Έρμα Βασιλείου, Τρία ποιήματα

Belga Cigarettes" poster by Sterne Stevens (1930)

Belga Cigarettes” poster by Sterne Stevens (1930)

Όταν βρίσκονται τόσες λέξεις μέσα σου

Τότες η γύμνια σου είναι δεδομένη
η γύμνια τού για γνωρίσεις τον άνθρωπο
μέσα από το καημό και την λαχτάρα για την αφομοίωση
μέσα από
την απόσταση και τη συγκατοίκηση
μέσα από το χάος της ζωής
μέσα από όλα όσα
μιλούν οι τόσες λέξεις μέσα σου
είσαι όπως
και τα διάφορα γυμνά από ανιδιοτελή τροπάρια σε κάθε ναό του νου
σαν τα σαλιγκάρια που αφαιρούν το φορτίο που κρύβονται
γίνεσαι σαν βράχος που βλασταίνει
ενώ γεμίζει θαλάσσιο νερό
που πίνουν τα σπλάχνα του
είναι σαν να γίνεσαι ο άνθρωπος για τον άνθρωπο
οι πολλές οι λέξεις σου!
Και…
Le toit est resté le même
ca fait vingt ans et quelques centaines de remords
je suis ici
contre la nuit
contre l’ espoir, bien dressée de ma patience et puis
paroles nues, denouées sont mes mots

***

Ερωμένη, μερωμένη

Από πειθαρχημένη νοσταλγία
βλέπω πως σήμερα θέλω να βγω
να παίξω με το νου
…τραβούσε το παιχνίδι
να δω τον άνθρωπο
να χαιρετίσω βουβά
το καλημέρα

τα περιστέρια περιμένουν να φύγουν
την ώρα που τα βήματα φέρνουν την ώριμη ευτυχία
μέρωσα σαν βρήκα πως η Νορμανδία έχει μια σχέση
στενή στο όνομα που φέρω
μια μέρα ταξίδεψα βρήκα στο Μπουαρομπέρ*
ένα παπούτσι του προπάππου μου εκεί
το άλλο στους Σόλους βρήκα
τα δυο σημεία ερωτεύτηκαν την καρδιά
κι εγώ το χώρο και τη
σύμπτωση
της δύναμης να είσαι διγενής
όταν αλλού φυτρώνει
δέντρο που σκεπάζει

*Boisrobert, Normandy

***

Belga (Berega)

Το πακέτο είχε είκοσι σιγαρέτα
με μια ξανθιά με καπέλο στο κάλυμμα
κοκκινοκίτρινο περιεχόμενο, με καφετιά γέμιση, ο καπνός ξανθός
δεν τον αγόραζαν πολλοί
όσο για μιαν πουφφαρίαν, όπως έλεγε η γιαγιά μου
τον τσιάρον… τσαι δώσ’ του στον αέραν τα ριάλια σας, έλεγε…
έρχονταν με κανένα βελγικό τότε φράγκο, γι ́ αυτούς μια περιουσία ήταν
σχεδόν γυμνοί από το δάσος
την έλεγαν Μπερεγκά τη μάρκα…κι ήταν μια Βελγίδα στο πακέτο…
λίγο πιο ελαφριά από το Ναρουμπέ, όπως το λέγαν οι αυτόχθονες το
βαρύ τσιγάρο Albert και πιο ελαφριά και το Νέ Μιλιτέρε, το Militaire
σπανίως ολόκληρο το πακέτο το κοίταζαν, ήτανε λίγα τα νέ-φαράγκα
τους…τα μάτια. τα χέρια. η ανάγκη…έβλεπαν μόνο ένα
ένα, μόνο να πιουν ένα σιγαρέτο Μπερεγκά!
κάναν μια κίνηση με το χέρι
σε ρολό στο στόμα, και τ’ άλλο χέρι κάτω, σε δίπατο ρολό
ρουφούσαν εικονικά από το ανώγι χέρι τους φου-ου-ου-ου
ακουγόταν παράξενα ο ήχος, και τα μάγουλα μπαίναν στο στόμα
πολλές φορές η μητέρα μου το άνοιγε, βιαστικά, κι η ξανθιά η Μπερεγκά
με κομμένα χείλη, μάτια ανύπαρκτα, σε κομφετί, κι εκείνοι τότε κάναν
ίιί, ίιί…κουνούσαν το κεφάλι για ένα όχι, ίιί, σαν να ‘λεγαν μην ξεσχίσεις
το όνειρο λευκή, madamou,
ζητούσαν λίγα, ένα-δυο να μοιραστούν
σε κομμάτια ρακένδυτο όνειρο, και τραβούσαν τώρα πραγματικά, μετά
από την παράσταση του χεριού, μέσα από ένα καλαμένιο ‘roso’, το
ναργιλέ
από καλάμι της ζούγκλας, το σιγαρέτο το ευρωπαϊκό, κομμένο κομφετί…
πού είσαι άγνωστη στην έξη του στα έξη σου;
μα για τους άλλους ήταν όνειρο της μέρας, το είδα στα μάτια,
στα χέρια, στο ρούφηγμα, και γνώριζα πως θα το έδινα κάποτε δωρεάν,
κι έκρινα πως δεν έφτανε το ύψος μου στον πάγκο του μαγαζιού, κρυφά
να το δώσω σε όσους το θέλαν, πως όταν θα έφτανα ν’ αγγίξω τα πακέτα
θα έδινα όλα τα Μπερεγκά του κόσμου σε μορφή ονείρου, κι όχι
καπνού. Ποτέ καπνού!

