Γεωργία Τρούλη, Δεδηλωμένα – Η μασέλα – Η κόγχη

173552g-3.el_topo

[Έτσι που την ζωή σου ρήμαξες εδώ/ στην κόγχη τούτη την μικρή/ σ’ όλη την γη την χάλασες]

Θα περάσουμε κάποιες φορές στην απέναντι όχθη. Θα χορέψουμε την μουσική με όλη μας την ένταση. Θα φορέσουμε τα καλύτερα παπούτσια στα χέρια. Θα παίξουμε με μια τεράστια πόρτα της Φλωρεντίας «άνοιξε-κλείσε». Θα την έχουμε θεματοφύλακα αναχωρήσεων. Μια κούπα σούπα ζεστή, σύμβολο αφίξεων. Θα περιστρέφουμε τα ζιζάνια της απόφασης.

Θα ζευγαρώνουμε. Κι ένα κλωνάρι ευκάλυπτου και μάραθου θα λέει ‘Μην Ενοχλείτε’ στην παραμορφωτική μας εικόνα. Θα αλλοιώνουμε την αφύσικη ενήλικη γνώση μας με πισωγύρισμα σε ηλικία που ιδιαίτερα δεν μας ανήκε. Θα την κουβαλάμε από το χέρι την σκληρότητα και θα πλατσουρίζουμε σε λακκούβες νερό. Νερό που ξεχάστηκε από βροχή. Θα λέω καλύτερα ‘νερό που λίγο θέλησε λίμνη να γίνει’. Θα ανοίξουμε δρόμο για ποταμό έπειτα, θα γεφυρώσουμε χάσμα. Θα στουμπώσουμε τους φόβους σε κούτες και θα καλέσουμε την μεταφορική για μετακόμιση και μετοίκηση σε μεταμοντέρνα σχέδια κλαδιών. Θα λέμε ‘Είμαστε πουλιά’. Εγώ ίσως αυτό. Εσύ μάλλον το άλλο. Θα καταναλώσουμε λόγια και υπόσχεση. Μεταλογικά θα πούμε ‘μετά την αναχώρηση από το ταμείο ουδέν θα αναγνωριστεί ένσημο δεδουλεμένο, συναίσθημα δεδηλωμένο, άγγιγμα δεδικασμένο’. Δεν θα μας νοιάξει τίποτα. Οι ξεδοντιασμένοι θα μας φαίνονται πολύ μακριά αλλά εγώ θα σου θυμίζω πως η φτώχια ενός λαού από τα δόντια φαίνεται. Θα ακουμπάμε τα μάτια μας το βράδυ σε ένα ποτήρι νερό και θα κοιμόμαστε χωρίς να βλέπουμε κάτι στον ύπνο. Κυρίως ο ένας τον άλλον.

Θα κάνουμε παιδιά, ποιήματα, ταξίδια, ψευδοεπαναστάσεις, επαναπροσδιορισμούς και επανέναρξη της μικρής εταιρείας μας. Ένα- ένα τα δόντια μας λιγότερα αιχμηρά αλλά περισσότερο σαρκοβόρα. Πώς γίνεται, μην απορείς. Κάποτε χαμογελούσαμε και σου έλεγα ‘βλέπω μικρά λευκά ζάρια χωρίς βούλες όταν χαμογελάμε’. Κι εσύ μου έλεγες ‘ βλέπω κύβους κατάλευκης ζάχαρης’. Μετά από καιρό θα σου λέω (και ως το μεδούλι θα με πιστεύεις}’Τίποτα δεν με περιέχει-μόνο περιέχω’. Κάποια στιγμή θα φωνάζεις και θα το ακούω σε όλο τον λαβύρινθο του αυτιού μου ‘Ζήσε ζήσε ζήσε’.

Και τότε θα χαιρετιστούμε σαν πιγκουίνοι με λίγο απομακρυσμένο από τον ώμο το μπράτσο. Μόνο κερκίδα και ωλένη σε κίνηση-Σαν πιγκουίνοι που για καιρό έμειναν κολλημένες μασχάλες. Έπειτα ανακάλυψαν μια άλλη γη κάτω από τον πάγο. Δεν ξέρω πώς είχε φθάσει ο μύθος εκεί πάνω και πόσο προχώρησε η ιστορία αλλά τόσο νάρκισσοι ήταν που όταν κοίταξαν εαυτούς σε λιωμένο νερό, τόσο θαμπώθηκαν που βούλιαξαν σε βάθος. Και κανένα αλιευτικό δεν τους αναζήτησε .Κανείς δεν ένιωσε πόσο υπήρξαν

Έλα τώρα, βάλε τα παπούτσια, βάλε πάλι τα μάτια στις κόγχες, φτιάξε ένα μπρούτζινο κυνόδοντα. Άσε τις σχισμές ορθάνοιχτες. Θα φτιάξουμε ποταμό. Θα ονομαστεί ουροβόρος κι αυτός. Θα εκβάλλει με ορμή σε κάθε ανάχωμα. Λίμνη δεν θα γίνει ποτέ

Έλα τώρα, έχω για μάτια ποτήρι. Για μασέλα ποτέ.

Ως το μεδούλι να με πιστέψεις. Μπορείς.

Θεοδοσία Μαρινούδη, Ποιήματα από τη συλλογή “Τα καρφιά από μέσα”

marinoudi029

Με πορφύρωσαν

Και είχαν πένθος σκοτεινό
δυσανάλογο.
Ήταν χιλιόμετρα λινού υφάσματος
που βάζαν όρια
καρφιά
μετά τ΄ αφήναν.

Και ρίχναν άγκυρες
Νερά που ζεματούσαν.

Της αγάπης τα αίματα

***

Αφροδίτη

Ο καλός μου έβαζε τις νάρκες
τα μαλλιά μου νυχτεριδες πλεγμένες
τα χέρια γάτες κοφτερές

Το πνεύμα μου συνεθλίβη.

Η τρέλα είναι
ζωσμένη μαύρους εραστές.

Η τρέλα έχει κομμένα χέρια.

Είπαν
η Vivian Eliot
η Camille Claudel
η Silvia Plath
η Ελένη Αλταμούρα.
Και η καλύτερή μου φίλη.

***

Οι νεκροί Έρωτες

“Ποτέ μην γράψεις για το θάνατό σου.
Μπορεί να σου συμβεί”
είπε ο Πάστερνακ στη Ρωσία.

Τότε ο Μότσατ έσκυψε
πάνω στα ημιτελή requiem του
κι έγινε όλος δάκρυα.

***

Αθήνα

Ε, κι αν ανοίξαν πέλαγα;
Η θάλασσα
όρθιο άρρωστο θηρίο
ματώνει

***

Ποίηση

Αφού σου λέω
πως ο Αρτώ τρελάθηκε
μην ακούς τη μεγάλη του νύχτα.

Πουλί ματωμένο. Αλγεινό.

***

Ο δολοφόνος acetone

Εγώ από τις Μήδειες αγαπώ
αυτήν του Παζολίνι.
Που δεν ανέβηκε στον ήλιο
και τραγική δεν έγινε.
Δεν είπανε Αλλοίμονο… Αλλοίμονο…
γι’ αυτήν

Από έναν έρωτα ξεφτίδι σύρθηκε
μικρό
φτερό στον άνεμο
με όπλο.
Μα ήταν όμορφος πολύ.
Σαν τον Χριστό του.

catocommunista… catocommunista…

***
Τα πάντα ρει

Η θάλασσα έπηξε μαλυρα πανιά

Μα θα γεμίσει αλάτι

*”Τα καρφιά από μέσα”, Εκδόσεις Ένεκεν, Ιούνιος 2015, ένθετο στο τεύχος 36 του ομώνυμου περιοδικού από τη Θεσσαλονίκη.

