Lucas Weschke, Introduction to Kris Hemensley’s Your Scratch Entourage

hemensley-fcs

How can one write words about a poet? Last year, Kris Hemensley and I considered Émile Chartier (Alain)’s assertion that ‘men are afraid to complete their thoughts’, on our way to visit Greta Berlin, whom I had first met in Zennor as a small child and whose father, Sven Berlin, had enthralled a young Kris Hemensley in 1963 with the accoutrements of the artist and his first taste of red wine. And down by the harbour in Weymouth, we had already discovered a shared admiration for W S Graham. A framework was emerging.

Hemensley reads his poetry in a warm accent of old Hampshire and more recent Dorset overlaid with Melbourne, unconsciously abstracting his past. The words are uttered to hang as sudden realities on the air. There is an easy intimacy and a careful measure in this, for Hemensley has clearly not rushed the words he has chosen to engage us, and they have come to know their places well. One hears though that the ghost is never far below the surface, as he will break off occasionally to compose himself, his throat constricted by emotion. Apart from a chapbook or two and a CD, it is thirty years since Hemensley’s last collection was published, and one senses that only the combined weight of these new works can have brought them onto the page.

These poems relate to people in their places, and are inevitably auto-biographical, as all art is. They take us into deeply personal territory: the territory of sons and fathers, brothers and lovers; into the territory of war and its enduring shadows. The chapters are stakes embedded in the ground to mark what needed to be acknowledged. This is not a harvest of words but a mapping of fields, and paths, from impressions distilled through memory and reference to lexical imagery, ‘there where the sun catches your shoulder’. In journeys and perspective, nature is drawn as domains not only of sentiment and matter, but also presence and conviction.

Hemensley’s choice of language, form and punctuation is fluid. If fourteen lines are the right vehicle, then good. If an opening parenthesis is required, its complement may not be. Elsewhere running prose sits comfortably in the body of the work. And his characteristic use of the twelve-syllable line is there for the careful reader. Hemensley clearly feels a kinship with other poets, and the trusted place he grants them here has the character of homage. One must recognise that these people have been chosen: chosen by our senses. When Graham told me where the words came from, I did not expect to encounter the same source again. One must recognise that these people have been chosen by our need. The poet is the last artist, using our finest tools to assert that we are not lost, always reaching out to limn that which can only be ‘elicited by the living’.

We are afraid of our thoughts because they lay us bare, and that is how the poet stands, the ‘human witness’ making his or her statement. Hemensley dares to have a conversation with language, and language reveals the nature of what it is to be human. But how else can we complete our thoughts? We choose our brushes, we make our mark, foolish people judge us.

*Lucas Weschke makes bold block prints, usually depicting people or animals in a landscape or setting. His pictures are characterised by simple lines, blocked shapes and flat colours, imparting an abstract quality and suggesting a less tangible landscape. He was born in Redruth in 1958 and grew up in West Penwith, living first at Zennor and then at Cape Cornwall. From the artists working in the region at that time, he came to appreciate the strength of an authentic personal statement made by visual means. He left Cornwall in 1977 to study Modern Languages at Bristol Polytechnic. He has lived and worked in Dorset since 1996.

**Taken from http://cordite.org.au/guncotton/weschke-hemensley/

***Book’s cover design by Alissa Dinallo

Αντώνης Στασινόπουλος, Πέντε ποιήματα

http://www.argolikeseidhseis.gr/2015/05/blog-post_183.html

Μεσοπέλαγα

Το διάβα βαρύ στο αέρινο τοπίο
ο βοριάς βυσσοδομεί φτερωτός δράκος
τα κύμματα έρχονται ψυχές στο πέλαγος,
γοργόνες μπλε και ασημί
συνοδεύουν τα μοναχικά σκαριά
ερωτοτροπουν με τους ταξιδιώτες
χελιδονόψαρα στα ίσαλα παιχνιδίζουν.
Ταξιδεύουμε ανάμεσα σε δυο καθρέφτες
της θάλασσας και τ’ ουρανού.

***

Αναχώρηση

Καταχνιά τούτο το πρωινό του Γενάρη.
Δυο γάτες αντίκρυ
νιαουρίζουν ερωτικά.
Η καμπάνα θλιμμένη.
Κάποιος έφυγε
το χωριό φτωχαίνει.
Τα τζάμια δακρύζουν.
Μετέωρος στοχάζομαι το όλον.

