Βασίλης Βασιλειάδης, Στίχοι

Ben Heine, Wheel ruts

Ben Heine, Wheel ruts

λέγεται πώς
όλα είναι θέμα ορισμών
καί οί κάθε φορά ορισμοί τους
πού φτιάχνουν γιά εμάς
μέ εμάς
ή χωρίς εμάς
είναι ζήτημα τού ρεύματος
-αποφεύγουν νά πούν τών αναγκών-
τών καιρών
γι αυτό επιβάλλεται στούς υπηκόους
ή καθημερινή άσκηση
στά πισωπατήματα τής ευκαμψίας
καί ή ειδίκευση
στίς απρουπόθετες παραχωρήσεις τής ευελιξίας
μέ τά δύο αυτά προσόντα
σού εγγυώνται πώς εκταμιεύεις
ώς υπάκουος παρακεντές
μία ευκαιρία γιά επιβίωση στά μπρούμυτα
σέ συμβουλεύουν έξαλλοι
νά παραμείνεις
κοινωνικά καί πολιτισμικά ορθός
μαλάκας
κι άν ακράτητος τολμήσεις τήν υπέρβαση νά τούς παραδοθείς
αποκτώντας φωνή βέλασμα
σέ ονοματίζουν
κοινωνικά καί πολιτισμικά ορθό
λεβεντομαλάκα
γι αυτό επιμένουν
νά αποφεύγεις τίς δυσκαμψίες
τίς αμφισβητήσεις στούς κάθε φορά ορισμούς τους
γιατί τέτοιες συμπεριφορές διασύρονται δημόσια ώς πάθηση
“παράλογη απίστία πρός τούς ορισμούς τών καιρών
εξ αιτίας ανεπιτυχούς κοινωνικοποίησης”…..

*Απόσπασμα από τό FUCK OFF long poem.

Γιάννης Υφαντής, Από τη συλλογή “Μανθρασπέντα”

bmanthraspentag

ΣΤΙΧΟΙ
 
I
Κι έρχονται οι άξεστοι βουνίσιοι άνεμοι
ντυμένοι τα βαριά αρώματα της ρίγανης και του ελάτου
έχοντας άλλος στο μανίκι άλλος στο γόνατο
την ασημένια λάμψη απ’ τ’ άγγιγμά τους σε μια κρύα πηγή.
 
II
Α γέμιση του φεγγαριού και δέση των νερών·
κρένοντας η κρυότερη μορφή σα ρέει στη στέρνα
έναρθρο το ανάστημα τρέμει των καλαμιών.
 
III
Κ’ οι νέρινες γυναίκες του συντριβανιού
υψώνουνε το δροσερό κορμί τους ρίχνοντας
η μια στην άλλη λόγια δροσερά
σαν το κορμί τους, σαν την όψη τους.
 
ΜΑΘΗΜΑ
 
Δέκα ενιαυτούς οι Αχαιοί
πολιορκούσανε την Τροία –
όπως πολιορκούν τα σπερματόζωα τ’ ωάριο
όπως πολιορκούνε οι ψυχές τον Ήλιο
ή οι νυχτερίδες το Φεγγάρι – όπως
δέκα ενιαυτούς οι Αχαιοί
πολιορκούσανε την Τροία.
 
Κι επάνω στη χρονιά τη δέκατη
τη δίσεκτη την τόσο τυχερή
σαν πέος μπήκε το παλιάλογο ο Δούρειος
και την κατάχτησαν την Τροία οι Αχαιοί.
 
Λοιπόν;
 
ΕΧΩ ΚΑΤΙ ΞΑΔΕΡΦΙΑ ΣΤΟ ΒΡΑΧΩΡΙ
 
Έχω κάτι ξαδέρφια στο Βραχώρι
            χε
κάτι νεόπλουτους.
Όλοι τους χριστιανοφασίστες.
Τρατάρουν τον πατέρα μου του κάνουν
μικροθελήματα τον σέβονται
μόνο και μόνο θάλεγες για να
μπορούν να του τη φέρουνε χωστά.
νάβρουν την ευκαιρία να τον πικράνουν.
Μα θάναι βλάκας αν πικραίνεται με το
«τι γίνεται ο Γιάννης, που
θα καταλήξει αυτός μωρ’ μπάρμπα Μήτσο».
 Έχω κάτι ξαδέρφια στο Βραχώρι
            χε
κάτι νεόπλουτους.
Όλοι τους χριστιανοφασίστες.
 
Μ’ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΗ ΜΝΗΜΗ ΔΥΝΑΜΗΣ
 
Φοβούμαι δεν μπορώ να προχωρήσω∙
φοβούμαι τους ανθρώπους συνεχίζουν
πράματα που με τόσο μόχθο εγκατέλειψα.
Φοβούμαι τη ζωή το θάνατο αν ανοίξω
ένα παράθυρο τι έχω ν’ αντικρίσω αν σκεφτώ
που μπορεί να με βγάλει μια σκέψη∙
φοβούμαι και να κοιμηθώ –
ό,τι σκοτώνω στον ξύπνο μου ζωντανεύει
μέσα στον ύπνο μου∙ θαρρεύω
οπλίζομαι στον ξύπνο μου μα στον ύπνο μου
βρίσκομαι πάντα γυμνός.
 
Μήνες που μια οχιά βυζαίνει την καρδιά μου – δεν την είδα
σκόρπια σε πρόσωπα και σε πράματα – δεν την είδα
παρά μονάχα μια φορά σ’ ένα μου όνειρο∙
μόλις που είχε ξεκολλήσει και σερνότανε πρησμένη αργά στο χώμα δε μπορούσα
να κινηθώ όσο κι αν πάσχιζα δε μπορούσα
να κινηθώ μέχρι που ξύπνησα.
 
Και περιμένω από ύπνο σ’ ύπνο
μήπως μπορέσω να ξαναβρώ αυτό το όνειρο
για να το συνεχίσω, μήπως, μ’ ενισχυμένη δύναμη,
μ’ ενισχυμένη μνήμη δύναμης μπορέσω ετούτη τη φορά να κινηθώ,
να προχωρήσω.
 
ΕΔΕΜΙΚΟ
 
Ένας άγγελος χόρεψε χόρεψε κι έσβησε
αφήνοντας αυτή τη στάχτη ανάμεσά μας και το ρέμα στερεμένο σαν πουκάμισο φιδιού μέσα στις πέτρες και ο βράχος καπνισμένος
θαρρείς και κράτησε τον ίσκιο μιας φωτιάς ή αυτού του αγγέλου·
ακόμα η μυρουδιά πυρακτωμένου σίδερου στη μνήμη ακόμα
εκείνος ο αχός μέσα στο αίμα μας·
σάμπως βαθιές ανάσες οι φτερούγες θέριζαν το χρόνο
κι έλαμψαν τα οστά λευκά πάνω στην άβυσσο κι αδιάβαστα
κι άνοιγ’ απάνω ο ουρανός μ’ όλα τα ζώα του και τ’ άστρα,
ζώα πανάρχαια κι άστρα δροσερά μια ευφροσύνη
σαν όπως πριν από τη γνώση πριν από την πτώση,
μέσα στον κήπο του Θεού που ‘χ’ ευωδιάσει δροσερή μια πυρκαγιά τον ύπνο σου
κοντά στο άσπρο βόδι και στο ζώο του Ήλιου που αναχάραζαν
ενώ το σούρουπο του κόσμου κούρνιαζε κάτω απ’ τα φύλλα της συκιάς
κι έβγαινε η πεταλούδα του βραδιού με τις σφραγίδες από έκλειψη ήλιου στα φτερά της
και στον αστερισμό του Αιγόκερω η μηλιά γυναίκα και το φίδι
γλιστρώντας στη μασχάλη του δεντρού τινάχτηκε
κι έπεσαν μπόρα τ’ άνθη πάνω σου και ξύπνησες.
Ένας άγγελος
χόρεψε χόρεψε κι έσβησε
αφήνοντας αυτή τη στάχτη ανάμεσά μας μέσα μας παντού
αυτή τη στάχτη.
 
ΟΝΤΑ ΜΙΚΡΑ

Όντα μικρά που κάποτε μπερδεύεστε στα δάση του κορμιού μου ή που διαβαίνετε
τρεχάλα μέσα στο ανοιχτό βιβλίο μου ή που χάνεστε
στην έρημο του τραπεζιού μου ή στις λειχήνες χώρες ενός βράχου ή που σας βρίσκω
πάνω σ’ ένα λουλούδι να μαζεύετε σοφία και ηλιόσκονη· όντα
υδρόβια, μες στο χώμα ή φτερωτά, όντα της νύχτας
παιχνίδια των σεληνιακών αγγέλων με τη βούλα πάνω σας του Σκότους,
ψήγματα της δημιουργίας και που εν τούτοις και μ’ αντένες των υπόηχων και ραντάρ του πράσινου ή του γκρίζου· όντα
άλλοτε μ’ ένα σάκο καφετί στον ώμο μπαλωμένο κι άλλοτε φορώντας
ένα κοχύλι κατ’ ομοίωση του χρόνου ή μι’ ασπίδα του Μεσαίωνα ή
μια κερασφόρα προσωπίδα ηλιακού πολεμιστή· όντα μικρά
που τα φτερά σας έχουν τ’ άστρα πάνω τους της Μνήμης κι ερυθρούς
κύκλους μικρούς ενιαυτούς και αριθμούς του Μηδενός μεταμορφώσεις ή
στιγμές καρφιά πάνω στην πύλη της Ιστάρ· όντα της μέρας
παιχνίδια των ηλιακών αγγέλων με τη βούλα του Φωτός, μεγάλα όντα
που ερωτεύεστε και ζείτε και πεθαίνετε μη ξέροντας
μη καταδέχοντας να ξέρετε ποιος είμαι και πού πάω και τι θέλω αραδιάζοντας εδώ
τα μαύρα ετούτα κόκκαλα της σκέψης μου.

*Μανθρασπέντα, Κέδρος, 1980.

yannis1

Μάριος Χάκκας

Μέσα στη μανία μου να περισώσω ότι είναι να περισωθεί, και περισώνεται μόνο ότι είναι ηλεκτρονικά, σκανάρισα μια αδημοσίευτη εργασία μου για τον Μάριο Χάκκα από δακτυλογραφημένο κείμενο, αλλά επειδή είδα ότι δεν γλίτωσα και σπουδαίο χρόνο ξαναδακτυλογράφησα μια επίσης αδημοσίευτη εργασία μου για τον Φαίδωνα Ταμβακάκη. Είναι περίπου παρουσιάσεις βιβλίων που διαβάστηκαν όμως το ένα αμέσως μετά το άλλο, για να καταλήξω σε κάποια γενικά συμπεράσματα για τους συγγραφείς.