Αντιγόνη Ηλιάδη, Πέντε ποιήματα από την ενότητα “100% Φυτική – Σπόρια”

tumblr_mgd2j0hzvZ1s02s17o1_500

Ταφή

την έθαψε κι έσπειρε
ορχιδέες στην καρδιά της

***

Βιγόνιες

ανθισμένες βιγόνιες
που ξεπετάγονται
στο δέρμα σου
ξεπετάγονται και
ανοίγουν και κλείνουν τους πόρους σου
φιλούν τα μικρά σου σπυράκια και
σχίζουν τις ουλές σου
και βγάζουν την καρδιά σου
προς τα έξω σαν αίμα
μέσα από τις μικρές ελιές σου
ουρλιάζουν το μέσα σου
αναθεματισμένες βιγόνιες

***

Ανατομία φυτών

σε άρχισα από τον μίσχο σου
κυλούσα ακόμα
από την πάνω επιδερμίδα
το δάχτυλο μεσόφυλλα
ύγραινα
στην πρωτοσκληρεϊδα
μεταξυλικά κατέβηκα σιγά
στου βλαστού σου το βάθος
σπογγώδες το πάθος
παρέγχυμα
στη δευτερεύουσα νεύρωση
υπέστησαν τα χέρια μου παράλυση
και μια επιθανάτια ώση τραγική
του έρωτος παύση

***

Eikoh Hosoe

Eikoh Hosoe

Φύτρα Ι

χωρίς χώμα
χωρίς ρίζες
χωρίς κλαδιά
χωρίς λίπασμα
χωρίς ήλιο
χωρίς χλωρίδα

μόνο μια φύτρα

αχ αυτή η μονακσιά

***

Φύτρα ΙΙ

ΟΔΗΓΙΕΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑΣ ΦΥΤΡΑΣ
Πώς να καλλιεργήσετε μια φύτρα:

για να το κάνετε σωστά
βουτήξτε το σώμα σας σε ένα άλλο
τυχαίο δεν χρειάζεστε ποσοστά
βουτήξτε το καλά
και περιμένετε ανάσκελα
στον ήλιο πάντα ή στη λάμπα

μην ανησυχείτε για το τι φυτό θα βγει
ποτίστε το ραντίστε το
η επιβίωση είναι που μετράει

το κενοτάφιο του ανέστιου χρόνου

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

image

Οι μέρες μας στη θάλασσα,
ευθείες αναφορές μιας
ακυβέρνητης απελπισίας/
κι όλα αυτά τα επικρεμάμενα σύννεφα,
ήδη σκάφη,
ήδη δάση κυνηγών,
που ερωτεύτηκαν τα ελάφια εν καιρώ πολέμου,
εν τέλει αποχρωματίζονται,
-κι ας καρπίζουν ακόμη μουσώνες
με την οσμή των αλατισμένων τζόγων-
τυφλοί ψυχοπομποί,
προς το κενοτάφιο του ανέστιου  χρόνου.
Εκεί εναποτίθεμαι,
σαν ένα έμβρυο,
ενθύμιο οργασμών,
κάθε νύχτα που επαναλαμβάνεται το έργο,
με την ελπίδα εναλλακτικού φινάλε.

photo: Harvey Stein (American, born 1941)
The Hug: Closed Eyes and Smile
1982
Digital, inkjet archival print
-33 x 48.3 cm
Collection of the artist
© Harvey Stein, 2011

View original post

Dimitris Troaditis, Two poems in Portuguese

poulia-i-dunami-tou-ti

Translations: Emília Cerqueira

Estava aqui a interrogar-me…

Estava aqui a interrogar-me
Se um punhado
de palavras
pode mudar
as nossas mentes

Estava aqui a interrogar-me
Se uma frase tão minúscula
pode praticar
um impacto catalítico
nas nossas vidas

Se assim for
vou pedir aqueles cá em baixo
para se livrarem
daqueles lá de cima,
nos anúncios

*The english version is here: https://tokoskino.me/2016/03/14/dimitris-troaditis-im-wondering/

***

time-passages-image

Passagens

Quais triunfos
quais vitórias
que gargalhada
que canção

O coração a encolher
para o abismo
e eu sem saber
a morada

As longas vias livres
tiram-me o fôlego
as corredores expandem
a minha passagem de tempo
nas suas enormes criptas

*The english version is here: https://tokoskino.me/2016/03/19/dimitris-troaditis-passages/

Μανώλης Αναγνωστάκης, Ποιήματα

Πέντε μικρὰ θέματα

Ι
Μὲς στὴν κλειστὴ μοναξιά μου
Ἔσφιξα τὴ ζεστὴ παιδική σου ἄγνοια
Στὴν ἁγνὴ παρουσία σου καθρέφτισα τὴ χαμένη ψυχή μου.

Ἐμεῖς ἀγαπήσαμε. Ἐμεῖς
Προσευχόμαστε πάντοτε. Ἐμεῖς
Μοιραστήκαμε τὸ ψωμὶ καὶ τὸν κόπο μας

Κι ἐγὼ μέσα σὲ σένα καὶ σ᾿ ὅλους.

ΙΙ
Ἴσκιοι βουβοὶ ἀραγμένοι στὴ σκάλα
Μάτια θολὰ ποὺ κράτησαν εἰκόνες θαλασσινὲς
Κύματα μὲ τὴ γλυκιὰν ἀγωνία στὴν κάτασπρη ράχη

Γυμνὸς κυλίστηκα μέσα στὴν ἄμμο μὰ δὲν ὑποτάχτηκα
Καὶ δὲν ἀγάπησα μόνον ἐσένα ποὺ τόσο μὲ κράτησες
Ὅπως ἀγάπησα τὰ ναυαγισμένα καράβια μὲ τὰ τραγικὰ ὀνόματα
Τοὺς μακρινοὺς φάρους, τὰ φῶτα ἑνὸς ἀπίθανου ὁρίζοντα
Τὶς νύχτες ποὺ γύρευα μόνος νὰ βρῶ τὸ χαμένο ἑαυτό μου
Τὶς νύχτες ποὺ μόνος γυρνοῦσα χωρὶς κανεὶς νὰ μὲ νιώσει
Τὶς νύχτες ποὺ σκότωσα μέσα μου κάθε παλιά μου αὐταπάτη.

ΙΙΙ

IV
Κάτω ἀπ᾿ τὰ ροῦχα μου δὲ χτυπᾶ πιὰ ἡ παιδική μου καρδιὰ
Λησμόνησα τὴν ἀγάπη πού ῾ναι μόνο ἀγάπη
Μερόνυχτα νὰ τριγυρνῶ χωρὶς νὰ σὲ βρίσκω μπροστά μου
Ὁρίζοντα λευκὲ τῆς ἀστραπὴς καὶ τοῦ ὄνειρου
Ἔνιωσα τὸ στῆθος μου νὰ σπάζει στὴ φυγή σου

Ψυχὴ τῆς ἀγάπης μου ἀλήτισσα
Λεπίδι τοῦ πόθου μου ἀδυσώπητο
Νικήτρα μονάχη τῆς σκέψης μου.