***

Χρόνος

Προσπερνώ κίτρινες φυλλωσιές
βρίσκομαι μακριά σε πράσινο δέντρο.
Οι στάλες της βροχής στο πρόσωπό μου.
Ο χρόνος στο σώμα μου.
Στέκομαι και λογίζομαι
τι είναι τούτη η θωριά
που αφήνεται στου καιρού τα γυρίσματα;

***

Πέταγμα

Φανοί στου διαβάτη την πορεία
τα πουλιά ζωγραφίζουν ουράνιους τόπους.
Σπίτι μου οι φωλιές των πουλιών
ονειρεύομαι το πέταγμα.
Σκέπη μου τα φύλλα των δέντρων
ανασταίνομαι στο θρόισμα.
Πάντα επιρρεπής σε φτερωτές απόπειρες.

***

Αϋπνία

Στου αγέρα τη βορά
δωμάτιο.
Βάζω το μπρίκι στο καμινέτο
τσιγάρο.
Περιμένω να ξημερώσει.
Τι θα φέρει η μέρα;

*Από τη συλλογή “Μαζί”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2009.

**Στο βίντεο ο Αντώνης Στασινόπουλος διαβάζει ποιήματά του στην Πάτρα

img841

Αργύρης Μαρνέρος, Εννέα Ποιήματα

%ce%ac%ce%bd%ce%b8%cf%81%cf%89%cf%80%ce%bf%cf%821

ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ

Άξιος φώναζε ο κόσμος
Από τη μια μεριά
Ανάξιος φωνάζανε οι άλλοι
Ο θεός με τη σιωπή του
Έλειπε παντελώς.

ΧΡΩΜΑ ΣΟΒΑΡΟ

Και βέβαια προσέξατε
Πως τα δημόσια αμάξια
Τά ‘χουν βαμμένα μαύρα
Μόνο που οι νεκροφόρες
Έχουν λαμπάκια παραπάνω
Και το φορτίο πάντα σοβαρό
Ολόφτυστο το ίδιο
Οι μεν καθισμένοι
Οι δε ξαπλωμένοι.

ΞΕΡΟΥΝ ΑΥΤΟΙ

Ξέρουν αυτοί
τι κάνουν
Όταν τα μάτια
Της Δικαιοσύνης
Δένουν
Με μαύρο μαντήλι
Είναι
Γιά να μη τους βλέπει
Όταν μοιράζουν
Το δίκιο.

ΕΜΕΙΣ

Πήρε λοιπόν τη λάσπη ο θεός
Και έπλασε τον άνθρωπο
Πήρε κι ο άνθρωπος τη λάσπη
Κι έχτισε το σπίτι του θεού
Οι παπάδες όμως που ήρθαν
Έκαναν τόσο πολλή λάσπη
Που το περίσευμα το ρίξαν
Στα μούτρα του Θεού
Και μεις αντί να του πλένουμε
Τα μάτια, πλένουμε τα χέρια μας.

Η ΓΛΥΚΑ ΤΗΣ ΑΛΜΥΡΑΣ

Η ευτυχία του Παράδεισου 
Ήταν δοτή γι αυτό και ήταν άνοστη
Μόνο όταν απλώσαμε τα χέρια μας
Γλυκαίναν οι καρποί πραγματικά
Μες στην αλμύρα του ιδρώτα μας.

ΜΟΝΟ

Πωλούνται
Οικόπεδα θαυμάσια
Με φως νερό τηλέφωνο
Ευκολίες πληρωμής
Θαυμάσια θέα
Προς όλες τις πλευρές
μόνο που η μία βλέπει
Πάντα στο Νεκροταφείο.

ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ

Πορνεία κατανάλωση προμήθεια
Ξεπούλημα παζάρεμα χαμόγελο
Μέση σκυφτή λαίμαργο μάτι
Χειραψίες βελούδινες νύχι γαμψό
Βγαλμένα όλα στο σφυρί
Παράδοση αιώνων
Και κόκκαλα προγόνων.

ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΕΙΣΤΕ

Η Ελλάδα μας χορεύει
Τσιφτετέλι πάνω στο τραπέζι
Και οι ξένοι μας ολόγυρα κοιτούν
Τα πιάτα πέφτουνε βροχή
Στου Φιλοπάππου εθνικοί χοροί
Με βήματα στο πρόγραμμα βαλμένα
Ήχος και φως
Κόκκινη η Ακρόπολη από ντροπή
Πορνεύουν στα Προπύλαια
Οι Καρυάτιδες πάνω στις κάρτες
Έχουμε και κέρματα παλιά
Βασιλικά κεφάλια
Δεκάρες τρύπιες
Χειροκροτείστε
Greece is Music 
Διώξτε το γέρο απ’ το κέτρο
Η γκάιντα του είναι αντιτουριστική
Σουβλάκι Μουσακά Μουσείο

GOOD – BYE AUFWIEDERSEHEN AU REVOIR

Σας ευχαριστούμε
Σας περιμένουμε ξανά
Έχουμε καιρό για το ξεπούλημα
Χειροκροτείστε.

