κατάματα
την καυτή αλήθεια
τη φύτρα σου
τη μάνα σου
κατάματα
μη διστάζεις
μην χαθείς
να ανοιχτείς
κατάματα
στις ερημιές των πόλεων
και προχώρα
πίσω από ήλιους
από ξέφτια φεγγαριού
πίσω από στιγμές νύχτας
κόλαση
με τόσο φως
δεν το περίμενα
στρίβοντας στη γωνιά
ν’ αντικρίσω
το μαύρο κόκκινο
Μίλτος Σαχτούρης
Ανέκαθεν ο διαφωτισμός, με την ευρύτερη έννοια της προοδεύουσας σκέψης, επεδίωκε να απελευθερώσει τους ανθρώπους από τον φόβο και να τους κάνει κυρίαρχους. Αλλά η εντελώς φωτισμένη γη ακτινοβολεί από το κακό που θριαμβεύει παντού.
“Η διαλεκτική του Διαφωτισμού” – Αντόρνο – Χόρκχάιμερ
Ο νεωτερικός κόσμος, που ξεπήδησε με το Διαφωτισμό και θεμελιώθηκε πολιτικά με τη Γαλλική Επανάσταση, δείχνει ολοένα και περισσότερο να ζει την επιθανάτια αγωνία του. Μια αγωνία που ξεκίνησε από τη στιγμή που η νέα κοινωνία που επαγγελλόταν ο Διαφωτισμός, μαζί με τα υλικά της “απελευθέρωσής της”, γέννησε τα ίδια τα σπέρματα της νέας υποδούλωσης και της κρίσης της.
Η απο-ιεροποίηση των πάντων ως τίμημα κάθε προόδου, η απομάγευση του κόσμου (κατά Μάξ Βέμπερ) ως προϋπόθεση για την ανάδυση του”ορθολογισμού” και εντέλει της κερδοσκοπικής σύλληψης του καπιταλισμού, πλημμύρισε κάθε απόπειρα “απελευθέρωσης”. Είτε από “δεξιά”, είτε από “αριστερά”. Ο Διαφωτισμός παρεκτρέπεται στην εργαλειακή ορθολογικότητα και το χρησιμοθηρικό πνεύμα της μοντέρνας τεχνικής. Σημασία δεν έχει να καταλάβουμε γιατί λειτουργούν τα πράγματα, αλλά μόνο πως λειτουργούν. Δεν έχει σημασία γιατί δημιουργήθηκε το εργαλείο, αλλά μόνο το πώς λειτουργεί για να φέρει αποτέλεσμα, κέρδος. Ο αριθμός, η ποσότητα, η μεγέθυνση γίνεται κανόνας του Διαφωτισμού. Αυτό που αναζητούν οι άνθρωποι από τη φύση η “χρησιμότητά” της. Πως να εδραιώσουν την κυριαρχία πάνω της και πάνω στους άλλους ανθρώπους.
“Ο μύθος γίνεται διαφωτισμός και η φύση καθαρή αντικειμενικότητα”. Η πραγμοποίηση των σχέσεων, η κατάργηση κάθε παράδοσης και ρίζας, ο κατακερματισμός των αξιών, η γραφειοκρατία και η τεχνοκρατία ήδη είναι τα “φιλελεύθερα” προτάγματα που περικυκλώνουν τον ανθρωπολογικό τύπο των καιρών. Είναι “συστήματα αξιών” που αποτελούν τη νέα “μυθολογία” του νεωτερικού κόσμου σε κρίση. Ο “μονοδιάστατος άνθρωπος” του Μαρκούζε, είναι τα όρια του νεωτερικού κόσμου, τόσο από μια ατομικιστική δεξιά, όσο και από μια “ελευθεριάζουσα ατομικιστική αριστερά”. Η νεωτερικότητα είναι ήδη και αυτή μια “παράδοση” που σκίζει τον άνθρωπο στις αντιφάσεις του και μάλιστα χωρίς ένα πνευματικό αποκούμπι, εκτός ίσως από τη λατρεία της Τεχνικής και την ειδωλολατρεία του εμπορεύματος.
Τα ελκυστικά χαρακτηριστικά του Διαφωτισμού, οι “φιλελεύθερες” ιδέες, ομογενοποίησαν την κοινωνία και δρομολόγησαν μια ενιαία ανθρωπολογική ερμηνεία του κόσμου που εντέλει κατέληξαν στην αποθέωση του ατομικισμού(αριστερού και δεξιού).