V
Χαρά, Χαρά, ζεστὴ ἀγαπημένη
Τραγούδι ἀστείρευτο σὲ χείλια χιμαιρικὰ
Στὰ γυμνά μου μπράτσα τὸ εἴδωλό σου συντρίβω
Χαρὰ μακρινή, σὰν τὴ θάλασσα ἀτέλειωτη
Κουρέλι ἀκριβὸ τῆς πικρῆς ἀναζήτησης
Ἄσε νὰ φτύσω τὸ φαρμάκι τῆς ψεύτρας σου ὕπαρξης
Ἄσε νὰ ὁραματιστῶ τὶς νεκρὲς ἀναμνήσεις μου
(Ἀνελέητο κύμα τῆς νιότης μου).

Ὢ ψυχὴ τὴν ἀγωνία ἐρωτευμένη!

13.12.43

Θυμᾶσαι ποὺ σοῦ ῾λεγα
Ὅταν σφυρίζουν τὰ πλοῖα μὴν εἶσαι στὸ λιμάνι.
Μὰ ἡ μέρα ποὺ ἔφευγε ἤτανε δικιά μας
καὶ δὲ θὰ θέλαμε ποτὲ νὰ τὴν ἀφήσουμε
Ἕνα μαντήλι πικρὸ θὰ χαιρετᾶ τὴν ἀνίατου γυρισμοῦ
Κι ἔβρεχε ἀλήθεια πολὺ κι ἤτανε ἔρημοι οἱ δρόμοι
Μὲ μιὰ λεπτὴν ἀκαθόριστη χινοπωριάτικη γεύση
Κλεισμένα παράθυρα κι οἱ ἄνθρωποι τόσο λησμονημένοι –
Γιατί μᾶς ἄφησαν ὅλοι; Γιατί μᾶς ἄφησαν ὅλοι;
Κι ἕσφιγγα τὰ χέρια σου Δὲν εἶχε τίποτα τ᾿ ἀλλόκοτο ἡ κραυγή μου.

Θὰ φύγουμε κάποτε ἀθόρυβα καὶ θὰ πλανηθοῦμε
Μὲς στὶς πολύβοες πολιτεῖες καὶ στὶς ἔρημες θάλασσες
Μὲ μιὰν ἐπιθυμία φλογισμένη στὰ χείλια μας
Εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ γυρέψαμε καὶ μᾶς τὴν ἀρνήθηκαν
Ξεχνοῦσες τὰ δάκρυα, τὴ χαρὰ καὶ τὴ μνήμη μας
Χαιρετώντας λευκὰ πανιὰ π᾿ ἀνεμίζονται.
Ἴσως δὲ μένει τίποτ᾿ ἄλλο παρὰ αὐτὸ νὰ θυμόμαστε.
Μὲς στὴν ψυχή μου σκιρτᾶ τὸ ἐναγώνιο Γιατί,
Ρουφῶ τὸν ἀγέρα τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς ἐγκατάλειψης
Χτυπῶ τοὺς τοίχους τῆς ὑγρῆς φυλακῆς μου
καὶ δὲν προσμένω ἀπάντηση
Κανεὶς δὲ θ᾿ ἀγγίξει τὴν ἔκταση τῆς στοργῆς
καὶ τῆς θλίψης μου.

Κι ἐσὺ περιμένεις ἕνα γράμμα ποὺ δὲν ἔρχεται
Μιὰ μακρινὴ φωνὴ γυρνᾶ στὴ μνήμη σου καὶ σβήνει
Κι ἕνας καθρέφτης μετρᾶ σκυθρωπὸς τὴ μορφή σου
Τὴ χαμένη μας ἄγνοια, τὰ χαμένα φτερά.

Ποιητική

-Προδίδετε πάλι τὴν Ποίηση, θὰ μοῦ πεῖς,
Τὴν ἱερότερη ἐκδήλωση τοῦ Ἀνθρώπου
Τὴ χρησιμοποιεῖτε πάλι ὡς μέσον, ὑποζύγιον
Τῶν σκοτεινῶν ἐπιδιώξεών σας
Ἐν πλήρει γνώσει τῆς ζημιᾶς ποὺ προκαλεῖτε
Μὲ τὸ παράδειγμά σας στοὺς νεωτέρους.

-Τὸ τί δὲν πρόδωσες ἐσὺ νὰ μοῦ πεῖς
Ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου, χρόνια καὶ χρόνια,
Ἕνα πρὸς ἕνα τὰ ὑπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στὶς διεθνεῖς ἀγορὲς καὶ τὰ λαϊκὰ παζάρια
Καὶ μείνατε χωρὶς μάτια γιὰ νὰ βλέπετε, χωρὶς ἀφτιὰ
Ν᾿ ἀκοῦτε, μὲ σφραγισμένα στόματα καὶ δὲ μιλᾶτε.
Γιὰ ποιὰ ἀνθρώπινα ἱερὰ μᾶς ἐγκαλεῖτε;

Ξέρω: κηρύγματα καὶ ρητορεῖες πάλι, θὰ πεῖς.
Ἔ ναὶ λοιπόν! Κηρύγματα καὶ ρητορεῖες.

Σὰν πρόκες πρέπει νὰ καρφώνονται οἱ λέξεις

Νὰ μὴν τὶς παίρνει ὁ ἄνεμος.

Ὁ Οὐρανός

Πρῶτα νὰ πιάσω τὰ χέρια σου
Νὰ ψηλαφίσω τὸ σφυγμό σου
Ὕστερα νὰ πᾶμε μαζὶ στὸ δάσος
Ν᾿ ἀγκαλιάσουμε τὰ μεγάλα δέντρα
Ποὺ στὸν κάθε κορμὸ ἔχουμε χαράξει
Ἐδῶ καὶ χρόνια τὰ ἱερὰ ὀνόματα
Νὰ τὰ συλλαβίσουμε μαζὶ
Νὰ τὰ μετρήσουμε ἕνα-ἕνα
Μὲ τὰ μάτια ψηλὰ στὸν οὐρανὸ σὰν προσευχή.

Τὸ δικό μας τὸ δάσος δὲν τὸ κρύβει ὁ οὐρανός.

Δὲν περνοῦν ἀπὸ δῶ ξυλοκόποι.

Νέοι της Σιδῶνος

Κανονικὰ δὲν πρέπει νἄχουμε παράπονο
Καλὴ κι ἐγκάρδια ἡ συντροφιά σας, ὅλο νιάτα,
Κορίτσια δροσερά- ἀρτιμελῆ ἀγόρια
Γεμάτα πάθος κι ἔρωτα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ γιὰ τὴ δράση.
Καλά, μὲ νόημα καὶ ζουμὶ καὶ τὰ τραγούδια σας
Τόσο, μὰ τόσο ἀνθρώπινα, συγκινημένα,
Γιὰ τὰ παιδάκια ποὺ πεθαίνουν σ᾿ ἄλλην Ἤπειρο
Γιὰ ἥρωες ποὺ σκοτωθῆκαν σ᾿ ἄλλα χρόνια,
Γιὰ ἐπαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,
Γιὰ τὸν καημὸ τοῦ ἐν γένει πάσχοντος Ἀνθρώπου.
Ἰδιαιτέρως σᾶς τιμᾷ τούτη ἡ συμμετοχὴ
Στὴν προβληματικὴ καὶ στοὺς ἀγῶνες τοῦ καιροῦ μας
Δίνετε ἕνα ἄμεσο παρὼν καὶ δραστικό- κατόπιν τούτου
Νομίζω δικαιοῦσθε μὲ τὸ παραπάνω
Δυὸ δυό, τρεῖς τρεῖς, νὰ παίξετε, νὰ ἐρωτευθεῖτε,
Καὶ νὰ ξεσκάσετε, ἀδελφέ, μετὰ ἀπὸ τόση κούραση.

