Ο παιγνιώδης μοντερνισμός – Μια επιλογή που αναδεικνύει έναν ποιητή με υψηλό αισθητικό κριτήριο και με παραδοξολογική ματιά

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΗ ΧΙΩΤΗ*

ε.ε. κάμμινγκς
33x3x33: Ποιήματα – Δοκίμια – Θραύσματα
ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΜΤΦΡ.: ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ
«ΝΕΦΕΛΗ», ΣΕΛ. 128, ΕΥΡΩ 11

Ο έντουαρντ έσλιν κάμινγκς (ο ποιητής επέμενε να γράφει το όνομά του με πεζά) είναι σχετικά άγνωστος στο ελληνικό κοινό. Η πρώτη επαφή με τα κείμενα του κάμινγκς προκαλεί έκπληξη και αμηχανία. Η εικονοκλαστική σύνταξη των ποιημάτων του κάμινγκς και η ιδιαίτερη φροντίδα που έδειχνε στο πώς παρουσιάζονται τα κείμενα στη σελίδα τού βιβλίου σε συνδυασμό με την παιγνιώδη και, συχνά, ασεβή προσέγγιση σε ακανθώδη θέματα (π.χ. το πρώτο θραύσμα στην παρούσα συλλογή δηλώνει ότι «πολιτικός είναι ένας πισινός που πάνω του ο καθένας έχει καθίσει εκτός από άνθρωπος») αρχικά ξενίζουν· «μα πώς διαβάζεται ένα τέτοιο κείμενο;», ίσως να αναρωτηθεί ο αναγνώστης. Κι όμως, τα κείμενα του κάμινγκς διαβάζονται όπως παίζει και μιλά ένα παιδί: με τρομερή αίσθηση σοβαρότητας και με τρομερή αφοσίωση στη σκανταλιά. Στα κείμενα του κάμινγκς η ποίηση γίνεται ένα παιχνίδι με τις λέξεις -όπως παίζει ένα παιδί με μικρές μπάλες από πλαστελίνη έτσι και ο κάμινγκς παίζει με την υφή και τον ήχο των λέξεων και των προτάσεων. Στην ποίηση του κάμινγκς η καθεαυτή ύλη των λέξεων γίνεται ταυτόχρονα το μέσο αλλά και το θέμα της.
Ο κάμινγκς γεννήθηκε το 1894. Η καλλιτεχνική φύση του καλλιεργήθηκε από το φιλελεύθερο οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο ανατράφηκε. Ο πατέρας του, ο οποίος δούλευε ως κληρικός, ήταν αρχικά καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Η μητέρα του έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην ανάπτυξη και διαμόρφωση της καλλιτεχνικής φύσης του καθώς τον ενθάρρυνε.

Ο κάμινγκς εξέδωσε τα πρώτα του ποιήματα το 1917 σε έναν τόμο ο οποίος συγκέντρωσε ποιήματα από φοιτητές του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ (από το οποίο και ο κάμινγκς αποφοίτησε με τη διάκριση magna cum laude). Την ίδια χρονιά που εκδόθηκαν τα πρώτα ποιήματά του, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπήκαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο κάμινγκς υπηρέτησε την περίοδο εκείνη ως εθελοντής σε στρατιωτική νοσοκομειακή μονάδα στη Γαλλία· η εθελοντική υπηρεσία του διακόπηκε απότομα όταν δικάστηκε και φυλακίστηκε για τρεις μήνες σε γαλλικό στρατόπεδο συγκέντρωσης με την κατηγορία της κατασκοπίας. Αυτή η εμπειρία έμελλε να τον σημαδέψει για το υπόλοιπο της ζωής του: τα κείμενά του χαρακτηρίζονται από μια συνεχή, συχνά παιγνιώδη αμφισβήτηση οποιασδήποτε εξουσίας. Η τρίμηνη παραμονή στο στρατόπεδο συγκέντρωσης αποτέλεσε το υλικό για το πρώτο του βιβλίο «The Enormous Room» (1922). Ο κάμινκς έγινε ευρύτερα γνωστός όταν εκδόθηκε η πρώτη συλλογή ποιημάτων του «Tulips and Chimneys» (1923). Ηταν ενεργό μέλος της καλλιτεχνικής σκηνής της Νέας Υόρκης, καθώς εκτός από την ποίηση ζωγράφιζε πίνακες ακολουθώντας τα διδάγματα του κυβιστικού κινήματος. Η ζωγραφική είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας και του ύφους του κάμινγκς: η τυπογραφική στοίχιση (layout) των ποιημάτων του γίνεται περισσότερο με το μάτι του ζωγράφου – κάμινγκς παρά με το μάτι του ποιητή – κάμινγκς.

