Βύρων Λεοντάρης, Χωρίς τίτλο (I)

greyday

Ι

Οἱ μέρες μου ὅλες λάθος μετρημένες
σὲ τσακισμένα δάχτυλα καὶ καταφαγωμένα
καθὼς χυμοῦσε πάντα πάνω μου τὸ λυσσασμένο τίποτε τῆς ζωῆς

Δὲν ἔχω χρόνο πιὰ
μὲ ἐγκαταλείπουν
οἱ πράξεις καὶ τὰ λόγια
Ὅλα ἔχουν τώρα τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
τὰ χέρια τῶν ἀγαπημένων μας ψάχνοντας γιὰ ἄλλες χειροπέδες
κι ἡ ἄμπωτη ἀπ’ τὰ σπασμένα κρύσταλλα τοῦ ἔρωτα
κι ὁ δήμιος ποὺ τελειώνει τὴ δουλειά του καὶ κάνει τὸ σταυρό του
καὶ γυρνάει κι αὐτὸς στὸ σπιτικό του
ὅλα ἔχουν τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
καὶ μόνο ἡ φωνὴ μίας γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
«… τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις…»
ποιὸ βράδυ, θεέ μου, τί νὰ μὴν ἀργήσω
μέσα σ’ αὐτὸ τὸ ἀβυσσαλέο παθητικὸ τοῦ χρόνου

Πῶς τὸν καιρὸν ἐν ἀτοπήμασιν ἐβιότευσα ρεμβόμενος…
Μαρτύρια πάνω στὰ μαρτύρια
καὶ κρίματα πάνω στὰ κρίματα
χρεωκόπος τοῦ καιροῦ ἀσύγγνωστος
καὶ φτάνει τώρα ξαφνικὰ τὸ μήνυμα ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει…
Νὰ τὸν προφτάσω πρέπει, ἀνάγκη πᾶσα
τώρα, σ’ αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου κι ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει
νὰ τὸν προφτάσω κι ἂς μὴ τὸν προφταίνω πιὰ
νὰ ξεκινήσω ἀμέσως… ἀπὸ ποῦ γιὰ ποῦ
σὲ μία κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
-ἔτσι τὰ βρίσκει ὅταν ἔρχεται τὸ μήνυμα
ἔτσι ὅπως πρὶν ἀπὸ μετοίκηση μὲς σ’ ἔξαλλα δωμάτια
σκόρπια χρειώδη καὶ ἄχρηστα εὐτελῆ καὶ τιμαλφῆ ἐνθύμια καὶ φυλαχτὰ
φτωχὲς παρηγοριὲς τῆς καθημερινῆς ἁφῆς καὶ τῆς χαμοζωῆς μας
ἀπελπισία τοῦ τί νὰ πάρεις τί ν’ ἀφήσεις
ἀπελπισία του νὰ σὲ νοιάζει ἀκόμη τί νὰ πάρεις τί ν’ ἀφήσεις…-
σὲ μιὰ κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
σ’ αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου
κι εἶμαι στὸ πουθενὰ
καὶ μόνο ἡ φωνὴ μιᾶς γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
«… τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις…»

Χωρίς τίτλο (VIII)

VIII

Οἰωνὸς πετόμενος ἔστη ἐν μεσουρανήματι
ἀσάλευτος
κι οὔτε κατὰ τὴ δύση πάει ὅπου τραβᾶν σμήνη οἱ ἀποδημοῦντες
οὔτε πρὸς τὴν ἀνατολὴ τὸν σπρώχνουνε ἀπόγειοι στεναγμοὶ
Ἐρήμωσαν ἄξαφνα οἱ δρόμοι ποὺ τὸ βλέμμα τῶν ἀπελπισμένων
χάραξε στὸν ἀέρα
καὶ τὰ περάματα τῶν κεκμηκότων
κι ὁ ἴσκιος μου τινάζεται νὰ φύγει ἀπ’ τὸ κορμί μου πρὸς τὰ πάνω
ξεγλωσσίζοντας
σὰ φλόγα λύχνου ποὺ τοῦ σώνεται τὸ λάδι

Προαίσθημα κακῶν μελλούμενων…
Πάντα νὰ τὰ ἀποτρέψω πάσχιζα ἔστω τὴν τελευταία ὥρα
ἀλλά, νά, τώρα βλέπω δὲν ὑπήρχανε ποτὲ μελλούμενα• μόνο τετελεσμένα
κι οὔτε ὥρα τελευταῖα μὰ μετατελευταία
ὅλη ἡ ζωή μου ἐκπρόθεσμη
προαίσθημα πάντα ὅσων εἶχαν πιὰ συντελεσθεῖ
ἔδρασε λάθρα ὁ χρόνος σὰν τὸ μόνο πεπρωμένο
πλήρωμα καὶ συντέλεια

Τὸ τέλος εἶχε ἐπέλθει ἀπὸ καιρὸ
τὸ τέλος εἶχε ἐπέλθει ἀπ’ τὴν ἀρχὴ
πέρασε πάνω μου καὶ μ’ ἄφησε σ’ αὔτη τὴ μετατελευταία ὥρα
-μαύρη ὥρα δίχως ἔκβαση-
νὰ σπαρταράω ψυχόφυρτος