*Από τη συλλογή “Είσοδος Κινδύνου”.

Κώστας Ρεούσης, Έξι ποιήματα

maxresdefault

ΔΡΟΜΕΑΣ

Της αποκριάς η προσωπίδα
φώναξε μεστωμένη στο σάλιο
του προηγούμενου φιλιού
τα μάτια ανοιχτά το νερό
τρέχει τον κατήφορο
πρωταθλήτρια των στίβων
η ασώματη φορεσιά.

ΗΣΥΧΙΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ

Άνεμος ήρθε αφήνοντας
ιαχή από μύθο βόρειο κοντά
στο σβέρκο ν’ ακούει τον
παφλασμό του σώματος σαν
έφτανε δεν έφτανε η
ταλάντωση μεταξύ ενός μεταξένιου
μανδύα και μίας χρυσής πόρπης.

ΑΝΑΠΑΥΛΑ

Έναν ύπνο χτρωστώ να κοιμηθώ
για να ‘ναι η αύριο καλή
μέρα όμως τ’ άνοιγμα του
ματιού διαρκεί περισσότερο
όπως το βλέφαρο
ξεκολλάει την τσίμπλα ο νεκρός
φιλιέται με την ξεκούρασή μου.

ΑΥΛΗ

Το κόκκινο κέντημα στην μπλούζα
κοίταξα είδα τον ίμερο
τα ρόδια ώριμα έβαφαν πάνω σε κόκαλο
αναρριχώμενο κάθε στάλα
ύστερα από πότισμα απορρυπαντικού
τα κιούπια έχυναν μάλλον νερό
ή στη ράχη έσκουζε κάτι.

Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΒΡΟΜΟ ΣΤΑΧΤΙΖΕΙ

Μουνί με
νίκησες
μες στο πορτοκάλι
κρατώντας την
τρίχα στα
χείλη την ήττα
έχω.

ΚΕΦΑΛΙ

Χρόνια
μάζευα το φλέμα
κι ήταν
το στόμα υγρό
τώρα
που φτύνω
αφυδατώνομαι.

*Από τη συλλογή “Καρίνα (ποιήματα 1993-1997)”, Εκδόσεις Φαρφουλάς (στη σειρά Λοξή Γραφή Νο 10), 2012.

%ce%ba%cf%8e%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%82%cf%81%ce%b5%ce%bf%cf%8d%cf%83%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b11993-1997

Γιάννης Λειβαδάς, Από το «Το ξίγκι της μύγας»

Αrtwork: Polly Morgan

Αrtwork: Polly Morgan

[Minuit]
 
Ενάμισι x ενάμισι
με το πνεύμα να οργιάζει.
Η πρώτη υδρόγειος του Νέου Κόσμου
ήταν χαραγμένη σε αυγό στρουθοκαμήλου.
Το μηδέν είναι ό,τι περισσότερο μπορεί
να υπάρξει μέσα κάποιου το κεφάλι.
Σχάση.
Ο μονόλογος κάποιας περαστικής σκιάς απέναντι
στο δυσανάλογο τετράγωνο του Saint-Médard.
Η πνευματική δυνατότητα με αναγκάζει
να θαυμάζω τον σωματικό πόνο.
Την αθλιότητα.
Πως είμαστε ανακατεμένοι
σε κάποιας απροσδιοριστίας την τράπουλα.
 

[Φαντάζομαι πως θα επιβιώσω ταυτισμένος]
 
Πολύ πρόσφατα εξέθεσα τα προβλήματα της
εμπειρίας όπως επιτακτικά οι μπακατέλες
υποθέτουν μακρηγορώντας ότι μας βρίσκουν
μοιρολάτρες όταν άλλοτε μας έβρισκαν προσαρμοστικούς
σ’ όσα μας αφορούσαν.
Φαντάζομαι πως θα επιβιώσω ο μαγκούφης
ταυτισμένος με το ημιτελές
που επανεξετάζω στα καλά
του καθουμένου.
 

