Νίκος Σταμπάκης, Πέρα βρέχει

Katerina Pinosova: Σχέδιο (1996)

Katerina Pinosova: Σχέδιο (1996)

Τα δροσερά σμαράγδια
Τ’ αδιάντροπα καφτάνια
Το βλέμμα-ηλιόσπορος που βήχει κουδουνίζοντας
Φυλακισμένο στ’ αμυγδαλωτά του μάτια
Όλα τα σημεία της αφής
Έρχονται και νοτίζουν το χρυσό φύλλωμα σούσουρου
Που φθίνει σαν ανάστροφο σκόρπισμα σμήνους μες σε ομπρέλλα

Σκρόφες
Τι σας πειράζει
Αν οι συνήθειές μου στοιχίζουν στο Δημόσιον
Δυο-τρία φτερά Ολλανδών
Την δίπτυχη σκέπη κρύου ζωμού εφηρμοσμένη στα ψευδή μουστάκια φυγοδίκου
Και την μακρά ζελατίνα των πτητικών αερίων
Όταν διχάζονται μεταξύ προοπτικών μετασχηματισμού σε Πτωτικά ή σε Χτητικά
Ξεύροντας πως η δεύτερη επιλογή
Εξασφαλίζει στους πολιορκητάς της Φωνής την ανατίναξιν οδοντικών τειχών
Με ήχο καταρρεύσεως στήλης εικοσαδράχμων
Ενώ η πρώτη
Εξουδετερώνει την δεύτερη με πλευρικές σαγιτιές αντιγράφων
Της παρούσης σελίδος

Τι σας πειράζει
Αν τα μπαλκόνια υψώνουν πυρωμένα κάγκελλα
Που γδέρνουν την Ηλιακήν Ιλαρά
Ή αν το κλονισμένο ψηφίο του καλοκαιριού πέφτει σαν κέρμα απ’ το γιοφύρι
Και το ποτάμι ανοίγει την μασέλα του και δείχνει τον Ινδικόν Όφιν του λαρυγγιού του
Αν τέλος εορτάζεται η επέτειος της πρώτης μεταλήψεώς μου στις ξανθωπές Φιλιππίνες
Με θυσίες πρωτοσύγκελων
Αφού
Και μόνη η προφορά της λέξεως Κόλουρος
Προκαλεί έν’ απαλό ζέφυρο μες στο βεστιάριο των δαγκωμένων γλωσσών
Που αντί ν’ αλληλοσυγκρουσθούν με την κλαγγή νεύρων διασταυρωθέντων σε απώτατες κουκίδες παρρησίας
Γίνονται μοναχά εσμός κλειδώσεων ακλίτων
Και το σφυρί ερωτεύεται τ’ αμόνι του
Και του εκμυστηρεύεται
Οι χτύποι μου ακολουθούν πορεία φθίνουσα
Μα όχι λιγώτερο για τούτο καταδικασμένη
Να καταλήξει ασύμπτωτη που κλείνει μάταια το μάτι στον άξονα των τεταγμένων
Που η πείρα του ως παλιοσυρματόπλεγμα
Τον καθιστά εξόχως φορτικόν
Πάντα έτοιμο να βγάλει αγκάθια δίχως λόγο
Τι να γίνει
Άρχισα μια διαδρομή που τελειωμό δεν έχει Αγάπη μου
Κι αυτή η ευθεία κι αβέβαιη διακεκομμένη οδός που αποτελεί τον μόνο ορίζοντα των επαφών μας
Είν’ ό,τι έχει ο βίος να σου προσφέρει
Ελλείψει άλλου
Κάλλιο να βολευτείς μ’ αυτό

Τι σας πειράζει
Ε;

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του “Κλήδονα” (Σεπτέμβρης 2006), περιοδικού της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών. Το σχέδιο της ανάρτησης συνοδεύει τη δημοσίευση.