Χωρίς τίτλο (X)

Χ

Λόγια ἐκ περάτων συνάχτηκαν
γιὰ τὸν Ἀγώvιο ποὺ πεθαίνει
φτεροκοποῦν ἀπάνω κάτω στὸ τρεμάμενο τὸ ἑσπέρας
θέλουν νὰ τὸν σηκώσουν στὰ φτερὰ τους ἕνα γῦρο νὰ τὸν πᾶν
Λυκαβηττὸς Πευκάκια Στρέφη Τουρκοβούνια
μὰ αὐτὸς πεθαίνει ἀπών
ματαιωμένος καὶ ἀπών
Λυκαβηττὸς Πευκάκια Στρέφη Τουρκοβούνια – ἐδῶ παίζαμε ἄλλοτε
ἐδῶ ζήσαμε
μέρες τῆς παιδικῆς ἀγριότητας
Ἐδῶ… ἄλλοτε… Ὅμως τὸ ἐδῶ μὲ ἐντὸς του τὸ ἄλλοτε δὲν εἶναι πιὰ ἐδῶ
καὶ τὸ ἄλλοτε μὲ ἐντὸς του τὸ ἐδῶ δὲν εἶναι πιὰ ἄλλοτε

… παιχνίδια βάρβαρα θανάσιμα «φρούρια» μὲ κοτρῶνες στὶς ἀλάνες
«συμμορίες» πετροπόλεμοι ἢ ξεθάβοντας χειροβομβίδες
σκουριασμένες στὰ δασάκια
μέρες τῆς παιδικῆς ἀγριότητας – ἀργότερα
μπήκαμε στὸ παιχνίδι τῶν μεγάλων σὲ ἄχαρη ἐποχὴ
ἄρχιζε νὰ τσακίζει ἡ Ἐπανάσταση νὰ φτιασιδώνεται ν’ ἀλλάζει εὔκολα ὀνόματα
λέγανε τώρα «θύματα» τοὺς μάρτυρες
καὶ τῶν πληγῶν τὸ χάος «εἰρήνη»
στὸ ἰδανικὸ ὑπεισέρχονταν τὸ τερατῶδες ὑπαρκτὸ
καὶ μόνο ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ προκήρυξη διαμαρτυρίες ἠμιπαράνομα
ἔντυπα ἔρανοι γιὰ τοὺς ἐξορίστους ψιλοπράματα
καὶ σὲ ὦρες ἀθυμίας πειραζόμασταν πόσα χρονάκια φυλακὴ μποροῦν
νὰ μᾶς κοστίσουν ὅλα αὐτὰ
καὶ τότε αὐτὸς σηκώθηκε «λοιπόν, μονάχα αὐτό; δὲν παίζουμε τὴ ζωή μας;»
κι οἱ ἄλλοι γύρισαν ἀλλοῦ τὸ πρόσωπο
κι ἀπόμεινε χλωμὸς καὶ διάφανος ἔξαλλος μὲς στὸν ἴδιο του τὸν τρόμο
τρεκλίζοντας καὶ σάμπως νὰ πνιγόταν
γιατί ἔνιωσε ὅτι φριχτὴ ἡ βλαστήμια ποὺ ξεστόμισε
ὅτι πατοῦσε πάνω σὲ ἄλλων ζωὲς καὶ πεπρωμένα
καὶ πὼς κανένας πιὰ μπαγκιέρης δὲν ὑπῆρχε νὰ δεχτεῖ τὴ ζωή του
καὶ τότε ἦταν ποὺ ζήτησε νὰ γίνει ἡ Κρίση ἐπιτέλους νὰ τελειώνουμε
ἀλλὰ κανεὶς δὲν τοῦ ἀναγνώριζε τὸ ἔγκλημα

… κι αὐτὴ τόσο ὄμορφη τόσο ἄδικα ὄμορφη
τὰ μάτια μου νὰ σέρνει μὲς στὸν κουρνιαχτὸ τῶν δρόμων
κι ἀτέλειωτες ἀγρυπνίες κι ἡ σκιά μου πέρα δώθε σὰν ἐκκρεμὲς
πίσω ἀπὸ τὰ παράθυρα
χτυπῶ τὴν πόρτα μου… κανεὶς δὲν εἶμαι
ἀπῶν ματαιωμένος καὶ ἀπῶν
ἄδειος – κερὶ μολύβι καὶ χαρτὶ
λιώνει καὶ τὸ μολύβι σὰν κερὶ καὶ τὸ χαρτὶ ἀποσαθρώνεται
τὸ κατατρῶνε ὀξειδώσεις σχιζομύκητες ἀνόβια
κι ἀναρωτιέμαι ἦταν ἀνάγκη ἔτσι νὰ εἰπωθεῖ ἡ ζωή μας
λέξεις καὶ συλλαβὲς ἀλληλοσπαραγμένες
στίχοι μὲ κατακλεῖδες ποὺ ἠχοῦν σὰν λαιμητόμοι