Την ίδια στιγμή της κρίσης, όλοι ζητούν περισσότερο “Διαφωτισμό”, αναπαράγοντας την κρίση που οι
«Ο ίδιος ο μύθος είναι ήδη διαφωτισμός και ο διαφωτισμός μετατρέπεται σε μυθολογία».
Πρόκειται για μια βαθιά αντιδημοκρατική αντίληψη των πραγμάτων, που έχει τις ρίζες της στην Πολιτεία του Πλάτωνα και πρεσβεύει ότι μόνο οι γνωρίζοντες μπορούν να έχουν πολιτική άποψη. Αυτό ήταν και το όραμα του Μαρξ για την κομμουνιστική ουτοπία, όπου τη διακυβέρνηση των ανθρώπων θα αντικαθιστούσε η διαχείριση των πραγμάτων. Καλό θα είναι όμως να είμαστε καχύποπτοι απέναντι σε τέτοιες απόψεις, αφού καταργούν τον πολιτικό ανταγωνισμό, την ουσία της ίδιας της πολιτικής. Από την άλλη πλευρά, ο απόλυτος λαϊκισμός, μια κοινωνία δηλαδή σε συνεχή κινητοποίηση, χωρίς καμία θεσμική σταθερότητα δεν αποτελεί τίποτε λιγότερο από μία συνταγή χάους».

«Τα παλαιά φεγγάρια, απάντησε, κομματιά-
ζονται και γίνονται αστραπαί. Δεν βλέπεις
ότι, οσάκις βροντά, πώς λάμπουν σαν σπαθιά;»
«Ο Νασρ-εδίν και τα ανέκδοτα αυτού»
τα πιο ωραία τραγούδια
είν’ τα τραγούδια του φεγγαριού
υπάρχουν φυσικά
κι’ άλλα τραγούδια
πολλά
κι’ ωραία
—τί λέω: υπέροχα—
όμως τα πιο ωραία
πρέπει νάν το παραδεχτούμε
είν’ τα τραγούδια
των φεγγαριών
όταν
tes seins ruissellent d’ argent
φεγγάρια
σαν δε φοβήθηκες τις επαφές και τις θωπείες και τις ερωτήσεις νηρηΐδων
φωνάζοντας
μέσα στη νύχτα
ο πετεινός
δεν εννοεί ακριβώς τίποτε
ούτε τις πρόγνωσες καιρού που τ’ αποδίδουν
ούτε τις
φώκες
που χορεύουν μέσα στης Δήλου τα σκοτάδια σαν ξωθιές
κι’ από μακρυά κι’ από κοντά
είναι σα φλόγες ψυχρές
και μειδιά
φεγγάρια
οι κόρες με τις κόρες των ματιών τους αραδιάζουν
τα παραδείσια κάλλη τους
φεγγάρια
κι’ έτσι αραδιάζουν και στους τοίχους ποιητάς
κι’ άλλος κρεμιέται κι’ όλο μιλάει για στίχους
και στύβει…
View original post 606 more words
Ι
Αν ήσουν σχήμα
θα ήσουν κάτι σαν τρίγωνο
ένα κομμάτι πυραμίδας
γεμάτο ρωγμές και επίπεδα
αριστερά δυο κυπαρίσσια
στη βάση γάτες
δεξιά ερωδιοί
στη μέση ένας κύκλος να θυμίζει
το πηγούνι των αιώνων
όσο ανεβαίνω
χαράζεται η μορφή σου
όσο ανεβαίνω
ανεβαίνει κι η θάλασσα στα μάτια
οι ερωδιοί κολυμπούν
ΙΙ
μίκρυνες σα νάνος
άρχισες να χτίζεις ξερολιθιές
τα ξύλα της γνώσης πεταμένα
δωμάτιο βομβαρδισμένο
το κεφάλι της μάνας
σαν γίγαντας
να σε κοιτάει
ΙΙΙ
είχες κόκκινο σώμα
αγαπούσες την έρημο
να χαϊδεύεις τα βράχια που ξεμακραίνουν
λευκό κεφάλι
το τσαγερό σου έγινε κύβος
λευκός
με δυο ομόκεντρους κύκλους
πράσινους
είχαν τη φωτογραφία σου μέσα
δίπλα ένα ρόδι άχνιζε
ΙV
δύο γυναίκες η χώρα μέσα σου