Philip Lamantia, Δύο ποιήματα

BlueVelvet19 (από το www.zazie.at

BlueVelvet19 (από το http://www.zazie.at

ΑΥΤΟΜΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Ο ήλιος έχει πνιγεί
δεν υπάρχουν πια παρθένες
δεν χρειάζεται να καταλάβεις
υπάρχουν όμως τόσα πολλά να δεις

Γι’αυτό έλα μαζί μου
κάτω στην λεωφόρο
με τις φλέβες που σέρνονται
Μη φοβάσαι
το αίμα είναι φθηνό!

Ένα παραδείσιο τραγούδι;
Μια πρόστυχη ιστορία;
Ένα ερωτικό σονέτο;
Ξεφώνισέ το!
Ύστερα τα ανθρώπινα τείχη
θα γκρεμιστούν για να συναντήσουν την πορείο
μέσα στην πόλη από ωμό κρέας!

Τα βελούδινα φορέματα είναι σκορπισμένα
σε όλο το πλάτος του τοπίου
Βαδίζουμε πάνω στο πεζοδρόμιο
που πάει πάνω-κάτω
πάνω στα σύννεφα
κάτω στους ανθρώπους που πεθαίνουν απ’ την πείνα
Μη με ρωτάς τι να κάνεις!
Συνέχισε να προχωράς
σύντομα κάπου θα καταλήξουμε
ίσως επάνω στο φεγγάρι!

Τα όπλα του ουράνιου τόξου χορεύουν
μπροστά από τις βασίλισσες του κινηματογράφου
Όλοι γελούν
πετούν πεθαίνουν
χωρίς να γνωρίζουν πότε πρέπει να ξεκουραστούν
χωρίς να γνωρίζουν πότε πρέπει να φάνε

Και τα σιντριβάνια καταλήγουν να πέφτουν
έξω από τα καλυμμένα με γαϊδουράγκαθα στήθη της
και τα σκυλιά είναι χαρούμενα
και οι παλιάτσοι μαχαιρώνονται
και οι μπαλαρίνες τρώνε πέτρες

Ω η σαν καθρέφτης βρομιά
του πρόσφατα χυμένου αίματος
που στάζει από τους τοίχους
τους τοίχους που φθάνουν ώς τα αστέρια!

Ω το κοπάδι των προβάτων
που ανοίγουν βίαια την σάρκα τους
με βυζαγμένα κόκκαλα
απ’ τα πορνεία!

Ω ο τάφος των νυχτερίδων
που αποπλέουν μέσα απ’ τα καταστήματα
με τα βίαια χέρια!

Πότε θα ’ρθούν;
Πότε θα φύγουν;

Ο ήλιος ταξιδεύει μες στο μάτι σου
παρθένες εκρήγνυνται
κάτω από τις φλεγόμενες παλάμες μου
κι εμείς επιπλέουμε απομακρυνόμενοι αργά

***

ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ

στον Rimbaud

Σε δύο σελίδες ενός μύθου αμπελιού
κρέμεται ο κύκνος του μεταξωτού αίματος
δίνοντας σχήμα στην άμμο από την καλυμμένη με
γαϊδουράγκαθα ομίχλη
Πάνω από ιερές λίμνες πυρετού
(στιλβωμένα στόματα του φυτικού βατράχου
που κυλούν στην σιδερένια αφροδίτη μου)
αφήνω να πέσει το σμιλευτό αχλάδι
Στεκόμενος σε κοιλάδες γεμάτες καπνό
(μεγάλες επικράτειες άπτερης πτήσης
και του σάρκινου όπλου του αγγέλου)
σφραγίζω τα σπίτια του ξεραμένου κεριού
Καμπάνες σειρηνοδοντιών (που τραγουδούν στον
τάφο μας
το τελευταίο γίγνεσθαι της αποποίησης)
αναμένουν την προσέγγιση των εμπρηστικών παιδιών
που φωτίζουν το σεληνόμορφο τέρας