Οπως είπαμε, τα ποιήματά του, φαινομενικά τουλάχιστον, δεν είναι ευκολοδιάβαστα, πειραματίζεται σ’ αυτά περισσότερο με τους ρυθμούς της καθημερινής γλώσσας παρά με τη μετρική ακρίβεια, στοχεύοντας έτσι στη λακωνικότητα και στη γλωσσική ακρίβεια ως μέσα έκφρασης του ποιητικού του σχεδίου. Ο κάμινγκς χρησιμοποιώντας τις αρχές του Εικονισμού ξεδιπλώνει το ποιητικό του όραμα μέσα από μια καινοτόμο χρήση των κανόνων και των συμβάσεων της γραμματικής και του συντακτικού: μετατρέπει τα ρήματα σε ουσιαστικά, εφευρίσκει ιδιωματισμούς, χρησιμοποιεί τη στίξη ανορθόδοξα (το 1925 εκδίδει συλλογή ποιημάτων με γενικό τίτλο «έτσι απλά!») και τα κεφαλαία μπαίνουν στο συρτάρι για να βγουν μόνον όταν πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση σε κάτι. Ο κάμινγκς έβγαλε την ποίηση από τα σαλόνια της αυστηρής μετρικής και την απογύμνωσε από τα φτιασίδια του μέτρου χρησιμοποιώντας μια λεπτεπίλεπτη, ώρες ώρες αποστομωτική, αίσθηση του χιούμορ.
Η ποιητική κληρονομιά του είναι ότι επιχείρησε να μάθει στους αναγνώστες του να διαβάζουν με νέους τρόπους. Η ποίησή του ορισμένες φορές φαντάζει πολιτικά και κοινωνικά αφελής, αναδίδει όμως την αίσθηση ενός προωθημένου Ρομαντισμού, φιλτραρισμένου από το φίλτρο των κινημάτων του Κυβισμού και του Εικονισμού.

Το πρώτο πράγμα που κάνει εντύπωση στη συλλογή αυτή ποιημάτων του ε.ε. κάμινγκς είναι ο τίτλος που διάλεξε ο Χάρης Βλαβιανός για να στεγάσει αυτά τα κείμενα (ποιήματα – δοκίμια – θραύσματα): 33x3x33. Ο κάμινγκς αγαπούσε πολύ τους απλούς περιγραφικούς τίτλους που περιείχαν αριθμούς για τους γενικούς τίτλους των συλλογών του (XLI Poems, 1925· 1/20, 1936· Fifty Poems, 1941· 1×1, 1944· Ninety-five Poems, 1958· 73 Poems, 1962) και έτσι η επιλογή του συγκεκριμένου τίτλου από τον Χάρη Βλαβιανό για να στεγάσει αυτά τα κείμενα του κάμινγκς ταιριάζει απόλυτα στο πνεύμα του ποιητή.