η μία έχει κόκκινα πόδια
κόκκινα χέρια
κεφάλι κόκκινο
το υπόλοιπο σώμα μαύρο
της έχουν καρφώσει
τρεις κιθάρες στο κορμί
ακόμα τραγουδάει
η δεύτερη γυναίκα μαύρη ολόκληρη
μόνο το μαχαίρι κόκκινο
στην πλάτη καρφωμένα
μαχαίρια δεκατέσσερα
V
τα φέρετρα πάντα σου άρεσαν
τα έστηνες πάνω απ’ το χώμα
όρθια
μισάνοιχτα
τους νεκρούς τους φανταζόσουν
να χορεύουν
στον ελάχιστο χώρο
γιατί κι αυτό το λίγο
ίσως δεν μας ανήκει
VI
καρέκλα τρίποδη
ίσκιος στο βάθος
γυναίκα ζωγράφος
ίδιος με τη γνώση
ποζάρεις γυμνός σαν άγνοια
το κεφάλι του Κέρβερου κομμένο
στόμα ανοιχτό
μεγάλο κεφάλι σαν την τραγικότητα μας
όμοιο με σπίτι
ο ουρανός μπλε εκεί πίσω
VII
εκεί που χωρίζει η Ερυθρά
-ποτέ δεν πίστεψες τα παραμύθια-
λευκά σύννεφα
φωταγωγημένα από Παρθενώνες
πρώτο θρανίο η Υπατία
με χλαμύδα κόκκινη
ακόμη σε θαυμάζει
VIII
όταν μιλούσες για τον χρόνο
τον περιέγραφες εσταυρωμένο
αριστερά και δεξιά δαιμόνια
κίτρινα να μιλάνε για ελευθερία
πόδια γυμνά χωρίς καρφιά
το κεφάλι προς τα κάτω
να διαβάζει παπύρους
τα χέρια προσευχή
για να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα:
ν’ ακινητεί
κι εσύ να νομίζεις ότι έζησες
ΙΧ
όταν σε πλησίασε ο θάνατος
του σήκωσες κόκκινο πανί
λες κι ήταν ταύρος
γέλασε ο γαμιόλης
στο κόκκινο πανί δυο σκελετοί
ένας να παίζει κλαρίνο
ο άλλος να χορεύει με γυναίκα γιασεμί
αυτή είναι η Ελλάδα του είπες
και του έκοψες το χαμόγελο
X
το ένα ράφι ανοιχτό στη συρταριέρα
επτά αφροί ξυρίσματος
το σώμα σου ακόμη τους κοιτάει
το χέρι απλώνει να τους πιάσει
αφρός ξυρίσματος κι ο θεός
τι να προλάβεις ν’ αγγίξεις;
XI
είχα ξεχάσει τις κουβέντες μας νόμιζα
δημοτικό στο Αγρίνιο ή το Λονδίνο
-δεν έχει σημασία-
αχ, εκείνη η Θάτσερ
ποτέ δεν σου άρεσε
κόκκινο φόρεμα
στολίδια και σκούφο
μεταμφιεσμένη σε Ρωσία
μόλις την έστηνες στον καθρέφτη
-αυτή η θεολογία σου-
ένας σκελετός με χρυσά φίδια
πράσινα κουτάλια
μαύρο κρανίο
XII
η οδός του μαρτυρίου έλεγες
ξεκίνησε με αργοναυτική εκστρατεία
δεν καταλάβαινα
έβλεπα μόνο τις φλόγες
το δέντρο της γνώσης που κάηκε
το μήλο σαν μεγάλη σφαίρα
να έχει διαπεράσει τον κορμό
να έχει ανοίξει τον δρόμο στο χάος
μπροστά απ’ όλα αυτά
ο άνθρωπος σαν κύκνος
φτερά ανοιγμένα
αυτό το μαύρο τι ζόρι τραβάει
και μοιάζει με στόμα
που δεν αφήνει τον κύκνο να πετάξει;
Επίμετρο
Η μικρή αυτή συλλογή γράφηκε στις 24/4/2014 και είναι αφιερωμένη στον πατέρα μου Σπύρο Κατσαρό, ο οποίος νοσηλεύεται με βαρύ εγκεφαλικό στον Ευαγγελισμό από τις 19/4/2014.
Είθε την ευλάβεια μπροστά στον θάνατο, αν έλθει, να την δείχναμε και στις υπόλοιπες εκφάνσεις της ζωής μας.