Κάθε κουλουριασμένος ποταμός τραβά τα
ξεριζωμένα μου μαλλιά
σε δίχως αρουραίους κίονες δίπλα στο φάντασμα της
πυραμίδας
(αρδευόμενη κοιλάδα της βρόμας του ναού)
και όλα τα ρολόγια από λάσπη βιαστικά
τραβούν τα σπαθιά τους από φτερά γοργόνας
(τυλιγμένα από την Σκόνη) για να τα καρφώσουν
μέσα στα δάκρυα του παιδιού-γλάρου
Το λεπτό του χειμερινού ιστού
ανεμίζει κάτω απ’ το κύπελλο της αράχνης
και οι πόρνες όλων των πατεράδων
αιμορραγούν προς τέρψη μου

*Αναδημοσίευση από το πρώτο τεύχος του περιοδικού “Κλήδονας” (Σεπτέμβριος 2006) της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών. Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος.

Πέτρος Γκολίτσης, Δύο ποιήματα

ΧΡΩΜΑΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ

Χρώματα, ονόματα
σαπουνισμένα
χρώματα, σαπούνι στα μάτια
ξεφτισμένα, χρώματα
πτώματα ονόματα
σαπούνι στα χέρια.

Όπως βγάζουν οι έφηβοι σπυριά
ο ουρανός βάζει παντζούρια.

Πτώματα, ονόματα
στη θέση των άστρων
χρώματα ξεφτισμένα
ονόματα επικαλύπτουν
το ένα το άλλο
πτώματα που σπρώχνονται ακόμα
να βρουν κάτω απ’ το χώμα
μείον δύο λεπτά ησυχία.

Για να φανούν, να λάμψουν.

***

ΚΥΚΛΟΙ

Κύκλοι που ορίζονται
και δεν ορίζουν

Σφαίρα παλιά που αρχίζει να γωνιάζει

Κύκλος που γίνεται έλλειψη
και πάλι κύκλος

Εσύ εντός άνοψη

Κύκλοι που κυκλώνονται
μα δεν κυκλώνουν

Τόπος μικρός τόπος λευκός
ξεφτίζει

Κύκλοι ο ένας δίπλα στον άλλον
μετασχηματιζόμενοι αναπνέουν

Κύκλοι συγκλίνουν σε κλείνουν
έξω
αγνοώντας τη μη κυκλική
ελλειπτική σου υπόσταση

*Από τη συλλογή “Η μνήμη του χαρτιού”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη 2009.

**Στο link mixcloud ο Jonas Kocher μελοποιεί πάνω στην ποίηση του Πέτρου Γκολίτση.

Cloe Koutsoubelis//Χλόη Κουτσουμπέλη

vequinox's avatarManolis

 

Cloe and Alexandra_cover_aug265

Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ

Το πλοίο είναι γεμάτο μετανάστες.

Φορούν τραγιάσκες και κοστούμια

που γυαλίζουν στους αγκώνες,

κοιτάζουν μία προκυμαία από σκόνη

και λευκά μαντήλια που ζωγραφίζουν το κενό.

Σε μιαν εξέδρα ένας βιολιστής

παίζει κόκκινο βιολί,

φορώ ένα μαύρο φουστάνι και δεν έχω μαλλιά,

κλαις και δεν ξέρω πώς να σ’ αγκαλιάσω,

σαν να διασχίζουμε τον χρόνο

σε έρημα πλοία φαντάσματα

που προσκρούουν συνέχεια σε παγόβουνα

μόνο και μόνο για να,

για να μην,

επειδή δεν γίνεται χωρίς

αλλά ούτε και με,

κι ο βιολιστής παίζει παράφορα βιολί

κι ενώ όλοι αρχίζουν να χορεύουν

μου κλείνει μυστικά το μάτι

ενώ πίσω στην πόλη,

τα ποντίκια μεταδίδουν την πανούκλα

που χωρίς να ξέρουμε

όλοι μας κουβαλάμε

μες στο πλοίο.