  Δεν ήθελα να τις πειράξω. Ένα δοκιμιακό κείμενο, όταν το ξαναγγίζεις μετά από χρόνια το πιο πιθανό είναι να του κάνεις ζημιά αντί να το βελτιώσεις. Εξάλλου ούτε στα λογοτεχνικά μου κείμενα κάνω κάτι τέτοιο, γιατί φοβάμαι ότι θα αλλοιώσω το πνεύμα κάτω από το οποίο γράφηκαν. Οι παρεμβάσεις που έγιναν ήταν ελάχιστες. Και τώρα που ξαναδιαβάζω αυτό το εισαγωγικό κείμενο, θα ήθελα να προσθέσω ένα ακόμη λόγο, που από ντροπή δεν ήθελα να τον αναφέρω αρχικά: από τεμπελιά. Σε συνδυασμό όμως με την έλλειψη χρόνου, γιατί άλλα πράγματα βρίσκονται στο κεφάλι μου αυτή την εποχή. Έτσι καταθέτω τα κείμενα αυτά, περισσότερο αρχειακά, μαζί με μια άλλη αδημοσίευτη μελέτη που γράφηκε λίγο αργότερα, για τον Βασίλη Ζιώγα, όταν πια είχα αποκτήσει κομπιούτερ, το 1993, χρονιά που ξεκίνησα το διδακτορικό μου, γραμμένο με τα ακαδημαϊκά στάνταρ, παραπομπές σε σελίδες και υποσημειώσεις.

Μάριος Χάκκας, ο πρόωρα χαμένος


  Φέτος κλείσανε 20 χρόνια (τώρα βέβαια που σκανάρισα το κείμενο έχουν κλείσει 35) από το θάνατο του πρόωρα χαμένου Μάριου Χάκκα.  

  Ο Μάριος Χάκκας γεννήθηκε στη Μακρακώμη της Φθιώτιδας το 1931. Στη λογοτεχνία κάνει την εμφάνισή του το 1965, με την ποιητική συλλογή «Όμορφο καλοκαίρι». Το 1966 εκδίδεται η πρώτη από τις τρεις συνολικά συλλογές διηγημάτων του με τίτλο «Ο τυφεκιοφόρος του εχθρού». Η δεύτερη με τίτλο «Ο μπιντές και άλλες ιστορίες» θα εκδοθεί το 1970. Την επόμενη χρονιά θα εκδοθούν τα θεατρικά μονόπρακτα «Ενοχή, Αναζήτηση, Τα κλειδιά». Ο Μάριος Χάκκας πεθαίνει στις 5 Ιουλίου 1972, μετά από πολύχρονη, βασανιστική αρρώστια. Δεν θα προλάβει να δει εκδομένη την τελευταία συλλογή του, «Το κοινόβιο», που θα εκδοθεί λίγο αργότερα.

  Για τα 35 χρόνια από το θάνατό του θα παρουσιάσουμε την ανέκδοτη παρουσίαση του έργου του που γράψαμε το 1991, 20 χρόνια από το θάνατό του, χωρίς μεταβολές και προσθήκες.

  Η πρώτη συλλογή αποτελείται από 25 διηγήματα χωρισμένα σε πέντε ενότητες. Η πρώτη ενότητα έχει τίτλο «Του στρατού». Πρωταγωνιστές τους είναι μουλάρια και μουλαράδες. (Μουλαράς είναι η ειδικότητα που αποκτούσαν οι «χαρακτηρισμένοι» στο στρατό). Τα διηγήματα αυτά είναι κατά βάση σατιρικά.
  Ο «Κολοβός» είναι ένα ατίθασο μουλάρι. Ο διοικητής αναγκάζει έναν από τους στρατιώτες της μονάδας που αποφεύγει να παρακολουθεί τα μαθήματα εθνικής ηθικής διαπαιδαγώγησης, δηλαδή της αντικομουνιστικής προπαγάνδας, να το ιππεύσει, ελπίζοντας ότι το μουλάρι θα τον πετάξει κάτω και θα τον σκοτώσει. Όμως οι δυο απείθαρχοι, ο φαντάρος και το μουλάρι, τα πάνε μια χαρά. Στο τέλος της ιππασίας είναι ανεκδιήγητο.

   «Γύρισε τα θεόρατα σφιχτά καπούλια του προς το γραφείο του διοικητή και χωρίς μεγάλο ζόρι τράβηξε μια πορδή (μα μια πορδή!!!) που σείστηκε το τάγμα όλο. Ο καβαλάρης δεν έπαθε αβαρία, γιατί ήταν εκτός βολής. Μόνο που κουφάθηκε λίγο. Όμως τα τζάμια του Διοικητηρίου γίναν θρύψαλα κι οι λαμαρίνες απ’ τα τωλ τρίξανε τόσο δυνατά που πολλοί νομίσανε πως γίνεται σεισμός ή κάποιος αιφνιδιασμός, μπορεί και πόλεμος και τους πιάσανε στον ύπνο…»

  Στη «Φυλετική αφύπνιση» ένας γύφτος ανακτά την αξιοπρέπειά του βλέποντας στον κινηματογράφο ένα Ταρζάν πιο μελαχρινό απ’ αυτόν να κάνει χίλια δυο κατορθώματα. Στο τρίτο  διήγημα,»ένα μουλάρι αφηγείται» την τρυφερή του σχέση με ένα μουλαρά. Στο «Ένας αγνοημένος φιλέλληνας» σατιρίζονται οι φιλοναζιστές εθνικόφρονες αξιωματικοί. Στη «Μουλαροπεριπέτεια», Τα μουλάρια εκδικούνται την ταπείνωση των αναβατών τους από τους κατοίκους ενός χωριού, γεμίζοντάς το καβαλίνες.

  Τα διηγήματα «Της φυλακής» αναφέρονται στους πολιτικούς κρατούμενους. Η «Μπουμπούκα» είναι ένα πουλάκι με το οποίο έχει αναπτύξει τρυφερές σχέσεις ένας από τους κρατούμενος. Κάποτε το χάνει. Άδικα περιμένει τον ερχομό του. Το έχει σκοτώσει ένας από τους φύλακες. Στο «Σινεμά» σατιρίζονται  πρακτικές του αριστερού κινήματος σε σχέση με «αποκλίνοντες» συντρόφους. Η κριτική της αριστεράς αποτελεί εξάλλου μια από τις κύριες θεματικές των διηγημάτων του.

  Στο «Σπάσιμο» βλέπει με συμπάθεια τον αγωνιστή που είναι έτοιμος να σπάσει σε μια στιγμή αδυναμίας. Η στιγμιαία αυτή αδυναμία, παρόλο που ξεπεράστηκε αμέσως, δεν θα του συγχωρεθεί από τους συντρόφους του.

  «Οι άλλοι», οι σύντροφοι, θα γίνουν έξαλλοι από το ροχαλητό του νεοφερμένου συντρόφου, κι ας τους έχει μοιράσει σχεδόν όλα του τα υπάρχοντα, και όχι μόνο το 50% όπως επέβαλλαν οι κανονισμοί των πολιτικών κρατουμένων.

Η «Αποφυλάκιση» είναι μια ελεγεία για τον αγνό αγωνιστή της αριστεράς. Κάνει όνειρα για την αποφυλάκισή του. Κάποτε έρχεται η μέρα. Ενώ όμως δρασκελίζει το κατώφλι της φυλακής, τον σταματάνε και του κάνουν έρευνα. Βρίσκουν πάνω του ένα μήνυμα των φυλακισμένων προς το κόμμα, και τον ξαναρίχνουν μέσα.

  «Ένα πόδι μετέωρο…τα ξύλα της κάσας που κόλλησαν πάνω του  σε  σχήμα φερέτρου, ένα βήμα ανεκπλήρωτο… το χωμάτινο δρόμο τ’ απόβροχου μέσα  στ’ απόγευμα. .. ερευνήστε  ξανά  τη  βαλίτσα….»

  Δεν είναι στίχοι ποιήματος, είναι αποσπάσματα από την προτελευταία παράγραφο. Οι ανάπαιστοι αυτοί καιριότατοι, παραπέμπουν συνειρμικά  στη δόξα που «μελετά τα λαμπρά παλικάρια. «Λαμπρό παληκάρι κι αυτός.

  Το «Καταπληκτικό», το πρώτο από τα διηγήματα «Της ζωής», αναφέρεται στον  συμβιβασμό που έκανε ένας μουσικός, αναγκαζόμενος να γράψει «μπουζουκομουσική», για να δώσει ένα εκπληκτικό αποτέλεσμα. Δεν θα παραξενευόμουν αν ο συγγραφέας, γράφοντας αυτό το διήγημα, είχε υπόψη του τον Θεοδωράκη.

  «Το μαντήλι, ο έρωτας και το συνάχι», με ένα συμβολισμό αντίστοιχο με τον ποιητικό, δείχνει το τέλος ενός ειδυλλίου με την  αρχή του φθινοπώρου.Ο άντρας το αποδίδει στην αποτυχία του τελευταίου τους ραντεβού, γιατί ήταν συναχωμένος. Ήταν μάλιστα τόσο συναχωμένος, που αναγκάστηκε να ζητήσει και το μαντήλι της φίλης του.

  Και η φίλη του; Πού απέδωσε αυτή το τέλος της σχέσης τους;

  «-Το μαντήλι Πόπη μου, το μαντήλι, είναι πάντα χωρισμός. Αν δεν του είχα δώσει το μαντήλι, δεν θα χωρίζαμε ποτέ.»

  «Στη σάλα του σύμπαντος κόσμου» ο ήρωας αντιμετωπίζει  όχι μόνο την απογοήτευση ενός χωρισμού που νόμιζε πρόσκαιρο, αλλά και την εξαπάτηση της τουρίστριας φίλης του που του έκλεψε τον παραπάνω τίτλο, προορισμένο για ένα δικό του έργο, για να φτιάξει ένα συναρπαστικό ρεπορτάζ  από τη σχέση τους.

  Η «επέτειος» ενός γάμου  χαλάει όταν η γυναίκα θυμίζει στον φουκαριάρη σύζυγό της τον δοσά. Είναι έτοιμοι να κάνουν έρωτα. Όμως αυτός αδυνατεί. «Σου είπα δεν θέλω πια. Μη με σκαλίζεις. Δε γίνεται. Καταλαβαίνεις, δεν γίνεται. Δεν μπορώ. Δεν μπορώ. Δεν μπορώ. Ο δοσάς αυτή τη στιγμή στο κρεβάτι μου. Ασιχτίρ.»

  Το «λεωφορείο ο κόσμος» είναι μια τραγελαφική περιγραφή του επιβατικού κοινού ενός λεωφορείου.

»-Ένα βήμα μπρος, ακούστηκε η φωνή του εισπράχτορα απ’ το μεγάφωνο.