… παιχνίδια βάρβαρα θανάσιμα στὸν κουρνιαχτὸ τοῦ κόσμου
κι ἡ σκιά μου πέρα δῶθε σὰν ἐκκρεμὲς πίσω ἀπὸ τὰ παράθυρα
χτυπῶ τὴν πόρτα μου… κανεὶς δὲν εἶμαι
τίποτε δὲ σημαίνω τίποτε δὲν ἔχω νόημα
καὶ δὲν τελειώνει αὐτὸ καὶ δὲν τελειώνει
κωπηλατῶ γιὰ τὰ παλιὰ κι εἶναι ἡ φωνή μου τρύπια
μπαίνουν νερὰ τ’ ἀδειάζω μπαίνουνε ξανὰ
σῶσον μέ, Σκότος, φύλαξον τοῦ βίου μου τὰ κρύφια
καὶ κάνε νὰ τελειώσει τοῦτος ὁ βραχνὰς
ξανάρχεται καὶ φεύγει καὶ ξανάρχεται -ἐδῶ ζήσαμε… τί λόγος…
τὸ «ζήσαμε» ματαιώνει τὸ «ἐδῶ» καὶ τὸ «ἐδῶ» τὸ «ζήσαμε»
κανεὶς δὲν εἶμαι πουθενὰ δὲν εἶμαι
ἦταν ἀνάγκη ἔτσι νὰ εἰπωθεῖ ἡ ζωή μας
ξανάρχεται καὶ φεύγει καὶ ξανάρχεται
καὶ δὲν τελειώνει αὐτὸ καὶ δὲν τελειώνει
δὲν ἔχει νόημα τὸ νὰ τελειώσει
τέλος εἶναι τὸ ματαιωμένο τέλος

καθένας μας πεθαίνει ἀπῶν

*Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «ἐκ περάτων», ἔκδ. ὕψιλον/βιβλία. Ἀθῆναι χ.χ.

Μίλτος Σαχτούρης, Τρία ποιήματα

d5efd0d5306ff57e

Κοιτάμε με τα δόντια

Δε φταίει το φεγγάρι για την πίκρα μας
καθώς στριφογυρνάει δαιμονισμένα μέσα στο φωσφόρο
σκορπώντας δεξιά κι αριστερά τα κόκαλά του
καθώς και μεις στριφογυρνάμε στο σκοτάδι μας
σκορπώντας δεξιά κι αριστερά τα κόκαλά μας
δε φταίει το φεγγάρι για τους λεμονανθούς
δε φταίει το φεγγάρι για τα χελιδόνια
δε φταίει το φεγγάρι για την Άνοιξη και τους σταυρούς
δε φταίει αν πάνω στα μάτια μας φύτρωσαν δόντια

*Από τη συλλογή “Σφραγίδα ή Η όγδοη σελήνη”

***

Ο ουρανός

Πουλιά μαύρες σαΐτες τής δύσκολης πίκρας
δεν είν’ εύκολο πράμα ν’ αγαπήσετε τον ουρανό
πολύ μάθατε να λέτε πως είναι γαλάζιος
ξέρετε τις σπηλιές του το δάσος τους βράχους του;
έτσι καθώς περνάτε φτερωτές σφυρίχτρες
ξεσκίζετε τη σάρκα σας πάνω στα τζάμια του
κολλούν τα πούπουλά σας στην καρδιά του
Και σαν έρχεται η νύχτα με φόβο απ’ τα δέντρα
κοιτάτε τ’ άσπρο μαντίλι το φεγγάρι του
τη γυμνή παρθένα που ουρλιάζει στην αγκαλιά του
το στόμα της γριάς με τα σάπια τα δόντια του
τ’ άστρα με τα σπαθιά και με τους χρυσούς σπάγγους
την αστραπή τον κεραυνό τη βροχή του
τη μακριά ηδονή του γαλαξία του

*Από τη συλλογή “Με το πρόσωπο στον τοίχο”

***

Η νοσταλγία γυρίζει

Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι
ένα φιλί ανοιγόκλεινε πάνω στο πάτωμα
οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν
να ξεπροβάλλουν στο ταβάνι
στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε κι έσβησε
ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ’ το καντηλέρι
έξω ακούγονταν κλάματα και ποδοβολητά
Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι
έπειτα μπήκε το φεγγάρι
αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί
Όλο το βράδυ ακουγόταν μιά φωνή:
Οι μέρες περνούν
το χιόνι μένει

*Από τη συλλογή “Τα Φάσματα ή η χαρά στον άλλο κόσμο”

Ανδρέας Ελ Σαέρ, Δύο ποιήματα

saer1012

Δρώμενο

Μπαμπ, μπουμπ
και λάσπη και πέτρες και φωτιά
ταβέρνα «Ο ουρανός»
καλησπέρα σας, θα θέλατε κάτι;
ναι, λίγο μάννα θα ήταν τέλεια,
συγγνώμη, μόλις τελείωσε
και η γη της απαγγελίας αιώνια καμένη
και η δύση των ιθαγενών
και η ανατολή των γύφτων
και η Ασπασία έχτισε τον Παρθενώνα
και εγένετο πολιτισμός
και ο υιός του θεού στο εφετείο της Πάτρας
και οι αστοί επαναστ-αστοί
και εγένετο το συνδικάτο
και η αποσκίρτηση
και εγένετο η κομμούνα
και οι χρήσιμοι ηλίθιοι
και το πηγάδι ξεχείλισε
σαν καλοστημένη μασκαράτα
πλήθος, θεατές, θεατρίνοι
τα μυστικά των νεκρών στα βάθη
Ιησούδες, μένουμε στην επιφάνεια
η ιστορία μας το ‘μαθε καλά
ποιος θα μου πει το βλέμμα ενός αυτόχειρα
λίγο πριν το τέλος πως μοιάζει.