[Στο σταντ του La Manne στο 90 της Claude Bernard]
 
Αυτό είναι αρχείο μέχρι να πάψει να είναι.
Πάρλες.
Λίγο κρύο από τους αγκώνες και κάτω.
Όταν κάθε αποτυχία θα κερνάει βασισμένη
στα στατιστικά που θα την φέρνουν πρώτη
στην εκτίμηση των πολιτών,
θα αποτελεί δύναμη.
Μας περικλείουν τα αναρριχητικά των ενημερώσεων·
η έγνοια μου μια κόρα
βουτηγμένη στου ήλιου τη σιωπηρή λάμψη.
Ο αέρας παίρνει μια κάρτα με την εικόνα
ενός λιμανιού με φορτωμένα μουλάρια.
Το χρονικό διάστημα που στρέφεται προς το μέρος μου
βρίσκεται αντιμέτωπο με τα ελαττώματά του.
Δυο τρεις στόμφοι.
Η κατευθυνόμενη αφθαρσία βρυχάται για Πλειάδες.
Η σημασία ως ατυχής έννοια
είναι αποκλειστικά
ανθρώπινη.
 
*«Το ξίγκι της μύγας», εκδόσεις Κέδρος 2015
**Αναδημοσίευση από το http://www.bibliotheque.gr/article/59568

 
artworks : Polly Morgan

Alexis Lateef reviews Antigone Kefala’s Fragments

fragments-with-1px-border

Fragments
by Antigone Kefala
Giramondo Publishing, 2016

When casting an eye back at Antigone Kefala’s oeuvre, one finds a poet of the surreal, who has delicately combined reality, folklore, and dream state. She has expressed the trauma of migration and diaspora in hallucinatory ways; she once merged the ache of an old country’s absence with the comfort of myth, and heightened the contrast with dream-like and often disturbing symbolism. Her first book in two decades is titled Fragments – fittingly, given Kefala’s documentation of the cut-up, kaleidoscopic existence of migrants.

Her innate strength is that no word is an afterthought. No line is solid and fixable. Instead, lines are exposed, as if unearthed from underground, to be raked through with questions. The opening poems are abrupt, and convey a tender wistfulness. In ‘The Voice’, she writes:

This return
the past attacking
unexpectedly
in the familiar streets.

Kefala, the daughter of Romanian parents who lived first in Greece and then New Zealand and Australia, has reached a point where the unfamiliar has become the familiar. The past that she forged in this country – now a place of safety – preys upon her, and catches her unawares. She relates these pivotal moments of emotion with restraint – she holds back, whether for our sakes or for hers.

In ‘Photographs’ the speaker expresses ambivalence. Kefala reminds us that recalling the past is often a jarring experience. You long to drink from it, but it is also a poisonous craving. There is a daydream feel to these poems; they seem to drift into one another like clouds, presenting rather than commenting. In ‘Dreams’, however, there is the enticing Surrealist presence, albeit in a clipped form. The poet envisions a presence in a ‘long dress of silk’ with crystal teeth. Again, the past intervenes:

And then
we were in the old house
full of a silver light
As we came in
someone was plucking
at an aluminium sound

By the second stanza, the scenario has become fantastical, as the speaker and the vision walk on glass, below a ‘mass of naked crabs and chickens.’ Words are not to be taken at face value in Kefala’s work, and she questions the vision:

How come? I said
before we had clean water.
Your fear, she said
changing the place.

Kefala suggests that fear persists, no matter how well acquainted you are with death. She acknowledges the phobia of time that haunted her last collection. Having written of time as lead, time as stolen by others, time peeling things away, she now comes face to face with it, and the results are illuminating.

Part Two is infused with snippets of the natural world that are at once both peaceful and disturbing, hinting at her environmental conscience. There is a deep seeing, whether it is of the demise of ringbarked trees – ‘a scattered army, eerie ghosts/left there to face alone / the mornings and the nights’, or walking by a bay ‘in the apocalyptic sunset / that left / gold orange strands / on the dark waters.’

The book’s flickering impressions create a lulling effect. They provide a connected commentary on the beauty of a sudden moment. ‘Summer at Dervini’ is one such example. The brevity of each line-break emulates the ‘folding of the sea’, and evokes an air of seasonal haziness. The final image recalls the romanticism that Kefala weaves into much of her poetry:

At dusk
the fishing boats
massive dark stones
planted
in a field of moonstone.

These poems are intensely visual. If any readers have regrets about not savouring such moments, Kefala presents them with a neat blueprint.