(Μᾶς γέρασαν προώρως Γιῶργο, τὸ κατάλαβες;)

Ἐπιτύμβιον

Πέθανες- κι ἔγινες καὶ σύ: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.
Τριάντα ἕξη στέφανα σὲ συνοδέψανε, τρεῖς λόγοι ἀντιπροέδρων,
Ἑφτὰ ψηφίσματα γιὰ τὶς ὑπέροχες ὑπηρεσίες ποὺ προσέφερες.

Ἄ, ρὲ Λαυρέντη, ἐγὼ ποὺ μόνο τὄξερα τί κάθαρμα ἤσουν,
Τί κάλπικος παρᾶς, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μέσα στὸ ψέμα
Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ, δὲν θὰ ῾ρθῶ τὴν ἡσυχία σου νὰ ταράξω.

(Ἐγώ, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μὲς στὴ σιωπὴ θὰ τὴν ἐξαγοράσω
Πολὺ ἀκριβὰ κι ὄχι μὲ τίμημα τὸ θλιβερό σου τὸ σαρκίο.)

Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ. Ὡς ἤσουν πάντα στὴ ζωή: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.

Δὲ θά ῾σαι ὁ πρῶτος οὔτε δὰ κι ὁ τελευταῖος.

Στ᾿ Ἀστεῖα Παίζαμε!

Δὲ χάσαμε μόνο τὸν τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στὴ μέθη τοῦ παιχνιδιοῦ σᾶς δώσαμε καὶ τὶς γυναῖκες μας
Τὰ πιὸ ἀκριβὰ ἐνθύμια ποὺ μέσα στὴν κάσα κρύβαμε
Στὸ τέλος τὸ ἴδιο τὸ σπίτι μας μὲ ὅλα τὰ ὑπάρχοντα.

Νύχτες ἀτέλειωτες παίζαμε, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τὰ φύλλα τοῦ ἡμεροδείχτη
Δὲ βγάλαμε ποτὲ καλὸ χαρτί, χάναμε· χάναμε ὁλοένα
Πῶς θὰ φύγουμε τώρα; ποῦ θὰ πᾶμε; ποιὸς θὰ μᾶς δεχτεῖ;

Δῶστε μας πίσω τὰ χρόνια μας δῶστε μας πίσω τὰ χαρτιά μας
Κλέφτες!
Στὰ ψέματα παίζαμε!

Οἱ στίχοι αὐτοί

Οἱ στίχοι αὐτοὶ μπορεῖ καὶ νά ῾ναι οἱ τελευταῖοι
οἱ τελευταῖοι στοὺς τελευταίους ποὺ θὰ γραφτοῦν
Γιατί οἱ μελλούμενοι ποιητὲς δὲ ζοῦνε πιὰ
αὐτοὶ ποὺ θὰ μιλούσανε πεθάναν ὅλοι νέοι
Τὰ θλιβερὰ τραγούδια τους γενήκανε πουλιὰ
σὲ κάποιον ἄλλον οὐρανὸ ποὺ λάμπει ξένος ἥλιος
Γενῆκαν ἄγριοι ποταμοὶ καὶ τρέχουνε στὴ θάλασσα
καὶ τὰ νερά τους δὲν μπορεῖς νὰ ξεχωρίσεις
Στὰ θλιβερὰ τραγούδια τους φύτρωσε ἕνας λωτὸς
νὰ γεννηθοῦμε στὸ χυμό του ἐμεῖς πιὸ νέοι.

Χάρης 1944

Ἤμασταν ὅλοι μαζὶ καὶ ξεδιπλώναμε ἀκούραστα τὶς ὧρες μας
Τραγουδούσαμε σιγὰ γιὰ τὶς μέρες ποὺ θὰ ῾ρχόντανε
φορτωμένες πολύχρωμα ὁράματα
Αὐτὸς τραγουδοῦσε, σωπαίναμε, ἡ φωνή του
ξυπνοῦσε μικρὲς πυρκαγιὲς
Χιλιάδες μικρὲς πυρκαγιὲς ποὺ πυρπολοῦσαν τὴ νιότη μας
Μερόνυχτα ἔπαιζε τὸ κρυφτὸ μὲ τὸ θάνατο
σὲ κάθε γωνιὰ καὶ σοκάκι
Λαχταροῦσε ξεχνώντας τὸ δικό του κορμὶ νὰ χαρίσει
στοὺς ἄλλους μίαν Ἄνοιξη.

Ἤμασταν ὅλοι μαζὶ μὰ θαρρεῖς πῶς αὐτὸς ἦταν ὅλοι.

Μιὰ μέρα μᾶς σφύριξε κάποιος στ᾿ ἀφτί: «Πέθανε ὁ Χάρης»
«Σκοτώθηκε» ἢ κάτι τέτοιο. Λέξεις ποὺ τὶς ἀκοῦμε κάθε μέρα.
Κανεὶς δὲν τὸν εἶδε. Ἦταν σούρουπο.
Θά ῾χε σφιγμένα τὰ χέρια ὅπως πάντα
Στὰ μάτια του χαράχτηκεν ἄσβηστα ἡ χαρὰ
τῆς καινούριας ζωῆς μας
Μὰ ὅλα αὐτὰ ἦταν ἁπλὰ κι ὁ καιρὸς εἶναι λίγος.
Κανεὶς δὲν προφταίνει.

…Δὲν εἴμαστε ὅλοι μαζί. Δυὸ τρεῖς ξενιτεύτηκαν
Τράβηξεν ὁ ἄλλος μακριὰ μ᾿ ἕνα φέρσιμο ἀόριστο
κι ὁ Χάρης σκοτώθηκε
Φύγανε κι ἄλλοι, μᾶς ἦρθαν καινούριοι, γεμίσαν οἱ δρόμοι
Τὸ πλῆθος ξεχύνεται ἀβάσταχτο, ἀνεμίζουνε πάλι σημαῖες
Μαστιγώνει ὁ ἀγέρας τὰ λάβαρα.
Μὲς στὸ χάος κυματίζουν τραγούδια.

Ἂν μὲς στὶς φωνὲς ποὺ τὰ βράδια τρυποῦνε ἀνελέητα τὰ τείχη
Ξεχώρισες μία: Εἶν᾿ ἡ δική του. Ἀνάβει μικρὲς πυρκαγιὲς
Χιλιάδες μικρὲς πυρκαγιὲς ποὺ πυρπολοῦν
τὴν ἀτίθαση νιότη μας
Εἶν᾿ ἡ δική του φωνὴ ποὺ βουίζει στὸ πλῆθος
τριγύρω σὰν ἥλιος
Π᾿ ἀγκαλιάζει τὸν κόσμο σὰν ἥλιος
ποὺ σπαθίζει τὶς πίκρες σὰν ἥλιος
Ποὺ μᾶς δείχνει σὰν ἥλιος λαμπρὸς τὶς χρυσὲς πολιτεῖες
Ποὺ ξανοίγονται μπρός μας λουσμένες
στὴν Ἀλήθεια καὶ στὸ αἴθριο τὸ φῶς.