Ο Χάρης Βλαβιανός στον ανά χείρας τόμο ξεδιάλεξε και συνέλεξε ποιήματα και κείμενα από όλες τις περιόδους της συγγραφικής δραστηριότητας του κάμινγκς (1918-1963). Ετσι έχουμε όχι μόνο μια συνολική ματιά της εξέλιξης της τεχνοτροπίας του ποιητή, αλλά (ακόμα πιο σημαντικό!) και μια ομαλή μετάβαση ως αναγνώστες από το πιο αβέβαιο, πειραματικό στάδιο στην «ώριμη» περίοδο του κάμινγκς. Τα 33 χαρτογραφούν με ακρίβεια την προσπάθειά του να γράψει ποίηση η οποία απορρίπτει τους κοινωνικούς συμβιβασμούς και καταδεικνύουν τον κάμινγκς ως έναν ποιητή με υψηλό αισθητικό κριτήριο και με παραδοξολογική ματιά για τη λεπτομέρεια. Ο Βλαβιανός, όντας ο ίδιος ποιητής αλλά και ως δοκιμασμένος μεταφραστής ιερών τεράτων της αγγλοσαξονικής λογοτεχνικής παράδοσης (ενδεικτικά αναφέρω τη μεταφραστική δουλειά του στο Σχεδιάσματα και αποσπάσματα των Κάντος του Εζρα Πάουντ, στο Οι γάμοι του ουρανού και της κόλασης του Ουίλιαμ Μπλέικ, και στο Αυτοπροσωπογραφία σε κυρτό κάτοπτρο του Τζον Ασμπερι), επέλεξε σωστά να ακολουθήσει όχι μόνο το γράμμα αλλά και το πνεύμα της ποίησης του κάμινγκς: την παιγνιώδη λογοτεχνική τεχνική του. Ετσι στο ποίημα με τον αριθμό 5 («οι κυρίες του Κέιμπριτζ») η παιγνιώδης παρήχηση που διατρέχει και δομεί το ποίημα επιβιώνει και μεταφέρεται επιτυχώς στα ελληνικά χωρίς μεταφραστικά τρικ, αλλά με λεπτεπίλεπτες παρεμβάσεις. Η (κωμική) στιχομυθία μεταξύ δύο παράνομων εραστών στο ποίημα 14 («να τα αγγίξω; είπε αυτός») σκηνοθετείται από τον κάμινγκς με τη χρήση εσωτερικών ομοιοκαταληξιών· ο Βλαβιανός επιλέγει να μη μεταφράσει το ποίημα κατά λέξη αλλά να κάνει τις απαραίτητες αλλαγές που δεν θα αλλοίωναν το ύφος του ποιήματος κατά τη μεταφορά του στα ελληνικά. Τα θραύσματα, τα δοκίμια και τα σχέδια του ίδιου του κάμινγκς που συμπληρώνουν τη συλλογή, δημιουργούν μια σαφή εικόνα του ποιητικού σχεδίου και του modus vivendi που διακήρυσσε ο ποιητής. Αν ο Λιούις Κάρολ είχε οδηγήσει μόνο την Αλίκη στην άλλη πλευρά του καθρέφτη και στην παράδοξη δύναμη των λέξεων, ο κάμινγκς καλεί ως άλλος Κάρολ όλους τους αναγνώστες του να βυθιστούν στο παράδοξο και στη γοητεία των λέξεων και των νοημάτων, όπως αυτά φαίνονται από την άλλη πλευρά του καθρέφτη.

*Δημοσιεύτηκε στη ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ (της παλιάς “Ελευθεροτυπίας”) στις 19/8/2005
Νεώτερο αφιέρωμα (2015) υπάρχει εδώ: http://www.efsyn.gr/diagonismos/poiisidokimio-33x3x33-toy-ee-kammingks

33x3x33-e1435734862743

Ο γιος μου, Μαρκ Στραντ | μτφρ. Ασημίνα Ξηρογιάννη

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

al

O γιος μου,
ο μονάκριβος γιος μου,
αυτός που ποτέ δεν είχα,
θα ήταν άντρας σήμερα.

Κινείται
στον άνεμο
άυλος, χωρίς όνομα.
Μερικές φορές

έρχεται
-πιο ελαφρύς απ’ τον αέρα-
και ακουμπά το κεφάλι του
πάνω στον ώμο μου

View original post 62 more words

Poetic inspirations @ Emerald – Saturday 3 December 2016

emerald-saturday-3-december

195 Bank St.,
South Melbourne
(opposite South Melbourne Town Hall)

(Library closes at 2pm on Saturdays)

The room can seat up to 30 persons. There is a kitchen available to use, with the usual facilities, including crockery and a hot water urn. The room also has audio visual equipment and screen if it will be required. 

Last Reading for 2016 is
December 3, 11.45am -1.45pm

For more information:
– Dimitri Troaditis troaditisdimitris@gmail.com and/or 0432 094 342
– Emerald Library and Heritage Centre
Art & Heritage Programs | Arts & Culture 9209 6416

Χάρης Μελιτάς, Πέντε ποιήματα

a-white-pawn-chess-1024x640

ΑΝΑΠΟΔΟ ΠΟΙΗΜΑ

Δεν πάει άλλο
είπε ο εκδότης μου.
Η ποίησή σου άσφαιρη
αποτελματωμένη.
Γράφεις σε μαύρο πίνακα
με μαύρες κιμωλίες.
Σου επιβάλλω μείωση μισθού
και τρίμηνη εξάσκηση κατ΄ οίκον.

