τους
σαν μια ακόμα τελειότητα της ζωής

ήξερα τότε πως γυάλιζα την πέτρα
όπου θα πέσει
η σιωπή τους

αλλά αυτοί ακόμα αγαπάνε στις μπανιέρες του ονείρου
του πατέρα τους τα χέρια

(Γραμμάρια, Εκδ. Trea, 2010)

***

ΔΙΑΔΟΣΗ ΘΕΡΜΟΤΗΤΑΣ

Είμαστε δάνεια θερμότητας
την προσαρμόζουμε στο στόμα ψάχνουμε
την καλύτερη θέση του σώματός μας
ανάμεσα στα σώματα
ή κλείνουμε τα μάτια για να βρούμε
(από αυτή την αδυναμία η σθεναρότητα
του είδους μας) τη χλιαρή υγρασία
κάτω απ’ τα βλέφαρα

η προίκα των ζωντανών για τους νεκρούς
η σφοδρότητα των νεκρών πάνω στους γιους τους
κάθε μορφή προδοσίας
επίσης η επιθυμία
με τους χυμούς της
η ρύθμιση των συζητήσεων το σούρουπο
η μίανση των γλωσσών στα περάσματα του βουνού

πάντα είναι θερμότητα το καταδιωκόμενο

(Γραμμάρια, Εκδ. Trea, 2010)

*Ο Χοσέ Μαρία Καστριγιόν Σουάρεθ [José María Castrillón Suárez ] (Αβιλές, 1966), είναι διδάκτωρ Ισπανικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Οβιέδο. Έχει εκδώσει 6 ποιητικές συλλογές και έχει βραβευτεί για το έργο του. Έχει συντονίσει και διευθύνει λογοτεχνικά περιοδικά, επίσης έχει επιμεληθεί μαζί με τον Τζόρντι Ντόθε μια μονογραφία για τον Αντόνιο Γαμονέδα.
**Μετάφραση: Άτη Σολέρτη.

castri

Με τον Μπομπ Ντύλαν θα μιλάμε χαμηλόφωνα

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Έχουν περάσει λίγες μόνο μέρες από την ανακοίνωση του βραβείου Νόμπελ λογοτεχνίας για το 2016 και ακόμα δυσκολευόμαστε να ξεπεράσουμε το σοκ. Το Νόμπελ λογοτεχνίας στον Μπομπ Ντίλαν; Μήπως δεν ακούσαμε καλά; Μήπως, το δώσανε στον Ντίλαν Τόμας; Μα ο Ουαλός ποιητής έχει πεθάνει πάνω από 60 χρόνια πριν και Νόμπελ σε πεθαμένους δεν δίνεται.

Για να είμαστε ειλικρινείς, κάπου το περιμέναμε. Κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού, υπήρχε μια υποψία, αφού το Νόμπελ ειρήνης έχει δοθεί μεταξύ άλλων στον Κίσινγκερ, και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά, το Νόμπελ λογοτεχνίας μέχρι και το 2015 δινόταν σε ποιητές, που είχαν έργο, που είχαν εκδόσει ορισμένα βιβλία, άσχετα αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε με το κατά πόσον άξιζαν μια τέτοια επιβράβευση.

Όμως, αυτό, που μας ενδιαφέρει εδώ, δεν είναι τόσο, η βράβευση του Μπομπ Ντίλαν, όσο να ψάξουμε και να βρούμε το σκεπτικό της Σουηδικής Ακαδημίας, που τον βράβευσε με το Νόμπελ λογοτεχνίας.

Αν δεχτούμε πως η Σουηδική Ακαδημία κρίνει την λογοτεχνικότητα των συγγραφέων, που βραβεύει, τότε θα πρέπει να δεχτούμε ότι οι κριτές στάθηκαν στους στίχους του και όχι στην όποια συνθετική του δεινότητα. Ας εξετάσουμε, λοιπόν, κάποιους στίχους:

Στο τραγούδι “Like a rolling stone”, που ο τίτλος μεταφράζεται «Σαν νομάς», ο Μπομπ Ντίλαν περιγράφει με επιχειρήματα πόσο απαραίτητος είναι ο συμβιβασμός για το γυναικείο φύλο και κατακρίνει την ασυμβίβαστη γυναίκα συγκρίνοντάς την με τον καθώς πρέπει κόσμο με τις πριγκίπισσες και τους ωραίους ανθρώπους που πίνουν: “Princess on the steeple and all the pretty people They’re all drinkin’”, που σε μια ελεύθερη μετάφραση σημαίνει ότι οι πριγκίπισσες και οι ωραίοι άνθρωποι πίνουν και περνάνε καλά. Άρα, οι ασυμβίβαστοι θα είναι πάντα δυστυχισμένοι.