-Το «Ένα βήμα μπρος δυο βήματα πίσω» του Λένιν σπουδαίο βιβλίο, είπε ο ένας από τους δυο νεαρούς που δεν νοιάστηκαν καθόλου για όσα συνέβηκαν στο λεωφορείο.

-Και το «Τι να κάνουμε» πρέπει να το ξαναδιαβάσουμε.»

  «Τ’ ανάποδα» είναι πέντε διηγήματα, καταπληκτικά σαν σύλληψη, που θα τα ζήλευε  και ένας Κάφκα.

  Το πρώτο, δισέλιδο, με τον τίτλο «Τηλέφωνο» μοιάζει περισσότερο με άσκηση στη φόρμα. «Το τηλέφωνο κτυπούσε… Ήταν ένας πελάτης. Διαμαρτυρόταν για κάποιο διαμαρτυρημένο γραμμάτιο. «

Στο «Πτώμα» ο ήρωας «βρέθηκε τελικά μπλεγμένος σ’ ένα παρόν όλο χρέη που χρειάστηκε να το ξοφλήσει απ’ το μέλλον».

  Πώς; Προπουλώντας το πτώμα του. Ήταν αδύνατο πια να ξεφύγει. Η πράξη πώλησης αναγραφόταν στο διαβατήριο του και έτσι δεν μπορούσε να το σκάσει στο εξωτερικό.

  Θέλει να εκδικηθεί. Όχι, δεν θα πάρουν το πτώμα του. Ρίχνεται μέσα σ’ ένα καιγόμενο χτίριο, να καεί. Ακούει τις φωνές ενός παγιδευμένου παιδιού. Να το σώσει;

  «Αυτό το παιδί μεγαλώνοντας θα μπλεχτεί σ’ ένα παρόν όλο χρέη, θα πουλήσει το μέλλον του, θα προεισπράξει το πτώμα του. Γιατί η προσπάθεια αυτού του παιδιού στη ζωή, τη δικιά του, αφού το αποτέλεσμα ήταν γνωστό; Για το κέρδος της αγωνίας και μόνο;

  Σαν την Φραγκογιαννού, δεν θα το σώσει.  

Στην «Τροχαία περίπτωση ο ήρωας, ενώ παίρνει τις πιο εξονυχιστικές προφυλάξεις για να μην τον παρασύρει κανένα αμάξι, θα διαμελιστεί τελικά από ένα φορτηγό στην προσπάθειά του να σώσει ένα γεράκο που πουλούσε μαλλί της γριάς.

  Στο «Ζήτημα» γίνεται μια σατιρική αναπαράσταση συνεδρίασης της αριστεράς, με  την ξύλινη γλώσσα των τυποποιημένων και επαναλαμβανόμενων φράσεων, κενών ή συγκεχυμένων νοημάτων. Ο ήρωας, όταν αντιδρά, εκπαραθυρώνεται.

  «Οι κουφοί» είναι επίσης μια σάτιρα της Αριστεράς. «Ενώ άκουγε εξαίρετα τους καθοδηγητές, τα ανώτερα όργανα, ήταν θεόκουφος στα κατώτερα όργανα, στα πιο κάτω στελέχη.»

  «Η σύσκεψη» είναι κι αυτό ένα σατιρικό κείμενο για τις ατέλειωτες «υπνοφόρες» (έτσι τις χαρακτήρισε πετυχημένα ένας σύντροφός μου εκείνα τα χρόνια) συνεδριάσεις της Αριστεράς. Ο ήρωας αναρωτιέται πώς, ενώ είναι ανοιχτή  η πόρτα της εισόδου, αδυνατεί να  ξεφύγει. Πολλοί αναρωτιόμαστε ακόμη.

  Στο «Συμβούλιο» ο σύμβουλος εισηγείται την παραχώρηση «δωρεάν ταφίου εις τον εκλιπόντα συνάδελφον Αθανάσιον Αθανασίου. .. διότι παραχωρούντες τώρα ταφίον εις τον αείμνηστον Αθανάσιον Αθανασίου αι επερχόμεναι γενεαί των συμβούλων θα παραχωρήσουν και εις ημάς δωρεάν ταφίον, διότι άλλως, διατί να εγκαταλείπωμεν τας εργασίας μας και να ασχολούμεθα με το Δημαρχείον, το οστεοφυλάκιο και το νεκροταφείον; Κάλλιστα δεν θα ησχολούμην με τα κοινά, εάν δεν υπήρχε αυτή η τιμητική διάκρισης αποκτήσεως μονίμου τάφου, ταφόπετρας η οποία αιωνίως θα με σκεπάζει και σταυρού ο οποίος θα φέρει χαραγμένο το όνομα μου, την ιδιότητά μου ως συμβούλου και το συγκινητικό ενδιαφέρον μου για το νεκροταφείον της πόλεώς μου, δια να βλέπουν οι επερχόμενοι πόσο μικρόν το παραλάβαμε και πόσον μεγάλο το απεδώσαμεν και να έχουν την φιλοδοξίαν να το επεκτείνουν προς άπασας τας κατευθύνσεις, καλύπτοντες την πόλιν όλην με τάφους οικογενειακούς, ατομικούς, συγγενικούς, μονίμους, προσωρινούς, επ’ ενοικίω, δι αντιπαροχής, δια προπωλήσεων, με δόσεις, τάφους βρεφών οι οποίοι είναι οικονομικότεροι διότι καταλαμβάνουν ολιγότερων χώρον, τάφους τρυφερών κορασιών, διότι λειώνουν γρηγορότερον, τάφους ονείρων, τάφους ελπίδων, τάφους ερώτων, διότι δεν πιάνουν καθόλου χώρον…»

  Στις μεταγενέστερες εκδόσεις της συλλογής περιλαμβάνονται και  τρία   διηγήματα που   πρωτοδημοσιεύθηκαν στα «Νέα Κείμενα 2» τον  χειμώνα  του 72, σύμφωνα με επιθυμία  του  συγγραφέα. Το «Ένα  κορίτσι» «είναι   τρελή. Μ’ όλα  τα  παρακάλια   των δικών της είπε πως προτιμάει τη φυλακή παρά να δει τα μούτρα αυτών που γυρίζουν». Αυτοί που γύριζαν ήταν οι  συλληφθέντες από τη χούντα, που γύριζαν στα σπίτια τους αφού υπόγραφαν δήλωση.

  Στο «Ψαράκι της γυάλας» όπως και στο «Ο Γιάννης το θεριό μυρμήγκι» δεν υπάρχει η αντίθεση ανάμεσα στους σπασμένους και σ’ αυτούς που δεν θέλουν να το βάλουν κάτω, όπως  στο  προηγούμενο   διήγημα. Υπάρχει   ο  σπασμένος  που διατηρεί μέσα του   κάποιες  σπίθες  ηρωισμού. Στο «Ψαράκι της  γυάλας» (που ανθολογείται   στα  κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Γ Λυκείου) ο ήρωας, συμβιβασμένος από   χρόνια, θα ρισκάρει τη σύλληψη (η  χούντα   εκείνο   τον   καιρό   συνελάμβανε   όλους τους φακελωμένους) επιστρέφοντας σπίτι του, για να γλιτώσει το ψαράκι  στη γυάλα που το είχε ξεχάσει στη βιάση του να φύγει.

   «Ο Γιάννης το θεριό μερμήγκι» ωρύεται μέσα στο κελί του, τύφλα στο μεθύσι, κατά των κομμουνιστών, μπας και τον αφήσουν. Ο αφηγητής, φυλακισμένος μαζί του, στην αρχή τον φοβάται, καθώς τον βλέπει έτσι μπρατσωμένο. Τον στριμώχνει όμως σιγά σιγά, αναγκάζοντας τον να παραδεχθεί με τρόμο το κομμουνιστικό παρελθόν του που δεν ήταν ολότελα παρελθόν, αφού αποδεικνύεται ότι πριν λίγο είχε γεμίσει το Παγκράτι με συνθήματα, μαζί με ένα φίλο του. Ο αφηγητής μάταια θα τον αναζητεί επί μήνες στην ταβέρνα όπου συχνάζει. Εξακολουθεί να είναι μέσα.

»Ο μπιντές και άλλες ιστορίες» είναι η δεύτερη συλλογή διηγημάτων του Μάριου Χάκκα. Εκδομένη το 1970, την χωρίζουν τέσσερα χρόνια από την πρώτη συλλογή.

Παρόλο που ο τίτλος λέει «…και άλλες ιστορίες», οι άλλες ιστορίες, εκτός από τον μπιντέ, είναι λίγες. Στην πραγματικότητα τα περισσότερα από τα κείμενα αυτά δεν είναι ιστορίες,  αλλά «εξομολογήσεις», όπως δηλώνει πολύ χαρακτηριστικά ο υπότιτλος της πρώτης ομάδας κειμένων. Οι εξομολογήσεις αυτές, με τη μορφή του εσωτερικού μονόλογου, έχουν ένα  ποιητικό, λυρικό χαρακτήρα, που ώρες ώρες  γίνεται   ολότελα  κρυπτικός.Ο ποιητής, με   οξυμένη  την  ευαισθησία  του  από  την  αρρώστια  και   την  απογοήτευση  της  δικτατορίας, έχοντας  ήδη βιώσει την  παραίτηση  και   τον  συμβιβασμό   των πολλών, την απογοήτευση   των («Τυφεκιοφόρος  του εχθρού» μόνο με μια τέτοια  γλώσσα  θα  μπορούσε   να  εκφραστεί. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα από το «Έτσι, σαν πρόλογος» της συλλογής, και από την άποψη του ύφους και από την άποψη του ιδεολογικού στίγματος της συλλογής.

  «Τόσα χρόνια  σ’ αυτόν τον μάταιο πόλεμο, κι ακόμα πασχίζω, γαβγίζοντας, έστω κι ας μην μπορώ να δαγκώσω, γράφοντας συνθήματα οργής πίσω από πόρτες δημόσιων καμπινέδων, αφημένος στο επικίνδυνο μπότζι των νεύρων μου να μου χαράζει πορεία, ανοίγοντας κλουβιά καναρινιών στο καταχείμωνο, που θα βρεθούνε σαν τα όνειρα μας κόκαλο στο ρείθρο ή φτερά να ταξιδεύουν πάνω απ’ αυλές, οδούς και στέγες – πούπουλα».

  Στην πρώτη εξομολόγηση ο συγγραφέας αναφέρεται στο «τσαλάκωμα» της ζωής του.

  «…Όλα αυτά περάσανε μέσα μας, όπως χαπάκια που τα διέλυσαν άλλοι κρυφά στο φαΐ μας και δεν το πήραμε είδηση, ιδέες που μας τις πάσαραν με μια επιδέξια κίνηση, ίσως στον ύπνο, ένεση που μας την έκαναν με υψηλό πυρετό και δεν αισθανθήκαμε μέσα στο λήθαργο ούτε το τσίμπημα».