Αχιλλέας Κατσαρός
*”Οδός Βράχων ανατολικά”, ηλεκτρονική έκδοση Ενδυμίων 2014. Εκδόσεις Θράκα σε έντυπη μορφή, 2015, διορθωμένη.
Έκανε περισταλτικές κινήσεις το πρωινό πάνω από την πόλη. Σαν λεπτό έντερο που μοχθούσε να απλωθεί σε μήκος αγωνιώδες, τεράστιο, με όλους τους θορύβους και τα υγρά μιας συνοικίας ανθρώπων. Εκείνη την ημέρα, εκείνο το πρωί κανένας άνθρωπος δεν ξύπνησε με κόπο. Κανείς δεν ξύπνησε με καμιά υποχρέωση. Σηκώθηκαν όλοι σαν φυλλώματα ενός τεράστιου δέντρου που μόλις λίγη ώρα πριν είχε λάβει την τελευταία ανάσα νερού από το βάθος μιας γης. Φυλλώματα με πλήρη άγνοια και πλήρη έκπληξη για τον κόσμο. Κανείς δεν πήγε σε καμία εργασία, κανείς δεν χρησιμοποίησε μεταφορικό μέσο για καμία μετακίνηση. Κανείς δεν έλαβε πρωινό αλλά και για κανέναν δεν υπήρξε αίσθημα πείνας.
Συγκεντρώθηκαν ο καθένας στην ρωγμή της γειτονιάς του. .Ένα τεράστιο κομμάτι γης έχασκε στο μέσο ή στην άκρη του κάθε δρόμου της κάθε συνοικίας περιφραγμένο με αλουμίνιες ραβδωτές περιφράξεις. Πάνω τους πρόχειρα επικολλημένες αφίσες στα παραπήγματα: «Μπαμπά Είμαι Γκέι» «Αλληλεγγύη στον Νίκο Ρωμανό» «Εκτελούνται έργα» «Crave της Sarah Κane / θέατρο Αυλαία 18-21 Μαρτίου»
Σε ένα αδιόρατο ή σε κάποιο χαίνον, καλά προσδιορισμένο σημείο της κάθε δικτυωτής ραβδωτής περίφραξης, υπήρχε πρόσβαση στην μελλοντική υπόγεια διάβαση. Η κατασκευή του Mετρό απασχολούσε σωματικά τριακόσιους εργαζομένους καθημερινά, ενοχλούσε συχνά το Υπεχωδέ γραφειοκρατικά και προβλημάτιζε κάποιους οραματιστές αρχαιολόγους σε έναν επίτοπο χρόνου που δεν τους επιβεβαίωσε ποτέ. Τους λοιπούς, εκνεύριζε..
Δημιούργησαν σειρές σπειροειδείς, κινούμενες, σώμα πίσω από σώμα, ένα έντερο που θέλει επιπλέον χώρο στο σώμα. Κανείς δεν αντάλλαξε κουβέντα με κανέναν. Στοιχισμένοι, εντοιχισμένοι ο ένας πίσω από τον άλλον. Το βλέμμα τους μερικό, απορημένο από την μαγνητική έλξη ενός ρυθμού που τους καλούσε στην είσοδο μιας γης. Ένα βλέμμα που οδηγούσε σε πλήρη απάθεια. Είχαν βρει όλοι μια κίνηση εσωστρεφή. Χώνευαν τις ακυρώσεις, τις μεταποιήσεις, τις προσφορές, την διάλυση των τιμών. Η κένωση γινόταν πλέον από το στόμα. Λέξη καμία. Σκέψη καμία. Πλήρης αναστροφή του εντέρου.
Κάθε γειτονιά είχε αποκτήσει το δικό της πεπτικό σύστημα. Το κάθε του τμήμα ήταν ένα ανθρώπινο σώμα και μια απόφαση.
Continue reading
Hijo del pueblo, te oprimen cadenas
y esa injusticia no puede seguir,
si tu existencia es un mundo de penas
antes que esclavo prefiere morir.
Esos burgueses, asaz egoístas,
que así desprecian la Humanidad,
serán barridos por los anarquistas
al fuerte grito de libertad.
¡Ah!
Rojo pendón, no más sufrir,
la explotación ha de sucumbir.
Levántate, pueblo leal,
al grito de revolución social.
Vindicación no hay que pedir;
sólo la unión la podrá exigir.
Nuestro pavés no romperás.
Torpe burgués.
¡Atrás! ¡Atrás!
Los corazones obreros que laten
por nuestra causa, felices serán.