Ήταν να μην πάρω ανάποδες;

***

ΤΟ ΧΤΑΠΟΔΙ

Μ’ έχεις σκλαβώσει
είπε στον αιχμάλωτο,
Πρώτα με γέμισες λεφτά
με τις προβλέψεις σου
και τώρα θα μου κάνεις το τραπέζι.

Ξιδάτο ή ψητό;
Αναρωτήθηκε.
Κι άρχισε να χτυπάει αδυσώπητα
τον πρώην ευεργέτη του στο βράχο.

***

ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ

Και να οι δίσκοι.
Να τα κόλλυβα. Να τα παντεσπάνια.
Τόσα οι παπάδες, τόσα ο ναός
τόσα ο δεσπότης, τόσα οι φωτισμοί
τόσα η Βυζαντινή κομπανία.
Βάλε γλαδιόλες, σερβίτσια, υπεργολάβους
γραφεία, τυπογραφεία, μεταφορικά.
Και το κονιάκ να ρέει άφθονο στο κυλικείο.

Μάλιστα κύριε, αναστέναξε ο σκώληξ.
Κι εμείς δουλεύουμε σαράντα μέρες
για ένα πιάτο φαΐ

***

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Σηκώθηκε σιγά απ’ το κρεβάτι.
Ελεύθερος, απέραντος σαν θάλασσα
με τα νησιά της ηδονής στο σώμα.
Αυτή, ένα χαμόγελο, έκανε πως κοιμάται.
Μίλα μου πήγε να της πει.
Θέλω ν’ ακούσει
θέλω ν’ ακούσει η ζωή πως μ’ αγαπάς.
Να μάθει πως δραπέτευσα τη νύχτα.

Μισάνοιξε τα βλέφαρα.
Δυο μάτια, χίλιες λέξεις.

***

ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΗΤΤΑΣ

Απ’ όλο το αέναο θεατρικό παιχνίδι
“Τα έργα και οι μέρες του ανθρώπου”
απολαμβάνω μόνο τα διαλείμματα.
Ειρήνης.

*Από τη συλλογή “Παράσταση ήττας”, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2012.

Εμμανουέλα Αγγουράκη, Τέσσερα ποιήματα

dead-time-by-mainli

Η ημέρα μου

Μου φώναξε:
“είμαι μια νωχελική, έρημη μέρα
Στο κοίταγμα όλων των ομοίων μου
και παρόλο το πλήθος μου
νιώθω κατά τι πως λιγοστεύω
Μάζεψα τις ώρες
και όλους τους κύκλους μου
σκισμένα δίχτυα σέρνοντας πίσω μου
καρεκλοπόδαρα τα παρελθόντα όλα

Πως τάχα μου ζω μέσα σε όριο
και σε αέναα σκότη
πως διέγραψα τροχιά από κάρβουνο
κάθομαι και σου εξηγώ

Πως ζωντανεύω
μέσα από κτίσματα ερείπια
μπερδεύοντας σε λευκούς τοίχους
ακατάστατα όλα τα χρώματα
—δωμάτια χρώματα και ρεύμα—
χρόνων παλιν8ρομημένων
διαβαθμισμένων και ας το πούμε
στατικού μεγέθους χρόνων

Μονάχα γιατί μαζί σου γεννήθηκα
και μόνο για ένα σκίρτημα μοίρας
γι’ αυτό ζω”.