***

saer2013

Έγερση

Νιώθω το αγκάθι της σιωπής
Σαπισμένο μήλο με κάτασπρα άνθη
Ο μύθος της μοναξιάς
Το κάλπικο όνειρο της ρεματιάς
Το πρωί, έγερση
Ψεύτικες ελπίδες τα όνειρά μας
Ορφανές στιγμές, ασπρόμαυρη στη καλωδιακή,
της ψυχής η αναρχία.
Οι συνειδήσεις. Η αυτάρκεια. Η δυσπιστία.
Καραβοτσακισμένη η όψη, στο ακρογιάλι
μοιάζει να λυγίζει το κατάρτι.

*Τα ποιήματα αυτά περιέχονται στην “Ποιητική Συλλοή – 12 ποιητές”, των εκδόσεων Παλινωδίαι – Αυτοέκδοση, Αθήνα 2015. Οι δύο εικόνες της ανάρτησης περιέχονται στην εν λόγω συλλογή και συνοδεύουν τα ποιήματα αυτά, είναι έργα της Αλεξάνδρας Μάντζαρη. Επισκεφθείτε την ιστοσελίδα http://www.palinodiae.com

Renzo Novatore, Στίχοι

2

III.

Θάνατος!
Ποιος θυμάται τον μακάβριο χορό του οδυνηρού και τερατώδους θεού του πολέμου;
Ποιος θυμάται ακόμα τον πόλεμο;

Πολύς καιρός έχει περάσει μεταξύ του χθες και του σήμερα, αλλά πάνω σ’ αυτή την άτυχη μα ακόμα ευγενή γη, γονιμοποιημένη από υπολείμματα πρησμένων πτωμάτων και άγονου αίματος, κανένα τέλειο, παρθένο λουλούδι, δημιουργημένο από την πνευματικότητα και την αγνότητα, δεν φυτρώνει σήμερα.

Όχι, τα λουλούδια που γεννιούνται τώρα απ’ το ξηρό έδαφος, τόσο μάταια ποτισμένα στο αίμα, δεν είναι τα λουλούδια της ακμάζουσας ζωής, ικανά για τη μεγάλη ελπίδα, για τον γενναίο αγώνα, της σθεναρής σκέψης˙ είναι μάλλον λουλούδια του θανάτου, γεννημένα στη σκιά, που αναπτύσσονται με το μαρτύριο του υποσυνείδητου, παρασυρόμενα στη θύελλα, μεταφέρονται μαζί με την κίνηση του ποταμού της λησμονιάς…
Δεν είμαι συναισθηματικός… αλλά έχω την φρικτή μνήμη του πολέμου.
Ακόμα και το πνεύμα του μεγάλου Ζαρατούστρα (που ήταν ο αληθινότερος εραστής του πολέμου και ο πιο ειλικρινής φίλος του πολεμιστή) πρέπει να έχει αρρωστήσει τρομερά απ’ αυτόν τον πόλεμο…

Πρέπει να ήταν φοβερά άρρωστος, γιατί τον άκουσα να κραυγάζει: «Πρέπει να αναζητήσετε τον δικό σας εχθρό, πολεμήστε για το δικό σας πόλεμο, και για τις δικές σας ιδέες!»

Κι αν η ιδέα σας ενδίδει, η εντιμότητά σας κραυγάζει για τη νίκη.

Αλλά φευ! το ηρωικό κήρυγμα του μεγάλου απελευθερωτή έπεσε στο κενό!

Το ανθρώπινο κοπάδι δεν ήξερε πως να διακρίνει τον εχθρό του ή να παλέψει για τον πόλεμο των δικών του ιδεών. (Το κοπάδι δεν είχε κανένα δικό του ιδεώδες!)

Και μη ξέροντας τα δικά του ιδεώδη που θα μπορούσαν να θριαμβεύσουν, ο Άβελ πέθανε στα χέρια του Κάιν για ακόμη μια φορά.

Μη γνωρίζοντας πως να πει Ναι ή Όχι! Προχωρά σαν δειλός, σαν ρομπότ (1), όπως πάντα.

Αν είχε τουλάχιστον την ικανότητα να πει το Ναι της ενθουσιώδους υποταγής (αφού δεν είχε την ηρωική δύναμη να πει το τιτάνιο Όχι της τραγικής άρνησης) θα μπορούσε να αποδείξει τελικά ότι πίστευε στην «υπόθεση» για την οποία πέθανε, πολεμώντας…
αλλά δεν ήξερε πως να πει ναι ή όχι!