In the third section one finds longer poems drawing out the intensity of a lifetime’s worth of grief and loss. ‘Anniversaries’ sees the poet reveal emotion in an unexpected gush, as she contemplates both the beauty and sadness of having lived and loved. In ‘On Loss’, she reveals a sharp appraisal of death:

This cut, this total
final cut
like a dead weight
that presses down.
Death needs no one
comes wrapped
in self-sufficiency.

Much of the collection is concerned with her ageing generation. Those who ‘briefly forget the fatal prophecies,’ wait out their lives in hospitals and homes – ‘the same spent, white faces / under the discoloured high ceilings’ – and yet, they live, and live bravely. She touches upon their frailty in intimate detail, such as in ‘Birthday Party’, where she writes of a friend who has been transformed by the process of ageing:

She was waiting on the couch
very pale, white dusted
incredibly small now
folding inwardly
not coping with her glasses
that had grown
to a giant size.
The very act of these elderly friends gathered for a birthday party and noting each other’s fragility, ‘an exaggerated edge / to our caring’ is a defiant one, and the poem is a strong homage to their spirit.

Kefala’s characteristic fondness for myth is evident, as she writes of pilgrims who wait for a spiritual moment at a waterhole, and in ‘The Fatal Queen’, presents a nameless monarch, who ‘watched us from a dais’, a sort of eternal Medea:

She seemed suspended
above the cliffs…
impatient, inside her
all was set
for the last killing.

These are distilled poems, concentrated in essence. In one of the most captivating moments in the collection, ‘The Piano Tuner’, Kefala displays a candid wit. She writes of a passionless piano tuner:

Sounds were flat things to him
they did not give him vertigo
raise him above…
He would place them according
to some metal rule.
And I, who thought the trade
required perfect pitch.

T S Eliot writes in The Waste Land of ‘these fragments I have shored against my ruins’. This was a time when long-held values broke apart, ruining a generation who no longer believed in certainty. Eliot speaks of salvaging fragments from the debris, and such a process haunts Kefala’s new collection. She faces the disintegration of a life, but the fragments of her past and loved ones are elevated. The poems drift and offer no resolution, only the potent energy of articulation.

*Alexis Lateef is a Perth-based poet. She has a BA (English Literature) from The University of Western Australia and has worked as a tutor and bookseller. Her poetry has been published in Westerly, Shot Glass Journal, Page Seventeen, Australian Poetry Journal and Southerly. She is editor of the journal Writ Poetry Review.

**Taken from http://cordite.org.au/reviews/lateef-kefala/

Δημήτρης Τρωαδίτης, διψώ

διψώ γι’ ανθρώπους
με ίσκιους ασκητές
αλαργινές σαγήνες
διψώ για πέλαγα ανταριασμένα
αγάπες που δεν πεθαίνουν
κάτω απ’ τα χτυπήματα
των σπαθιών
διψώ για πάθη
που λυσσομανούν
πυρκαγιές σε χείλη
σώματα βουνοκορφές λαγνείας
διψώ για ήχους
αναψοκοκκινισμένους
αντοχές των εποχών
πριν τον επερχόμενο θάνατο
διψώ για πετάγματα
στις φωλιές των άστρων
ιδέες φτερούγες ορθάνοιχτες
διψώ για συγκλονισμένα θρύψαλα
και παντοτινές
αντιστάσεις

Ένας ποιητής καταθέτει- Συνέντευξη με τον ποιητή Λουκά Λιάκο

loykas_0

Του Αντρέα Πολυκάρπου*

Ο ποιητής ανακαλύπτει κι αν θέλει αποκαλύπτει. Εάν δεν θέλει σιωπά κι η σιωπή μετέχει στο μήνυμα. Δεν υπάρχει περσόνα ούτε και ενδιάμεση κατάσταση. Δεν υπάρχει ικεσία για να μας δοθεί η λαλιά

Ο κόσμος της ποίησης του Λουκά Λιάκου είναι ένας λεβύρινθος γεμάτος με καθρέφτες έτοιμους να σπάσουν ανά πάσα στιγμή και να συνθλίψουν τον αναγνώστη που θα θελήσει να κάνει το πέρασμα στο χωροχρόνο ενός κόσμου με παραμορφωμένα είδωλα.

Αφημένος στην ποίηση του Λιάκου ενδύεσαι ένα μυσταγωγικό ένδυμα και οφείλεις να αφήσεις το μύστη- ποιητή να σε παρασύρει σε ένα τεθλασμένο δικό του κόσμο.