*”Belga Cigarettes” poster by Sterne Stevens (1930)

**Από την ενότητα “Εξ αγνώστου γυναικός” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Μουσώνες”, Aphrodite Editions, Melbourne 2016.

Βασίλης Βασιλειάδης, στίχοι

Artwork: Bernhard Hosa, Hyperkinesia

Artwork: Bernhard Hosa, Hyperkinesia

………………………………………………………..
κατοικημενος από υψηλής τάσης λοξότητα
παραμένω σεσημασμένος μεθόριος τής ρημαγμένης ορθοφροσύνης
καί τών μεταφυσικών μαλάκιων τις θεοεπενδύσεις
και βαρήκοος καθώς είμαι στά ενάρετα
οδοιπορώ ακατάργητος καί αλλότροπος
ανατινάζοντας καταμεσήμερο τίς σαστισμένες αιτιότητες τών ταριχεύσεων
καί τίς αγκυλώσεις τών ενικών πού επιμένουν νά αρχηγεύουν μέ υστερίες λογικής
ή ορίων
αφήνοντας
μόνον τους πληθυντικούς,
τίς αταξίες τών παρορμήσεων καί τής φαντασίας ανέγγιχτες,
ή αλλοιώς τό συνώνυμο τους
τήν οξυγόνωση μυαλού,
καί προ πάντων τίς ορμόνες
ανοιξιάτικα
ξαπλωμένες τ ανάσκελα νά λουφάζουν σέ αξιέραστη χώρα τών βουβόνων
μέ τό φορεματάκι ανασηκωμένο καί χωρίς εσώρουχο
λαμπαδιάζει τό μυαλό μέ τόσο καλαίσθητη γυμνή ακαταστασία
πού ξεκλειδώνει λαρυγγισμούς καί φωνήεντα ανόθευτα καί ανευλαβή
ή βάλανος γλύφει μέ περιοδικότητα νωχελική τά ζυγωματικά τής κλειτορίδας εκστασιασμένης
από τήν αιμάτωση
ή μήτρα μέ αλαφιασμένες συστολές ανοίγει τίς ωοθήκες
οί ρόγες σέ κατάσταση ευθετένειας ονειρουργούν ασταμάτητα αυνανισμούς,
παρά τίς εμμονές καί τών δύο πλευρών γιά επιδοση διαπιστευτηρίων καί άλλων όρκων περί μοναδικότητος
κανείς τους δέν μαθαίνει ποτέ τόν αληθινό εραστή τού μυαλού,
τά χείλη ρουφούν τον μεσαίο δάχτυλο ταχαμ πέος φτυστό
πού ή γλώσσα μέ παλινδρομίες τόν ωθεί βαθειά στόν λάρυγγα,
αναχαίτιστος ωοθηκορύχος τό πέος
επιδίδεται σέ ενορμήσεις στύσεων παθιασμένων
παραβιάζοντας τήν ένυδρη από καύλα στενωπό τού αιδοίου,
πάντα στόν κόλπο βρίσκονται τά τιμαφλή
κρυμμένα κάτω από τίς λευκοντυμένες εκκρίσεις οργασμικών χυσιμάτων καί άλλων λιπαντικών,
τό ξέρουν καλά οί ορχεις
πού ιδρωμένοι από τήν επείγουσα παράδωση τής παραγωγής,
μέ ΕΠΙΚΕΦΑΛΕΙΣ τά ρίγη τού ολοκληρώματος
Ούνους αυθεντικούς πού αδιαφορούν γιά τήν αίγλη τών αχαμνών
μέ χρωμοσωμιακό υλικό τήν σαρωτική σφαγή
γεννημένους από πανάρχαιες μήτρες ενστίκτων καί ορμονών,
-κι άς μιλάνε οί ανίδεοι τής ανθρωπογνωσίας μαλακίες καί ασυναρτησίες είς τήν νυοστή
πώς τούτες τίς στιγμές πυλώνες τής αλήθειας καί τής ομορφιάς τής ύπαρξης
μπορούν νά ηγηθούν τών σαρωτικών επελάσεων γλυκεροί σεντιμενταλισμοί
καί ευγενικές ευασθησίες συναισθημάτων-
ΕΚΤΟΞΕΥΟΥΝ μέ μουγγητά βοιδίσια καί άλλες ιαχές εφόδου
ολόκληρες ιλαρχίες από στυγνά τής απληστίας σπερματοζωάρια μέ αποστολή νά ξεκοιλιάσουν
τό συμπαγές καί σκληρό επίστρωμα
εγκάθετου τών ασυναρτησιών προστάτη
γενεσιουργού υλικού δήθεν άμωμου καί συγκηνισιακού
τών τάχα απο αναντάμ παπαντάμ φορέων ντιεναικής τού φύλου σεμνότυφίας καί κοκεταρισμού,
τών ωαρίων,
δέν είναι παίξε γέλασε τέτοιοι χωρόχρονοι περιπέτειας συγκλονιστικής,
εδώ μέ εμπειρους δυναμιστιστές τή Φαντασία,τή Παρόρμηση καί τή Αγία Καύλα
γίνονται μέ τολμηρή προκλητικότητα ανατινάξεις τού Αδύνατου
καί άλλων επιφανειών καί κοσμοειδώλων, θανατηφόρες,
μέ στόχο τή ραγδαία καί τιτανική στή προσπάθεια διάνοιξη σηράγγων
πρός τά αρχιπελάγη τού Νέου,
πρός σ΄αυτό πού τά ερωτήματα αναδιατυπώνονται,
αναστοιχειώνονται αντιλήψεις
καί ανασκευάζονται οί ταυτότητες
τού Είναι,τού Γίγνεσθαι καί τού Κόσμου,
εξ άλλου μέ γραφή αιμάτινη ή πινακίδα προειδοποιεί
“απαγορεύετα αυστηρά ή είσοδος
σέ παρακατιανούς μικροεγκεφαλικούς μαλάκες ,καταντημένους λογικούς”
καί γιά φαντάσου,ακόμη καί σέ
“μέ πλουμιστούς λυρισμούς φορτωμένους αρτίστες
κα προσαραγμένους στά ρηχά τής προσωπικής εμπειρίας καί συγκίνησης,εκφυλιστές τής ποίησης,
ποιηματογραφιάδες”