***

Οι άλλες συχνότητες

Και τις ένιωθες
τις αβυσσαλέες θάλασσες
που ποτέ δεν είδες
και ποτέ δεν άκουσες
τα χάη που σε πήρανε μαζί τους
και η σατραπεία
που τιθάσευσες

Τις
πώς εκτόξευσες
και πώς απήγγειλες
από του σώματος
το ζενίθ των διθυράμβων
το βρυχυθμό Τιτάνων
των μη όντων
που εθίστηκες

Κάπου και για σένα
παραφυλούσαν πέντε ορίζοντες
που από πριν το ήξερες
πως θα σε ηλεκτρίσουν
και που απέτυχες
να τους προφέρεις με δυο λέξεις
όπως και όλοι απέτυχαν
κρυμμένες λέξεις
των άλλων συχνοτήτων

***

Αίτηση φυλακίσεως

Τα απορριπτικά βουλεύματα
σε καταδίκασαν
και τα κενά αέρος κατηγορητήρια

ελεύθερη πτώση

***

Το τανγκό

Τώρα που ακόμη δεν έπεσαν οι τίτλοι
τα εαρινά ψελλίσματα σταλάζουν δυο ψιχάλες ψυχές

Τώρα που δεν έμεινε πια τίποτα να χάσεις
στερητικώς τα χέρια σου απλώνεις
μήπως πιάσεις
και σηκώνεσαι
και περικλείεις και έχεις
και σύρεσαι στο ρυθμό των αθανάτων
και φιγουρίζεις δυο στροφές

δύο βήματα μπροστά κι ένα πίσω
προσέχοντας μην τρικλοποδήσεις
μην μπερδευτείς με τα αόρατα πατήματα
πάλλονται οι ρευματοφόροι αδένες σου
τα αθώα, ιερά και ετερόφωτά σου νώτα

Δεν είσαι μόνη
τρεμάμενοι και οι ήχοι ψυθιρίζουν
πάμε ξανά από αριστερά

Τρικλίζοντα σύμπαντα θαυμάστε!
Προσέξετε καλά στο ρεσιτάλ
το σπάσιμο της μέσης

Τώρα σφίξε με. Τώρα κράτα με γερά!
Τώρα που κρατείσαι
σκέψου την πλειάδα των ήχων που καραδοκεί
γυρίζω τον πόθο
ύποπτα δάκρυα ξεψυχούν
το κατρακύλισμα της νιότης
κλείνεις το μάτι στο μαέστρο
την ώρα που φθάνεις προς το τέλος
γονυπετής
και τα χειροκροτήματα
υποκλίνοντα
ζητωκραυγάζουν

*Από τη συλλογή “Η δίεση των όντων”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2012.

Setting Cavafy to music

Vassilis Lambropoulos's avatarPiano Poetry Pantelis Politics

img_0185

A new crossover disk of popular and art songs, So Many Things (2016), reminds us that Cavafy continues to be among the 20th-century poets in any language who have been most often set to music. I became fully aware of this distinction when in 2011 pianist Pantelis Polychronidis and I started our long-term collaborative project to explore systematically his settings, and we were astonished by the sheer number of composers, variety of languages, and breadth of genres. You name the style and the format, somebody has already used it to make music with the Alexandrian author.  In a Greek co-authored article we attributed his popularity among musicians to a score-like openness and availability of much Cavafian poetry.

While some disks are devoted to entire Cavafy song cycles, many others, like the most recent one, include only one or two poems by him. Leading mezzo Anne Sofie von Otter…

View original post 206 more words

Γρηγόρης Σακαλής, Οι πληγές της ζωής

tromaktiko21256_56

Στον ανήφορο της ζωής
γλίστρησες, παραπάτησες
έπεσες σε χαράδρα
κοίταξες τριγύρω
μόνο πετρώματα
κοίταξες προς τα πάνω
μεγάλη η απόσταση
έσφιξες τα δόντια
κι άρχισες πιθαμή προς πιθαμή
ν΄ανεβαίνεις πάλι
ίδρωσες, βασανίστηκες
αγκομάχησες
μα να επιτέλους
βγήκες στην κορυφή
το δρόμο σου συνέχισες
αφού ξαπόστασες
πληγιασμένος
μα πιο δυνατός
ώριμος
η σκέψη σου μεστή
και πλήρης.