Dada 23 Ιούνη 1916-23 Ιουνη 2016 – Η επίδραση του αναρχισμού στο κίνημα του ντανταϊσμού

Το κίνημα του ντανταϊσμού προέκυψε από ομάδες ανθρώπων, σε διάφορες πόλεις κυρίως της Ευρώπης αλλά και στην Αμερική (Η.Π.Α.), ως μια αντίδραση (άντι)καλλιτεχνικής εκφράσεως απέναντι στις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες, οι οποίες καθορίζονταν σε μεγάλο βαθμό εκείνη την εποχή από το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αναμφίβολα, η εναντίωση στον πόλεμο ήταν ένα κοινό σημείο για σχεδόν όλους τους ντανταϊστές. Και λέμε σχεδόν όλους, επειδή για παράδειγμα κάποιοι από τους ντανταϊστές στο Παρίσι επέλεξαν να πάρουν θέση τασσόμενοι υπέρ του ρόλου του γαλλικού στρατού και σε μια επίδειξη σωβινισμού περιφρονούσαν τους γερμανούς (συμπεριλαμβανομένου ακόμα και των εκεί ντανταϊστών). Επιπλέον, μερικοί ντανταϊστές κατατάχθηκαν στο στρατό.

Αυτό όμως που δεν είναι ξεκάθαρο συχνά στις αναφορές που γίνονται για το Dada είναι κατά πόσο συμμετείχαν αναρχικοί σε αυτό ή αν υπήρξε ιδεολογική επιρροή από αναρχικούς της εποχής αυτής. Το να είσαι εναντίον του πολέμου (όχι ταξικού αλλά εξουσιαστικού) είναι ένα στοιχείο, αλλά δεν αποτελεί απαραίτητο σημάδι για να συνδέσουμε το Dada με την αναρχία.

Οι αναφορές που υπάρχουν συναινούν στο γεγονός ότι το Dada ήταν ένας συνδυασμός διαφορετικών ατομικών θέσεων που κάποιες φορές ερχόντουσαν και σε αντίθεση μεταξύ τους. Οι περισσότερες δράσεις του Dada είχαν καθαρά (αντι)καλλιτεχνικό χαρακτήρα χωρίς πολιτική έκφραση, υπήρξαν όμως και κάποιες άλλες, όπως θα δούμε αργότερα, που παραπέμπουν σε πολιτικές πράξεις. Αυτό που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι ο ντανταϊσμός ήταν ένα αυτοαποκαλούμενο διεθνές κίνημα (άρα δεν χωράει η έννοια του ρατσισμού σε αυτόν) χωρίς «κατεστημένο», χωρίς κάποιο ιδρυτικό κείμενο ή κάποια δομή-ιεραρχία (δεν υπήρχαν αρχηγοί), χωρίς οργανωτικές επιτροπές ή εκτελεστικά τμήματα. Κατά αυτό τον τρόπο, το Dada υπήρξε χαρακτηριστικό παράδειγμα, όχι δημοκρατικών αξιών, αλλά κάτι που μοιάζει περισσότερο με την εφαρμογή της αναρχίας σε μια καλλιτεχνική έκφραση (εξού και το anti-art), που πολλοί τη συνδέουν με την avant-garde.

Ξεκινώντας από τη Ζυρίχη, όπου χτίστηκαν τα θεμέλια του Dada, γύρω από το Cabaret Voltaire χώρο ψυχαγωγίας και καλλιτεχνικής έκφρασης, αξιοσημείωτο είναι ότι ο ιδιοκτήτης Hugo Ball ασχολήθηκε με τη μετάφραση κειμένων του Bakunin. Αυτό αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι ο Ball είχε επηρεαστεί σημαντικά από το έργο του Bakunin. Επίσης, o ίδιος πριν το Dada συμμετείχε σε επαναστατικού περιεχομένου εφημερίδες όπως οι Die Aktion, Der Sturm, Die Revolution. Η θεματολογία των κειμένων του σε αυτές περιλάμβανε μεταξύ άλλων το μηδενισμό και το ρώσικο αναρχισμό4. Εκτός από Bakunin είχε διαβάσει και Kropotkin. Ωστόσο, όσον καιρό ο Hugo Ball παρέμενε στο προσκήνιο του Dada της Ζυρίχης, το κίνημα αντι-τέχνης δεν πήρε ποτέ τη μορφή της αναρχίας6. Άλλωστε ο ίδιος έγραφε το 1915 (ένα χρόνο πριν το Dada): “Έχω εξετάσει τον εαυτό μου προσεχτικά. Δεν θα μπορούσα ποτέ να αποδεχτώ το χάος, να βάζω βόμβες, να ανατινάζω γέφυρες και να τρέφομαι με ιδέες. Δεν είμαι αναρχικός”. Ο Hugo Ball υπήρξε θαυμαστής του Νίτσε και φαίνετε να ασπαζότανε κάποιες θεωρήσεις του4 και εν γένει τον ατομικισμό. Όταν όμως αποσύρθηκε από το Dada επέλεξε να ζήσει μια θρησκευτική ζωή.

Ο νιτσεϊκός μηδενισμός επηρέασε και τους Richard Huelsenbeck και Francis Picabia. Με την άφιξη του τελευταίου στη Ζυρίχη το 1919 προστέθηκε ένα νέο στοιχείο που χαρακτηριζότανε από την απόλυτη έλλειψη σεβασμού προς κάθε αξία, μια απελευθέρωση από όλους τους κοινωνικούς και ηθικούς καταναγκασμούς.

Όσον αφορά τους υπόλοιπους ντανταϊστές της Ζυρίχης, τόσο ο Hans Richter όσο και ο Tristan Tzara είχαν επαφές με αναρχικές ομάδες. Αργότερα όμως ο Tristan Tzara θα κινηθεί στα πλαίσια του κομμουνισμού: στο Παρίσι όπου κατέφυγε μετά τη Ζυρίχη είχε δεσμούς με το Γαλλικό Κουμμουνιστικό Κόμμα, έγινε μέλος του και μετέπειτα ασπάστηκε τον Σταλινισμό. Πολέμησε επίσης εναντίον του φασισμού το 1936 στην Ισπανία και ενάντια στους Ναζί στην περιοχή της Τουλούζης στα 1940-44). Ενδεικτικό όμως των κινήτρων του Tristan Tzara τον πρώτο καιρό δράσης του ως ντανταϊστής αποτελεί το παρακάτω απόσπασμα (από ένα εκ των μανιφέστων που είχε γράψει): «Είμαι κατά των συστημάτων. Το πιο αποδεκτό σύστημα είναι να μην έχεις κανένα σύστημα και καμιά αρχή».

Αναζητώντας τις επιρροές των ντανταϊστών εκτός Ζυρίχης: οπαδοί του Stirner, που θεωρείται από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του μηδενισμού και της αναρχικής ιδεολογίας, υπήρξαν οι Max Ernst και Theodor Baargeld, ιδρυτές του Dada στην Κολωνία. Ο τελευταίος έβγαζε το περιοδικό Der Ventilator (Ο Ανεμιστήρας) μέσα από το οποίο επιδιδόταν σε επιθέσεις εναντίον της εκκλησίας και της πολιτείας, του κατεστημένου και της τέχνης. Όμως, ο Baargeld το 1918 θα γίνει μέλος του μαρξιστικού, πασιφιστικού Ανεξάρτητου Σοσιαλοδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (USPD). Χαρακτηριστικό του προσανατολισμού που θέλανε να δώσουν στο Dada στην Κολωνία αποτελεί μια αφίσα που αποτελούσε μέρος μιας έκθεσης ντανταϊστών και στην οποία αναγραφόταν: «Tο Dada είναι με την επαναστατική πλευρά του προλεταριάτου, το Dada είναι πολιτικό».