*Απόσπασμα από τό σέ εξέλιξη δημιουργίας του FUCK OFF long poem.

Stéphane Mallarmé, et rien de plus…

SF's avatarαγριμολογος

Σε ©μετάφραση του αγαπητού φίλου Γιώργου Κεντρωτή…

Mallarme17.7.16

Η ΚΟΜΗ…

Η κόμη πτήση φλόγας που τραβά στην άπω δύση
των πόθων ώσπου ν’ απλωθεί τελείως με ηρεμία
και (ως διάδημα νεκρό θαρρώ) να πάει ν’ ακουμπήσει
σε μέτωπο στεφανωμένο στην αρχαία εστία

αλλά χωρίς χρυσό ν’ αναστενάζει που αναβρύζει
γυμνή εύρωστη απ’ τις φλόγες του εσωτερικού της ήθους
και αείποτε μονάχη πρωτοτύπως συνεχίζει
νά ’ν’ κόσμημα του γελαστού οφθαλμού ή και φιλαλήθους

αν γύμνια τρυφερή ήρωος τής δυσφημεί τα τόξα
αυτής που μήτε δαχτυλίδια μήτε πυρ της άτης
τής κάνουν κάτι σαν εξαίρει τη γυναίκα η δόξα
και ως αυτοβούλως περατώνει το λαμπρό άθλημά της

να σπέρνει στην αμφιβολία που αποφλοιώνει αράδα

ρουμπίνια σαν ευφρόσυνη και ευλογημένη δάδα.

©Μετάφραση Γιώργος Κεντρωτής.

*

*

View original post

Νικόλας Ευαντινός, Από τον “Εννεό”

U99LQOa

Ενεός…

μέχρι να αρχίσουμε να ζούμε σε κύκλο

Είδε κι απόειδε, αρπάζει την Πασιφάη από το χέρι και την βάζει να θηλάσει τον γιο της. Ο Μινώταυρος την ρουφά ολόκληρη και θρήνος ταύρου πέφτει από τον ουρανό.
Χορτάσαμε.

Έπειτα σημαδεύει την καρδιά του ανέμου που κατέβαζε το βουνό της εποχής, πυροβολεί και βρίσκει την ευτυχία στο σταυρό.
Ξαλαφρώσαμε.

Τότε βάζει την πορφυρή μπέρτα του τρελαμένου Ρήγα και μας μιλά: «Σπαρταράτε μωρέ, μην το ξεχνάτε! Ίσως έτσι ξαναβουτήξετε στο όνειρο.»
Παλέψαμε.

Τέλος, βουτά δίχως μπουκάλες να βρει της θάλασσας τη ρίζα.
Ήταν μνήμη στο τετράγωνο!
Πιστέψαμε.

Από τότε ζούμε σε κύκλο, δηλαδή κοιταζόμαστε στα μάτια.
Τέρμα οι παρελάσεις!

*******

Ενεός…

μπροστά στην αναβράζουσα Κτίση

Υπόγεια γουργουρητά πείνας σαν να κροταλίζουν οι περσικές αλυσίδες από του Ελλήσποντου τα βάθη. Λογικό και αυτονόητο το φαινόμενο, ιδίως τώρα που οι άλγεβρες έχουν απολέσει τις ταυτότητές τους, οι γεωμετρίες τις αποδείξεις τους, οι φυσικές την φυσικότητα και οι χημείες την ύλη τους – ήδη από το απόγευμα του προηγούμενου αιώνα.