Futures: Poetry of the Greek Crisis και Austerity Meaures: The New Greek Poetry

futures_web_new

Poetry of the Greek Crisis, Θεόδωρος Χιώτης (επιμ.), εκδ. Penned in the Margins, Λονδίνο 2015

austerity-measures

Austerity Meaures: The New Greek Poetry, Karen van Dyck (επιμ.), εκδ. Penguin, Λονδίνο 2016

Πέρυσι και φέτος κυκλοφόρησαν δύο ανθολογίες ελληνόφωνης ποίησης μεταφρασμένης στα αγγλικά με κύριο θεματικό άξονα την κρίση. Πρόκειται ουσιαστικά για διερευνήσεις του τρόπου με τον οποίο Έλληνες και φιλέλληνες λογοτέχνες αντιδρούν στην κρίση, του τρόπου με τον οποίο αυτή διαπερνά και στιγματίζει ή ενίοτε καθορίζει το ποιητικό τους έργο. Το πόρισμα είναι ότι η κρίση δεν ήταν απλώς οικονομική: ήταν η διάλυση της φαντασίωσης ενός κόσμου που ίσως δεν υπήρξε ποτέ.

Η ανθολογία του 2015 ξεκίνησε από μια συζήτηση του Θ. Χιώτη με τον Tom Chivers σχετικά με το πώς η αναδυόμενη γενιά σύγχρονων Ελλήνων ποιητών ανταποκρίνεται στην οικονομική κρίση. Κι ας είναι σαφές ότι δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε για γενιά με την έννοια που δίναμε στη λέξη στο παρελθόν. Οι ποιητές στο Futures υιοθετούν πολύ διαφορετικές προσεγγίσεις στην ίδια ιδέα της ποίησης, τη λειτουργία και τη μεθοδολογία της. Άλλωστε δεν υπάρχουν ξεκάθαρες σχολές ή τάσεις. Οι σύγχρονοι ποιητές έρχονται στην ποίηση «υπό ελαφρά γωνία σε σχέση με το σύμπαν», όπως είχε γράψει για τον Καβάφη ο E.M.Forster.

Aς είναι φτωχή σε χρήματα, η Ελλάδα του σήμερα διαθέτει την ποίηση σε αφθονία. Οι ποιητές κάνουν γκράφιτι στους τοίχους, διαβάζουν ποιήματα σε πλατείες, σε θέατρα, ακόμα και σε αλάνες, ψάλλουν σλόγκαν, τραγουδούν τραγούδια σε ράλι, γίνονται bloggers και ανεβάζουν την ποίησή τους στο διαδίκτυο, δημιουργούν ομάδες με καλλιτέχνες και μουσικούς, διδάσκουν σε εργαστήρια για παιδιά σχολικής ηλικίας και μετανάστες, επιλέγουν μουσική στα μπαράκια. Μέσα στη γενική κατήφεια, η νέα ποίηση είναι παντού, πολύ εκτεταμένη και πολύ πλούσια για να περιχαρακωθεί μέσα σε οποιοδήποτε ιδεολογικό ρήγμα. Τόση πληθώρα ποίησης στην Ελλάδα έχει να παρατηρηθεί από την περίοδο της Επταετίας, όπως σημειώνει στον πρόλογο της ανθολογίας του 2016 η καθηγήτρια Σύγχρονης Ελληνικής Λογοτεχνίας Karen van Dyck.

Κοινοί ποιητές και στις δύο ανθολογίες είναι οι γνωστοί μας Γιάννης Στίγκας, Θωμάς Τσαλαπάτης, Βασίλης Αμανατίδης, Θεόδωρος Χιώτης, Δημήτρης Άλλος, Γιάννης Δούκας, Φοίβη Γιαννίση, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Παναγιώτης Ιωαννίδης, Δήμητρα Κοτούλα, Ευτυχία Παναγιώτου, Θοδωρής Ρακόπουλος, Κυριάκος Συφιλτζόγλου (η σειρά είναι τυχαία). Στην ανθολογία του 2016 υπάρχουν περισσότεροι Άγγλοι και επίσης πιο τολμηρές επιλογές, όπως ο Yazra Khaleed και ο Τουρκοκύπριος Mehmet Yaşin με δύο τουρκικά ποιήματα.

Χριστίνα Λιναρδάκη

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/11/blog-post_4.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(στίγμαΛόγου)

Ouyang Yu’s Diary of a Naked Official

unnamed

Diary of a Naked Official
by Ouyang Yu
Transit Lounge Publishing, 2015

By Noel King

Well known as a poet, translator and literary critic, Diary of a Naked Official marks Ouyang Yu’s second foray into the novel form. His first, Loose: A Wild History (Wakefield Press, 2007), mixes fiction and non-fiction, poetry, literary criticism and diaristic writing. His second novel is more circumscribed, but still abundantly displays Yu’s interest in metafiction and ficto-criticism, as well as an extensive, playful way with literary allusion.