Στο τραγούδι “It’s all over now baby blue”, ο Μπομπ Ντίλαν προσπαθεί να δημιουργήσει τύψεις στην κοπέλα, που τον άφησε και να την κάνει να αισθανθεί φόβο: “This sky, too, is folding under you”, που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει «Ο ουρανός βαραίνει από πάνω σου» και πιο κάτω: “The carpet, too, is moving under you”, δηλαδή: «Το χαλί τραβιέται κάτω από τα πόδια σου».

Στο τραγούδι “All along the watchtower”, που μας είναι γνωστό ως «Ο παλιάτσος και ο ληστής», ο Μπομπ Ντύλαν γράφει: “No reason to get excited”, που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει: «Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας». Δηλαδή, ένα στυλ του: Όλα θα πάνε καλά. Μην ξεσηκώνεσαι.

Αλλά και σε κάποια τραγούδια διαμαρτυρίας του Μπομπ Ντίλαν, που άρεσαν σε πολλούς, όπως, το “Wicked messenger” και το “All along the watchtower”, που αναφέραμε και πιο πάνω, τα λόγια των στίχων θα μπορούσαν να ακουστούν και από συντηρητικές φωνές, που διαμαρτύρονται γενικά: “Businessmen, they drink my wine”, που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει «Επιχειρηματίες πίνουν το κρασί μου». Δηλαδή, η διαμαρτυρία του Μπομπ Ντίλαν είναι ελεγχόμενη και όταν η τέχνη είναι ελεγχόμενη τα αφεντικά της διανόησης, δεν έχουν κανένα πρόβλημα να τη βραβεύσουν. Συνειρμικά, θυμηθήκαμε την αρχή ενός τραγουδιού του Αντώνη Βαρδή σε στίχους Πάνου Φαλάρα: «Με νικοτίνη δυνατή και τον Μπομπ Ντίλαν / και τους ρεμπέτες στα παλιά γραμμόφωνα / τα όνειρά μου στην πρωτεύουσα με στείλαν / για να μιλάω πάντα χαμηλόφωνα». Οι στίχοι υποστηρίζουν τον Μπομπ Ντίλαν, όμως, το σωστό είναι το ακριβώς αντίθετο. Ο Μπομπ Ντίλαν είναι χαμηλόφωνος και τις χαμηλές φωνές δεν τις φοβήθηκε καμιά εξουσία.

Για αυτούς τους λόγους, λοιπόν, η Σουηδική Ακαδημία, έδωσε το Νόμπελ λογοτεχνίας σε έναν συνθέτη και στιχουργό, που δεν διαθέτει λογοτεχνικό έργο. Ο Θωμάς Ακινάτης είχε γράψει: «Να φυλάγεσαι από τον άνθρωπο του ενός βιβλίου». Το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας για το 2016 δόθηκε σε άνθρωπο του κανενός βιβλίου.

Kenneth Rexroth, Αντίστροφα, ενώ το τετράγωνο των αποστάσεών τους χωριστά

I

Αδύνατο να δω οτιδήποτε
Σ’ αυτό το σκοτάδι — μα ξέρω πως τούτο είμαι ’γώ, ο Ρέξροθ,
Βαθαίνοντας μέσα στη νύχτα σ’ έναν παγερό πλανήτη.
Είναι ζεστά και πολυάσχολα σ’ αυτό το φυτικό
Σκοτάδι που αόρατα ελάφια μασούν ήσυχα.
Ο ουρανός είναι ζεστός και βαρύς, ακόμα και τα δέντρα
Πάνω από το κεφάλι μου δεν ξεχωρίζουν,
Μα ξέρω πως είναι κουκουναριές που τα κουκουνάρια τους
Παραμένουν κλειστά πάνω στα κλαδιά, ώσπου ν’ ανοίξουν
Τελικά και να ξανασπείρουν το καμένο δάσος.
Και περιμένω μόνος στα βουνά,
Στα δάση, στο σκοτάδι, κι ο κόσμος
Πέφτει γοργά στη μετρημένη του έλλειψη.

IV

Είμαι ξαπλωμένος σε ένα άγνωστο
Κρεβάτι σε ένα παράξενο σπίτι και το πρωί
Πιο αμείλικτα από κάθε μεσονύχτι
Ξεχύνει από το παράθυρο τη λάμψη του —
Κλαδιά κερασιάς με μαραμένα άνθη,
Και πίσω τους τα χρυσά αρχοντικά
Του σφενταμιού στολίδια,
Και πίσω από αυτά ο αγνός απέραντος ουρανός
Του Απρίλη, κι ένα λευκό αμυδρό σύννεφο,
Και μέσα και πίσω από όλα
Η αναπόφευκτη κενή
Της μοναξιάς απόσταση.

*Από το βιβλίο “Κέννεθ Ρέξροθ ποιήματα”, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 2014, σε μετάφραση και επιμέλεια Γιάννη Λειβαδά.