Si entusiasmados y unidos combaten,
de la victoria, la palma obtendrán.
Los proletarios a la burguesía
han de tratarla con altivez,
y combatirla también a porfía
por su malvada estupidez.
¡Ah!
Rojo pendón, no más sufrir,
la explotación ha de sucumbir.
Levántate, pueblo leal,
al grito de revolución social.
Vindicación no hay que pedir;
sólo la unión la podrá exigir.
Nuestro pavés no romperás.
Torpe burgués.
¡Atrás! ¡Atrás!
1) Έπειτα
απ’ τα θέλω
καταφτάνει
ρωμαλέα
ώρα
κατακομματιάζει
φτηνές ανάγκες.
2) Κάποτε, ανακάλυψαν κάποιοι
ότι διέφερα από εκείνους.
Σήμερα, ανακαλύπτω
ότι οι διαφορές μας
μ’ έχουν δυναμώσει.
3) Αντίστροφα.
Πίσω
από κάθε έναν
δυνατό
κρύβεται
επιμελώς
ένας αδύνατος.
*Το ιστολόγιο της Εύης Γκάλαβου είναι εδώ: http://gynaika-g.blogspot.com/
O Sonata: Rilke Renditions
by Chris Edwards
Vagabond Press, 2016
The Bloomin’ Notions of Other & Beau
by Toby Fitch
Vagabond Press, 2016
Chris Edwards’s O Sonata dwells in the vortex of the underworld, plumbing the depths of the Orpheus and Eurydice myth and resetting the entrails of Rilke’s Sonnette an Orpheus into a crossword puzzle ready for consumption. In the eponymous sequence, Edwards offers up a renewal of the Orpheus (also known as ‘the futile male’) myth to signal his reconsideration of repetition and originality as the basis of a literary revision – releasing a suite of renditions that purposely misinterpret, transliterate and obscure. Set up as an intertext to Rilke’s original sequence, Edwards’ rendition is animated by forces that teeter precariously on the edge of construction and destruction, or as he makes explicit in his opening poem:
a vortex
Turning on the same old Still point – we really tore up
That dungeon.
However, well before his ‘long climb from Hades,’ Edwards provides the context from which his poetic revision takes leave:
rendition | rɛnˈdɪʃ(ə)n |
noun
1. a performance or interpretation, especially of a dramatic role or piece
piece of music: a wonderful rendition of ‘Nessun Dorma’.
• a visual representation or production: a pen-and-ink rendition
• of Mars with his sword drawn.
• a translation or transliteration.
2. (also extraordinary rendition) [mass noun] (especially in the US)
the practice of sending a foreign criminal or terror suspect covertly to be
interrogated in a country with less rigorous regulations for the human
treatment of prisoners.
ORIGIN early 17th cent.: from obsolete French, from render ‘give back, render’.
The combination of this definition with Rilke’s original poetics creates an immersive reading of the fluid relationship between repetition and originality. As Julia Kristeva elucidates, ‘each word is an intersection of other words where at least one word can be read’, and in poem 7, Edwards readily deploys this idea:
Bid[s] verboten and adieu. Your best alternative lingers in this here
remedy for Turning: Do not default. The remainder’s a black
Hole hollering Hey, Frankenstein, halt!
The amalgamatic nature of verboten and adieu are key here. Rather than simply translating the poems – which Edwards, in a podcast for The Red Room Company, argues is ‘not possible’ – he ventriloquises the language of Rilke to the purpose of repetition and ‘malaprop[ism]’; but more on this later. At the same time, the blending of Germanic and French diction does as the antecedent example implores: it does ‘not default’, in fact, the suite of renditions resists traditional translation and semantic form. Throughout these inversions, Edwards has experimented with these terms to the purpose of linguistic innovation and textual challenge. What I mean is, the basis of Edwards’ collection is betwixt and between the impulses that are inherent in Rilke’s myth: a parable not to look back; that which is verboten [forbidden]; and the fragility of mortality which we must remember and to which we must bid adieu [farewell]. Further, Edwards makes it apparent that these terms are rendered meaningless through the implementation of ‘and’, the subject acknowledged fleetingly in verboten before being dismissed in adieu. Such conditions establish Edwards’ consistently disjointed voice within the ‘vortex’ that is O Sonata, rumbling and tearing up expectation, unburdened by narrative curtails and ‘turning on the same old Still point’. In this sense, Edwards’ rendition is a feat of originality, no less original than Rilke’s; the only difference between O Sonata and other texts is that Edwards is acutely aware of his source material, and makes the reader implicitly aware of this.