  Στην «Περίπτωση θανάτου» ο συγγραφέας αναλογίζεται με απελπισία την προοπτική του πρόωρου  θανάτου του.

  «…έζησα, προχωρώντας στην τελική ευθεία, χωρίς να ‘χω τουλάχιστον τρεις πήχες χασέ, τα μπουρμπουάρ των τραυματιοφορέων, κι ένα καλό στίχο στο στόμα για να δείξω στην πύλη».

  Οι «Εξαιρετικές στιγμές» είναι η αναπόληση μιας αγάπης που στο «Ένας χωρισμός» αποκαλύπτεται η αναξιότητά της. Η «Αυτοπυρπόληση» είναι οι φαντασιώσεις κάποιου που περιμένοντας τη γνωμάτευση του γιατρού νομίζει ότι πάσχει από ανίατη αρρώστια. Ανακουφίζεται απέραντα όταν, μετά την εξέταση, τον καθησυχάζει ο γιατρός. (Ανάλογο θέμα αναπτύσσει και η Μάρω  Βαμβουνάκη στο   διήγημά  της  «Τα γνωστά και τα άγνωστα» από  τη  συλλογή «Ιστορίες με  καλό τέλος». Η ηρωίδα, σίγουρη ότι  έχει  καρκίνο, θα  ξαναγυρίσει   απελπισμένη  στον πρώην  άντρα  της  για   να  τον εγκαταλείψει πάλι μόλις οι εξετάσεις που παίρνει δείξουν αρνητικές.)

  «Ο φόνος» είναι η αφήγηση ενός τρελού.

  «…Ο Μαρξ ήταν μεγάλο κεφάλι… στη ζωή μου με ταλαιπώρησε και έπρεπε κάποτε να απαλλαγώ κι απ’ αυτόν».

  Μια γυναίκα με την οποία τα είχε, του έφυγε γιατί της είχε ζαλίσει το κεφάλι με τον Μαρξ. Φαντάζεται να τη διαμελίζει σαν κούκλα.

  «…ας γύριζε πίσω για ένα ήσυχο ύπνο. Υπόσχομαι να μην ξαναβγάλω άχνα για Μαρξ. Κι ο νόμος της  υπεραξίας του, καλά που τον ξέρουμε για να πιάνουμε τους άλλους κορόιδα. Όχι πια πάλη των τάξεων, μόνο πάλη κορμιών στο κρεβάτι.»

  Το ίδιο πράγμα θα πουν αργότερα ο Μίλαν Κούντερα και ο Χρόνης Μίσσιος.
  Οι ιστορίες με υπότιτλο « Η διάλυση» δεν είναι κι αυτές παρά εξομολογήσεις. Στην «Κατά Μάικ» εξομολόγηση, ο Χάκκας αναπτύσσει πάλι το δίδυμο του σεξουαλικού κηρύγματος με την κριτικής ενάντια  στο κόμμα. «Μόνο ο σεξουαλισμός θα μας σώσει, ο σοσιαλισμός δεν θα έλθει», θα αναφωνήσει αφοριστικά. Καλά που ο Τάκης σκοτώθηκε νωρίς. «Πώς θα γινόταν ο Τάκης αν ζούσε, πώς θα τον σιάχναν οι δικοί του νομίζετε; Ίδιο με τον άλλον τον Τάκη, τον ανορθόδοξο. Εκεί θα καταντούσε. Κι έτσι δεν έχει καμιά σημασία ούτε για κείνον που έζησε, ούτε για κείνον που χάθηκε. Δεν υπάρχει δικαίωση. Κάθε είδους δικαίωση είναι κατασκευή, κι ίσως το μόνο που υπάρχει είναι η στιγμή που περπατάς ή που  στέκεσαι κατά ένα τρόπο που ποτέ άλλος άνθρωπος δεν στάθηκε ή δεν περπάτησε».

  Το «Κατά των ανθέων» είναι μια σπαρταριστή σατιρική αφήγηση ενάντια στις συμβατικότητες που καταστρέφουν την ερωτική αμεσότητα και τον αυθορμητισμό. Επιδιώκοντας ο ήρωας μια τέτοια αμεσότητα με μια κοπέλα, θα τα κάνει θάλασσα.

  Η «Τοιχογραφία» είναι μια ελεγεία για την Καισιαριανή του κατοχικού θρύλου.
»Καισαριανή, ιδρώνω, Καισαριανή, ασφυκτιώ, Καισαριανή, αναγουλιάζω. Κάθεσαι με το σούρουπο και δροσίζεσαι στα πεζοδρόμια, ενώ τα κορίτσια σου κατεβαίνουν  με τα τσαντάκια στο χέρι για την πιάτσα. Πίνεις τη σουμάδα σου με τα λεφτά της μεσιτείας και ρεύεσαι… Πού η λεβεντιά σου και πού η λευτεριά σου… Τίποτα δεν μένει. Τώρα σοβατίζεις τα τελευταία ίχνη πολυβολισμών στο μέτωπό σου, σαν γέρικο σκυλί που γλύφει τις πληγές του στην επούλωση… «.

  Στο «Νερό» επικρατεί η ίδια σαρκαστική  διάθεση.

  «Λευτεριά της αυλής, του ούζου και του ταβλιού, παρέα με τον μπατζανάκη μου, εσένα  προσκυνάω. Λευτεριά  της  βδομαδιάτικης δουλειάς  και   της  κυριακάτικης   εκδρομής, εσένα  λατρεύω. Λευτεριά, μ’ ένα οικοπεδάκι σ’ εξαγόρασα κι ένα  βιβλιάριο καταθέσεων. Λευτεριά, τ’ αυτοκίνητο μου  τρέχει  μ’ εκατόν  είκοσι   την ώρα, μεγάλη η ταχύτητα, ούτε τα  δένδρα δεν προλαβαίνω να κοιτάξω, πού να  διακρίνω χέρια κι αλυσίδες. Λευτεριά, πώς σου φαίνεται η καινούρια μου γραβάτα   και το πουκάμισο με τα μοντέρνα γιακαδάκια; Ποιο   κουστούμι να φορέσω  όταν  έρθεις κι αν έρθεις; Και το πατούμενο; Καλά, έ; Όπου  πατάω  τρίζει, όχι   βέβαια  η  γη. Κάποτε  πατούσα ξυπόλυτος κι έτριζε η  γη. Άλλα χρόνια…»

  Στον  «Γκορπισμό»   ο  συγγραφέας  ταλανίζεται  πάλι από το ενδεχόμενο  του  επερχόμενου  θανάτου  του.

»…αν  θα υπάρξω, είμαι τώρα πια  βέβαιος, δε θα  οφείλεται στα γραφτά μου, αλλά  στις  πράξεις μου, στα  κορίτσια  που χάιδεψα, στους φίλους που φίλεψα παρηγοριά κι εγκαρτέρηση, για όσο καιρό φυσικά θα υπάρχουν κι αυτοί.»

  Ο συγγραφέας κάνει σύγκριση του νοσοκομείου όπου βρίσκεται με τη «Φυλακή», στην ομώνυμη ιστορία. Στη φυλακή υπάρχει η ελπίδα της αποφυλάκισης, στο νοσοκομείο δεν υπάρχει καμιά.

  Ο επικείμενος θάνατός του δεν είναι όμως η μόνη αιτία της θλίψης του.

  «Δεν κρατιέμαι πια από πουθενά. Απ’ όπου κι αν πιάστηκα, σπάσαν ξερά κλαδιά. Η ανθρωπότητα αδιαφορεί για την ύπαρξή μου κι εγώ άλλο τόσο για κείνη. Οι ιδεολογίες δεν είναι πια στρογγυλές, τόσα ρήγματα και τόσα μπαλώματα. «

  Στον «Τρίτο νεφρό» ο συγγραφέας θλίβεται για το μισοτελειωμένο έργο του. 
  «Δε θέλω χρόνο. Ζωή θέλω, μ’ όλο που το δεύτερο προϋποθέτει το πρώτο, ζωή να τη σπαταλήσω πίσω από τις φράσεις, ζωή να χτίσω παραγράφους, να οικοδομήσω ένα έργο δίνοντας στο λόγο μια τρίτη διάσταση γιατί τη δεύτερη τη βρήκαν άλλοι, την κατέγραψαν οι δάσκαλοι κι εγώ πρέπει να πάω παρά πέρα. «
  Στο αφήγημα αυτό υπάρχει ένα από τα ωραιότερα λογοπαίγνιά του, που αποτελούν ένα από τα κύρια υφολογικά  χαρακτηρίστηκα του έργου του. Βρίσκει την «ποίηση για την ποίηση» του Mallarme, mal armee (καλά εξοπλισμένη). Ζητά μια ποίηση βιωματική, που να βγαίνει μέσα από τον πόνο, alarmee (τρομαγμένη, αφυπνισμένη) προϋπόθεση για να γίνει bien armee (καλά οπλισμένη).

  Στην τρίτη υποενότητα που φέρει και τον τίτλο της συλλογής έχουμε πραγματικές ιστορίες, όπως στην πρώτη συλλογή. Ο «Μπιντές» είναι ένα σατιρικό κείμενο γι αυτούς που σκοτώνονται μια ζωή για να αποκτήσουν ένα σπιτάκι. Οι «Άφαντοι» είναι κάποιοι αγνοούμενοι της Μικρασιατικής  καταστροφής που προτίμησαν να μείνουν στην Μικρά Ασία παρά να γυρίσουν στις μέγαιρες συμβίες τους, που δεν θα πάψουν να τους αναζητούν.

  «Ο φωτογράφος» είναι μια Καυκική ιστορία. Ο φωτογράφος γερνάει στο φωτογραφείο του προκειμένου να πετύχει τη σωστή μεγέθυνση  της φωτογραφίας ενός νεκρού. Η χήρα του δεν τον αναγνώριζει. Και όταν σε μια τελευταία απελπισμένη χειρονομία βάζει τα δικά του χαρακτηριστικά, εκείνη θα αναφωνήσει:

  «Εσύ είσαι, και κλαίει μ’ αναφιλητά.» Ποιο το αποτέλεσμα αυτής της  προσπάθειας;

»Είμαι ένα κάδρο. Φοράω γραβάτα, έχω μαλλιά εκεί που μου λείπουν, κόκκινα χείλη και κέρινα μάτια.»