Πήγε!
Σαν δειλός, όπως πάντα!
Έτσι…
Και ξεκίνησε να πάει προς το θάνατο.
Πήγε προς το θάνατο του χωρίς να ξέρει γιατί.
Όπως πάντα!
Κι ο θάνατος δεν περίμενε…
Ήρθε!…
Ήρθε και χόρεψε.
Χόρεψε και γέλασε!
Για πέντε ολόκληρα χρόνια…
Γελούσε και χόρευε πάνω απ’ τα λασπωμένα ορύγματα όλων των πατρίδων του κόσμου.
Ένας μακάβριος χορός!
Ω, τι ηλίθιος και μακάβριος (πόσο θηριώδης και ωμός) είναι αυτός ο θάνατος που χορεύει χωρίς να κουβάλα τα φτερά κάποιου ιδεώδους.
Χωρίς μια βίαια ιδέα που υπονομεύει και καταστρέφει.
Χωρίς μια γόνιμη ιδέα που παράγει και δημιουργεί.
Τι ηλίθιο και φρικτό πράγμα είναι να πεθαίνουν σαν δειλοί, χωρίς να ξέρουν το γιατί.
Τον είδαμε (όπως χόρευε) ο Θάνατος.
Ήταν ο μαύρος Θάνατος, αδιάφανης, χωρίς καμιά ευκρίνεια φωτός.
Ήταν ένας Θάνατος χωρίς φτερά!…
Πόσο άσχημος και χυδαίος ήταν.
Πόσο άχαρος ήταν ο χορός του!
Και πως τους θέριζε (χορεύοντας) όλους τους περίσσιους, όλους εκείνους που περίσσευαν!
Εκείνους για τους οποίους (ο μεγάλος απελευθερωτής λέει πως) το κράτος εφευρέθηκε.
Αλλά, δυστυχώς, δεν θέρισε μόνο αυτούς…
Ναι! Ο Θάνατος (για να εκδικηθεί το Κράτος) θέρισε αυτούς που δεν ήταν άχρηστοι. Αυτούς που ήταν αναγκαίοι…
Θέρισε ακόμα αυτούς των οποίων η ζωή ήταν ένα βαθυστόχαστο ποίημα που η υποσυνείδητη του θλίψη τραγούδησε ένα εύθυμο ρεφρέν…
Αλλά αυτοί οι οποίοι δεν περίσσεψαν, αυτοί που δεν ήταν περίσσιοι, αυτοί που πέφτοντας κραυγάζουν το επαναστατικό και ισχυρά τιτάνιο Όχι! αυτοί θα εκδικηθούν.
Θα εκδικηθούμε γι’ αυτούς!
Θα εκδικηθούμε γι’ αυτούς γιατί ήταν τα αδέρφια μας˙ γιατί πέθαναν με τα άστρα μες στα μάτια τους˙ γιατί όπως πεθαίναν, έπιναν τον ήλιο.
Τον ήλιο του Ονείρου.
Τον ήλιο της Μάχης.
Τον ήλιο της Ζωής.
Τον ήλιο της Ιδέας!

index1

IV

Ο πόλεμος!…
Τι ανανέωσε ο πόλεμος;
Που είναι η ηρωική μεταμόρφωση του πνεύματος;
Πότε ορθώθηκαν οι λαμπερές πινακίδες των νέων ανθρώπινων αξιών;
Σε ποιο ιερό ναό έχουν τον θαυματουργό χρυσό αμφορέα, που περιέχει τις φλεγόμενες καρδιές των δημιουργικών ιδιοφυϊών και των επιβλητικών ηρώων, που οι παράφρονες υποστηρικτές του μεγάλου πολέμου υποσχεθήκαν;
Που λάμπει ο μεγαλοπρεπής ήλιος του νέου μεγάλου μεσημεριού;
Τρομερά ποτάμια αίματος ποτίσαν τη χλόη όλου του κόσμου και προχωρήσαν ουρλιάζοντας σε όλους τους δρόμους της γης.
Τρομαχτικοί χείμαρροι δακρύων έγιναν η σπαρακτική, αγωνιώδης ηχώς του θρήνου τους που αντηχεί μέσα απ’ τις πιο απομονωμένες, τις σκοτεινότερες δίνες όλων των ηπείρων του κόσμου.
Βουνά ανθρώπινων οστών και δέρματος σαπισμένα παντού μες στη λάσπη, και κλάματα σ’ όλο το φως του ήλιου.
Αλλά τίποτα δεν άλλαξε: δεν ωφέλησε σε τίποτα!
Ο ιός που μαστίζει τις κοιλιές των αστών απλά εξαπλώνεται από κορεσμό˙ και η κοιλιά των προλετάριων παραπονιέται απ’ την πολλή πείνα!
Και αρκετά!
Αν με το Χριστό και τον χριστιανισμό, το ανθρώπινο πνεύμα καταστέλλεται μέσα στο κρύο και άδειο διάστημα της μετά θάνατον ζωής, με τον Καρλ Μαρξ και το σοσιαλισμό, ξεπέφτει απλά στο έντερο…
Ο βρυχηθμός που ακούστηκε σε όλο τον κόσμο μετά τον πόλεμο, συγκλονίζοντας την ανθρωπότητα, δεν ήταν παρά ο ήχος των στομαχιών που ο σοσιαλισμός πρόδωσε, εξάλειψε, κατέπνιξε και κρέμασε μόλις αντιλήφθηκε ότι αυτός ο βρυχηθμός άρχιζε να παίρνει ένα κομμάτι απ’ το χρώμα του περιεχομένου της ιδέας…
Αυτή η ανώτατη, ανώνυμη δειλία χρησιμοποίησε την πιο μαύρη, την πιο γυμνή, την πιο άθλια αντίδραση που γεννήθηκε και μεγάλωσε δραματικά.
Ήταν λογική-φυσική-θανατηφόρα!
Ήταν ανθρώπινη…