 

THE PLAGUE

 

Ship full of immigrants,

flat caps and suits with

shining elbows, they stare at the quay

white handkerchiefs paint the void

on the platform a violinist plays

his…

View original post 87 more words

Κώστας Δεσποινιάδης: Ὁ τσαλαπετεινός

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

Despoiniadis,Kostas-OTsalapeteinos-Eikona-03

Κώ­στας Δε­σποι­νιά­δης

 

Ὁ τσα­λα­πε­τει­νός

02-TaphΟ ΒΡΑΔΥ εἶ­δα στὸν ὕ­πνο μου πὼς ἤ­μουν κυ­νη­γὸς καὶ σκό­τω­σα ἕ­ναν πα­νέ­μορ­φο τσα­λα­πε­τει­νό. Ἐ­γώ, ποὺ πο­τέ μου δὲν ἔ­χω πιά­σει ὅ­πλο κι ἀ­πε­χθά­νο­μαι τὸ κυ­νή­γι, ἔ­νι­ω­σα στὸ ὄ­νει­ρό μου μιὰ σα­δι­στι­κὴ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ποὺ σκό­τω­σα τὸ ἀ­θῶ­ο που­λά­κι.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Νύ­χτες ποὺ μύ­ρι­ζαν θά­να­το (ἐκδ. Πα­νο­πτι­κόν, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2010.

 

Κώ­στας Δε­σποι­νιά­δης (Κο­ζά­νη, 1978). Ἀ­πὸ τὸ 2001 ἐκ­δί­δει καὶ δι­ευ­θύ­νει τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­νο­πτι­κόν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ με­τα­φρά­σεις καὶ ἐ­πι­μέ­λεια ἐκ­δό­σε­ων. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριο, ­νε­κεν, Πλα­νό­διον. Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α Φράν­τςΚάφ­κα. ­να­τό­μοςτῆς­ξου­σί­ας (Πα­νο­πτι­κόν, 2007), Πό­λε­μοςκαὶ­σφά­λεια (Πα­νο­πτι­κόν, 2008), Νύ­

View original post 15 more words

Γρηγόριος Σακαλής, Κόλαφος

artlimited_img213766

Σ΄ ένα καλντερίμι
σ΄ ένα υγρό δρομάκι
βάζεις τον εαυτό σου σε προθήκη
και τον πουλάς φτηνά
τα όσια και τα ιερά σου
τα μαργαριτάρια σου στους κύνες
και είσαι είκοσι δύο
αχ, θεοί
αχ, δαίμονες
πως το επιτρέπετε
πως δεν στερεύει η θάλασσα
πως δεν καίγεται η γη
ένας επίγειος άγγελος
να τραβάει του Σίσυφου τα πάθη
κι εμείς να διάγουμε βίο
απαθή κι ωραίο.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Άτιτλο

cebdceb5cebfcf80ceb1cf84cf81ceb9cf89cf84ceb9cf83cebccf8ccf821

Για σένα πια δε γράφουν τα κιτάπια του ταμείου.
Για σένα που περίμενες τόσες φορές στημένος
να σου σφραγίσουν την αξιοπρέπεια.
Να σου μετρήσουν πόσες μέρες
έχεις μερίδιο στην επιβίωση.
Και το βασανισμένο σου μυαλό
γελούσε στην ιδέα μιας μολότωφ.
Αυτοί οι δαιμονικοί γκισέδες αν τιναζόντουσαν!
Αυτά τα άθλια κιτάπια αν καιγόντουσαν!
-Περνούσε ακόμα τραγική παρηγοριά
όλα πριν σε αποκλείσουν.