Octavio Paz, Δύο ποιήματα

Έργο Diego Rivera

Έργο Diego Rivera

ΠΕΤΡΑ ΑΣΠΡΗ ΚΑΙ ΜΑΥΡΗ

Ο Σίμα*
σπέρνει μια πέτρα
στον αέρα
Η πέτρα ανεβαίνει
Μέσα
υπάρχει ένας γέροντας που κοιμάται
Αν ανοίξει τα μάτια
η πέτρα σκάει
μύλος από φτερά και ράμφη
πάνω σε μια γυναίκα
που κυλάει
ανάμεσα στις γενιάδες του φθινόπωρου
Η πέτρα κατεβαίνει
φλέγεται
στην πλατεία του ματιού
ανθίζει
στην παλάμη του χεριού
μιλάει
μετέωρη
aνάμεσα στα στήθη σου
διάλεκτοι του νερού
Η πέτρα ωριμάζει
Από μέσα
τραγουδούν σπόροι
Είναι εφτά
Εφτά αδελφές
Εφτά οχιές
Εφτά στάλες νεφρίτη
Εφτά λόγοι
αποκοιμισμένοι
σέ γυάλινο κλινάρι
Εφτά φλέβες νερού
στο κέντρο
της πέτρας
που ανοίχτηκε απ’ το βλέμμα

Σίμα: Ζωγράφος τσέχικης καταγωγής.

***

Η ΕΠΙΟΥΣΙΑ ΦΩΤΙΑ

Στον Juan Garcia Ponce

Σαν τον αέρα
κάνει και ξεκάνει
πάνω στις σελίδες της γεωλογίας,
πάνω στις γήινες τράπεζες
τα αθέατα χτίσματά του:
ο άνθρωπος.
Η διαλεκτός του μόλις κι είναι ένας σπόρος,
μα κοφτερός,
στην παλάμη του διαστήματος
Συλλαβές είναι πυρακτώσεις
Είναι και φυτά:
οι ρίζες τους
συντρίβουν τη σιωπή,
τa κλαδιά τους
κατασκευάζουν τα σπίτια των ήχων.
Συλλαβές:
δένονται και λύνονται,
παίζουν
με τις ομοιότητες και τις ανομοιότητες.
Συλλαβές:
ωριμάζουν στα μέτωπα
ανθίζουν στα στόματα.
Οι ρίζες τους
πίνουν νύχτα τρώνε φως.
Διάλεκτοι:
δέντρα πυρακτωμένα
με βροχής φυλλώματα.

Βλάστηση κεραυνών
γεωμετρίες της ηχού:
πάνω στο φύλλο του χαρτιού
το ποίημα γίνεται
καθώς η μέρα
πάνω στην παλάμη του διαστήματος.

*Από το βιβλίο “Οκτάβιο Πας – Ποιήματα”, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 1986, σε μετάφραση Μάγιας Μαρίας Ρούσσου.

Γιάννη Ρίτσου-Θυρωρείο/Yannis Ritsos-Caretaker’s Desk

vequinox's avatarManolis

Ritsos_front large

Νυχτερινό Επεισόδιο

Κάρφωσε το καρφί στον τοίχο. Δεν είχε
τι να κρεμάσει. Το κοιτούσε καθισμένος
άντικρυ στην παλιά καρέκλα. Δεν μπορούσε
τίποτα να σκεφτεί, να θυμηθεί. Σηκώθηκε,
σκέπασε το καρφί με το μαντίλι του. Κι άξαφνα
είδε το χέρι του μελανιασμένο, βαμμένο
απ’ το φεγγάρι που στεκόταν στο παράθυρο. Ο φονιάς
είχε πλαγιάσει στο κρεββάτι του. Τα πόδια του,
γυμνά, ισχυρά, μ’ άψογα νύχια, μ’ έναν κάλο
στο μικρό δάχτυλο, ξεπρόβαιναν απ’ την κουβέρτα
κι οι τρίχες καμπύλωναν ερωτικά. Έτσι πάντα
τ’ αγάλματα κοιμούνται με τα μάτια ανοιχτά
κι ούτε είναι να φοβάσαι όποιο όνειρο, όποιο λόγο—
τον πιστό μάρτυρα που σου χρειάζονταν τον έχεις,
τον ακριβόλογο κ’ εχέμυθο, γιατί, το ξέρεις,
τ’ αγάλματα δεν προδίνουν ποτέ, μονάχα αποκαλύπτουν.

Nightly Event

He hammered the nail on the wall. He didn’t
have anything to hang. He stared at it sitting
on the old chair opposite it. He couldn’t
think or remember…

View original post 113 more words

Philip Levine, Τα φυσίγγια

Κοιμάσαι χωρίς βάρος στην παλάμη μου, το περίστροφο
που έμπασα λαθραία από έντεκα σύνορα
κρυμμένο στο αδιάβροχό μου, κρυμμένο από τη γυναίκα μου,
τα παιδιά μου, τον εαυτό μου. Αλλά τώρα είμαστε

μόνοι με το ραδιόφωνο και τις κραυγές του
στη βίλα διακοπών στην ακτή,
έτσι σ’ αυτό το παρεκκλήσι των κοινοτοπιών
σου δίνω το χέρι μου, σου δίνω τη ζωή μου.