Κόσμος παραμορφωμένος; Διαφορετικός; Απομονωμένος;

Ίσως να έχει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά η ποίηση του Λιάκου ίσως πάλι όλα αυτά να τα βρίσκεις μέσα σου ως αναγνώστης ερχόμενος αντιμέτωπος με το απροσδόκητο μιας ποίησης ενδόμυχης (επιτέλους μπουχτίσαμε από τις λαμπερές επιφάνειες της ποιητικής φορμάικας που μας διακατέχει) που αρνείται να ξεκλειδώσει αυτά που κρύβει.

Έφυγα χθες και το σκοτάδι μ’ αγκάλιασε
μεμιάς,
έπεσα κι εγώ στην αγκαλιά του.Χρόνια τώρα,
φέρνω το κορμί μου μαζί
μα λείπει η ψυχή μου,
λείπει του φεγγαριού το φως
η τρέλα του παιδιού μου
λείπει.
Ο δρόμος του αλήτη,
ο δρόμος της βροχής
ο διαμαντένιος δρόμος,
λείπει. Καρδιά μισή, πες μου πως ζεις
το άσπρο δέρμα σου, πως λείπει
το σκούρο τρένο της φυγής
έρχεται, μ’ αφήνει.

Η ποίηση του Λιάκου δεν θέλει χειροκροτήματα, δεν έχει ανάγκη πεφωτισμένα μυαλά και λαμπρές αίθουσες. Είναι η ποίηση για τις ψυχές που αρκούνται στο σκοτάδι μα που εντέλει λάμπουν περισσότερο από τα γύρω φώτα.

Είμαι κάποιες γριές,
η ασχήμια που τινάζεται απ’ το πρόσωπό τους
αίμα από ρουθούνι
μας πλημμυρίζει
βρώμα και θάνατος.
Βρώμα και θάνατος
αυτά είναι τα μπιχλιμπίδια μου
κι αυτά κομπάζω στο κόσμο
στο κόσμο που τρέχει ξοπίσω. Και λύπη,
λύπη για όσους καίει ο έρωτας
το μεγάλο μαράζι
που κλαίει, βουβό σαν υγρασία
σκεπάζει τα πάντα
τις χαμένες αγάπες
που σκάνε μια και τόσο
που τις παρατάς και πάνε. Είμαι κάποιες γριές,
που παράτησαν τα νιάτα τους
και πάνε.

Η ποίηση του Λιάκου ενέχει κάποιες νοηματικές, απόκρυφες δυναμικές που έλκουν τον αναγνώστη με το πρώτο πέρασμα, με την πρώτη ανάγνωση.

Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: «Στροφορμή», 2016, Straw Dogs και «Στο δεύτερο κόσμο η μοίρα», 2011, Ενδυμίων.

Πως αντιμετωπίζετε την ποίηση: ως μια ταυτότητα ή ως μια ετερότητα μέσα στη σύγχρονη ζωή;

Είναι το ίδιο. Ταυτότητα σημαίνει όμοια την ετερότητα μιας ποίησης που μιλάει όχι από συνήθεια και κατάχρηση ρόλου σε μια ευφυία που είναι κοινή. Βλέπουμε πως ακόμα και στην ποίηση ο λόγος αντί να είναι ευκαιρία για ανάταση μοιάζει με πένθος. Γιατί σ’ αυτή τη ζωή δεν ξέρει κανείς για τι λέει. Είναι ο κανόνας και η ποίηση δεν ξεφεύγει. Αυτό είναι που αιώνια διαχειρίζεται ο ποιητής, αγωνίζεται να ξεφύγει. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη κοινοτοπία από αυτόν που μιλάει χωρίς να ξέρει για “τι” λέει κι ωστόσο πρέπει να πει. Ταυτότητα λοιπόν σε μια ποίηση όχι από υποχρέωση, μα να δρω όπως εγώ θέλω και όποτε, περιφρονώντας κάθε εντύπωση.

Ο ποιητής είναι μια περσόνα γύρω από τις λέξεις ή λειτουργεί με έναν ενστικτώδη ορμεμφυτισμό;

Ο ποιητής ανακαλύπτει κι αν θέλει αποκαλύπτει. Εάν δεν θέλει σιωπά κι η σιωπή μετέχει στο μήνυμα. Δεν υπάρχει περσόνα ούτε και ενδιάμεση κατάσταση. Δεν υπάρχει ικεσία για να μας δοθεί η λαλιά. Μίλα μου και αυτό να ακούγεται γιατί δεν με ενδιαφέρουν οι λέξεις, με ενδιαφέρει η φωνή σου. Αυτό με λυτρώνει και αυτό ανέχομαι.