“Η διάλυση είναι μια υψηλή ρομαντική πράξη” | Συνέντευξη στο Ηδύφωνο #18, 9.8.2015

Ευτυχία Παναγιώτου's avatarΕυτυχία Παναγιώτου | exwtico

“Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΥΨΗΛΗ ΡΟΜΑΝΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ”

Συνέντευξη με τη Μαρία Μηνά, στο Ηδύφωνο #18, 9.8.2015

Φωτογραφία Χρήστος ΔιαμάντηςΦωτογραφία: Χρήστος Διαμάντης

Σε ένα παλαιότερο κείμενό σου αναφέρεις πως όταν πρωτοξεκίνησες να καταστρώνεις ποιήματα, ο καβαφικός Θεόκριτος ενσάρκωνε τον πόθο σου να συναντήσεις τον ιδανικό δάσκαλο. Θα έλεγες ότι πλέον έχεις εντοπίσει σηματωρούς δασκάλους;

Δεν συνάντησα τον ιδανικό δάσκαλο όταν τον είχα ανάγκη. Αναζητούσα ένα περιβάλλον αγάπης, ενθάρρυνσης και γνώσης μέσα στο οποίο θα μπορούσα να μάθω όσα υποψιαζόμουν ότι υπήρχαν. Όταν σου κουνάνε το δάχτυλο, ακυρώνεται η γνώση ως πνευματική ελευθερία. Όταν υπάρχει ψυχρός σεβασμός, χάνεται ο αυθορμητισμός που γεννά λαμπρές ιδέες. Ο Θεόκριτος του Καβάφη έλεγε στον Ευμένη πως ο αγώνας που έδινε δεν ήταν με τη γλώσσα μόνο ή για τις επιδόσεις, όσο με τις κοινωνικές νόρμες και με τον εαυτό του. Ότι η ποίηση δεν ήταν μονάχα αγώνας (αγώνισμα) αλλά και αγωνία. Ένα κορίτσι στην Κύπρο έχει να διανύσει…

View original post 1,124 more words

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό ενενηκοστό τρίτο

jahresthema-jugend-2010-04-22-1-0732

Ύστερα κάθισε εκεί πάνω σκοτεινά
κι είδε έργα του και σκέφτηκε: «καλά
όλα αυτά, όμως τι νόημα έχουν;» Συγκεκριμένα,
σκέφτηκε: «Was ist das Sein?»
Και είδε εκείνη την πήλινη αποτυχία του να ψάχνει
κάτι ανάμεσα στα δέντρα και να σκάβει
με νύχια και με δόντια
τις ρίζες των δέντρων.
«Τι ψάχνεις;»
του είπε. «Ονόμασε αμέσως
αυτό που ψάχνεις».
«Πεινώ, διψώ!»
δεν ήξερε να πει το πλάσμα: ώμωξε.
Καὶ ἐπέβαλεν ἔκστασιν ἐπ᾿ αὐτόν,
καὶ ὕπνωσε· καὶ ἔλαβε τὴν οἰμωγὴν
αὐτοῦ καὶ ἀνεπλήρωσε ὄνομα ἀντ᾿ αὐτῆς
καὶ ᾠκοδόμησεν τὴν οἰμωγήν,
ἣν ἔλαβεν ἀπὸ αὐτοῦ, εἰς ἄνθρωπον.
Καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς αὐτὸν
καὶ εἶπεν αὐτῷ· τοῦτος νῦν
ὄνομα ἐκ τῆς οἰμωγῆς σου.
Εννέα
χρόνια μετά το συμβάν [1107]
κάποιος παπάς Radulfus Cadomensis
έγραψε με φρίκη [όμως
έγραψε!] πως αυτοί,
οι πολιορκητές,
έβρασαν τα παιδιά των κατοίκων
σε μεγάλα τσουκάλια και τα έφαγαν
πριν της ώρας τους. Συγκεκριμένα,
έγραψε: «Kapitel Zwanzigste:
UNTERNEHMEN KALAVRYTA…»
……………………………………………………………….
……………………………………………………………….

«Σήκω απ’ τα χιόνια σου», είπε η νύχτα
στη γη, «κι έλα να δεις
κωμωδία, με τ’ όνομα: παρθένα
να κρατά στην αγκαλιά
παιδί τον προαιώνων
κι ένας νάνος με λευκό
κουστούμι να ζητάει από το βρέφος
να σώσει την ψυχή του
υπογράφοντας το πλέον
ευνοϊκό συμβόλαιο
κινητής τηλεφωνίας!»