Έξι μικρές σφαίρες τουφεκιού των 22
χρυσοστολισμένοι σαν φύλακες άγγελοι,
τα λιγδιάρικα σκυθρωπά πρόσωπά τους, είναι πάνω στο τραπέζι
δίπλα σ’ ένα φύλλο απλού χαρτιού γραφομηχανής.

Στο σπίτι στην Καλιφόρνια το τουφέκι μου,
κλεισμένο και τυλιγμένο τώρα σε ένα σχισμένο σεντόνι,
θα σημαίνει τίποτα, το τελικό άνοιγμα
του εγκεφάλου του κουνελιού, η απελευθέρωση των κλισέ,

η απελευθέρωση των αερίων, ο πόνος των ζώων,
ή το σχίσιμο του γυαλιού. Τίποτα απολύτως.
Εδώ στα μουδιασμένα μου δάχτυλα, ένα προς ένα,
τα παίρνω και τα δίνω στους σταθμούς τους.

Πρώτα, μικρέ μου Αμερικανέ, φέρνεις
αναφορές για ό,τι άφησα πίσω,
και εσύ, η ελπίδα της μέσης ηλικίας, παίζεις
το παιχνίδι με τον ύπνο όταν ο ύπνος είναι το παν.

Και εσύ, ηλίθιε, είσαι μια μαύρη τρύπα στον αέρα
και τίποτα περισσότερο. Αρνούμαι να εξηγήσω.
Και εσύ, όλα τα ονόματα των οποίων είναι απλώς Ισπανία,
και κάθε καθαρή πράξη εγώ δεν τολμώ.

Αυτό και μόνο δεν έχει όνομα και κανένα έθνος
και είναι μαζί μου από την αρχή. Και εσύ,
τελικά, έχεις ένα όνομα που δεν θα το ονομάσω, ένα πρόσωπο
δεν μπορώ να αντικρίσω, θα μπορούσες να είσαι μουσική, θα

μπορούσες να είσαι η μουσική του χιονιού στο ζεστό κάμπο
του Μίτσιγκαν, θα μπορούσες να είσαι η φωνή μου
καλώντας με επιτέλους, τηλεφωνώντας μου από την Ισπανία,
να μου τηλεφωνείς σπίτι, το σπίτι, το σπίτι, με οποιαδήποτε τίμημα.

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στην Ανθολογία με τον τίτλο “Visions of poesy – An Anthology of 20th Century Anarchist Poetry” (με την επιμέλεια των Clifford Harper, Dennis Gould and Jeff Cloves) και εκδόθηκε από την Freedom Press, στο Λονδίνο το 1994. Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Για τον Philip Levine: http://www.theparisreview.org/blog/2015/02/15/philip-levine-1928-2015/

Συζήτηση με το Στίγμα Λόγου

troaditis

Συζήτηση με τον εξ Αυστραλίας ορμώμενο ποιητή-blogger Δημήτρη Τρωαδίτη

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης διατηρεί το γνωστό ιστολόγιο http://tokoskino.me. “Συναντηθήκαμε” διαδικτυακά και συζητήσαμε για την ποίηση και για το πώς φαντάζει το ελληνικό ποιητικό τοπίο στα μάτια ενός ομογενή που ζει μόνιμα στην Αυστραλία.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Πώς ορίζεις την προσωπική σου σχέση με την ποίηση, Δημήτρη;

Δημήτρης Τρωαδίτης: Η δική μου σχέση με την ποίηση είναι μια σχέση δούναι και λαβείν. Είναι μια σχέση που κρατά χρόνια, από την εφηβεία μέχρι σήμερα, αμείωτη και αμετάβλητη, μ’ έχει χαράξει, μ’ έχει σημαδέψει… Ζω και ανασαίνω όλα αυτά τα χρόνια με τους ποιητές, τις ποιήτριες και την ποίηση. Ακόμα και κάποια χρόνια που δεν έγραψα ούτε μια λέξη, διατηρούσα αυτή τη σχέση ως κόρη οφθαλμού, με την έννοια ότι ενημερωνόμουν όσο μπορούσα για την ποιητική εν γένει κίνηση, αγόραζα συλλογές, διάβαζα, πήγαινα σε ποιητικές αναγνώσεις, συνέλεγα λέξεις, έννοιες και στοχασμούς από δω κι από κει, σαν να ήθελα να υφάνω το δικό μου ιστό, να δημιουργήσω μια βάση πάνω στην οποία θα ήθελα να κινηθώ σε έναν χρόνο απροσδιόριστο, να βρω ένα απάγκειο, να πιαστώ σε δύσκολες, ίσως, ώρες…
Πράγμα που εξακολουθώ να κάνω.