Γιατί κάποτε σε χώμα απάτητο χαράχτηκε η φράση: “Η ΓΡΑΦΗ ΘΑ ΚΑΝΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ» και λησμονήσαμε ότι το στόμα της φαντασίας είναι η είσοδος του απείρου, ότι εκεί φτιάχνεται το εναρκτήριο γράμμα των νόμων που έρχονται: νομοταγείς οι αμοίραστοι ουρανοί καθώς σπέρνουν εφηβείες στα κύματα της γης.

Δεν θερίζω πείνα. Δεν θερίζω δίψα. Θερίζω φως. Αχειροποίητο. Υψωμένο στο τετράγωνο και με το σώμα μπολιασμένο δίνει ενέργεια που στον χρόνο ταξιδεύει: …κάποτε ύψωσα το βλέμμα: Κτήτορες μοιράζουνε ψωμί. Με ποιο δικαίωμα;

*******

Ενεός…

μπροστά στο χιόνι

Μνήμη Αργύρη Χιόνη

Εκείνη τη στιγμή ήμουν απόγονος αμμοδαρμένων νομάδων, εθισμένων στην κάψα και την μονοτονία της τραχύτητας. Εκείνη τη στιγμή ήμουν ιθαγενής μιας χώρας αιώνια μαστιγωμένης από του ήλιου τα σχοινιά. Εκείνη λοιπόν τη στιγμή εγώ, ένας γιος του καύσωνα, έπρεπε να εφεύρω μια λέξη για να ονομάσω το θαύμα που έβλεπα. Έτρεξα στους γέροντες, σε μύθους και παροιμίες, αρχαία αινίγματα, προϊστορικά βιβλία των θεών μου. Δεν βρήκα τίποτε. Πήγα ξανά στο σημείο του θαύματος. Ο χρόνος κυλούσε. Το θαύμα έλιωνε. Ήταν λευκό, ψυχρό και συμπαγές. Το έσφιξαν οι χούφτες μου μέχρι που κάηκαν. Το μάσησαν τα δόντια μου μέχρι που πάγωσαν. Ο χρόνος κυλούσε. Το θαύμα έλιωνε. Λέξη δεν έβρισκα. Στο τέλος γίνηκε νερό και χάθηκε. Ήταν αποτέλεσμα ακραίων καιρικών φαινομένων. Τότε κατάλαβα πόσο δύσκολη είναι η δουλειά των ποιητών.

*******

Ενεός…

γιατί δεν είχε γάλα

Ώρα κρατούσε το ακουστικό και έτρεμε. Δεν κρύωνε. Έκλαιγε. Σιγά-σιγά η άσπρη κελεμπία που στεκότανε στον θαλαμίσκο του καρτοτηλεφώνου γινόταν σύννεφο, ομίχλη παχιά.

Στο τέλος χύθηκε στο τσιμέντο σαν γάλα και δεν σταματούσε, έγινε αστείρευτο λευκό ποτάμι που άρχισε να κυλά και να κυλά, και έφτασε στη θάλασσα, πέρασε τη διώρυγα εισέβαλε στη μακρινή ήπειρο και κυλούσε και κυλούσε ώσπου εισήλθε στην πατρίδα, μπήκε στο χωριό, στο μαγαζί με το τηλέφωνο και σταμάτησε

στους αστραγάλους της γυναίκας που κρατούσε το ακουστικό μιλώντας στον ξενιτεμένο με το μωρό στη ρώγα και του έλεγε πως δεν είχε γάλα.

*******
Ενεός…

μπροστά στην όραση

Μια κοπέλα μεγαλώνει στα μάτια μου. Όσο τα ανοίγω, τόσο απλώνεται, εκπτύσσεται γαργαριστή σαν κάποιο πλατύμακρο ποτάμι, που τα υγραίνει. Με καθάρια υδάτινα βλέμματα κατακλύζω τον κόσμο και τα πράγματα μουσκεύουν, μαλακώνουν και παίρνουν σχήμα αληθινό.

Έτσι
πότε το σπίτι είναι ένα μεγάλο στόμα που καταπίνει σιωπές σαν ηρεμιστικά για να κοιμηθεί και πότε όχι,
πότε τα μάτια των ανθρώπων είναι ανάποδες πινέζες που εξακοντίζουν λήθη και πότε όχι,
πότε τα κορμιά κάτω από τα παλτά είναι οι πύρινοι κίονες της κόλασης, άκαυτα στην αιωνιότητα και πότε όχι,
πότε η κιθάρα είναι μια λεπτοκαρυά που στοίχειωσε στο ξύλο της των σπίνων το τιτίβισμα και πότε όχι,
πότε τα αστέρια είναι οι τρύπες που άνοιξε στον ύπνο του κόσμου το μυδραλιοβόλο του Θεού και πότε όχι,
πότε το ασταμάτητο γάβγισμα των πεινασμένων σκύλων οιωνός για κάποια παντοτινή παύση της Ιστορίας και πότε όχι.

Κι όμως στην χίμαιρα ζωή υπάρχει μια τρανή παρηγορία: η υδάτινη γυναίκα των ματιών μου που όλο μεγαλώνει, κάποτε θα σκίσει τα μάτια μου και θα νιώσει τον κόσμο έξω τους.