Ένας Έλληνας ποιητής στο Γκρόζνι

εικόνα: DW/P. Kouparanis (λεπτομέρεια)

εικόνα: DW/P. Kouparanis (λεπτομέρεια)

Tου Σπύρου Μοσκόβου
πηγή: http://www.dw.com

Κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του μυστηριώδους Γιάζρα Χάλεντ, ενός καταραμένου ποιητή άγνωστης προέλευσης που δίνει απρόσμενα φωνή στους καταφρονεμένους της ελληνικής κοινωνίας.

 Τον Απρίλιο εκδόθηκε στην Αθήνα από τις εκδόσεις Υποκείμενο η ποιητική συλλογή «Γκρόζνι». Αλλά ποιός είναι ο Γιάζρα Χάλεντ που υπογράφει αυτά τα ηφαιστειώδη ποιήματα, ευαγγέλια ανατροπής και επανάστασης στους χθαμαλούς καιρούς μας; Στο πέλαγος του διαδικτύου επιπλέει κάπου και η πληροφορία ότι είναι Έλληνας ποιητής τσετσενικής καταγωγής, γεννημένος στο Γκρόζνι. Οι επαΐοντες μας ψιθυρίζουν πως είναι Έλληνας και χρησιμοποιεί αυτό το ψευδώνυμο.

Ο ίδιος γράφει σε ένα ποίημα: «Τ’ όνομά μου ήταν Παναγιώτης (τι σιχασιά!)∙/ θέλησα να ξεπλύνω από πάνω μου/ τη ντροπή του λευκού αρσενικού» Για την ποίηση ωστόσο είναι αμελητέο αν έχουμε να κάνουμε με κάποιον Τσετσένο που ζει στην Αθήνα ή με κάποιον Έλληνα που ζει στο Γκρόζνι. Εκλαμβάνουμε αυτή την απέκδυση του πάλλευκου ανδρισμού σαν ταπείνωση και έσχατη αυταπάρνηση.

εικόνα: Αθήνα 2013, Andreas Stahl (DW)

εικόνα: Αθήνα 2013, Andreas Stahl (DW)

Ανατινάζοντας τη γλώσσα

Γιατί ο Γιάζρα Χάλεντ θέλει πρωτίστως να είναι ένας ρακένδυτος μεσσίας που αναδύεται από κάποιο αθηναϊκό φρεάτιο για να διαδώσει τη διδασκαλία του: «Εκείνοι που έχουν πόρτες ας τις ανταλλάξουν με παράθυρα,/ εκείνοι που έχουν δύο χιτώνες ας τους δώσουν και τους δύο,/ εκείνοι που έχουν κασμάδες ας ξηλώσουνε την άσφαλτο,/ εκείνοι που έχουν κλειδιά ας ανοίξουν τα κελιά.» Ο Γιάζρα Χάλεντ είναι ένας λογχοφόρος προφήτης από τα υποβαθμισμένα προάστια που κηρύσσει urbi et orbi την κατακρήμνιση της καθεστηκυίας τάξης: «Δεν έχω πατρίδα∙/ κατοικώ μέσα στις λέξεις, μαυροφορεμένες,/ αιχμάλωτες.»
Και έχει πάρει την απόφαση να ανατινάξει το γλωσσικό σύστημα, που είναι η κατοικία της εξουσίας και το καταφύγιο της αστυνομικής βίας της, όπως έγραφε λίγο πριν από τον Μάιο του 68 ο θεωρητικός της Καταστασιακής Διεθνούς Μουσταφά Χαγιάτι. Σήμερα ο Γιάζρα Χάλεντ εξαπολύει τις γλωσσικές δυνάμεις του στην άλλη πλευρά των πραγμάτων, την πυριφλεγέθουσα: «Δε μου μένει άλλο παρά να ζευτώ την πείνα μου, να παρατάξω στο δρόμο τις λέξεις μου, αυτούς τους μικρούς μπολσεβίκους με τις ακονισμένες λόγχες και τα γούνινα καπέλα, η τάφρος της πατησίων είναι τώρα γεμάτη ρήματα κνήμες βλήματα, οι νοικοκυραίοι κλείνονται στα κάστρα τους, τρώνε κουτόχορτο σάρκες λυσσακά.»