In poem 2 Edwards acknowledges the futility of translation:
As for that Big Stink we approach – again? – it’s Lies they tell me
to fix myself fast to …We’re here, Madam. My chain …
When compared to the corresponding passage in Rilke (1.2):
enfinden noch, eh sich dein Lied verzehrte? –
Wo sinkt sie hin aus mir? … Ein Mädchen fast …
It becomes increasingly clear how Edwards’s revision is not based in linguistic meaning; rather, his poetry weighs the silhouette and homophonic possibilities of the word, to weave a mistranslation that systematically disrupts consistent meaning and interpretation. In this way, Edwards oscillates between the construction / destruction imperative I outlined earlier, utilising Rilke’s poems only as a measure for himself and as a springboard for his own journey into language.
I find myself lost in the systematically obscure and inconsistent impulses with which Edwards climbs from Hades. The meaning of his text is veiled through intricate language barriers, and like Eurydice, true understanding is always just out of sight. Perhaps this is because, as Kristeva suggests, the literary word ‘is an intersection of textual surfaces rather than a fixed point’ – Eurydice perpetually vague and indistinct because the path to Hades is set on dual plains of ‘what Will be’ and ‘it has-been’. It speaks something of the significance of the fragment – the power to absorb and transform, distinct from context, outside of time and the necessity to respect the autonomy of these threads. Edwards’ quatrain at the beginning of poem 16 seems to be a tribute to this:
Dumb, mean and Fiendish, I bite into my sandwich. Wait …
I could have made the Words and Fingersign gesture one
always makes outflanking the opposition. Instead, I go
Swiss Cheese and veal, gristle and frog’s Tail.
Όταν βρίσκονται τόσες λέξεις μέσα σου
Τότες η γύμνια σου είναι δεδομένη
η γύμνια τού για γνωρίσεις τον άνθρωπο
μέσα από το καημό και την λαχτάρα για την αφομοίωση
μέσα από
την απόσταση και τη συγκατοίκηση
μέσα από το χάος της ζωής
μέσα από όλα όσα
μιλούν οι τόσες λέξεις μέσα σου
είσαι όπως
και τα διάφορα γυμνά από ανιδιοτελή τροπάρια σε κάθε ναό του νου
σαν τα σαλιγκάρια που αφαιρούν το φορτίο που κρύβονται
γίνεσαι σαν βράχος που βλασταίνει
ενώ γεμίζει θαλάσσιο νερό
που πίνουν τα σπλάχνα του
είναι σαν να γίνεσαι ο άνθρωπος για τον άνθρωπο
οι πολλές οι λέξεις σου!
Και…
Le toit est resté le même
ca fait vingt ans et quelques centaines de remords
je suis ici
contre la nuit
contre l’ espoir, bien dressée de ma patience et puis
paroles nues, denouées sont mes mots
***
Ερωμένη, μερωμένη
Από πειθαρχημένη νοσταλγία
βλέπω πως σήμερα θέλω να βγω
να παίξω με το νου
…τραβούσε το παιχνίδι
να δω τον άνθρωπο
να χαιρετίσω βουβά
το καλημέρα
τα περιστέρια περιμένουν να φύγουν
την ώρα που τα βήματα φέρνουν την ώριμη ευτυχία
μέρωσα σαν βρήκα πως η Νορμανδία έχει μια σχέση
στενή στο όνομα που φέρω
μια μέρα ταξίδεψα βρήκα στο Μπουαρομπέρ*
ένα παπούτσι του προπάππου μου εκεί
το άλλο στους Σόλους βρήκα
τα δυο σημεία ερωτεύτηκαν την καρδιά
κι εγώ το χώρο και τη
σύμπτωση
της δύναμης να είσαι διγενής
όταν αλλού φυτρώνει
δέντρο που σκεπάζει
*Boisrobert, Normandy
***
Belga (Berega)
Το πακέτο είχε είκοσι σιγαρέτα
με μια ξανθιά με καπέλο στο κάλυμμα
κοκκινοκίτρινο περιεχόμενο, με καφετιά γέμιση, ο καπνός ξανθός
δεν τον αγόραζαν πολλοί
όσο για μιαν πουφφαρίαν, όπως έλεγε η γιαγιά μου
τον τσιάρον… τσαι δώσ’ του στον αέραν τα ριάλια σας, έλεγε…
έρχονταν με κανένα βελγικό τότε φράγκο, γι ́ αυτούς μια περιουσία ήταν
σχεδόν γυμνοί από το δάσος
την έλεγαν Μπερεγκά τη μάρκα…κι ήταν μια Βελγίδα στο πακέτο…
λίγο πιο ελαφριά από το Ναρουμπέ, όπως το λέγαν οι αυτόχθονες το
βαρύ τσιγάρο Albert και πιο ελαφριά και το Νέ Μιλιτέρε, το Militaire
σπανίως ολόκληρο το πακέτο το κοίταζαν, ήτανε λίγα τα νέ-φαράγκα
τους…τα μάτια. τα χέρια. η ανάγκη…έβλεπαν μόνο ένα
ένα, μόνο να πιουν ένα σιγαρέτο Μπερεγκά!