Τυφλός, θα είμαι ο πρόγονος μιας νέας όρασης.

*******

Ενεός…..

πριν να ξανακλειστώ στο ένα και ένα κάνουν δυο….

Υπό τους ήχους του Γαβριήλ που παίζει τον ταμπουρά του στην όχθη του νιογέννητου Αχέροντα να σφυρηλατώ πύρινα δαχτυλίδια για να είμαι αόρατος
μια μέρα μπούχτισα, έστειλα γράμμα στον Άδμητο, του έλεγα «πως τα κατάφερες μπαγάσα να έχεις για τσοπάνη σου κοτζάμ Απόλλωνα» μου απάντησε σε ένα θολό μου όνειρο που από τότε προσπαθώ να θυμηθώ, λέω δεν βαριέσαι θα συνεχίσω κι όπου έβλεπα την Κυβέλη έτρεχα να πιω από το βυζί της, μια μέρα το μάτωσα με έβαλε σε ένα σεντούκι και με πέταξε στο πέλαγο, ξεβράστηκα πάνοπλος, έτοιμος για τη Μέδουσα, ποτέ δεν την βρήκα, μονάχα ένα φιδάκι σύρθηκε στα πόδια μου, το ακολούθησα, και πήγα ανατολικά, εκεί με συνεπήρε κείνος ο νεαρός καβάλα στη λεοπάρδαλη τον ακολούθησα με στύση παιδική για μια μαινάδα φτυστή με την ακροβάτρια πάνω στον ελέφαντα -κι έλεγα μέσα μου πως σίγουρα αυτόν τον έφερε δώρο από τις Ινδίες στον μπαμπά του ο Αλέξανδρος από την Πέλλα- ώσπου συνήλθα και έτρεξα στην τουαλέτα με κακό προαίσθημα, τελικά επαληθεύτηκα γιατί από την λεκάνη ξεπήδησε ο Αζαζήλ «κάνε την από δω» μου είπε «τελειώνουν τα ψωμιά μας», εγώ δεν κατάλαβα, έτρεξα στο κρεβάτι, το Κολλητήρι, ο Μορφονιός κι ο Σταύρακας με αποχαιρετούσαν δίχως τραγούδι, είχε πια ξημερώσει, ήταν η ώρα να γεννήσω, το κεφάλι μου άνοιξε στα δυο και βγήκε ο οχτάχρονος εαυτός μου, υποχρεωτικά παλλάδιος με μια σάκα στο χέρι, να πρέπει σοκαρισμένος, να πάει ξανά πρώτη μέρα στο σχολείο.
Τέρμα τα παραμύθια. Ένα κι ένα κάνουν δυο.

Από το σχολείο του χειμώνα ξεμπέρδεψα.
Από το άλλο, ακόμα και ούτε πρόκειται.
Μετεξεταστέος, ως το τέλος!

*”Εννεός”, εκδόσεις Μανδραγόρας.

imgres

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

kkjhmvyojb5608b777b1ef2

ΝΥΧΤΕΣ ΙΟΥΛΙΟΥ

Φώναζα όλη τη νύχτα
Κανείς δεν απαντούσε
Ελλειπτικά φεγγάρια
Συναντούσα μπροστά μου
Ακέφαλα αγάλματα
Έστηναν συνωμοσίες.

Έπαιρνα τους δρόμους
Κοιτώντας τον ουρανό
Σκοτεινά αστέρια
Έσταζαν οινόπνευμα
Αδέσποτοι σκύλοι
Μεταμορφωμένοι άγγελοι.

Μιλούσα με τη σιωπή
Χωρίς διερμηνέα
Σπασμένα φωνήεντα
Γέμιζε το στόμα
Ετεροθαλείς λέξεις
Ζητούσαν συντροφιά.

Περνούσα από πλατείες
Οι περισσότερες άδειες
Αφημένες μπίρες
Πάνω στα παγκάκια
Αγοραίοι έρωτες
Μέσα σε περιπολικά.

Εδώ και καιρό
Ζω στη μοναξιά
Ενός αθέατου Ιουλίου.

***

ΤΑ ΜΑΝΙΤΑΡΙΑ

Καθώς περνούσα στην άλλη ζωή
Κάτι αστροναύτες συνάντησα μπροστά μου
«Για πού το έβαλες;» μου είπαν
«Πήγα να μαζέψω μανιτάρια κι έχασα το δρόμο».
Εκείνοι χαρούμενοι μου έδειξαν μια πόρτα
Και μου έδωσαν ένα σκουριασμένο κλειδί.
Απορημένος άρχισα να πέφτω σε μια έρημο
Δεν είχα νερό μαζί μου, ούτε μνήμη
Η πτώση μου άνοιξε έναν τεράστιο κρατήρα
Εκεί μέσα διανυκτέρευσα
Ώσπου το άλλο πρωί με εντόπισε ένα χελιδόνι
«Πάρε τα φτερά μου να μάθεις να πετάς
Κι αν κάποτε νοσταλγήσεις τη γη, μου τα επιστρέφεις».
Τότε άκουσα τη φωνή της μητέρας μου
Να αμφισβητεί το θάνατό μου
Να μου στρώνει το κρεβάτι του γάμου
Και να ψιθυρίζει κάτι παλιά σέρβικα τραγούδια.
Μετά άρχισε να βρέχει, να βρέχει πολύ
Αστραπές χρωμάτιζαν τα σύννεφα
Μια νεαρή κοπέλα μου πρόσφερε την ομπρέλα της
«Έλα, πάμε να φύγουμε από δω
Δε βλέπεις ότι τα μανιτάρια είναι δηλητηριώδη;»

*Από τη συλλογή “Εκτός εαυτού”, εκδόσεις Στοχαστής, 2015-2016.