  «Το καμιόνι» αναφέρεται στον Μήτσο, που είναι μόνιμα κυνηγημένος.
  «Με κυνηγάει ακόμη. Με κυνηγάει για μια κλεμμένη γερμανική κουραμάνα. Με κυνηγάει ένα εγγλέζικο τανκ για μια ροχάλα τάλιρο στο φινιστρίνι του. Με κυνηγάνε  όλοι οι μυστικοί της συνοικίας. Με κυνηγάει ο δοσάς της γειτονιάς ζητώντας την τελευταία δόση απ’ το πρώτο μου κουστούμι. Με κυνηγάνε της κρεβατοκάμαρας γραμμάτια.»

  Στο τέλος θα σκοτωθεί από καμιόνι. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι έπεσε επίτηδες πάνω του.

  Το «Ένα κρανίο γεμάτο λουλούδια» είναι μια σουρεαλιστική αφήγηση.

  «Η Νούλα ήταν το μοναδικό κάδρο που φορούσε καπέλο, κάτι λουλούδια σάπια  που μπλέκονταν με τα μαλλιά της, κι όλα μαζί στούμπωναν το εσωτερικό του  κρανίου». Κάποια στιγμή η Νούλα λέει: «Τώρα  βγάζω το καπέλο  μου». Προσπαθούν να την αποτρέψουν. Μάταια.

  «Όλοι τώρα βλέπαμε το ανοιγμένο κρανίο, τη μαύρη τρύπα να χάσκει. Μερικοί  σκύβαν πάνω  απ’ την άβυσσο μήπως και διακρίνουν στο σκοτάδι της ποίησης νέα  σχήματα, ρίζες για νέα  λουλούδια, αν  υπήρχε έδαφος και γι άλλη ανθοφορία να  κλείσει το  χάσμα…»

  Οι «Θέσεις» είναι επίσης ένα σουρεαλιστικό, σατιρικό αφήγημα για τους  κατέχοντες τις κομματικές θέσεις και οι οποίοι μοιράζουν, μέσω της γνωστής  πελατειακής σχέσης, τις θέσεις στο δημόσιο. Ένα εξαγριωμένο πλήθος ορμάει πάνω στον υπάλληλο.

  «Πρώτα θα τον ξεχωρίσουμε από την καρέκλα, άλλο αυτός και άλλο η καρέκλα», κι έβγαλε σφυρί και καλέμι. «Μετά θα ξηλώσουμε  το νάρθηκα να μείνει το μυαλό  του ελεύθερο και θα σπάσουμε την αγκύλωση της σκέψης του. Χωρίς «θέσεις» πια ελπίζω να κινηθεί πιο ανθρώπινα. Τέλος θα τον μπάσουμε σε μια αγωγή σωστού περπατήματος…»

  «Το λαχείο» είναι ένα δεύτερο «Ψαράκι της γυάλας». Ο συμβιβασμένος σαραντάρης που ονειρεύεται τον πρώτο λαχνό, θα παρασυρθεί από τον ενθουσιασμό ενός εικοσάρη, αντικαθρεπτισμό της νιότης του, και σε μια ελάσσονα ηρωική χειρονομία, θα πετάξει το λαχείο, στο οποίο είχε επενδύσει τόσες ελπίδες, στον υπόνομο.

  Το «Μη μόναν όψιν» αναφέρεται στην μετά από χρόνια τυχαία συνάντηση ενός επίδοξου εκτελεστή με το θύμα του, επίσης εκτελεστή. Το θύμα θα πει με πίκρα:
  «Εσύ γνώρισες το πραγματικό πρόσωπο μου. Εγώ πώς θα γνωρίσω του δικού σας, που πια δεν υπάρχει; Χαροπάλεψε μάταια. Πέθανε λίγες μέρες μετά. Έρχεται στα όνειρα πάντα μπρουμουτισμένος στην άσφαλτο… «

  Μια ζεστή ανθρώπινη σχέση θα αναπτυχθεί ανάμεσα στους δυο πάλαι ποτέ αντιπάλους.

  «Η επιστροφή του αόρατου, ένας κάπως αισιόδοξος επίλογος», είναι ο μονόλογος ενός ανθρώπου που φαντάζεται μια κουδουνίστρα για μεγάλους, που μέσα θα έχει τα σκάγια από άχρηστα πια φυσίγγια.

  Η τρίτη συλλογή, «Το κοινόβιο», εκδίδεται όπως είπαμε το 1972, λίγο μετά το θάνατο του συγγραφέα. Στο «Κοινόβιο», το ένα από τα τρία εκτενή αφηγήματα της συλλογής, ο συγγραφέας ονειρεύεται μια κοινοβιακή ζωή με τους φίλους του (τους συναντήσαμε ήδη στην προηγουμένη συλλογή) στο μοναστήρι του άη Γιώργη του Κουταλά, κάπου μεταξύ Καισαριανής και Καρέα. Ο πόνος μπροστά στον επερχόμενο θάνατο και η θλίψη για την επένδυση σε ένα αγώνα χωρίς αντίκρυσμα, που υπονομεύθηκε από τα μέσα, είναι πιο έντονα εδώ.

  «Τόσα χρόνια μπουχτίσαμε από θαλαμάρχες, παρεάρχες, ακτινάρχες, όλων των ειδών τους άρχες, όρχεις, που μας επέβαλλαν να κατουράμε στη βούτα κατά ομοιόμορφο τρόπο. Έπρεπε το κάτουρο να χτυπάει στον τενεκέ αριστερά και πάνω. Έτσι και σου ξέφευγε, γινόσουν ύποπτος.)»

  «Δεν πρόκειται να ξανασχοληθώ με τα κοινά, μόνο με τις κοινές», λέει κάνοντας το γνωστό του λογοπαίγνιο. Ο έρωτας είναι το μόνο απτό και συγκεκριμένο. Ονειρεύεται ένα εικοσάρη υπουργό έρωτα, που θα παίρνει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να απολαμβάνει καλύτερα καλλίτερα τον έρωτα η νεολαία.

»Για τους μεγάλους κανένα σύστημα και καμιά κοινωνία του μέλλοντος δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Αυτοί θ’ αντιμετωπίζουν τον μέγα εξουσιαστή, τον υπουργό του Θανάτου. Εγώ ήδη τον βλέπω κατάματα, νιώθω πολλές  φορές  να μου  χαμογελάει, κι έτσι σιγά σιγά εξοικειώνομαι να μην  ελπίζω».

  Το κοινόβιο είναι όνειρο. Οι φίλοι του είναι βολεμένοι ή διαλυμένοι. Κάποιοι μάλιστα είναι νεκροί. Η τετάρτη που συναντώνται «κατάντησε γι αυτούς που απομένουν μνήμη και νεκρολόγιο».

  Και η θητεία στην Αριστερά ήταν μια συμμετοχή σε ένα είδος κοινοβίου. Όμως, γράφει, «…δεν μπόρεσα να σταθώ σε κανένα κοινόβιο, είμαι ανεπιθύμητος, γκρίνιαζα, γι αυτό και κάθε σελίδα γέμιζαν οι πνεύμονες, η κοιλιά, το συκώτι, κάθε φράση και κάθε παράγραφος  κι από ένας καρκίνος. Μόνο ο εγκέφαλος έμεινε απείραχτος, όσο υπάρχει κι αυτός, να κάνω κανένα καλαμπούρι».

  Όμως υπάρχει ένα  κοινόβιο που τον περιμένει. Αυτό στους ουρανούς.

Το δεύτερο μεγάλο αφήγημα, «Τα τελευταία μου», γράφεται κάτω από τη ζοφερή προοπτική του επικείμενου θανάτου. Αποτελεί μια μοναδική στο είδος της μαρτυρία για το πώς νιώθει κάποιος που η αρρώστια τον έχει καταδικάσει σε ένα αναπόφευκτο, και μάλιστα κοντινό, θάνατο.

  Ακόμη παραπέρα: ένα θάνατο όπου δεν υπάρχει καν η προσδοκία μιας μέλλουσας ζωής. Κι ακόμη: Ο θάνατος αυτός δεν είναι από εκείνους τους ηρωικούς θανάτους, στην υπηρεσία ενός μεγάλου σκοπού. Κι ακόμη: Δεν υπάρχει η πίστη σε κανένα σκοπό. Αυτός που υπήρχε έχει ξεφτίσει.

  Σε μια φαντασιακή εκδραμάτιση, ο Μάριος Χάκκας φαντάζεται την κηδεία του. Όχι σαν μια τελετή σπαρακτικού αποχωρισμού από γνωστούς και φίλους.

»Τώρα άλλοι ρίχνουν με φτυάρια, άλλοι για να μη λερωθούν σπρώχνουν με τα  πόδια και βουλώνουν το λάκκο, τρεις μαζί κουβαλούσαν μια τεράστια πέτρα, κάποιος πέταξε κι ένα γεμάτο σκουπιδοτενεκέ.» Αυτή η φοβερή αίσθηση του ετοιμοθάνατου, ότι οι ζωντανοί θέλουν να ξεμπερδεύουν όσο γίνεται πιο γρήγορα μαζί του!

  Το αφήγημα τελειώνει με ένα ποιητικό κείμενο, στο ύφος της Ασκητικής του Καζαντζάκη.

  «Δεν θέλω έλεος, δε θέλω έλεος θεέ μου (Το ‘θεέ μου’ αναστεναγμός  από  τα  φύλλα της καρδιάς και όχι επίκληση)… Κανέναν, κανένα δεν έβλαψα και τίποτα το πονηρό σε βάρος άλλου δεν έπραξα, έτσι που να δικαιώσω τα λόγια σου και να δεχτώ την κρίση  σου.

   Ψάχνω και δεν βρίσκω την αλήθεια, τα κρυφά και τα αφανέρωτα μου  μένουν πάντα  άγνωστα…

  Μη βάζεις εμπόδιο το πρόσωπό σου, άφησέ με να δω και πέρα απ’ αυτό. «

  Ο «Ένοχος ενοχής» είναι η «Δίκη» του Χάκκα, πιο σύντομη απ’ αυτή  του  Κάφκα. Σε ένα σουρεαλιστικό περιβάλλον ο ήρωας θα ανακριθεί, θα δικαστεί, θα  καταδικασθεί και θα εκτελεσθεί. Σαν φόρμα είναι αρκετά πρωτότυπο κείμενο, με   μια εναλλαγή θεατρικής γραφής και  πρόζας.

ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ: Είδατε τη διαφορά των προβάτων; Τ’ από κει είναι  μαρκαρισμένα, τους έχουνε βάλει με καυτό σίδερο νούμερα επάνω. Τ’ από δω είναι   ελεύθερα.

Ο Χ:  -Είναι αλήθεια, δεν έχουνε σημάδια επάνω τους, όμως τα φυλάει τσομπάνος.

ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ:Τέλος  πάντων, με  ποιους είστε, με τους από δω ή με τους από   κει;

Ο Χ:  Με τα πρόβατα.