κάναν μια κίνηση με το χέρι
σε ρολό στο στόμα, και τ’ άλλο χέρι κάτω, σε δίπατο ρολό
ρουφούσαν εικονικά από το ανώγι χέρι τους φου-ου-ου-ου
ακουγόταν παράξενα ο ήχος, και τα μάγουλα μπαίναν στο στόμα
πολλές φορές η μητέρα μου το άνοιγε, βιαστικά, κι η ξανθιά η Μπερεγκά
με κομμένα χείλη, μάτια ανύπαρκτα, σε κομφετί, κι εκείνοι τότε κάναν
ίιί, ίιί…κουνούσαν το κεφάλι για ένα όχι, ίιί, σαν να ‘λεγαν μην ξεσχίσεις
το όνειρο λευκή, madamou,
ζητούσαν λίγα, ένα-δυο να μοιραστούν
σε κομμάτια ρακένδυτο όνειρο, και τραβούσαν τώρα πραγματικά, μετά
από την παράσταση του χεριού, μέσα από ένα καλαμένιο ‘roso’, το
ναργιλέ
από καλάμι της ζούγκλας, το σιγαρέτο το ευρωπαϊκό, κομμένο κομφετί…
πού είσαι άγνωστη στην έξη του στα έξη σου;
μα για τους άλλους ήταν όνειρο της μέρας, το είδα στα μάτια,
στα χέρια, στο ρούφηγμα, και γνώριζα πως θα το έδινα κάποτε δωρεάν,
κι έκρινα πως δεν έφτανε το ύψος μου στον πάγκο του μαγαζιού, κρυφά
να το δώσω σε όσους το θέλαν, πως όταν θα έφτανα ν’ αγγίξω τα πακέτα
θα έδινα όλα τα Μπερεγκά του κόσμου σε μορφή ονείρου, κι όχι
καπνού. Ποτέ καπνού!
*”Belga Cigarettes” poster by Sterne Stevens (1930)
**Από την ενότητα “Εξ αγνώστου γυναικός” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Μουσώνες”, Aphrodite Editions, Melbourne 2016.
………………………………………………………..
κατοικημενος από υψηλής τάσης λοξότητα
παραμένω σεσημασμένος μεθόριος τής ρημαγμένης ορθοφροσύνης
καί τών μεταφυσικών μαλάκιων τις θεοεπενδύσεις
και βαρήκοος καθώς είμαι στά ενάρετα
οδοιπορώ ακατάργητος καί αλλότροπος
ανατινάζοντας καταμεσήμερο τίς σαστισμένες αιτιότητες τών ταριχεύσεων
καί τίς αγκυλώσεις τών ενικών πού επιμένουν νά αρχηγεύουν μέ υστερίες λογικής
ή ορίων
αφήνοντας
μόνον τους πληθυντικούς,
τίς αταξίες τών παρορμήσεων καί τής φαντασίας ανέγγιχτες,
ή αλλοιώς τό συνώνυμο τους
τήν οξυγόνωση μυαλού,
καί προ πάντων τίς ορμόνες
ανοιξιάτικα
ξαπλωμένες τ ανάσκελα νά λουφάζουν σέ αξιέραστη χώρα τών βουβόνων
μέ τό φορεματάκι ανασηκωμένο καί χωρίς εσώρουχο
λαμπαδιάζει τό μυαλό μέ τόσο καλαίσθητη γυμνή ακαταστασία
πού ξεκλειδώνει λαρυγγισμούς καί φωνήεντα ανόθευτα καί ανευλαβή
ή βάλανος γλύφει μέ περιοδικότητα νωχελική τά ζυγωματικά τής κλειτορίδας εκστασιασμένης
από τήν αιμάτωση
ή μήτρα μέ αλαφιασμένες συστολές ανοίγει τίς ωοθήκες
οί ρόγες σέ κατάσταση ευθετένειας ονειρουργούν ασταμάτητα αυνανισμούς,