Πελαγία Φυτοπούλου, Απολογία

Έργο: Carol White

Έργο: Carol White

Τελευταία πουλήσαμε τα παράθυρα

Υπάρχουν πολλές τρυφερότητες
Κάποιες ντρέπονται να παρουσιαστούν
Και μένουν «Μαρκίζα» στην είσοδο
Κάποιες άλλες απλώς νοσταλγούν
Και δειλά σηκώνουν το χέρι στον ουρανό
Κάτι λίγες δεν ξυπνούν ποτέ
Ονειρεύονται τον Λόρκα
Αμίγκο, να την προσέχεις την ποίηση
Μια μέρα θα μας ξεκάνει όλους

Σήμερα είμαι όλοι οι άνθρωποι που έχουν φιληθεί

Σε λίγο θα ’ναι όλα πιο εύκολα
Το πρώτο ποίημα μυρίζει μπαρούτι
Γιορτάζει μια υποκινούμενη ζεστασιά στα πόδια μου
Μια Αισχύλεια ρωγμή
Ένα δαίμονα αύτανδρο να κωπηλατεί ανέμους
Έναν Ίκαρο να προκαλεί το ακατόρθωτο, να ασελγεί επί τούτου
Ν’ απογυμνώνει κάθε γήινη ντροπή

Κάποιοι τιμωρούνται που αρνούνται να πεθάνουν αθώοι

Σε λίγο θα ’ναι όλα πιο εύκολα
Ο ποντικός είναι ανθρωπιστής
Παίζει πιάνο στ’ ανύπαντρα κορίτσια
Γυμνάζει τα ήθη
Η σουρεαλιστική του ακεραιότητα είναι ο θρίαμβος των παιδιών
Το αίμα του σκεπάζει τη χώνεψη του σκύλου
Ασβεστώνει το δείπνο των αδέσποτων ψυχών
Σε λίγο θα ’ναι όλα πιο εύκολα
Αγαπώ τους πεθαμένους
Γιατί δε λογαριάζουν τίποτε για τον εαυτό τους
Όσο για τους ζωντανούς Περιμένω να πεθάνουν
Άλλωστε είμαι η γυναίκα με τα όμορφα πόδια
Μπορώ να περιμένω

Η βούληση είναι ελαφριά
Είναι και βαριά
Όπως το χέρι ενός παιδιού πάνω στην καρδιά μας

…στα στρατόπεδα φεγγίζει το ουίσκι κι ας άργησαν οι πόρνες

Και σαν μεγαλώσει το παιδί δεν έχει το ίδιο χέρι
Εξαιρούνται οι ποιητές είναι ισοβίτες

Σε λίγο θα ’ναι όλα πιο εύκολα
Οι δαγκωνιές μιλάνε λίγο
Προς Θεού, ου δ’ απαγγελίας
Το κοιμητήριο νοσεί

Ω, θάνατε γελάς
Το ’ξερα πως είσαι παιδί που αυτοκτόνησε
Το γάλα δεν έφτασε για όλους

Σε λίγο θα ’ναι όλα πιο εύκολα
Θα ’χουμε πολιτισμό

*Από τη συλλογή “Κούκος”, εκδόσεις “Θράκα”, 2016.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Τρία ποιήματα

Κούλα Μπεκιάρη, Ηγησώ

Κούλα Μπεκιάρη, Ηγησώ

Ηγησώ (1)

στην Κυριακή

Με μάτια καινούρια
τη στάχτη φυσώ
και ξορκίζω τη νύχτα
τους Κουρήτες (2) κρατώ
με τα δόντια για γκέμια
μην ταράξουν τον ύπνο.
Πολύμνια, εσύ
τον Κέρβερο δέσε
το λαγούμι φωτίζεται.
Η Ηγησώ δραπετεύει.

1. Η Ηγησώ ήταν αρχαία Αθηναία, παρθένος κόρη του Προξένου.
2. Στην ελληνική μυθολογία οι Κουρήτες μνημονεύονται ως «άγρυπνοι φύλακες» του Δία που κάλυπταν με τις ένοπλες ορχήσεις και τον θόρυβο των όπλων τους και των κρουστών οργάνων τους, τους κλαυθμούς του για να μην τον ακούσει ο Κρόνος.

***

Μακμπέθ (1)

Ο εφιάλτης φωλιάζει καταχείμωνα
σε άσπρες κόλες αναφοράς που κάποτε παίρνουν
τη μορφή της άπνοιας πριν να ξεσπάσει ο απόλυτος
καταιγισμός των πυρών από και προς κάθε κατεύθυνση

εσωτερικά: τραύματα
εξωτερικά: άπνοια

η λαίδη Μακμπέθ πάντα ξαγρυπνά πλένοντας τα χέρια της.