Γιώργος Βέης, Ο Αλέξης Τραϊανός στο τηλέφωνο

f52

Έλα σπίτι να γράψουμε ποιήματα
με χίλια βιολιά να παίζουν αληθινό ροκ,

η νύχτα διπλή, δίχως σταθμό,

μ’ όλα τα μίλια τής μηχανής και του χρόνου στο φουλ

έλα, με το τζιν να ποτίζει το μεδούλι τού νου,

έλα στο σπίτι να γράψουμε τρελά ποιήματα,

θυμάμαι που μου το ‘λεγες τόσες φορές

και σ’ άκουγα στο βάθος τής πολυκατοικίας

οδός Βασιλίσσης Όλγας 118,

με τα παντζούρια κλειστά, μέρα μεσημέρι,

για να μην μπαίνει το φως του καλοκαιριού

στο πικάπ ο Σαχτούρης να διαβάζει ποιήματα

κι εσύ να μεταφράζεις τους απόβλητους ποιητές σου,

μαγεμένος πίνοντας μαγεμένος ως το άλλο πρωί,

με τη ζέστη να ξεραίνει τις λέξεις μας,

με το μαγιό εσύ, με τους πόρους σου ανοικτούς,

για να μπαινοβγαίνει ελεύθερα το σκοτεινό αλκοόλ της μοίρας

με το τηλέφωνο κατεβασμένο

σε πόναγε το κουδούνισμα απ’ το υπερπέραν,

στο μικρό χολ οι εφέστιοι θεοί σου μαχαιρωμένοι

με το στιλέτο που έκοβες τις σελίδες και τις φέτες τής ζωής σου,

τ’ άδεια μπουκάλια στο πάτωμα, σφυρίχτρες τού θανάτου,

μου τέλειωσαν τα τσιγάρα, μου τέλειωσαν οι στίχοι,

έλα να γράψουμε άλλα ποιήματα

έχω Johnnie Walker σήμερα,

με πήρες προχθές τηλέφωνο εδώ, στο Μανχάταν,

μου ‘πες θα ‘ρθεις τα Χριστούγεννα

κι εγώ σε πήρα όπως πάντα στα σοβαρά,

θα ‘χουν μεγαλώσει πολύ τα γένια σου

θα ‘χεις γκριζάρει κι εσύ Αλέξη,

θα πάμε βόλτα στην Πέμπτη Λεωφόρο

δε θα βρέξει καθόλου εφέτος, σ’ τ’ ορκίζομαι Αλέξη,
δε θα λιώσουν ποτέ τα χέρια σου και τα ποιήματά σου,

νόμισα ότι σε είδα το πρωί στο δρόμο,

ότι μου ‘κανες τάχα έκπληξη
κι έψαχνες να με βρεις στην πόλη,

φώναξα, τράβηξα κάποιον απ’ τον ώμο,

γύρισε και με κοίταξε ένα μελαχρινό αγόρι

είχε τα μάτια σου,

Αλέξη πάρε με στο τηλέφωνο

για να έχω έτοιμο το καλύτερο ουίσκι που κυλάει εδώ

θα φτιάξω και το μαγνητόφωνο για να μου διαβάσεις

τα καινούργια σου ποιήματα, αυτά που λες

τα «πέντε χρόνια στο σκοτάδι»

θα φτιάξω και το μικρό μου τρένο

για να γυρίσουμε πίσω μαζί
στη Σαλονίκη.

*Από τη συλλογή “Υστερόγραφα γης”.

Kate Llewellyn, Letter to Freud

%24_57.JPG

What does  a woman want
Sigmund
it’s simple
what a funny question
well speaking for myself
to be loved
same as everyone else I know
yes
by the man who I want to love me
and by the greengrocer
the chemist
the postmistress
my children
– I take it my friends will anyway
and I want to be left alone
no-one saying sit down
stand up
come here
I run away then
no
it may surprise you but I’d really rather not
have a penis thanks all the same
I suppose it’s hard for you to believe that
I’d like a few laughs
rolling round a bed laughing my head off
and all the normal human things
clean water shelter
fresh food
that most never see
in their whole male or female lives
and not to want anything
Sigmund
most of all that
or does that only come like a ticket
with death?