Ήταν σαν να έδινα μια μάχη εκ του συστάδην, για να κερδίσω ακόμα και μια τόση δα φράση, ακόμα και μια λέξη, που όμως για μένα σημαίνει πολλά, ίσως και τα πάντα..

Ακόμα και όταν καταπιανόμουν ή καταπιάνομαι με άλλα είδη λόγου και έκφρασης, την ποίηση έχω ως αφετηρία και πάντα σ’ αυτήν επιστρέφω. Τη θεωρώ μάνα μου, αδελφή μου, τη θεωρώ σανίδα σωτηρίας, αντίδοτο στα όποια δεινά μας κατατρέχουν σήμερα.

Για μένα, η ποίηση είναι παρελθόν, παρόν και μέλλον, που δεν είναι ξεκομμένα μεταξύ τους, αλλά οι διαφορετικές πτυχές, τα αναπόσπαστα στοιχεία ενός όλου, μιας τεράστιας εικόνας… Γιατί η ποίηση είναι εικόνα, ίσως διαφορετική από τους χρωστήρες και τα σχέδια, αλλά εικόνα λέξεων και εννοιών, συναισθημάτων και προσεγγίσεων.

Αυτή είναι η δική μου σχέση με την ποίηση και έτσι ορίζεται. Προσωπικά, “υπηρετώ” την ποίηση όλα αυτά τα χρόνια μέσα από αρκετά και διαφορετικά μετερίζια, του ποιητή, του μεταφραστή, του blogger, του οργανωτή ποιητικών εκδηλώσεων, του συμμετέχοντα σε αντίστοιχες εκδηλώσεις άλλων ποιητών, του αναγνώστη…

Χ.Λ.: Πώς βρέθηκες στην Αυστραλία;

Στην Αυστραλία, συγκεκριμένα στη Μελβούρνη, βρέθηκα κατά τα τέλη του 1992, μετά από απόφαση εμού και της συντρόφισσάς μου να εγκατασταθούμε εδώ. Εκείνη ήταν γεννημένη και μεγαλωμένη εδώ, Ελληνοαυστραλή δεύτερης γενιάς. Εξετάσαμε το ενδεχόμενο να έρθει εκείνη και να μείνουμε στην Ελλάδα, αλλά υπερίσχυσε η Μελβούρνη και η Αυστραλία.

Αν και η φυγή μου από την Ελλάδα δεν είχε να κάνει με οικονομικούς ή άλλους παρεμφερείς λόγους, για να πω την αλήθεια, ήθελα να φύγω. Υπήρχαν ορισμένα πράγματα που με έπνιγαν εκείνη την εποχή στην Αθήνα, τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο. Από την άλλη, δεν είχα καμία πρόσβαση ή κάτι παρόμοιο στην επαρχία. Έτσι ήθελα να φύγω, να αποδράσω, να δω άλλους τόπους, ανθρώπους, πολιτισμούς και συνήθειες, να ταυτιστώ μαζί τους ή και να τους απορρίψω. ‘Ηταν μια μεγάλη, αλλά όχι δύσκολη, απόφαση. Ήταν ένα μεγάλο βήμα, που βέβαια εμπεριείχε πολλά ρίσκα, τα οποία αποφάσισα σε στυλ “εδώ και τώρα” να τ’ αναλάβω. Και αυτό έκανα και εξακολουθώ να το κάνω.

Σήμερα κοντεύοντας 25 χρόνια εκτός Ελλάδας (με εξαίρεση 7 περίπου μηνών παραμονής μας στην Ελλάδα το 2002 και 2-3 ακόμα επισκέψεων λίγων βδομάδων), δεν μπορώ να πω ότι μετάνιωσα. Το αντίθετο, η Αυστραλία μου άνοιξε πολλά μέτωπα αλλά και ορίζοντες -και όχι μόνο στην ποίηση- στα οποία βάδισα και βαδίζω…

Χ.Λ.: Πώς βλέπεις το ελληνικό ποιητικό τοπίο από εκεί;

Δ.Τ.: Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα βιβλίο, μια ανθολογία-ορόσημο για την τωρινή ελληνική ποίηση. Μιλώ για την πρόσφατη, δίγλωσση (αγγλικά και ελληνικά) έκδοση της ανθολογίας “Austerity Measures – The New Greek Poetry” σε επιμέλεια Karen Van Dyck (η οποία -να πω πληροφοριακά- έχει εργαστεί και εδώ στη Μελβούρνη αρκετά χρόνια και έχει σχετιστεί με ποιητές της ελληνικής διασποράς) με ανθολόγηση ποιημάτων στην αγγλική και στην ελληνική.

Η ανθολογία αυτή αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ένα τεράστιο βήμα κοινωνικοποίησης, σε παγκόσμιο επίπεδο, της ελλαδικής ποιητικής σκηνής, τουλάχιστον ενός ικανού αριθμού ποιητών και ποιητριών και του έως τώρα έργου τους, το οποίο είναι εμβληματικό.