Η εξωτερική νηνεμία πρέπει να παραμείνει ως έχει.

1. Ο Μάκβεθ (ή Μακμπέθ, αγγλ. Macbeth) είναι θεατρικό έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ.

***

Αμφικτιονίες

Πρόσφατο παρελθόν
οδηγεί άμεσο μέλλον.
Κριτής επιπόλαιος
μα αθώων προθέσεων.
Ήρωας χυδαίος
ωστόσο βέβηλος όχι.
Συμπυκνωμένη ενέργεια
που φωτίζει μια νύχτα.
Υπόνοιες για μηχανορραφίες
των ηρώων απόντων.
Όμως, μη θλίβεσαι
οι αμφικτιονίες θα συντριβούν.

*Από τη συλλογή “Αγχέμαχες λέξεις”, εκδόσεις Άγκυρα, Αθήνα 2015.

Tuli Kupferberg, Bohemian and Fug, Dies at 86

Tuli Kupferberg, right, with his comrade Ed Sanders in 2003. Credit Chris Ramirez

Tuli Kupferberg, right, with his comrade Ed Sanders in 2003. Credit Chris Ramirez

By BEN SISARIO*

Tuli Kupferberg, a poet and singer who went from being a noted Beat to becoming, in his words, “the world’s oldest rock star” when he helped found the Fugs, the bawdy and politically pugnacious rock group, died on Monday in Manhattan. He was 86 and lived in Manhattan.

He had been in poor health since suffering two strokes last year, said Ed Sanders, his friend and fellow Fug.

The Fugs were, in the view of the longtime Village Voice critic Robert Christgau, “the Lower East Side’s first true underground band.” They were also perhaps the most puerile and yet the most literary rock group of the 1960s, with songs suitable for the locker room as well as the graduate seminar (“Ah, Sunflower, Weary of Time,” based on a poem by William Blake); all were played with a ramshackle glee that anticipated punk rock.

With songs like “Kill for Peace,” the Fugs also established themselves as aggressively antiwar, with a touch of absurdist theater. The band became “the U.S.O. of the left,” Mr. Kupferberg once said, and it played innumerable peace rallies, including the “exorcism” of the Pentagon in 1967 that Norman Mailer chronicled in his book “The Armies of the Night.” (The band took its name from a usage in Mailer’s “Naked and the Dead.”)

The Fugs was formed in 1964 in Mr. Sanders’s Peace Eye Bookstore, a former kosher meat store on East 10th Street in Manhattan. By then Mr. Kupferberg, already in his 40s, was something of a Beatnik celebrity. He was an anthologized poet and had published underground literary magazines with titles like Birth and Yeah.

He had also found notoriety as the inspiration for a character in Allen Ginsberg’s poem “Howl.” As Ginsberg and Mr. Kupferberg acknowledged, he was the one who “jumped off the Brooklyn Bridge this actually happened and walked away unknown and forgotten,” a reference to a 1945 suicide attempt (off the Manhattan Bridge, not Brooklyn) that had been precipitated by what he called a nervous breakdown.

The fame that episode earned him caused Mr. Kupferberg a lifetime of chagrin and embarrassment. “Throughout the years,” he later said, “I have been annoyed many times by, ‘Oh, did you really jump off the Brooklyn Bridge?,’ as if it was a great accomplishment.”

The Fugs’ first album, “The Village Fugs Sing Ballads of Contemporary Protest, Points of View and General Dissatisfaction,” was released in 1965. The band became a staple of underground galleries and theaters, as well as antiwar rallies. In concert Mr. Kupferberg was often the group’s mascot or harlequin, acting out satirical pantomimes — an American soldier who turns into a Nazi, for example — or sometimes not singing at all.

On subsequent albums the band changed its lineup many times and acquired a more professional sound, though its scatological themes got it kicked off at least one major record label.

With his bushy beard and wild hair, Mr. Kupferberg embodied the hippie aesthetic. But the term he preferred was bohemian, which to him signified a commitment to art as well as a rejection of restrictive bourgeois values, and as a scholar of the counterculture he traced the term back to an early use by students at the University of Paris. Among his books were “1,001 Ways to Live Without Working” — and for decades he was a frequent sight in Lower Manhattan, selling his cartoons on the street and serving as a grandfather figure for generations of nonconformists.

Beneath Mr. Kupferberg’s antics, however, was a keen poetic and musical intelligence that drew on his Jewish and Eastern European roots. He specialized in what he called “parasongs,” which adapted and sometimes satirized old songs with new words. And some of his Fugs songs, like the gentle “Morning, Morning,” had their origins in Jewish religious melodies.

Naphtali Kupferberg was born in New York on Sept. 28, 1923. He grew up on the Lower East Side and became a jazz fan and leftist activist while still a teenager. He graduated from Brooklyn College in 1944 and got a job as a medical librarian.

“I had intended to be a doctor at one point, like any good Jewish boy,” he recalled to Mr. Sanders in an audio interview in 2003. Instead he began to write topical poems and humor pieces, contributing to The Village Voice and other publications.