1985

*Taken from http://poetryblogroll.blogspot.com.au/2016/06/i-wish-id-written-this_24.html

“Ο Καβάφης, στο σχολείο και στην ποίηση” | της Ευτυχίας Παναγιώτου

Ευτυχία Παναγιώτου's avatarΕυτυχία Παναγιώτου | exwtico

cover_FINAL2.jpg Πίνακας: Γιάννης Κολιός

Όταν πρωτοάρχισα να καταστρώνω ποιήματα –γιατί και πώς και κάτω από ποιες συνθήκες κανείς δεν γνωρίζει, κι αυτό είναι το ωραίο–, ο καβαφικός Θεόκριτος ενσάρκωνε τον πόθο μου να συναντήσω τον ιδανικό δάσκαλο. Ήθελα κάποιον να μου πει αν λοξοδρόμησα, αν έπρεπε να συνεχίσω στην ίδια τροχιά ή να του στρίψω.

«… Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει

να ’σαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.

Εδώ που έφτασες, λίγο δεν είναι·

τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.

Κι αυτό ακόμα το σκαλί το πρώτο

πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.

Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο

πρέπει με το δικαίωμά σου να ’σαι

πολίτης εις των ιδεών την πόλι …»

Αυτά μου είπε. Τόσα πρέπει μόνο σε ένα καβαφικό —κυρίως ψευδοϊστορικό— ποίημα χωράνε και πουθενά αλλού. Γι’ αυτό μάλλον τον αγαπούσαμε τον Καβάφη στο σχολείο και τον ακούγαμε, παρότι ήταν κι εκείνος δάσκαλος που μιλούσε για…

View original post 1,074 more words

Έρμα Βασιλείου, Εκζητώντας

tango
 
Έχει καιρό που κάποιες λέξεις μ’ εγκατέλειψαν
Άκαρδα ή όχι, άγνωστο αγνώστου
Άστοχο άστοχου βίου
Πήδηξα επί τέλους στο στόμιο
Του ανοιχτού ηφαιστείου
Ρέει ανήμπορο αίμα
Δεν πανικοβλήθηκε η ηχώ
Μερεύει ο θάνατος στο σώμα
Καίγεται, ζει η αναπνοή
Γλυκύτητα γλυκύτητα
 
Της σημερινής μου ουσίας
Δεν είσαι αξίας πια να σε γευτούν
 
Πεθαίνεις με τη λάβα που ζωντάνεψε
Γεννιέσαι με τη λάβα που γερνά
Κι έχεις τον ήλιο πολεμιστή
Με γυάλινες ασπίδες
Να σε μάχεται
 
Και σήμερα πώς είναι τόσο όμορφος
Κι ανίκητα γεμάτος από ζήση
Κι έχεις τον ήλιο να σε μάχεται με ερωτήσεις
Έχεις χρώμα;
Κι αν απαντήσω;
Μετά τον έρωτα τι; Με τον  έρωτα γιατί;
 
Τι περνά και μένει περισσότερο;
 
 
***

Seeking out
 
For some time now
some words have abandoned me
Heartlessly or not, unknown of an unknown question
a miss of a missed life
I jumped at last into the mouth
of the open crater…
helpless blood runs
the echo has not panicked
death is meek in the body
breath is burning and lives
 
oh, sweetness sweetness of my substance
you are no longer of value to be tasted
you are dying with the magma that is reviving you
you are being born with the lava that is aging you
the warrior sun is fighting you
with glass shields
and how handsome is he today
unbeatable and full of life
you have him battling you with questions
 
do you bear any color?
 
And if I reply …
what after love?
why with love?
 
What passes yet remains even longer?

*Translated into English by the poet.

Νικόλαος Κάλας, Απαγγελίες

13445421_263303744035497_8761038343439431099_n

Το τριακόσια τριάντα τρία δεν απαντά

Πλάι στον αριθμό το «οδός Κριεζώτου 2».
Η εν Ισσώ μάχη!
«Δεσποινίς Πυθία δοκιμάσετε πάλι».
«Νικήτα Ράντο, δεν μ’ ακούς;
το τριάντα τρία η πρώτη σου ποιητική δοκιμασία»
το Είκοσι δύο επέστρεψαν οι Έλληνες απ’ την Μικράν Ασία.
Επέστρεφε ώ Ιστορία!
Η Τροία του Ομήρου, η Τροία του ονείρου
τριαδικά συστήματα προϊστορικά, μεταχριστιανικά
υπολογισμένα καβαλιστικά.
«νικήτα Ράντο γιατί δεν απαντάς;»
Τριάντα τρία χρόνια κι ύστερα επέστρεψεν η εν ηχώ μάχη:
«Δεν μ’ αναγνωρίζεις; Είμαι Πλακιώτης Μανχατανάς,
και βροντοφωνάζουν μέσα μου
της ταραγμένης σου ψυχής τα φλογερά οράματα».

***

Υπενθύμισα στον εαυτό μου

Υπενθύμισα στον εαυτό μου
περιπέτεια φόβου και τόλμης.
Το Σαράντα ξεκίνησα από την Λισσαβώνα.
Μα τι συμβαίνει στην Λισσαβώνα;
Ραγίζονται τοίχοι, συσσωρεύονται λέξεις
πλουτίζεται η ρητορική
στο ταξίδι των σελίδων χορεύει η σκέψη
αστράφτει η τύχη και βροντοφωνεί
mare tenebrosa! Η ιστορία δαμάζει
τον ωκεανό με τριήρεις και πετρελαιοφόρα
θησαυροί Κνωσού και Ινδιών
τόλμη θαλασσοπόρων
κύματα του πληθυσμού
ποιητική σύλληψη και κατάληψη της εξουσίας
όνειρα κι αγώνες, αγωνία και ελπίδες.