Η Ελλάδα διαθέτει πολύ καλούς ποιητές και ποιήτριες. Αυτοί οι ποιητές και οι ποιήτριες έχουν κατά βάση μερικά κοινά γνωρίσματα/χαρακτηριστικά: είναι νέοι, ίσως οι περισσότεροι διανύουν την τρίτη και/ή τέταρτη δεκαετία της ζωής τους, και ξέρουν πολύ καλά για ποια πράγματα γράφουν και μιλούν.

Δεν ξέρω εάν είναι σωστό να τους ορίσουμε ως ποιητές της κρίσης, γιατί αρκετοί από αυτούς άρχισαν να γράφουν πριν ξεσπάσει η λεγόμενη κρίση, ούτε συνηγορώ στο ότι ίσως θα πρέπει να τους “ταξινομίσουμε” σε μια σχολή/γενιά (π.χ. η γενιά του ’90, του ’00 κ.ο.κ.).

Αλλά από την σχεδόν σε καθημερινή βάση επαφή μου με μέρος του έργου αρκετών ποιητών και ποιητριών από τον ελλαδικό χώρο -και, φυσικά, από αυτούς ποιήματα των οποίων φέρνω στην επιφάνεια ή αναδημοσιεύω στο ιστολόγιό μου (στο http://tokoskino.me)-, πιστεύω ότι υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων που έχει ήδη προσφέρει στην ελληνική σύγχρονη ποίηση, εξακολουθεί να προσφέρει, παρά τα όποια εμπόδια, και ευελιστώ ότι θα συνεχίσει να το κάνει με την ίδια ζέση και αποφασιστικότητα, την ίδια αμεσότητα και αγριάδα -ας μου επιτραπεί η λέξη-, αλλά και την ίδια έντεχνη υφή και στοχαστικότητα του λόγου που βγάζει προς τα έξω.

Κατά 90%, η ποίηση αυτή με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο, με γοητεύει, μου αρέσει και γι’ αυτό την αναδημοσιεύω.

Εκείνο για το οποίο στεναχωρούμαι είναι το γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι, οι ποιητές και ποιήτριες -όπως γίνεται και με άλλα είδη καλλιτεχνικής έκφρασης, τη μουσική, τα εικαστικά, τον κινηματογράφο κλπ.-, δεν τυχαίνουν καμίας απολύτως στήριξης από το κράτος, την “οργανωμένη” πολιτεία και τους φορείς (αν και αυτοί καταργήθηκαν ή περιέπεσαν σε αδράνεια) και φαίνεται ότι τα πρώτα θύματα της όποιας κρίσης, εκτός από τους εργαζόμενους και τα αδύνατα οικονομικά στρώματα, είναι και ο λόγος και η τέχνη.

Χ.Λ.: Μιλάς όμως, Δημήτρη, για μια μερίδα μόνο της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής. Έχεις υπόψη σου ότι τα τελευταία χρόνια κατατίθενται στην Εθνική Βιβλιοθήκη 1.000 κατά μέσο όρο ποιητικές συλλογές κάθε χρόνο, σε συνθήκες κρίσης; Εδώ έχουμε ένα νέο φαινόμενο που απάδει της ρομαντικής άποψης περί ποιήσεως που μπορεί να έχουμε εσύ κι εγώ. Μιλάμε για εξαγορά, ουσιαστικά, του τίτλου του ποιητή. Πώς το σχολιάζεις αυτό;

Δ.Τ.: Ναι, έχω επίγνωση του ότι μιλώ για μια μερίδα μόνο της σύγχρονης ελλαδικής ποιητικής παραγωγής ή, τουλάχιστον, της ποίησης με την οποία ασχολούμαι εγώ. Γιατί είναι φύσει αδύνατον να ασχοληθεί κανείς με το σύνολό της ή με το μεγαλύτερο μέρος της.

Έχω, επίσης, επίγνωση αυτού που αποκαλείς εξαγορά -που δεν θα το έλεγα έτσι- του τίτλου του ποιητή, αλλά του τι ακριβώς και ποιος πρέπει να λογίζεται ως ποιητής τη σημερινή εποχή. Με λύπη μου, βλέπω ότι έχουν πλέον “ανοίξει”, έχουν επεκταθεί τα “όρια”, τα “στενά πλαίσια” με βάση τα οποία ίσως “νομιμοποιούμασταν” έως τώρα να ορίσουμε κάποιον ως ποιητή. Φαντάζει σαν κάποιος να προσπαθεί να ανοίξει ένα λεγόμενο “κλειστό” επάγγελμα, κατά την έννοια ότι αφού όλοι μπορούν να είναι φαρμακοποιοί, φορτηγατζήδες ή οτιδήποτε άλλο γιατί να μην είναι όλοι ποιητές… Οπότε, ίσως, μπορούμε να μιλήσουμε για κατάχρηση…