  Τα «Ρετάλια», άσχετα από τις συνυποδηλώσεις του γενικού τίτλου και παρά το μικρό τους μέγεθος, είναι κείμενα εξαίρετα σε σύλληψη και σε γραφή. Όπως και τα  τρία προηγούμενα, παρά τους  ανάπαιστους που κυνηγάνε μόνιμα τον  συγγραφέα, δεν έχουν τον κρυπτικό-ποιητικό χαρακτήρα των αφηγημάτων της προηγουμένης συλλογής.

  Στο «Τσιλιμπίκ ή Τσιλιμπάκι» ο συγγραφέας εκφράζει μια χαρακτηριστική  μεταμοντέρνα αντίληψη.

  «Και η αρμονία μέσα μας κι έξω μας ούτε που με νοιάζει. Μπούχτισα πια από αρμονίες, κάτι, χέρια-αστέρια και περιστέρια—μαχαίρια με κάνουνε να ξερνάω, ενώ αγάλλομαι στη δυσαρμονία, έστω αστέρια-τσουτσούνες κι ας μην τους ταιριάζει, ας δυοαρμονήσουν και μια φορά, αρκετά μας ταλαιπώρησαν οι εύκολες ρίμες…

  Στο «με τη θέλησή μου» ο συγγραφέας αναφέρεται πάλι στη σχέση του με την Αριστερά.

»Μου ερχότανε πολλές φορές να πιάσω τα σίδερα και να φωνάξω ‘Βγάλτε με, βρε, άλλαξε τώρα η θέλησή μου’ αλλά εκείνοι επέμεναν πως πρέπει να επιμείνω στην αρχική, μάλιστα είχανε πράκτορες ανάμεσά μας που έλεγαν ‘δεν είναι σωστό να αλλάζει κανείς’… Την επόμενη που μου είπαν να ξαναμπώ μέσα με τη θέλησή μου τους απάντησα πως δεν θα μπορέσω. ‘Μα γιατί, είσαι δικός του’ επέμεναν οι άλλοι από πάνω, ‘είσαι δικός μας’ έλεγαν οι άλλοι από κάτω. Κανενός. Επιτέλους είμαι δικός μου’. «

  Στο «Μπροστά σ’ ένα τάφο» (του  Καρλ Μαρξ) ο συγγραφέας εκφράζει για άλλη μια φορά την απογοήτευσή του από  την αριστερά και τους  γεμάτους  έπαρση  συντρόφους, τα Τζουγκασβίλια (Τζουγκασβίλι ήταν το πραγματικό όνομα του   Στάλιν) που ξεπάστρεψαν τους λίγους εναπομείναντες καλούς. «Έτσι την πάθαμε όλοι, κι ίσως κι ο ίδιος ο Μαρξ, γιατί δεν πιστεύω να ήθελε αυτούς  τους  αχώνευτους», καταλήγει ο συγγραφέας.

  Το «Ένας θείος» είναι ένα σατιρικό κείμενο για κάποιον που η αστυνομία ενοχλεί  κάθε τόσο, θεωρώντας τον φανατικό αριστερό, γιατί του σκότωσαν τον αδελφό «Του σκοτώσαμε τον αδελφό, σκέφτονται, μπορεί να ξεχάσει ποτέ; Με κάτι τέτοια και   τέτοια ο Βασίλης τσαντίζεται που δεν τον αφήνουν ήσυχο να ασχοληθεί με τη  δουλειά, τα παιδιά και τ’ ανίψια.»

  Στο τελευταίο κείμενο, «Σκοπευτήριο  Καισαριανής», ο συγγραφέας φοβάται μια   επικείμενη εποχή που ο χώρος θα μοιραστεί σε οικόπεδα, και το σκοπευτήριο θα μείνει μια απλή ονομασία, χωρίς να θυμίζει τους εκτελεσμένους.

  Και ανάμεσά τους δεν ήσαν μόνο ήρωες της αντίστασης, υπήρχαν και οι απλοί σαλταδόροι.

  «Σκέφτομαι αυτά τα σκληρά παιδιά που είχανε σύμβουλο την πείνα και ιδανικό τους τη ρεζέρβα. Έφτασαν κατάμονα μπροστά στην τάφρο χωρίς ελπίδα ότι το κόμμα τους θα κάνει  μνημόσυνο, χωρίς  κάποια  δικαίωση μετά. Και πώς να συμπαρασταθείς στη μοναξιά τους; Οι άλλοι έχουν ανθρώπους να τους κλάψουνε, εκατοντάδες τα στεφάνια, συνθήματα, τραγούδια και ποιήματα».

    Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι η θεματική του συγγραφέα είναι οι ταλαιπωρίες του απλού, βασανισμένου ανθρώπου της Αριστεράς, οι εμπειρίες και η απογοήτευσή του απ’ αυτό το κίνημα, και ο επικείμενος θάνατός του. Ο λόγος του συχνά είναι εξομολογητικός και ποιητικός. Ένας συχνός αναπαιστικός κυματισμός της γλώσσας δίνει μια ιδιαίτερη μουσική ποιότητα στο λόγο του, που σε απαγγελία μπορεί να εκτιμηθεί καλύτερα. Κατά περίπτωση ειρωνικός και σατιρικός, κάνει απολαυστικά τα κείμενά του. Τέλος η αγάπη του για τα λογοπαίγνια δίνει μια προσωπική σφραγίδα στο ύφος του.


*Μπάμπης Δερμιτζάκης
 για το http://www.lexima.gr
4/11/2007

xakkas_portrait1

towards foreign by Colleen Knight

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

dawdling
in damp
leather soles
I’ve just existed in
since breakfast
down the Roman road
…………………towards home
a dragged out daytime
at school
gold & brown
uniforms
book learning
…………………in a country
…………………that is not mine
and yet
it makes
me wonder
…………………because I have
…………………a British mum
who dragged us
back here
again &
away from
my overseas father
…………………“Bloody American”
I hear
a voice
further back of me
I pivot around
he is in
the same uniform
a lad I do not recognize
I march
a hint hurried
he hounds
hollering
…………………“Bloody American
………………….go home!”
I swivel
& punch
him in the face
…………………“I’m Canadian!”
I spit
as I lean
over him
my skirt askew
silent pub
offers no safety
oy
you’ll never
seem to halt hating
you just
don’t stop
just
stop
…………………..the hate is spreading
…………………..

View original post 14 more words

Το τελευταίο γράμμα του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι

futurist_mayakovsky

ως μία αφορμή για να τον αναζητήσουμε και να τον διαβάσουμε ξανά

Σε όλους
Για το θάνατό μου μην κατηγορήσετε κανένα
και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά.
Το απεχθανόταν αυτό φοβερά ο μακαρίτης.
Μητέρα, αδελφές και σύντροφοι, συγχωρέστε με – αυτός δεν είναι τρόπος-
(δεν τον συμβουλεύω σε άλλους)
μα δεν έχω διέξοδο. Λίλια αγάπαμε.
Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι
η Λίλια Μπρικ, η μητέρα, η αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλωτοβα Πολόνσκαγια.
Αν τους εξασφαλίσεις μια υποφερτή ζωή, ευχαριστώ

Τ’ αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρικ.
Αυτοί θα τα ξεδιαλύνουν.
“Το επεισόδιο θεωρείται λήξαν” καθώς λεν
και εμείς ας πούμε
τη βάρκα του έρωτα
τη συνέτριψε η ζωή.
Είμαστε πάτσι τώρα οι δυό μας
και δεν έχει νόημα να καταγραφούνε κάθε αμοιβαίος πόνος, συμφορά και προσβολή.
Να ‘στε καλά.
Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι
Υστερόγραφο 12.IV.30
Σύντροφοι της ΡΑΠΠ. Μη με θεωρήσετε λιγόψυχο.
Σοβαρά, τίποτα δεν μπορεί να γίνει.
Γειά σας.
Πέστε του Γιερμίλοφ, λυπάμαι που έβγαλα το σύνθημα,
έπρεπε να συνεχίσω τον καυγά ως το τέλος.

Β.Μ.

Στο τραπέζι μου είναι 2.000 ρούβλια – δώστε τα στην Εφορία.
Τα υπόλοιπα πάρτε τα απ’ τις Κρατικές Εκδόσεις.
Β.Μ.

Octavio Paz, Ποίηση και Ιστορία

Octavio-Paz-piedra-de-sol

1

Κάθε ποίημα είναι μια προσπάθεια συμφιλίωσης της ιστορίας με την ποίηση προς όφελος της δεύτερης. Ο ποιητής προσπαθεί να αποφύγει την τυραννία της ιστορίας ακόμη κι όταν αναγνωρίζει τον εαυτό του στην κοινωνία στην οποία ζει, ακόμη κι όταν συμμετέχει σε ό,τι αποκαλείται «συγχρονικότητα της εποχής» – μια ακραία στάση που γίνεται ολοένα και λιγότερο κατανοητή στον σύγχρονο κόσμο. Όλα τα μεγάλα ποιητικά πειράματα – απ’ τη μαγική φόρμουλα και το επικό ποίημα μέχρι την αυτόματη γραφή – αξιώνουν τη χρήση του ποιήματος ωσάν ένα χωνευτήρι για την ιστορία και την ποίηση, για το γεγονός και τον μύθο, για την καθομιλουμένη (γλώσσα) και τη φαντασία, για τον εορτασμό και την ημερομηνία που δε μπορεί να επαναληφθεί, ημερομηνία που είναι ζωντανή και τροφοδοτείται με μια μυστική γονιμότητα, η οποία με τη σειρά της συνεχίζει εξακολουθητικά να εγκαινιάζει μια νέα περίοδο. Η φύση του ποιήματος είναι ανάλογη μ’ αυτήν της Φιέστας, η οποία εκτός από μια απλή αναφορά στο ημερολόγιο, αποτελεί επίσης ένα ρήγμα στην ακολουθία του χρόνου καθώς και μια εισβολή του Ενεστώτα που επιστρέφει περιοδικά δίχως χθες και δίχως αύριο. Κάθε ποίημα είναι μια Φιέστα, ένα ίζημα γνήσιου χρόνου.