Όταν η ποίηση γίνεται επίθεση

Ποιητής λοιπόν εγεννήθη ημίν και της ειρήνης αυτού ουκ έστιν όριον. Αλλά πρέπει να προηγηθεί η κατάλυση της ψευδεπίγραφης ειρήνης: «Μη λυπηθείτε την ειρήνη∙/ σπάστε την στο ξύλο,/ποδοπατήστε την,/ διαπομπεύστε την,/ πάρτε της τα παιδιά,/ γκρεμίστε τα κρεματόριά της,/ ελευθερώστε τις δούλες της./ Αφήστε άταφους τους νεκρούς της, ξηλώστε της τα ρούχα,/ χακάρετε τους υπολογιστές της,/ πετάξτε την έξω απ’ την ιστορία.»
Κι εμείς, Λωτοφάγοι αποκαρωμένοι από τη μελιστάλακτη στιχοποιία της εποχής μας, νιώθουμε αυτόν τον καταραμένο ποιητή που ξεπήδησε ξαφνικά από κάποιο καπνισμένο λυχνάρι να κεντρίζει με απόηχους του Ευαγγελίου, του Ζαν Ζενέ και του Αρθούρου Ρεμπώ ξεκουρδισμένες χορδές της ψυχής μας. «Μακάρια η γυναίκα που τα χείλη της τα έσκασε το κρύο,/ γιατί αυτή θα μας πει πώς γεννιέται το φιλί./ Μακάριος ο άντρας που δουλεύει στα ναυπηγεία,/ γιατί αυτός θα μας κληροδοτήσει τις θάλασσες,/ γιατί αυτός θα μας πει παραμύθια για τις τρικυμίες./ Μακάρια αυτή που δεν κουβαλάει βαλίτσες, γιατί αυτή θα μας κρατήσει απ’ το χέρι.»

εικόνα: Αθήνα 2013, Andreas Stahl (DW)

εικόνα: Αθήνα 2013, Andreas Stahl (DW)

Ο πόθος μιας αλλαγής

Ο Γιάζρα Χάλεντ, ένας ποιητής που εμφανιζόταν μέχρι σήμερα κυρίως στο διαδίκτυο, σε λογοτεχνικές περφόρμανς και φώλιαζε στον κύκλο του λογοτεχνικά απείθαρχου περιοδικού Τεφλόν, δίνει φωνή στους απόκληρους και τους αποσυνάγωγους, στους ανέστιους και πένητες, στα μιάσματα και τα περιτρίμματα. Αναμοχλεύει μέσα μας τον πόθο μιας καθολικής αλλαγής, μας μεταφέρει σε ένα λυτρωτικό σύμπαν απόλυτης κατάφασης της ζωής, ακόμα κι όταν ένα θύμα προλαβαίνει να ανταλλάξει δυο κουβέντες με τον θάνατο: «Μην ανησυχείς, θα μπω και θα βγω, είπε η σφαίρα. Της εξήγησα ότι κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν να το επιτρέψω καθώς κατά την έξοδο θα πάρει μαζί της κάποιες απ’ τις αναμνήσεις μου όπως το πρόσωπο του κοριτσιού που ερωτεύτηκα στην πέμπτη δημοτικού, τη φωνή του ιμάμη την πρώτη φορά που πήγα με τον πατέρα μου για προσευχή, τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού στο σπίτι της γιαγιάς, τα δάχτυλα της δασκάλας που μου έμαθε να γράφω τη λέξη الحرب και το γκολ του φαν Μπάστεν στον τελικό του 88.»

*Αναδημοσίευση από το Εντευκτήριο στο http://entefktirio.blogspot.com.au/2016/07/blog-post_25.html