παρά τίς εμμονές καί τών δύο πλευρών γιά επιδοση διαπιστευτηρίων καί άλλων όρκων περί μοναδικότητος
κανείς τους δέν μαθαίνει ποτέ τόν αληθινό εραστή τού μυαλού,
τά χείλη ρουφούν τον μεσαίο δάχτυλο ταχαμ πέος φτυστό
πού ή γλώσσα μέ παλινδρομίες τόν ωθεί βαθειά στόν λάρυγγα,
αναχαίτιστος ωοθηκορύχος τό πέος
επιδίδεται σέ ενορμήσεις στύσεων παθιασμένων
παραβιάζοντας τήν ένυδρη από καύλα στενωπό τού αιδοίου,
πάντα στόν κόλπο βρίσκονται τά τιμαφλή
κρυμμένα κάτω από τίς λευκοντυμένες εκκρίσεις οργασμικών χυσιμάτων καί άλλων λιπαντικών,
τό ξέρουν καλά οί ορχεις
πού ιδρωμένοι από τήν επείγουσα παράδωση τής παραγωγής,
μέ ΕΠΙΚΕΦΑΛΕΙΣ τά ρίγη τού ολοκληρώματος
Ούνους αυθεντικούς πού αδιαφορούν γιά τήν αίγλη τών αχαμνών
μέ χρωμοσωμιακό υλικό τήν σαρωτική σφαγή
γεννημένους από πανάρχαιες μήτρες ενστίκτων καί ορμονών,
-κι άς μιλάνε οί ανίδεοι τής ανθρωπογνωσίας μαλακίες καί ασυναρτησίες είς τήν νυοστή
πώς τούτες τίς στιγμές πυλώνες τής αλήθειας καί τής ομορφιάς τής ύπαρξης
μπορούν νά ηγηθούν τών σαρωτικών επελάσεων γλυκεροί σεντιμενταλισμοί
καί ευγενικές ευασθησίες συναισθημάτων-
ΕΚΤΟΞΕΥΟΥΝ μέ μουγγητά βοιδίσια καί άλλες ιαχές εφόδου
ολόκληρες ιλαρχίες από στυγνά τής απληστίας σπερματοζωάρια μέ αποστολή νά ξεκοιλιάσουν
τό συμπαγές καί σκληρό επίστρωμα
εγκάθετου τών ασυναρτησιών προστάτη
γενεσιουργού υλικού δήθεν άμωμου καί συγκηνισιακού
τών τάχα απο αναντάμ παπαντάμ φορέων ντιεναικής τού φύλου σεμνότυφίας καί κοκεταρισμού,
τών ωαρίων,
δέν είναι παίξε γέλασε τέτοιοι χωρόχρονοι περιπέτειας συγκλονιστικής,
εδώ μέ εμπειρους δυναμιστιστές τή Φαντασία,τή Παρόρμηση καί τή Αγία Καύλα
γίνονται μέ τολμηρή προκλητικότητα ανατινάξεις τού Αδύνατου
καί άλλων επιφανειών καί κοσμοειδώλων, θανατηφόρες,
μέ στόχο τή ραγδαία καί τιτανική στή προσπάθεια διάνοιξη σηράγγων
πρός τά αρχιπελάγη τού Νέου,
πρός σ΄αυτό πού τά ερωτήματα αναδιατυπώνονται,
αναστοιχειώνονται αντιλήψεις
καί ανασκευάζονται οί ταυτότητες
τού Είναι,τού Γίγνεσθαι καί τού Κόσμου,
εξ άλλου μέ γραφή αιμάτινη ή πινακίδα προειδοποιεί
“απαγορεύετα αυστηρά ή είσοδος
σέ παρακατιανούς μικροεγκεφαλικούς μαλάκες ,καταντημένους λογικούς”
καί γιά φαντάσου,ακόμη καί σέ
“μέ πλουμιστούς λυρισμούς φορτωμένους αρτίστες
κα προσαραγμένους στά ρηχά τής προσωπικής εμπειρίας καί συγκίνησης,εκφυλιστές τής ποίησης,
ποιηματογραφιάδες”
*Απόσπασμα από τό σέ εξέλιξη δημιουργίας του FUCK OFF long poem.