Η σχέση μεταξύ ανθρώπου και ιστορίας είναι σχέση σκλαβιάς και εξάρτησης. Γιατί, εάν είμαστε οι μόνοι πρωταγωνιστές της ιστορίας, είμαστε επίσης το ακατέργαστό της υλικό αλλά και τα θύματά της: η ιστορία μπορεί να εκπληρωθεί μόνο διαμέσου της δικιάς μας ανάλωσης. Η ποίηση μεταποιεί ριζικά τη σχέση αυτή – μπορεί να βρει την ολοκλήρωσή της μόνο μέσα απ’ την ανάλωση της ιστορίας. Όλα τα προϊόντας της – ο ήρωας, ο δολοφόνος, ο εραστής, η αλληγορία, η αποσπασματική επιγραφή, το ρεφραίν, ο όρκος, ο ακούσιος θαυμασμός στα χείλη του παιδιού που παίζει, ο καταδικασμένος εγκληματίας, το κορίτσι που κάνει έρωτα για πρώτη φορά, η φράση που αντέχει στον άνεμο, το κομματάκι κλάματος – όλα αυτά, μαζί με τον αρχαϊσμό, το νεολογισμό και την αναφορά δεν πρόκειται εξ ορισμού τους να αφεθούν να πεθάνουν ή να στηθούν στον τοίχο. Είναι καμωμένα με τρόπο που αποσκοπούν να φτάσουν μέχρι το τέλος, υπάρχοντας ως τέτοια, στο έπακρον. Απεγκλωβίζουν τον εαυτό τους τόσο απ’ την αιτία όσο κι απ’ το αποτέλεσμα. Περιμένουν το ποίημα να τα γλιτώσει και να τα κάνει ό,τι είναι. Δε μπορεί λοιπόν να υπάρξει ποίηση δίχως ιστορία, αλλά η ποίηση δεν έχει άλλη αποστολή απ’ το να μεταποιήσει την ιστορία. (Και) συνεπώς, η μοναδική πραγματική επαναστατική ποίηση είναι η αποκαλυπτική ποίηση.

2

Η ποίηση είναι καμωμένη απ’ το επουσιώδες που βρίσκεται στα σπλάχνα της ιστορίας και της κοινωνίας – απ’ τη γλώσσα, δηλαδή. Επιδιώκει όμως να την επανα-δημιουργήσει σε συσχέτιση με νόμους πέρα απ’ αυτούς που κυριαρχούν τον διάλογο και τη λογική ομιλία. Αυτή η ποιητική μετάλλαξη εμφανίζεται στις ενδότερες κοιλότητες της γλώσσας. Η φράση – και όχι η απομονωμένη λέξη – είναι το κύτταρο, ο πυρήνας, το απλούστερο στοιχείο της γλώσσας. Η λέξη δε μπορεί να υπάρξει παρά μόνο με την ύπαρξη άλλων λέξεων και η φράση με την ύπαρξη άλλων φράσεων.

Κι αυτό, για να πούμε πως, κάθε πρόταση εμπεριέχει πάντα μια υπονοούμενη αναφορά σε κάποια άλλη και είναι αισθητά επηρεασμένη ως προς την επεξήγησή της από κάποια άλλη. Κάθε φράση είναι μια επιθυμία που θέλει να ειπωθεί, παραπέμποντας ρητά σε κάτι πέρα απ’ αυτήν την ίδια. Η γλώσσα είναι ένας συνδυασμός κινητών και ανταλλάξιμων συμβόλων, το καθένα εκ των οποίων υποδεικνύει το τι συμβαίνει. Καθ’ αυτόν τον τρόπο, αμφότερα το νόημα και η επικοινωνία βασίζονται στην «πρόθεση» των λέξεων. Κι η ποίηση δεν τ’ αγγίζει παρά μόνο όταν αυτά μεταποιούνται σε ρυθμικές ενότητες ή σε εικόνες, παρά μόνο όταν στέκονται μόνες τους και είναι επαρκείς μες στον εαυτό τους. Ξαφνικά, οι λέξεις χάνουν την κινητικότητά τους. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να πεις ένα πράγμα στην πρόζα, υπάρχει μόνο ένας στην ποίηση. Η ποιητική λέξη, δεν έχει κανένα υποκατάστατο. Η ποιητική λέξη δεν είναι η επιθυμία να πεις κάτι, η ποιητική λέξη είναι κάτι οριστικά ειπωμένο. Ή αλλιώς, η ποιητική λέξη δεν είναι μια «οδός προς κάτι» μήτε κάτι που «λέγεται» για τούτο ή τ’ άλλο. Ο ποιητής δε μιλάει για τη φρίκη ή για τον έρωτα, ο ποιητής τα δείχνει. Οριστικές και αναντικατάστατες, οι λέξεις της ποίησης, πέρα απ’ τους δικούς τους όρους, γίνονται ανεξήγητες. Το νόημά τους δε βρίσκεται πλέον πέρα από αυτές, αλλά μέσα σε αυτές – η εικόνα είναι «μέσα» στο νόημα.

3

Η ορθή λειτουργία της ποιητικής εικόνας είναι να επιλύσει μέσα σε μία ενότητα πραγματικότητες οι οποίες μας παρουσιάζονται ως συγκρουόμενες και αδύνατες προς απλοποίηση. Η διαδικασία αυτή λαμβάνει χώρα δίχως να αφαιρεί ή να θυσιάζει τις συγκρούσεις και τους ανταγωνισμούς μεταξύ των οντοτήτων τις οποίες επικαλείται και επανα-δημιουργεί. Να γιατί η ποιητική εικόνα είναι ανεξήγητη με την αυστηρή έννοια του όρου. Τώρα, η ποιητική γλώσσα συμμετέχει στην ασάφεια με την οποία η πραγματικότητα αποκαλύπτει τον εαυτό της σε μας. Μεταστοιχειώνοντας τη γλώσσα, η εικόνα όχι μόνο ανοίγει την πόρτα στην πραγματικότητα, αλλά την αφήνει συνάμα γυμνή δείχνοντας μας την στην τελική της ενότητα. Η φράση γίνεται εικόνα. Το ποίημα είναι μια και μοναδική εικόνα ή ένας αδιάσπαστο κι αδιαίρετο σύνολο εικόνων. Το κενό που μένει με την εξαφάνιση απ’ ό,τι αποκαλούμε πραγματικότητα γεμίζει πλέον μ’ ένα πλήθος ετερογενών ή αντικρουόμενων οραμάτων, επιδιώκοντας αναπόφευκτα να μετατρέψει την ασυμφωνία τους σ’ ένα ηλιακό σύστημα νύξεων κι υπαινιγμών – να μετατρέψει την ασυμφωνία τους σε ποίημα: σ’ ένα σύμπαν από αδιαφάνεια, από φθαρτές λέξεις οι οποίες παρόλα αυτά μπορούν ακόμα να φωτιστούν και να καούν όταν βρεθούν τα χείλη που θα τις αγγίξουν. Σε ορισμένες περιπτώσεις, στα στόματα μερικών ομιλούντων, ο μύλος της φράσης γίνεται πηγή προφανών αληθειών των οποίων δεν απαιτείται η επίδειξη, το φανέρωμα. Έτσι λοιπόν, μεταφερόμαστε μες στην πληρότητα του χρόνου. Κι ο ποιητής, εκμεταλλευόμενος τη γλώσσα στο έπακρον, την ξεπερνάει. Δίνοντας έμφαση στην ιστορία, την αφήνει γυμνή και την παρουσιάζει ως είναι, ως έχει – ως χρόνο.

Όταν η ιστορία μας επιτρέπει να υποπτευόμαστε πως ίσως δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια αλλόκοτη διαδικασία, δίχως νόημα και δίχως τέλος, η αμφισημία της γλώσσας γίνεται πιο χαρακτηριστική και αποτρέπει κάθε γνήσιο διάλογο. Οι λέξεις χάνουν το νόημά τους και συνεπώς τη δύναμή τους να επικοινωνήσουν. Άλλωστε, η υποβάθμιση της ιστορίας σε μια μόνο ακολουθία γεγονότων σημαίνει επίσης την υποβάθμιση της γλώσσας σε μια απλή συλλογή άψυχων συμβόλων. Όλοι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τις ίδιες λέξεις. Κι όμως, ο ένας δεν κατανοεί τον άλλον. Κι είναι άχρηστο για τους ανθρώπους να προσπαθούν να φτάσουν ένα επιχείρημα με τα νοήματα των λέξεων. Η γλώσσα δεν είναι μια σύμβαση αλλά μια διάσταση απ’ την οποία ο άνθρωπος δε μπορεί να ξεφύγει. Κάθε λεκτική περιπέτεια είναι καθολική – κι ο άνθρωπος διακυβεύει όλο του τον εαυτό μα και τη ζωή του σε μια λέξη. Ο ποιητής είναι ένας άνθρωπος που όλο του το είναι γίνεται ένα με τις λέξεις. Κατ’ επέκταση, μόνο ο ποιητής μπορεί να καταστήσει εφικτό ένα καινούργιο διάλογο. Η μοίρα του ποιητή, ειδικά σε μια περίοδο σαν και τη δικιά μας, είναι να «δίνει πιο αγνό, πιο γνήσιο νόημα στις λέξεις της φυλής»*. Αυτό υπονοεί πως οι λέξεις είναι ξεριζωμένες απ’ την κοινή γλώσσα και έρχονται στη ζωή μέσα απ’ το ποίημα. Κι έτσι, ό,τι αποκαλείται ερμητισμός της μοντέρνας ποίησης, ανθεί ακριβώς από τούτο το γεγονός. Μα οι λέξεις είναι αδιάσπαστες απ’ τον άνθρωπο. Κατά συνέπεια, η ποιητική δραστηριότητα δε μπορεί να λάβει χώρα έξω από τον ποιητή, απλά και μόνο μέσα στο μαγικό αντικείμενο που αναπαρίσταται μέσω αυτού στο ποίημα – αλλά μάλλον θέτει τον άνθρωπο ως το κέντρο της εμπειρίας του (ποιήματος). Τα αντίθετα συγχωνεύονται και μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο, όχι μόνο μέσα στο ποίημα. Οι δυο τους, ποίημα και άνθρωπος, είναι αδιάσπαστα. Τα ποιήματα του Ρεμπώ, είναι ο ίδιος ο Ρεμπώ, ο έφηβος περιτριγυρισμένος από απαστράπτουσες βλασφημίες, παρ’ όλες τις προσπάθειες μετατροπής του σ’ ένα είδος θηρίου πάνω στο οποίο η λέξη πεθαίνει. Όχι, ο ποιητής κι οι λέξεις του είναι ένα. Τέτοιο ήταν καθ’όλη τη διάρκεια των προηγούμενων εκατό χρόνων το μότο των σπουδαιότερων ποιητών του πολιτισμού μας. Κι ούτε το νόημα του τελευταίου κινήματος του αιώνα – του σουρεαλισμού – διαφέρει απ’ αυτό. Η μεγαλειότητα των προσπαθειών αυτών – στις οποίες κανένας ποιητής που κατέχει τα εύσημα του ονόματός του δεν είναι αδιάφορος – βρίσκεται στην προσπάθεια να καταστραφεί μια για πάντα και μέσα σε απόγνωση ο δυϊσμός που θέλει τους δυο να κρατιούνται χώρια. Η ποίηση πηδάει μες στο άγνωστο, αλλιώς δεν είναι τίποτα.