After the Fugs broke up, in 1969, Mr. Kupferberg performed with two groups, the Revolting Theater and the Fuxxons, and continued writing. The Fugs reunited periodically, first in 1984. Recently, Mr. Sanders said, Mr. Kupferberg had completed his parts for a new album, “Be Free: The Fugs Final CD (Part Two),” and had also been posting ribald “perverbs” — brief videos punning on well-known aphorisms — on YouTube.

Mr. Kupferberg is survived by his wife, Sylvia Topp; three children, Joseph Sacks, Noah Kupferberg and Samara Kupferberg; and three grandchildren.

*From http://www.nytimes.com/2010/07/13/arts/music/13kupferberg.html?smid=fb-share&_r=2

Στέλιος Ροΐδης, Περιστάσεις

Tim Burton, Untitled (1992)

Tim Burton, Untitled (1992)

Ιδιάζουσες περιστάσεις περιμένουν στην
Φωτεινότερη πλευρά του ήλιου
Κάποιοι ήδη ομολογήσανε πως γίνεται το όλο κόλπο
Ορθάνοιχτα βιβλία πεταμένα στις γάτες και τους τροβαδούρους
Υπάρχει ένα μέτρο για αυτά τα αγάλματα
Το ίδιο μέτρο που χρησιμοποιούμε για όλα ανελλιπώς
Αν πεις «τι ακατάπαυστο λάθος!» θα μετρήσω με το μέτρο των
αγαλμάτων
το λάθος, και θα σου πω, θα σου πω μετά διψάω,
Θα πιώ όσο μπορώ να πιώ, μετά θα πω το ένοιωσα
Κάποια στιγμή άκου, ένοιωσα ότι έβλεπα το ίδιο πράγμα
με τα αγάλματα, θα σου πω, είδα τα μάτια του καθώς μας σκάλιζε
ήξερα ότι εμένα ρωτούσε,
Μοίρασε τα κομμάτια του παζλ παντού στο δωμάτιο,
Χάθηκε, για να λείπω από εκεί μέσα μόνο εγώ,
Και αν δίκαια υποφέρουμε, είπες
Πέσε να κοιμηθείς
Και η διαμαρτυρία του συγγενή
Αλλη θρησκεία- τελικά (ήταν δεν ήταν)
Με τον καιρό θα χτίζαμε δίπλα,
Μια αφόρητη μέρα
Θα πηγαίναμε για μπάνιο-
Θα θαυμάζαμε το ίδιο εκείνο πράγμα,
Και θα γυρίζαμε.
Ο επόμενος μανδύας θα με έχριζε πατέρα
Κάλυψε την νύχτα / κήρυξε την μέρα
Έγινα παρερμηνεία, ευτύχησα
Τα άκουσα όλα
Τα ένοιωσα όλα
Το πρώτο κρύο είναι υπόθεση του στρατού
Έπρεπε να κάνω τις δουλειές μου
Τα έγγραφα καταθέτουν τους λόγους της λήθης
Έπρεπε να κάνω τις
Δικαιολόγησε την δικαιολογία
Περισσότερα τατουάζ για να γεμίζει
η ήδη μέρα, ντύνεσαι για να πέσεις
στο κρεβάτι
Κάτι που έγινε πριν πολύ καιρό
«Θέλω μόνο την υπογραφή σας
και θα φύγω…»
Κάτι ωραίο για τα χρόνια,
ένα δέος για το σώμα
Γιατί πρόκειται εξ ολοκλήρου και
συνεπέστατα για το σώμα,
Τα χέρια διέγραψαν την πορεία του βιβλίου
Σώμα
δίχως τατουάζ γίνεται
Τατουάζ δίχως το σώμα όχι,
Και εγώ χρειάζομαι το ένα όπως το άλλο.

Τίποτα, έτσι απλά, από πάνω.

Τώρα
κάθομαι στο γρασίδι
ξένοιαστα. ανησυχώ.
Με όλα τα κομμάτια μου που δεν ανήκουν εδώ,
Ξεκουράζομαι.

*Από τη συλλογή “Η σοκολάτα και το κερί”, εκδόσεις straw dogs, Λευκωσία 2016.

Di-Verse-City — A new friendly poetry venue in Surrey Hills

diversecity

A new friendly poetry venue in Surrey Hills

2.30-4.30pm First Sunday of the month

Sunday 7 August: Open Mic, Feature: Gayelene Carbis
Internationally recognised award winning poet, playwright, librettist, dramaturg, teacher
“a passionate and compelling performance, Gayelene is a poet of extraordinary versatility. She will make you laugh and cry” – Banff, Canada

Sunday 4 September: Open Mic, Feature: Anna Fern
“ a unique, blended style of performance – partmusic, partsound, partpoetry, partjoy”

Rear courtyard, Watts Cooking , 147 Union Road
(5 min walk from Surrey Hills Station, parking at Station)

Come early for meals & drinks, order at counter (cafe licensed)

Entry: $5, $3 unwaged

We look forward to meeting & hearing you.

Enquiries: Fran: 0405 765 075