Μπορεί η τέχνη να κλείσει τις πληγές των ανθρώπων μέσα σε μια ενδότερη υπαρξιακή διαλεκτική;

Τις κλείνει και τις ανοίγει; Αυτό σίγουρα μπορεί και το κάνει. Η τέχνη θα μας πάει βαθιά. Μοιάζει περισσότερο με άσκηση κι αυτή μας η ψυχαγωγία είναι που μας εξοστρακίζει και μας ξαναχτυπά. Η τέχνη για όσους τη ζουν είναι πολύ σοβαρή για να ‘ναι ανώδυνη.

Πιστεύετε ότι ακολουθείτε το δρόμο άλλων ποιητών ή ακολουθείτε μια μοναχική πορεία μέσα στη γραφή σας;

Επηρεάζομαι, υπάρχουν βιβλία ογκόλιθοι που δεν γίνεται να προσπεράσεις. Επηρεάζομαι μα δεν νιώθω να σύρομαι. Με ενδιαφέρει πολύ η λογοτεχνία που παράγεται τούτη την ώρα. Από την άλλη, με ενοχλεί η απροσδιοριστία στην έκφραση και στο πνεύμα. Κάθε τι που τυπώνεται δεν ξέρω αν έχει και λόγο να υπάρχει. Είναι σαν να συμβαίνει μοιραία. Εντάξει. Καθένας ας πει το τραγούδι του. Δεν θα υμνήσω και δεν θα λιθοβολήσω κανένα. Δεν γυρεύω εμένα στα σχέδια άλλων κι αν αυτό ακούγεται αλαζονικό καθόλου δεν με ενδιαφέρει.

Ποιές εικόνες κρατάτε μέσα σας από τη ζωή σας; Ποιές εικόνες με άλλα λόγια εφορμούν στη γραφή σας;

Όλα όσα μας σημάδεψαν συνεχίζουν να μας σημαδεύουν, έρχονται και ξανάρχονται. Είναι η ιστορία του παρόντος χρόνου. Ο αγκώνας μιας ωραίας γυναίκας, η στάση της, η φωνή της. Το βλέμμα των φίλων και η καταγωγή των ηλικιωμένων που τη βρίσκουμε στο μικρό παιδί. Όμως, οι σκληρές εικόνες είναι περισσότερες, ονοματίζοντάς τες, πλησιάζοντάς τες, οφείλουμε να σταθούμε μπροστά τους βρίσκοντας εκείνη τη δύναμη που χρειάζεται για να τις διαπερνάμε. Με άλλα λόγια, βαδίζοντας πλάι στο άσχημο, καλούμαστε και πάλι να βρούμε την ομορφιά, τον άνθρωπο και όλη του εκείνη την πρωτοτυπία που σε εμένα, σαν από ευγένεια δημιουργεί αυτόν τον κενό χώρο που ονομάζω αριστούργημα.

Ποια ερωτήματα καλείται να απαντήσει ο ποιητής διαχρονικά αλλά και στο παρόν που ζούμε;

Είπαμε, ο ποιητής δεν είναι όργανο της συνήθειας. Δεν καλείται και δεν εγκαλείται. Ενεργεί αυτεπάγγελτα.

*Ο Αντρέας Πολυκάρπου είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στο τμήμα Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού. Επιστημονικά άρθρα του δημοσιεύτηκαν σε Ελλάδα και Κύπρο. Εξέδωσε δύο ποιητικές συλλογές στην Κύπρο και το 2013 εξέδωσε την τρίτη του ποιητική συλλογή «Απρόσωπα Φαγιούμ», στις εκδόσεις Άπαρσις στην Αθήνα. Το 2014 εκδόθηκε το θεατρικό του έργο «Κατά Ιωάννη Αποκαθήλωση» από τις εκδόσεις Vakxikon.gr στην Αθήνα. Ποιήματα του δημοσιεύτηκαν σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και μεταφράστηκαν στα αγγλικά. Το 2008 και το 2010 βραβεύτηκε από τη European Commission για δημοσιογραφικές του έρευνες και εκπροσώπησε τη χώρα του σε Σλοβενία και Κωνσταντινούπολη αντίστοιχα.