4

Με τις υπάρχουσες συνθήκες, η όποια αναφορά στα υπερβολικά αξιώματα της ποίησης μπορεί να μοιάζει γελοία. Μα ποτέ πιο πριν η κυριαρχία της ιστορίας δεν ήταν τόσο σπουδαία όσο τώρα. Ποτέ πιο πριν η ποίηση των «γεγονότων» δεν ήταν τόσο αποπνικτική. Σε αναλογία προς την τυραννία του «τι να κάνω μετά» η οποία γίνεται ολοένα και πιο ανυπόφορη – μιας και η συγκατάθεσή μας δε ρωτήθηκε για το ποιείν και μιας και είναι σχεδόν πάντα κατευθυνόμενη προς την καταστροφή του ανθρώπου – έτσι και η ποιητική δραστηριότητα γίνεται ολοένα και πιο μυστική, απομονωμένη και σπάνια. Μόνο χθες, το να γράψει κανείς ένα ποίημα ή το να ερωτευτεί ήταν κάτι ανατρεπτικό που συμβιβαζόταν στους όρους της κοινωνικής τάξης, επιδεικνύοντας ένα διπλό χαρακτήρα. Σήμερα, η σημασία της τάξης έχει εξαφανιστεί και στη θέση της επικρατεί ένας συνδυασμός δυνάμεων, συνόλων και αντιστάσεων. Η πραγματικότητα παραγκώνισε τις μεταμφιέσεις της κι η κοινωνία φαίνεται πια ως έχει: μια ετερογενής συλλογή από «ομογενοποιημένα» πράγματα που επήλθαν είτε δια ροπάλου είτε μέσω της προπαγάνδας, κατευθυνόμενη από ομάδες διακριτές μεταξύ τους μονάχα από το βαθμό της αγριότητάς τους. Μ’ αυτές τις συνθήκες, η ποιητική δημιουργία κρύβεται. Εάν ένα ποίημα είναι μια Φιέστα, είναι ένα που κρατιέται εκτός εποχής, σε ασυνήθη μέρη, μια υπόγεια γιορτή εν τέλει.

Μα η ποιητική δραστηριότητα επανεφευρίσκει όλες τις αρχαίες ανατρεπτικές της δυνάμεις μ’ αυτή τη μυστικότητα, γονιμοποιημένη από ερωτισμό κι αποκρυφισμό, μια δοκιμασία απαγόρευσης όχι λιγότερο καταδικαστική για το να μην είναι ρητά διατυπωμένη. Η ποίηση, που χθες απαιτείτο να αναπνεύσει τον καθαρό αέρα της παγκόσμιας κοινωνίας, συνεχίζει να είναι ένας εξορκισμός για την προστασία μας από τη μαγεία της δύναμης και των αριθμών. Έχει λεχθεί πως η ποίηση είναι ένα από τα μέσα διαμέσου των οποίων ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί να πει OXI σε όλες αυτές τις δυνάμεις που όχι μόνο ικανοποιούνται προδιαθέτοντας τις ζωές μας αλλά που θέλουν συνάμα να θέσουν κανόνες στις συνειδήσεις μας. Η άρνηση όμως αυτή, κουβαλάει μέσα της κι ένα ΝAI το οποίο είναι μεγαλύτερο κι απ’ την ίδια.

*Αναφορά σε στίχο του ποιήματος «Ο τάφος του Έντγκαρ Πόε» του Στεφάν Μαλαρμέ (1876).

**Μετάφραση: Γιώτα Παναγιώτου. Αναδημοσίευση από την bibliotheque στο http://www.bibliotheque.gr/article/54497

47a84eaac72114775afd08fb2ab58371

Keri Glastonbury reviews Jane Joritz-Nakagawa’s Diurnal

25118716221_e6f6a36073

Diurnal
by Jane Joritz-Nakagawa

Grey Book Press, 2015

Jane Joritz-Nakagawa’s Diurnal is a slim chapbook of 24 numbered poems of seven two-line stanzas, which by my reckoning makes it a sonnet sequence. The cover of the edition I received is reminiscent of silver gelatin, with stark tree branches visible in the glooming (the chapbook comes in a series of three colours). The image is evocative of the tone of the poetry and while the title evokes the daily, it suggests that there are long, dark days of the soul, as well as nights. What of the noir of the day?

The sequence begins in media res, as if the reader is privy to a conversation addressed to a mother, lover or other; it’s never clear. The poetry seems underpinned by grief (there are recurring, fragmentary images of hospitalisation, illness, anatomy and death), though its focus is ultimately on a female lyric subject, or the ‘self’, at times speaking to the female grotesque: ‘womb crawling towards/a demonic mother’ (4).

It’s never clear who’s who. This from poem (2) may suggest a mother and daughter, though is the gown a hospital garment or a frock?

sleeve of abandonment
dismembers the landscape

silhouette gown
stitched in space

choreographed my childhood
while averting my tongue

purging the sublime
blur or whatever

buffet of disease
sorts the garbage

The final two lines are emblematic of the kind of abjection that haunts this collection, in the Kristevian sense of the horror of things mingling beyond distinct catagorisation. As the speaker announces in the following poem:

i must continually throw up the
see-through daffodils
(3)

The interruption of directly denotative meaning is a linguistic strategy familiar to experimental poetics and there’s a meta-poetic at play throughout this collection – ‘a hex of language’ (11). It’s a long, virulent torrent of a sequence, yet when broken down into words it might have been written on flashcards or in hallucinatory fridge magnets.

Originally from the USA, Joritz-Nakagowa has lived in Japan since 1989 and the collection is peppered with Japanese images: ‘crowded train/empty shrine’ (18) and in the following poem a ‘monetized tree’ (19). There are also various more global references, creating ‘questionable bridges between worlds’ (6) such as ‘cowgirls with misshapen tails’ (6) and ‘bullets in shopping malls’ (9). While the external world (both natural and cultural) is part of Joritz-Nakagawa’s fleeting mélange, it often becomes a metaphor for interior landscapes:

a fine mist becomes despair
in cautionary hypotheses
(6)

And again, in the following poem, where a ‘panic of thoughtless trees/lurks inside’ (7). The break-down of distinctions between the inside and the outside of the body gives the collection a sense of flickering transparency, like an x-ray or avant-garde biopic:

strange machine
drooling memory

winding column
overblown selfie
(16)

The restrained precision of the sequence’s structure makes the language at once automated, and yet visceral and embodied. Dis-ease is at the heart of the poetry and this is a book of desolate aesthetics and daily repetitions, like ‘sweeping the sidewalk endlessly’ (23). At one point I thought that this collection might span a single day, but it is more likely a much vaster time period, a ‘system of time/with hollow doors’ (24).

This is a very seasonal book, a book of Winter, that I read with a hot pot of chai tea overlooking a stormy Pacific Ocean. I’m currently in the middle of writing my own sonnet sequence, set in Newcastle, and felt something of a kindred conversation from across the sea – ‘extremely aware of women / trajectories of bleak pull’ (4). If the traditional sonnet was built around the volta, contemporary sonnets such as these become almost all ‘swerve’, and the fractured meanings multiply within multiple contexts: the line, the stanza, the poem, the sequence and out into the world beyond. In (12) the idea of the self as an imposter, ‘je suis charlatan,’ is perhaps a desultory echo to the rallying cry for freedom of self-expression encapsulated by ‘je suis Charlie.’ Given Joritz-Nakogawa’s association with eco-poetics, the final two lines of the collections seem to gesture to the human and the non-human, and provide a fittingly succinct point of exit after the preceding disquiet.

drama of the street
empty hills, no one in sight
(24)

*Keri Glastonbury is a Senior Lecturer in Creative Writing at The University of Newcastle. She completed a Doctorate of Creative Arts at the University of Technology, Sydney with a thesis titled: ‘Shut up, nobody wants to hear your poems!’. She has previously published two poetry chapbooks: Hygienic Lily (1999) and super-regional (2001) and her first full-length collection grit salute was published in 2012. She collaborated with Ted Nielsen on an earlier sonnet sequence ‘new brisbane sonnets’ back in 1999.

**Taken from http://cordite.org.au/reviews/glastonbury-joritz-nakagawa/

Federico Garcia Lorca, Δύο ποιήματα

images

Κασίντα του ρόδου

Το ρόδο
δεν ζητούσε την αυγή
σχεδόν αιώνιο στο κλωνί του,
κάτι άλλο ζητούσε.

Το ρόδο
μήτε γνώση μήτε ίσκιο ζητούσε
όριο σάρκας και ονείρου,
κάτι άλλο ζητούσε.

Το ρόδο
δεν ζητούσε το ρόδο.
Ασάλευτο στον ουρανό
κάτι άλλο ζητούσε.

*Μετάφραση: Τάκης Βαρβιτσιώτης

***

Αστερωμένη ώρα

Η στρογγυλεμένη της νύχτας σιγαλιά
μια τελεία στη μουσική
του απείρου.

Βγαίνω ολόγυμνος στο δρόμο
μεθυσμένος από στίχους
χαμένους.

Το σκοτάδι, διάτρητο
από τραγούδια γρύλων,
έχει εκείνη τη μοιραία νεκρή
φωτιά
του ήχου.

Αυτό το μουσικό φως
που ξεχωρίζει
ο νους.

Οι σκελετοί από χίλιες πεταλούδες
κοιμούνται στον περίβολό μου.

Νιάτα από τρελές αύρες περνούνε
πάνω στο ποτάμι.

*Μετάφραση: Κ. Πολίτης

**Από το http://surrealism9.blogspot.com.au/2010/03/7.html

Δημήτρης Τρωαδίτης, για το αίμα

Γιάννης Σταύρου, Black Ship

Γιάννης Σταύρου, Black Ship

η όραση φευγάτη
βλέπεις με τα μάτια της εμπειρίας
θυμάσαι τους θανάτους
μιλάς για γενναίες αποφάσεις
που έπρεπε να παρθούν

για το αίμα
εκείνο το αίμα
το κόκκινο
το ζεστό
το ζωντανό
το αίμα των αθώων
των θυμάτων
των αγωνιστών

κανείς δεν μπορεί
να εκστομίσει αλήθειες
μόνο οι νεκροί μπορούν
με την απέριττη σιωπή τους

η κούραση
η πείνα
η άγνοια
δεν σ’ αφήνουν να ξαποστάσεις
στις πρότερές σου δάφνες

τα χρόνια εκείνα
με τους ανελέητους ανέμους
τότε που βιαζόσουν να ζήσεις
και στεκόσουν ολόρθος
κόντρα στ’ αγέρια τ’ ανταριασμένα
τότε που πάσχιζες να συμπλεύσεις
με αρχές κι ιδανικά

τότε που νόμιζες
πως όλα είναι
επαναστατικό χρέος