The ludic play begins with the information that the book we read allegedly has been discovered on a USB dropped on a Melbourne tram (8). The text thereby uncovered is ‘Diary of a Naked Official, written in English in its entirety’ and signed ‘Shi Ma,’ a name unknown to our literary intermediary and a name that Google cannot make any less mysterious. Although the text ‘reads like a mere diary but in certain places it sounds like a novel,’ our literary mediator settles on the status of ‘diary’ (9).

This trope of the adventitiously encountered, mediated text recalls the origin of the novel as a genre when fiction was offered up disguised as archival material, translation, autobiography, as with Don Quixote and Robinson Crusoe. In this case our nameless narrator is a mid-40s deputy-director of a publishing company located in an unnamed city in mainland China. He has contrived successfully to buy permanent resident status for his wife and child in Sydney, Australia, and the money he has embezzled from his publishing firm is also safely overseas with the relocated family. This allows for one of the meanings contained in the book’s title: in contemporary Chinese terminology a ‘naked official’ is ‘one who has nothing to fear when exposed because his family is safely installed overseas with his money’, which means that should the Chinese state denounce him, he can take the fall safe in the knowledge that his family is well provided for outside China. Near the book’s end we learn that although our confessor has to clear his name ‘by telling the whole story about my corruption’, he is comforted by the fact that his ‘wife and daughter are now safely accommodated in Australia beyond the reach of Chinese laws’.

Another meaning refers to ‘luoili’, a form of ‘naked divorce’ in which a woman is so determined to leave a marriage that she departs without making any claim on children, property or other wealth (61). A third meaning is revealed near the book’s end when our diarist decides to destroy all photographic images and computer files accrued over his years of brothel creeping:

I did not want any of those to fire up anyone else’s fantasy … Least of all did I want them to be released online and used against me. One needs to live naked offline and be virtually anonymous online, the Internet being a hell of knowledge, as destructive as constructive, like a river into which people chuck all rubbish, garbage and excrement … (186-187)

The metafictional elements in Yu’s book are rationalised by having the narrator work in a publishing house, with daily concerns about what manuscripts to publish, what books to buy for translation into Chinese. Such a person is likely to read books in his spare time, and so we find references to contemporary risqué writing involving sexually-driven male narrators, Michel Houellebecq’s Whatever, Roberto Bolaño’s The Savage Detectives, alongside references to de Sade and Nabokov. In the case of Nabokov we might expect the allusion to be to Lolita, another mediated text initially published by Olympia Press in Paris, and the subject of censorship trials à la Ulysses and Lady Chatterley’s Lover. But the reference is rather to Pale Fire: ‘Done a few books, including Pale Fire by Nabokov. The poem is okay but too designed. In fact that’s what the whole book is. Can’t finish the rest of the notes and stuff. Too pretentious for my liking’ (22). Elsewhere he tells us he only made it 80 pages into this ‘real boring book’ (38), which suggests he might be as unreliable a narrator as Nabokov’s. The ‘okay poem,’ as I recall has wonderful couplets like, ‘I was the shadow of the waxwing slain / By the false azure of the window pane’. When Nabokov’s narrator attends a university gathering at a colleague’s house, he walks into a room of people mostly unknown to him, and assures us, ‘I soon put everyone at their ease,’ by which point we are aware that our narrator is bonkers. This is only a small section in Yu’s novel but it displays an adroit way with literary allusion.

Our diarist fits Foucault’s description (in The History of Sexuality) of man ‘as a confessing animal’, at one point saying, ‘the diary is the only confessional, in which the man listens to himself, his other self or selves, or reads it or them, the way Cioran succinctly puts it, ‘All men are fragments of himself” (90). He doesn’t know why he wants sex, ‘I just want it out, for some reason’ (46). ‘It’ is described several times, by its possessor and its many receivers, and our naked official seems quite happy with his ‘big instrument … my non-Party member, erect and dark red’ (192). If one were seeking a local literary context in which to place Yu’s book it might be the period from the mid-1990s, which saw Justine Ettler’s first novel, The River Ophelia (Picador, 1995), advertised in an indie rock band way with posters on telegraph poles all over Potts Point and Darlinghurst, go on to sell 30 thousand copies. Linda Jaivin’s published Eat Me (Vintage, 1997); her contribution to an explicitly sexualised literary fiction from Australian women writers was an international bestseller. Nikki Gemmell’s The Bride Stripped Bare (London: The Fourth Estate, 2003) initially appeared as authored by ‘Anonymous’, and is now badged as a ‘Modern Australian Classic’, and Leigh Redhead and others would arrive on the scene later.