**Αναδημοσίευση από το http://www.onlycy.com/articles/perissotera/vivliogonia/112249-enas-poiitis-katathetei-synenteyxi-me-ton-poiiti-loyka-liako

Μάρκος Μέσκος, 60 χρόνια στη λογοτεχνία

2016-meskos-afisa

Φ.Σ. Έδεσσας « Μέγας Αλέξανδρος»
Αγίου Δημητρίου 7
(58200) Έδεσσα
Ε-mail:megasalexandrosedessas@gmail.com

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

«Μάρκος Μέσκος, 60 χρόνια στη λογοτεχνία»

Το Δ.Σ. του Φ.Σ.Ε. «Μέγας Αλέξανδρος» σας προσκαλεί στην εκδήλωση με τίτλο «Μάρκος Μέσκος, 60 χρόνια στη λογοτεχνία», το Σάββατο 5 Νοεμβρίου, στις 7 το απόγευμα, στην αίθουσα του παλιού Παρθεναγωγείου(Βαρόσι, Έδεσσας).

Στην εκδήλωση θα γίνει παρουσίαση του Εδεσσαίου ποιητή και παράλληλα θα λειτουργεί έκθεση ζωγραφικής και βιβλίων του ιδίου*.

Θα μιλήσουν οι:
Θωμάς Ιωάννου, ποιητής
Αποστολία Μαλαδάκη, φιλόλογος
Θοδωρής Σαρηγκιόλης, ποιητής
Βασίλης Παπάς, ποιητής.
Διαβάζει ο ηθοποιός Γιάννης Θωμάς.

Η εκδήλωση πραγματοποιείται υπό την αιγίδα του Δήμου Έδεσσας με την υποστήριξη της Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης Δήμου Έδεσσας.

*διάρκεια έκθεσης: 5-11 Νοεμβρίου, ώρες: 5-8 μ.μ.

Για το Δ.Σ.

Άγγελος Ευθυμιάδης, από τη συλλογή ”Δεν θυμάμαι, ξέχασα”

aggelos031

Έτσι και το βουνό έχει μνήμη.
Γνωρίζει από βροχές και σεισμούς.
Τα πλακάκια που περπατώ κάθε βράδυ και τα αριθμώ έχουν μνήμη
γνωρίζουν το ασταθές από το σταθερό μου περπάτημα
Μνήμη έχουν όλα
το χθεσινό ποτήρι
που το γέμιζα και το άδειαζα με ουίσκι
ξεχωρίζει τους αναστεναγμούς και τις σιωπές.
Μνήμη έχει το χαρτί και το στυλό για ό,τι γράφτηκε
σβήστηκε
για όσους κύκλους έκανε πάνω
στη λεύκη σελίδα όταν στέρευε η μελάνη.
Μνήμη και ο ουρανός και η γη.
Μνήμη και ο χρόνος και τα τσιγάρα.
Η πέτρα και η πόλη σου.
Μνήμη και η μνήμη.

Μνήμη και οι αγκώνες πάνω στις μπάρες των μπαρ.
Μνήμη έχει και η ουλή – τοποθεσία και στιγμή.
Μνήμη έχουν τα ακρωτηριασμένα και καμένα playmobill
οι μνήμες με θέα
η νοσταλγός μνήμη που γυρνάει στα παιδικά χρόνια
μνήμη ο πρώτος έρωτας.
Μνήμη το ξεραμένο σπέρμα στην υφασμάτινη καρέκλα, μνήμη τα στερητικά
μνήμη και τα στερημένα.
Μνήμη τα καλαμάκια
οι τζιβάνες
οι σύριγγες
οι ζυγαριές ανακρίβειας αντίληψης.
Μνήμη ατροφική
αδύνατη
τραυματισμένη
πειραγμένη
άσχημα επιλεκτική
τόσο δίκιά μας, διαχειριζομένη άθελά μας.
Η μη μνήμη.
Η θεά μνήμη.

***

Στον Θοδωρή

Ας χαθούν όπως ήρθαν.
Χωρίς βογγητά,
χωρίς πολλά πολλά, γενικά χωρίς.
Υποψιασμένες. Άφοβες. Βροχερές. Σπάνια ηλιόλουστες.
Κούφιες. Άδειες. Τρύπιες.
Τόσο ίδιες και ξεχωριστές.
Ας χαθούνε όπως ήρθαν.
Τότε που ήρθαν, σε λίγο που θα χαθούν.
Το μεσοδιάστημα. Το μεσοδιάστημα.
Άλλοτε στη μέση του διαστήματος,
άλλοτε στη μέση του πουθενά,
άλλες στο σπάσιμο της μέσης.
Σβήσε ή απομυθοποίησε αυτές τις μέρες.
Καλώς ήρθαν.
Κακώς ζήσαν τόσο.
Ας χαθούν με αυτοπεποίθηση ακριβώς όπως ήρθαν.

*”Δεν θυμάμαι, ξέχασα”, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2016.