Οι Marchel Duchamp και Man Ray που πρωτοστατούσαν στο κίνημα Dada στη Νέα Υόρκη είχαν διαβάσει Stirner. Το ίδιο όμως και ο Julius Evola από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ντανταϊσμού στην Ιταλία, ο οποίος ήταν ακόμα μεγαλύτερος οπαδός του Νίτσε. Ο Evola συνδεόταν φιλικά με τον Μουσολίνι, παρά ταύτα δεν υποστήριξε πλήρως το φασιστικό του καθεστώς και δήλωνε αντιφασίστας. Προτιμούσε όμως τον φασισμό απέναντι στον κομμουνισμό και τη δημοκρατία. Αργότερα, με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δήλωσε εθελοντής για να ακολουθήσει το στρατό ενάντια στους Κομμουνιστές στο Ρωσικό μέτωπο (αν και τελικά δεν επιλέγει). Επίσης, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των SS. Η διαφορά τη φασιστικής ιδεολογίας του Evola συγκρινόμενη με αυτή του Ναζισμού (που πίστευε στη βιολογική ανωτερότητα των Αρίων) ήταν ότι πίστευε στην «πνευματική» ανωτερότητα. Ο Evola και άλλοι διανοούμενοι του φασισμού επισκέφθηκαν τον Χίτλερ το Σεπτέμβριο του 1943 με σκοπό να ιδρύσουν το φασιστικό ψευδο-κράτος του Salo στη Βόρεια Ιταλία.

Σε αντίθεση με τον Evola, oι ντανταϊστές του Βερολίνου, Raul Hausmann και Johannes Baader, εκδήλωναν τάσεις φιλο-αναρχικές. Μάλιστα, ενδεχομένως η κορυφαία πολιτική πράξη του Dada να είναι αυτή με πρωταγωνιστή τον Baader (αλλά ιθύνον νου τον Hausmann), όταν στην τελετή για την ανακύρηξη της 1ης Γερμανικής Δημοκρατίας στο Κρατικό θέατρο της Βαϊμάρης το 1919, πέταξε από τον εξώστη στα κεφάλια των πατέρων του έθνους προκηρύξεις που τον αυτοανακήρυσσαν πρώτο πρόεδρο της νέας αυτής δημοκρατίας. Το κείμενο της προκήρυξης τελείωνε ως εξής: «Θα ανατινάξουμε τη Βαϊμάρη μέχρι τα ουράνια… δεν θα λυπηθούμε κανέναν και τίποτε. Παρουσιαστείτε όλοι μαζικά! Το Ντανταϊστικό Αρχηγείο της Παγκόσμιας Επανάστασης». Σε μια άλλη περίπτωση ο Baader διέκοψε τον Εφημέριο που λειτουργούσε στον Καθεδρικό ναό του Βερολίνου, φωνάζοντας από το χώρο της χορωδίας: «Στο διάολο ο Χριστός» ή σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή: «εσείς είστε εκείνοι που κοροϊδεύετε τον Χριστό, δεν δίνετε δεκάρα για αυτόν». Στο Βερολίνο ο Hausmann και ο ποιητής Franz Jung κυκλοφορούσαν το περιοδικό Die Freie Strasse (= Ο Ελεύθερος Δρόμος), με έντονες αναρχικές τάσεις.

Peret, Picabia, Jung, Baader, Mehring, Cravan, είναι μερικά ονόματα νταναταϊστών που είτε αυτοπροσδιορίζονταν ως αναρχικοί είτε είχαν κατά βάση αντιεξουσιαστικές απόψεις9. Ο Περέ μάλιστα, εξέφραζε την αντίθεσή του απέναντι σε κάθε εθνική και εκκλησιαστική εξουσία και την υπερασπίστηκε εξίσου απόλυτα μέχρις ότου πέθανε, σε ένα μικρό βρωμερό δωμάτιο, στη Γαλλία το 1959. Πολέμησε με τους αναρχικούς στον Ισπανικό Εμφύλιο.

Σε συλλογικό επίπεδο τώρα, η συγγραφή ντανταϊστικών μανιφέστων αποτελούσε συχνά μέσο έκφρασης ιδεών και ουσιαστικά τη «φωνή» του Dada. Τα μανιφέστα του Dada λειτουργούσαν πολλές φορές ως αναρχικές διακυρήξεις.

Οι φουτουριστές χρησιμοποιούσαν επίσης το μανιφέστο πριν το Dada. Όμως, το ντανταϊστικό μανιφέστο είχε τις καταβολές του στον αναρχισμό του 19ου αιώνα και θεωρείται «απόγονος» της ιδέας για «έμπρακτη προπαγάνδα» (propaganda by deed) που επινοήθηκε από τους ιταλούς αναρχικούς Errico Malatesta, Carlo Cafiero και Emilio Covelli.

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι ο συσχετισμός του Dada με την πολιτική δεν ήταν ποτέ ξεκάθαρος και αυτό διότι οι ντανταϊστές λειτουργούσαν πάντα μέσα στα πλαίσια της ατομικότητας του καθενός και της αλληλοσυμπλήρωσης χαρακτήρων και δυνατοτήτων. Υπήρχαν ντανταϊστές σχεδόν αδιάφοροι για την πολιτική, αλλά και κομουνιστές, σοσιαλιστές, αναρχικοί, ακόμα και φασίστες όπως είδαμε και στην περίπτωση του Evola. Ωστόσο αν κάποιος μπορεί να ισχυριστεί πως το κίνημα σαν σύνολο έτεινε προς τα κάπου από πολιτικής άποψης, θα πρέπει να αποδεχθεί ότι έτεινε προς την αναρχία. Ενδεικτικά είναι τα λόγια του Ribemont-Dessaignes: «Ήταν απαραίτητο να τους κάνουμε να καταλάβουν ότι είμαστε εναντίον της κουλτούρας και ότι είμαστε αντίθετοι όχι μόνο με την αστική τάξη πραγμάτων αλλά και με κάθε τάξη πραγμάτων, κάθε ιεραρχία, κάθε ηρωοποίηση, κάθε ειδωλολατρία, όποιο και αν ήταν το είδωλο».

Λευτέρης Σ.

ΑΝΑΦΟΡΕΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

“A brief history of Dada”, David Smith, 2007.
“Dada in Context”, Henri Behar, Université de la Sorbonne-Nouvelle, Paris III, 2005
“A short account of the Dada movement”, Nick Heath, Anarchist Federation in London (http://libcom.org/library/dada)
“A Cultural Revolution for the “Free Spirits”: Hugo Ball’s Nietzschean Anarchism”, Maftei Ştefan-Sebastian, PhD, “Babeş-Bolyai” University Department of Philosophy Cluj, Romania, 2011.