Brian Castro’s Shanghai Dancing (Kaya Books, 2009) early on announces, ‘My first words came out fully formed. I called for whores’, and another novel from Transit Lounge, Patrick Holland’s The Darkest Little Room (2012) is a further, excellent entrant into this field of literary sexual fiction, as are two compelling books from English writers, Stephen Leather’s Private Dancer (Monsoon Books, 2005) and Lawrence Osborne’s novella, The Ballad of a Small Player (Vintage, 2015). If in terms of a relatively immediate Australian and south-east Asian literary context, Yu’s book can be absorbed into this emerging sub-genre – and admired as a very engaging contribution, as a diaristic work – we can also link Yu’s book back to the seventeenth century with Samuel Pepys’s Diary. Pepys tells us that although he was reading ‘a mighty lewd book’, it was ‘yet not amiss for a sober man once to read over to inform himself in the villainy of the world’.

*Taken from Cordite Poetry Review at http://cordite.org.au/reviews/king-yu/

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Οκτώ ποιήματα

mathima_2

ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

Ο σπόρος παλιός, δοκιμασμένος.

Ερχόταν από μακριά.
Ξανθό, ψηλό το στάρι του
ορμούσε αγέρωχο στον ουρανό.

Έδωσε ο Θεός
και πιάσαμε σ’ αυτόν τον τόπο.

***

ΦΕΡΤΟΣ

Ήρθα κι γώ από μακριά.
Από την Πέρα Μεριά.
Κανείς δεν με περίμενε.

Και η πλάση θύμωσε
καθώς τα μάτια μου άνοιγα.

Τσαντίστηκε ο χθόνιος θεός.
Κι έτσι ξεκίνησα τις μέρες μου,
σκηνίτης

***

ΣΤΙΓΜΗ ΤΟΥ 1962

Ποιος είσαι μάτι; Δεν βοηθάνε πια τα μάτια μου…
– Ο Δημητράκης τρανή, του Γιώρη ο Δημητράκης…
– Ά, του αντάρτη, ο Δημητράκης…

Σιωπή!

***

ΣΤΙΓΜΗ ΤΟΥ 1959

Αύριο,
θα πάμε στον Ξερόκαμπο…,
στη γιαγιά σου, την Παναγιώτα…
– Θά ‘ναι και η τρανή μου παππούλη εκεί;

Ρωτάω,
μα δεν παίρνω απάντηση.

***

ΦΕΥΓΕΙ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΟΙΞΗ

Μάνα
θα πάω κι εγώ
μαζί με τον πατέρα,
θέλω να του κρατάω την παλάντζα,
να τον βοηθάω,
όταν ζυγίζει τα κεράσια.

Να τα πουλήσουμε,
να φέρουμε λεφτά στο σπίτι…

***

ΠΑΓΩΝΕΙ ΤΟ ΧΕΡΑΚΙ ΜΟΥ

Όλο γελάει μάνα,
μα το χεράκι μου,
παγώνει μέσα στην παλάμη του.

***

ΣΥΜΒΟΥΛΗ Ι

Να βάλεις παράθυρα στο πατρικό.
Αυτό, παιδάκι μου μην το ξεχάσεις…

Να μη μας κοροϊδεύει ο κόσμος.

***

ΩΡΑΙΟΣ ΣΑΝ ΤΟΝ ΑΓΙΟ

Μάνα
λάμπει το κεφάλι του
σαν το κεφάλι τ’ Άη Γιάννη,
πλάι στην Ωραία Πύλη.

*Από τη συλλογή “Κλίνη Σπόρου, Καλή”, εκδ΄σεις Οροπέδιο, Αθήνα 2010.