***

Σκάκι

Ένας κόσμος-ένας κόσμος τετράγωνος ο κόσμος μου.
Στις απλοποιημένες του διαστάσεις χαρακώνονται οι ορίζοντες των
ημερών, της ισονυκτίας η αντιθετική επιφάνεια.
Όλα τα εγκλήματα της ζωής-πανουργίες φόνοι-ξαναζούν απάνου
στο σιντέφι και στον όνυχα όπου επίπονα γλιστρούν άκαρδου
νου τα φιλντισένια σύμβολα τα είδωλα από κοράλλι.
Ο δρόμος τους, οι επικίνδυνοι σταθμοί των, οι απογοητεύσεις και
τα λάφυρα-χαρές γι αυτό που ήτανε καρδιά.
Τώρα με του χεριού τη σπάνια κίνηση να περιπλέξει το ξερό παιχνίδι.
Το αίμα που κυλάει, οι βιασμοί, ό,τι κρυφό έχει η ψυχή, δε διακρίνεται
στις αυστηρές του μεταβολές.
Όσοι όμως ξέρουν τους κανονισμούς, στο κάτοπτρο βλέπουν τις
φρικτές εικόνες που δύο παίκτες κλείσανε σ’ εβένινο πλαίσιο
και προσπαθούν με λιτές κούκλες να σκεπάσουν.

***

Την Ευρυδίκη που θα χάσεις την έχεις ήδη χάσει

Την Ευρυδίκη που θα χάσεις την έχεις ήδη χάσει
ήσουν εσύ η Ευρυδίκη όταν ο χάρος
απ’ τη ζωή και την Ελένη σου
να σ’ αποσύρει τάχθηκε.
Σε ξαναείδε η μέρα.
Ρίξε πίσω σου το φως που μας προσδοκά
ατένισε άσβηστον φως. Φως κι ο λόγος.
Ζει του Ολυμπιονίκη μονάχα ο Πίνδαρος.
Ρήματα Σίβυλλας, αποφάσεις κύβων
το σεληνόφως της Ελένης
της φλογεράς λύρας η αδαμάντινη λάμψη
διακόπτουν το χάος.

***

Φαίδρα φαιδρή μου Φαιδρούλα

Φαίδρα φαιδρή μου Φαιδρούλα
απόψε θα χύσουμε αίμα, οδός Μαυρομιχάλη
θα ποδοπατήσουμε αισθήματα κι αισθήσεις.
Τυραννοκτόνοι! Δεν είναι για σένα
η σωφροσύνη της Κυράς Λίμνης
χανούμισσα εσύ χαμένων χαδιών
πορταΐτισσα της Μανίας, λέαινα
της Ακρόπολής μου. Απόψε τα χαλάσματα!

***

Φανάρια ραγίζουν τη νύχτα αόρατου δρόμου

Φανάρια ραγίζουν τη νύχτα αόρατου δρόμου
αντιμέτωπος θέληση δεν συγκρατεί τα φρένα
το θύμα: τριαντάχρονος. Συντρίμματα τα πόδια του
τρεις μήνες τουλάχιστον θα μείνει κατάκλινος
προ τριών ημερών συγκατοικεί η ασθένειά μου
στο δωμάτιό του, τον χαρακτηρίζουν
μεσιτικές εργασίες αστικών ακινήτων
στην περιοχή Chelsea. Αναπτύσσει ο νους του
λόγους ακυρώσεων συμβολαίων κι εξοικονόμησε
δομικές ανάγκες δύο του ιατρών.
Ελληνικό μαγειριό της γειτονιάς μας σερβίρει
άριστο καφέ με μηλόπιτες, γεύση apple-pie.
Τον ξαναείδα τις προάλλες, μα τώρα που εύρωστα δέντρα
διακλαδώνουν νέους χαραχτήρες, νέες ουράνιες συνταγές
νέες εκτιμήσεις του τύπου μου χαράσσουν το χαραχτήρα.
Νεότης, γεράματα εντυπώνονται. Σήμερα και χθες
το μελτέμι παίζει με κλάσματα μύθων
καταθέτω εικόνες ενώ η φωτεινή μου
Ελένη συγκρατεί τις φρένες μας εντός του κειμένου.
Ακτίνες κοβαλτίου, μόρια ιωδίου σπέρνονται
στον καταραμένο χώρο. Νέες διαστάσει της ιατρικής.
Παρηγοριέμαι με την αστρολογία κι αυτή
από καιρό σε καιρό καρκινοβατεί με ζωδιακό φως.

*Από τα βιβλία “Οδός Νικήτα Ράντου”, εκδόσεις Ίκαρος, 1977 και “Γραφή και Φως”, εκδόσεις Ίκαρος, 1983. Τα ποιήματα αυτά είναι από ηχογράφηση του 1982 για την ΕΡΑ. Μουσική σύνθεση Βασίλης Ριζιώτης. Εδώ τα μεταφέρουμε από το http://www.poiein.gr