“Dada & Anarchy”, By Mark Holsworth, 2012 (http://melbourneartcritic.wordpress.com/2012/08/18/dada-anarchy/)
“Hans Richter: DADA, Art and Anti-art”, μετάφραση: Ανδρέας Ρικάκης, Εκδόσεις Υποδομή, Αθήνα 1983.
“Μανιφέστα του Ντανταϊσμού”, Τριστάν Τζαρά, Εκδόσεις Αιγόκερως, 1998.
“Myth and Violence: The Fascism of Julius Evola and Alain Benoist”, Thomas Sheehan, Social Research, Vol. 48 No 1, Spring 1981.
Περιοδικό ΝΑΡΑΡΧΙΑ, Νο 11, Πρωτοβουλία Αναρχικών, Σεπτέμβριος 2002.
“ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΝΤΑΝΤΑΪΣΜΟΣ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ”, Γιάννης Σολδάτος, Εκδόσεις Αιγόκερως 2007.
http://www.dada-companion.com/dada-messe/hism”,
Erickson D. John, French Literature Series: Manifestoes and Movements 7: p98-109, 1980.

*Από το http://zerogeographic.wordpress.com/

Στέλλα Μιχαηλίδου, Φωνές σιωπής, Εκδόσεις vakxikon.gr

page_1_thumb_large

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ*

Θα διαβάζατε ποτέ μια ποιητική συλλογή δίχως να γνωρίζετε τίποτα για τον ποιητή, που την έγραψε; Τι θα κάνατε αν έπεφτε στα χέρια σας μια ποιητική συλλογή χωρίς βιογραφικά στοιχεία; Είναι αλήθεια, πως όταν διαβάζουμε μια ποιητική συλλογή, θέλουμε να γνωρίσουμε, που και πότε γεννήθηκε ο ποιητής, ποιες είναι οι σπουδές του, αν υπάρχουν, αν έχει εκδόσει άλλα έργα και ποια είναι τα ενδιαφέροντά του πέρα από την ποίηση. Όμως, η έλλειψη βιογραφικών στοιχείων μπορεί και να υποβοηθά μια ποιητική συλλογή, καθώς αφήνει ένα μυστήριο να πλανάται γύρω από τον δημιουργό της. Σε τελική ανάλυση, τι θέλουμε να γνωρίσουμε; Τα ποιήματα ή τον ποιητή; Αν είμαστε αληθινοί εραστές της ποίησης, θα προτιμήσουμε τα ποιήματα. Κανείς δεν γνωρίζει, ποιοι έγραψαν τα δημοτικά τραγούδια, όμως, κανείς δεν αμφισβητεί την διαχρονική αξία τους. Πόσο μάλλον, που οι ανώνυμοι ποιητές των δημοτικών τραγουδιών ήταν απλοί άνθρωποι του λαού, χωρίς περισπούδαστους τίτλους και περγαμηνές.

Τα ίδια με όσα γράψαμε παραπάνω ισχύουν όσον αφορά και την έλλειψη προλόγων και βαρύγδουπων εισαγωγών. Αν ένα ποιητικό έργο αξίζει, τότε μιλάει από μόνο του. Οι πρόλογοι και οι εισαγωγές χρησιμοποιούνται συνήθως, σε μια απέλπιδα προσπάθεια κατανόησης δυσνόητων ποιημάτων, από το αναγνωστικό κοινό.

Ένα ποιητικό έργο χωρίς βιογραφικά στοιχεία και χωρίς προλόγους και εισαγωγές είναι και η ποιητική συλλογή της Στέλλας Μιχαηλίδου: «Φωνές σιωπής», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις “Vakxikon.gr”.

Το πρώτο στοιχείο, που τραβάει την προσοχή του αναγνώστη, είναι ο τίτλος: Φωνές σιωπής. Εδώ έχουμε ένα οξύμωρο, που έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον από πολλούς ποιητές. Μιλά η σιωπή, εκκωφαντική σιωπή, φωνάζει η σιωπή, είναι μόνο λίγες από τις ποιητικές εκφράσεις, που συναντάμε αρκετά συχνά, αλλά εδώ ο τίτλος μπορεί να ερμηνευτεί με δύο εκδοχές. 1): Φωνές σιωπής είναι τα διαλείμματα, που κάνει η ποιήτρια ανάμεσα σε μεγάλες σιωπηλές περιόδους για να πει αυτό που θέλει, όταν νομίζει ότι είναι η κατάλληλη στιγμή για να το πει. 2): Φωνές σιωπής είναι τα ίδια τα ποιήματα γιατί ενώ γράφονται με απόλυτη προσήλωση και σιωπή, προκαλούν θόρυβο, πολλές φορές και πάταγο.

Περνώντας στο περιεχόμενο, βλέπουμε πως τα ποιήματα, που περιλαμβάνονται είναι ως επί το πλείστον άτιτλα. Άλλα ποιήματα είναι ολιγόστιχα και άλλα πολύστιχα, χωρίς να πλατειάζουν, με μια μερική προτίμηση της ποιήτριας σε μικρές φόρμες. Ποίηση λιτή χωρίς περιττά στολίδια και φιοριτούρες.

Ένα σεβαστό μέρος της ποιητικής συλλογής της Στέλλας Μιχαηλίδου «Φωνές σιωπής» είναι αφιερωμένο στον έρωτα. Ο έρωτας φέρνει την αγάπη. Η αγάπη φέρνει τα όνειρα. Τα όνειρα φέρνουν την φυγή. Η φυγή φέρνει την ανατροπή. Μήπως και ο έρωτας δεν είναι μια ανατροπή του μέχρι πρότινος συναισθηματικού μας κόσμου;

Όμως, ο έρωτας δεν οδηγεί πάντα σε μια ιδανική κατάσταση, όπου το ζευγάρι μένει ερωτευμένο μια ζωή. Υπάρχει ο έρωτας από απόσταση. Υπάρχει ο χωρισμός, που μερικές φορές είναι απαραίτητος, όσο οδυνηρός κι αν είναι: «Ποια καράβια θα με ταξιδέψουν; Ποια; / Δε σε νοιάζει που μου λείπεις / και δακρύζω. / Φεύγω.» Άρα, μερικές φορές, η φυγή ίσως να είναι η πιο σωστή απόφαση.

Γράφοντας για τον έρωτα η Στέλλα Μιχαηλίδου γίνεται σε ορισμένες περιπτώσεις αποφθεγματική δείχνοντάς μας πως τα πιο ολιγόστιχα ποιήματα δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τα ποιήματα-ωκεανούς, που γράφονται σήμερα για τον έρωτα: «Μη μ’ αγαπάς γι’ αυτό που είμαι / αγάπα με γι’ αυτό που έχεις μέσα σου / για μένα.» Απλή ποίηση, που έρχεται σε αντίθεση με ερωτικά παραληρήματα, που έχουμε διαβάσει κατά καιρούς.

Όμως, όσο κι αν ακούγεται παράξενο, υπάρχει και ο έρωτας με τα αντικείμενα. Αντικείμενα, που ενέπνευσαν την Στέλλα Μιχαηλίδου να γράψει στίχους, που της κράτησαν συντροφιά, όπως το πολυαγαπημένο τζάκι, που όταν βρέχει, η ποιήτρια κάθεται δίπλα του και νιώθει ότι γράφουν και οι δύο «με κάρβουνο και μελάνι».

Σε μια όμορφη ποιητική συλλογή, φρονούμε πως ο κάθε αναγνώστης βρίσκει ένα δικό του αγαπημένο ποίημα. Το ποίημα της Στέλλας Μιχαηλίδου, που θεωρούμε ομορφότερο βρίσκεται στη σελίδα 33 και είναι αφιερωμένο στη μνήμη του πατέρα της ποιήτριας και περιγράφει τα συναισθήματα, που της γεννά η απεικόνισή του σε ένα κάδρο. Το ποίημα είναι συγκλονιστικό και αποδεικνύει ότι σε στιγμές μεγάλου πόνου, οι ποιητές μας δίνουν τους καλύτερούς τους στίχους.