Εγώ πιστεύω ότι σε αυτό έχει βάλει αρκετά το χέρι της και η τεχνολογία, κυρίως τα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αρκεί σε πολλούς να βάζουν μερικές σκέψεις στην οθόνη, να τα ονομάζουν ποίηση ή κάτι παρόμοιο και να παίρνουν κάποια likes. Δεν αντιτίθεμαι στην ποίηση στο διαδίκτυο, στα ηλεκτρονικά βιβλία και τα παρόμοια -άλλωστε, είμαι και εγώ ένας από αυτούς που ασχολούνται σε καθημερινή βάση με την ποίηση στο διαδίκτυο- ή δεν αντιτίθεμαι στο δικαίωμα του καθένα να εκφραστεί όπως θέλει, όμως, κάποια πράγματα έχουν και τα όριά τους.

Όσον αφορά τον αριθμό συλλογών που κατατίθενται ετησίως στην Εθνική Βιβλιοθήκη, όχι δεν τον ήξερα, αλλά διαβεβαιώ ότι το ίδιο φαινόμενο συμβαίνει και εδώ στην Αυστραλία, μάλλον και αλλού. Μέσω της χρόνιας τριβής και ενασχόλησής μου, έχω δει ότι αρκετός κόσμος γράφει ποίηση, πηγαίνει σε αντίστοιχες εκδηλώσεις, αναζητεί τρόπους δημοσιοποίησής της και ένας από τους τρόπους αυτούς είναι βέβαια και η έκδοση συλλογών, από τις οποίες ο πιο μεγάλος αριθμός κατατίθεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστραλίας, στις Πολιτειακές Βιβλιοθήκες (State Libraries) αλλά και στις πανεπιστημιακές – αν και οι εδώ Βιβλιοθήκες ζητούν, κυρίως, οι ίδιες αντίτυπα. Ο δε πληθυσμός της Αυστραλίας, όπως ίσως θα ξέρεις, φτάνει σχεδόν στα 24 εκατομμύρια, δηλαδή ο διπλός και πλέον από αυτόν της Ελλάδας. Δεν έχω ακριβή εικόνα του αριθμού των ποιητικών συλλογών που κατατίθενται στις εδώ επίσημες Βιβλιοθήκες, αλλά σίγουρα είναι πολύ μεγαλύτερος από αυτόν της Ελλάδας. Και, σίγουρα, αυτό γίνεται σε, κατά βάση, παγκόσμια κλίμακα και δεν είναι μόνο ελλαδική ή αυστραλιανή υπόθεση.

Χ.Λ.: Αλλά εκεί είναι Αυστραλία, εδώ Ελλάδα. Όταν είχε έρθει ο Άμαρτζιτ Τσάνταν για την παρουσίαση της ανθολογίας του που μετέφρασα, «Φόρεσέ με», μου ζήτησε να τον πάω στο Μουσείο του Γιάννη Ρίτσου. Του απάντησα ότι δεν υπάρχει τέτοιο Μουσείο, ούτε καν Μουσείο για την ποίηση γενικότερα και τότε συνειδητοποίησα το όνειδος αυτής της έλλειψης για μια χώρα με δυο νομπελίστες ποιητές, που έχει εκφραστεί μέσω της ποίησης ήδη από την αρχαιότητα.

Δ.Τ.: Ούτε και εδώ υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο Μουσείο ποίησης. Υπάρχει όμως τεράστια μέριμνα, τόσο κρατική όσο και εκ μέρους άλλων φορέων, για τη διάσωση και διατήρηση της ποιητικής ιστορίας της χώρας, όλων όσον αφορούν μεγάλους ποιητές και ποιήτριες στην Αυστραλία, αλλά και γενικά ό,τι έχει σχέση με την ποίηση και την προώθησή της.

Υπάρχει πανεθνικός φορέας με την επωνυμία Australian Poetry, με βάση τη Μελβούρνη, που επιχορηγείται και παρουσιάζει συγκεκριμένο έργο σε ετήσια βάση, με εκδόσεις, οργάνωση σεμιναρίων και διαφόρων εκδηλώσεων, με διαγωνισμούς, δημιουργία βάσεων δεδομένων κ.λπ.

Υπάρχουν, επίσης, διάφοροι άλλοι φορείς -όπως το Melbourne Poets Union- που ασχολούνται με τη γενικότερη λογοτεχνία, αναπόσπαστο μέρος της οποίας είναι και η ποίηση και με σχεδόν παρεμφερή δράση όπως αυτή του Australian Poetry – όπως το Writer Victoria και άλλα.

Υπάρχουν, τουλάχιστον στη Μελβούρνη όπου ζω, πάρα πολλές ποιητικές “σκηνές”, ομάδες, παρέες, με δράση (και μια από αυτές είναι οι ποιητικές αναγνώσεις που οργανώνω σε μηνιαία ή διμηνιαία βάση και εγώ στη Βιβλιοθήκη Emerald στο South Melbourne).