Στις «Φωνές Σιωπής», οι υπαρξιακές αγωνίες, ο φόβος του θανάτου, η φθορά του χρόνου και τα γηρατειά είναι μερικά από τα θέματα, που απασχολούν την ποιήτρια και μας τα μεταφέρει με ένα τρόπο απέριττο και συνάμα περιεκτικό: «Μα πάλι θρηνώ / στους χτύπους της καρδιάς / της ημερομηνίας λήξης.» Με αυτούς τους στίχους η Στέλλα Μιχαηλίδου εκφράζει την τραγικότητα του ανθρώπου, που είναι το μόνο έμβιο ον, που γνωρίζει ότι θα πεθάνει.

Όμως, παρά τις υπαρξιακές αγωνίες, παρά το φόβο του θανάτου και την τραγικότητα του ανθρώπου, που αναφέραμε πιο πάνω, η ποιήτρια δεν απογοητεύεται. Δεν μας συμβουλεύει να κλειστούμε στον εαυτό μας και να σταυρώσουμε τα χέρια περιμένοντας το μοιραίο, αλλά ίσα-ίσα μας προτρέπει να χαμογελάμε και να κοιτάμε μπροστά. «Προχώρα! / Τίποτα δε μένει στάσιμο.», θα γράψει, παραπέμποντάς μας στην φιλοσοφία του Ηράκλειτου. Κι αν έρθουν δύσκολες στιγμές και παρουσιαστούν ψευδαισθήσεις παραίτησης και χαλάρωσης, δεν είναι παρά όνειρα κακά, που πρέπει να τα διώξουμε για να νιώσουμε την ελευθερία: «Λίγες ερωτήσεις / και η υποψία, το κακό το όνειρο / κάνει φτερά. / Πάλι ελεύθερη. / Πάλι εγώ.» Άρα ο άνθρωπος μόνο, όταν είναι ελεύθερος, μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του.

Πολλοί σύγχρονοι ποιητές θέλοντας να αιτιολογήσουν τον τρόπο γραφής τους, γράφουν ποιήματα, που αναφέρονται στην ποίηση. Γιατί γράφουν; Πως γράφουν; Από πού εμπνέονται; Ποιες είναι οι επιρροές τους; Δυστυχώς, οι περισσότεροι καταφεύγουν σε κοινοτοπίες ή προσπαθούν να εξηγήσουν κάτι που και για τους ίδιους είναι ανεξήγητο. Η Στέλλα Μιχαηλίδου δίνει τις δικές της απαντήσεις με δύο ποιήματα πρωτότυπα σε σύλληψη και ευρηματικά. Ο ποιητής γράφει πρώτα για τον εαυτό του και αυτό δεν είναι εγωιστικό. Ξεκινάει από την εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου για δημιουργία. Ακόμα και η λιγότερο αυτοαναφορική ποίηση, ακόμα και η πιο στρατευμένη στην υπηρεσία μιας καλύτερης κοινωνίας ποίηση, ξεκινά από αυτή την ανάγκη. Και η έμπνευση; Ο ποιητής μπορεί να εμπνευστεί απ’ οπουδήποτε, όμως, αν δεν σημειώσει τον πρώτο στίχο την ώρα της έμπνευσης, το ποίημα χάνεται για πάντα. Όπως, έχει γράψει ο Paul Valery: «Τον πρώτο στίχο μας τον δίνουν οι θεοί» για να συμπληρώσει ο Διονύσιος Σολωμός ότι το ποίημα γράφεται «με καιρό και κόπο». Διαβάζοντας τα ποιήματα της Στέλλας Μιχαηλίδου διαπιστώνουμε ότι μόνο με καιρό και κόπο θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί.

Αρκετά ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ποίημα στη σελίδα 44, που αναφέρεται στην Αραβία με μια περιγραφή πολύ όμορφη, που θα ζήλευαν αρκετοί συγγραφείς ταξιδιωτικών εντυπώσεων. Το ποίημα τελειώνει με λέξεις στα αραβικά, που μιλάνε για παγκόσμια ειρήνη, δείχνοντάς μας πως η ποίηση της Στέλλας Μιχαηλίδου έχει διεθνιστικό προσανατολισμό.

Τα τελευταία ποιήματα της συλλογής «Φωνές σιωπής» είναι ολιγόστιχα και θα ‘λεγε κανείς ότι η Στέλλα Μιχαηλίδου χάνεται στα μονοπάτια της σκέψης της, όμως, φρονούμε πως η φαντασία της ποιήτριας την οδηγεί σε πολύ λιγότερο μπερδεμένα μονοπάτια από πολλούς καταξιωμένους σήμερα ποιητές. Για να ακολουθήσουμε λίγο τη φαντασία της ποιήτριας, παραθέτουμε λίγους στίχους, που κοσμούν το οπισθόφυλλο του βιβλίου της: «Δαίμονες τριγυρίζουν / στο μυαλό μου / κι εχθροί αόρατοι. / Μια συνουσία σκέψεων / τετραπληγικής ψυχής.» Όμως, ακόμα και σε αυτά τα ποιήματα οι προτροπές της ποιήτριας συνεχίζονται. Ο άνθρωπος πρέπει να πετάει με τα δικά του φτερά ακόμα κι αν είναι ένα καρυδότσουφλο στο πέλαγος.

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Στέλλας Μιχαηλίδου «Φωνές σιωπής» είναι μια αρκετά αξιόλογη απόπειρα ποιητικής γραφής. Ο πρόσφατα εκλιπών Ουμπέρτο Έκο είχε γράψει: «Η τέχνη του διαβάσματος έγκειται στο να ξέρεις ποιες σελίδες να πηδήξεις». Προτρέπουμε, λοιπόν, τον αναγνώστη, από το βιβλίο της Στέλλας Μιχαηλίδου, να μην παραλείψει καμιά σελίδα.

*Το παραπάνω αποτελεί κείμενο ομιλίας, που διαβάστηκε στην εκδήλωση: «Ελλάδα-Σλοβενία: Η ποίηση ενώνει», που οργάνωσε το περιοδικό “Vakxikon.gr” στις 17 Μαρτίου 2016.

Δείγμα ποιήματος από τη συλλογή

Παρουσίαση

Απομεσήμερα μιας νιότης ξεχασμένης,
Παπαρούνες της καρδιάς μου.
Φεγγοβολώ το άπειρο,
σ’ αναπολώ.
Στις μελωδίες της καρδιάς μου
θέλω να τραγουδήσεις
εκείνο τ’ όμορφο, γλυκό χαιρέτισμά σου.
Φίλα με, παντού και πάντα
σε νοσταλγώ.

Τέλλος Φίλης, Τροχαίο

Screen+Shot+2016-06-22+at+10.50.07

Ανέμελοι συνεχίζουμε μια προσομοίωση ζωής 
προσέχοντας μην ακουμπήσουμε οτιδήποτε 
φαντάζει συμπερασματικό.

Απρόσεχτα διασχίζουμε τον δρόμο 
ελπίζοντας σε ένα τροχαίο ελπιδοφόρο επίρρημα

*Από το Εντευκτήριο στο http://entefktirio.blogspot.com/2016/06/blog-post_43.html