Άλλωστε, η Μελβούρνη από το 2008 είναι η δεύτερη Πόλη Λογοτεχνίας στον κόσμο μετά το Εδιμβούργο. (Περισσότερα για τη γενικότερη λογοτεχνία στη Μελβούρνη, εδώ: http://www.cityofliterature.com/cities-of-literature/cities-of-literature/melbourne/)

Χ.Λ.: Κυκλοφόρησε πρόσφατα, εδώ στην Ελλάδα, ένα νέο βιβλίο σου, σωστά;

Δ.Τ.: Ναι, εξέδωσα πριν λίγες βδομάδες από τις εκδόσεις Οδός Πανός, την ποιητική συλλογή “Η μοναξιά του χρόνου”. Η συλλογή αποτελείται από δύο ενότητες: “η μοναξιά του χρόνου” και “υπολήψεις-απόπειρες” και αρχικά είχε γίνει ηλεκτρονική μόνο έκδοσή τους. Τα ποιήματα της πρώτης ενότητας έχουν γραφτεί το διάστημα 2008-2009 και της δεύτερης το 2012. Τα δημοσιεύω μαζί γιατί θεωρώ αυτές τις δύο ενότητες ποιημάτων αλληλένδετες μεταξύ τους, τη μια ενότητα συνέχεια της άλλης. Στην πρώτη ενότητα ασχολούμαι με το χρόνο που προχωρά και φεύγει, μόνος, ακαταμάχητος και αλώβητος, χωρίς να μας δίνει σημασία, χωρίς να τον ενδιαφέρει η κάθε μας δραστηριότητα και τι κάνουμε για να τον ξεγελάσουμε. Είναι σκέψεις που γυροφέρνουν στο μυαλό μου συχνά, πολύ συχνά, και πηγάζουν κυρίως από τις εντρυφύσεις μου στις φιλοσοφικές πτυχές και παρορμήσεις περί χρόνου. Ωστόσο, στη δεύτερη ενότητα τα ποιήματα πατούν μεν πάνω στα ζητήματα του χρόνου, αλλά έχουν να κάνουν με προσωπικές καθημερινές στάσεις, κυρίως με το πώς εγώ ο ίδιος παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου να αντιδρά στις σημερινές συνθήκες ζωής και να οργανώνει τη ζωή του. Φυσικά, σε όλα αυτά εισέρχεται και η πολιτική πτυχή των πραγμάτων, μιας και η ποίησή μου είναι πρωτίστως πολιτική και κραυγή κοινωνικής διαμαρτυρίας. Και λέγοντας αυτό, να πω ότι μέχρι το τέλος του χρόνου (ευελπιστώ) θα εκδοθεί και μια άλλη συλλογή μου με τίτλο “Με μια κόκκινη ανάταση” η οποία είναι κατ’ εξοχήν πολιτική ποίηση.

Χ.Λ.: Καλοτάξιδο λοιπόν το βιβλίο και καλή ευόδωση στα σχέδιά σου, Δημήτρη. Σε ευχαριστώ πολύ για τη συζήτηση.

Δ.Τ.: Ευχαριστώ κι εγώ από καρδιάς για την ευκαιρία που μου δόθηκε μέσα από το Στίγμα Λόγου να πω αυτά τα λίγα, σχετικά με την ποίηση κ.λπ. Θα ήθελα να ευχηθώ καλές εμπνεύσεις στους ποιητές και ποιήτριες στην Ελλάδα και, επίσης, να δουν κατάματα την πραγματικότητα και να οργανωθούν οι ίδιοι για τα δικά τους συμφέροντα, ώστε να αποτελέσουν μια διακριτή οντότητα αντίστασης σε ένα ζοφερό τοπίο, έτσι όπως αυτό διαμορφώνεται σήμερα.

*Η συζήτηση δημοσιεύεται εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2016/10/blogger.html

Δημήτρης Τρωαδίτης, Βλέμματα

5591

βλέμματα ορθάνοιχτα
τρυπώνουν οι σπίθες τους
πριν βγουν τα φεγγάρια

βλέμματα καρφιά με δύναμη
τεμαχίζοντας μηνύματα
σημαδεύοντας ορίζοντες

βλέμματα πέφτουν εκεί
που είναι ακόμα σκοτάδι
που δεν έχει ξημερώσει

βλέμματα λειαίνουν βράχους
προαλείφουν τσεκούρωμα ελπίδων
κλείσιμο διόδων επιστροφής

βλέμματα θωπεύουν ξενιτιές
διευρύνουν τα χάσματα
βαθαίνουν το χάος

βλέμματα που δεν βλέπουμε
αλλά μας βλέπουν αυτά
ορθώνοντας σύνορα δακρύων