Ρώμος Φιλύρας – Ποιητής από τον κύκλο των “χαμένων” ποιητών

Ρώμος Φιλύρας, ένας θεατρίνος της ζωής

• Τι έχει μείνει, τι θα μείνει από αυτή την αλαμπουρνέζικη φιγούρα, από αυτό το μυωπικό πρόσωπο, από αυτό το τρέκλισμα μπροστά στο κάλεσμα της φύσης; Τι συντηρεί τη γοητεία του ποιητικού έργου, αυτού τού δανδή, αυτού του πώς τον λένε, αυτού του ευγενικού πώς σας λένε, που κρεμιέται στις λέξεις, γιατί ο γκρεμός είναι από κάτω και μία συλλαβή, αν δεν ακουστεί μουσικά, τον χωρίζει πάντα από την καταβαράθρωση, την ψυχολογική και τη συναισθηματική.

Την απάντηση την έδωσε ο Τάσος Κόρφης, μια σπάνια μορφή, επειδή ήταν επίμονα ανιδιοτελής και μεσοπολεμικός, αφού δεν έφυγε ποτέ από τον κύκλο των «χαμένων» ποιητών: «Δεν είναι άστοχο να πούμε πως ο Ρώμος Φιλύρας, μία από τις πιο θερμές παρουσίες του Μεσοπολέμου, είναι σήμερα, ίσως περισσότερο απ’ ό,τι στην εποχή του, επίκαιρος, και όσο περνούν τα χρόνια και ο βρόχος του τεχνολογικού πολιτισμού όλο και πιο πολύ θα σφίγγεται γύρω από τον άνθρωπο, η γεμάτη αθωότητα ποίησή του συνεχώς θα κερδίζει έδαφος».

Ετσι, λοιπόν, είχαν τα πράγματα, όταν οι μικρές μελέτες-πορτρέτα «Ματιές στη λογοτεχνία του Μεσοπολέμου» εκδόθηκαν το 1991, από τον Πρόσπερο. Εναν χρόνο νωρίτερα ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης είχε ανθολογήσει τον Ρώμο Φιλύρα στη «Χαμηλή φωνή», τον οποίο είχε χαρακτηρίσει έναν παρεξηγημένο ποιητή τής γενιάς του ’20. Εντούτοις, το παιχνίδι γύρω από το όνομά του, αυτού του Ρεμπό της λογοτεχνίας, όπως τον είχαν αποκαλέσει ο Μιλτιάδης Μαλακάσης και ο Κώστας Βάρναλης, δεν είχε ανάψει, ούτε όμως είχε σβήσει. Περίπου έμεινε σαν πάθος απωθημένο, ομολογημένο ωστόσο σ’ έναν κύκλο εραστών της ποίησής του. Από ‘κεί πέρα ενταφιάστηκε η περίπτωση Ρώμος Φιλύρας.

Το ποιητικό του έργο, πάρεξ σε προσωπικές αναγνώσεις, οι οποίες εντέλει αποκτούν, θέλουν δεν θέλουν, τη μορφή της ανθολογίας, βρίσκεται σε προσπάθειες όπως του νεότερου Σωτήρη Τριβιζά, δημιουργού των «Ποιητών του Μεσοπολέμου» (2004). Αυτοί οι μεγάλοι χαμένοι-κερδισμένοι, όπως αποδεικνύεται, δεν είναι οι δαφνοστεφείς ποιητές, των οποίων η προτομή δεσπόζει σε μικρές ή μεγάλες πλατείες. Είναι το καταραμένο απόθεμα της ποιητικής κοινότητας και η δεσπόζουσα στην καθημερινότητα, χωρίς όμως να δηλώνεται ως ανάγκη, γιατί είναι η καταφυγή και τα καταφύγιο, όταν ακούγεται ο ήχος των παμπάλαιων ρολογιών σ’ ένα άδειο, αδειανό και μοναχικό δωμάτιο.

Ο Ρώμος Φιλύρας γεννιέται στο Δερβένι της Κορινθίας το 1888, σχεδόν στα τελειώματα του 19ου αιώνα της ανακάλυψης των ερειπίων του αρχαίου κόσμου -εδώ βλέπε κάμποσο ρομαντισμό- και θα δεχθεί τον κραδασμό από τα απόνερα του ατυχούς ελληνοτουρκικού πολέμου. Ηδη αρχίζουν τα πράγματα να σφίγγουν, δίνοντας χώρο στη διαμόρφωση των νέων κρατών-εθνών της Βαλκανικής. Ολα τα φώτα είναι αναμμένα κι όλα σβησμένα. Στα χαρτιά της ταυτότητας του δεν θα συναντήσουμε κανέναν Ρώμο και κανέναν Φιλύρα. Μόνον το «κοινότοπο» όνομα και επώνυμο Ιωάννης Β. Οικονομόπουλος.

Ενας από τους ανθρώπους που τον στήριξαν, αυτόν τον φαντεζί της χοροπηδούσας και χορευτικής συνείδησης, αφότου επέλεξε να ζήσει στο Δρομοκαΐτειο (1927), χτυπημένος από τη σύφιλη, είναι μία προσωπικότητα της δημοσιογραφίας και της κριτικής σκέψης, ο διευθυντής της Καθημερινής, ο αριστερός στη νεότητά του, με το ψευδώνυμο Γιάννης Ζεβγάς, Αιμίλιος Χουρμούζιος. Σ’ αυτόν οφείλουμε την πρώτη και τελευταία προσπάθεια να συγκεντρωθεί το ποιητικό και πεζό έργο του Ρώμου Φιλύρα, τρία χρόνια προτού πεθάνει, στις 9 Σεπτεμβρίου του 1942. Ενα δώρο στον ζωντανό-νεκρό φίλο του.

Στην έκδοση του 1939 των εκδόσεων-Γκοβόστη, με τα στοιχεία «Ρώμος Φιλύρας. Απαντα, Εμμετρα και πεζά. Κριτική εισαγωγή Αιμ. Χουρμούζιου», που είχε την καλοσύνη να μου την προμηθεύσει ο Κώστας Σπανός της «Βιβλιοφιλίας», ο επιμελητής υπόσχεται στους αναγνώστες ότι θα ακολουθήσουν άλλοι δύο τόμοι – που δεν κυκλοφόρησαν ποτέ: «[…]. Σκέφτομαι με κάποια λύπη πως δεν μπορώ να εκταθώ στο έργο εκείνο που, σκορπισμένο εδώ κ’ εκεί μετά την τελευταία του συλλογή, παρουσιάζει τον ποιητή σ’ όλη την πληρότητα της έμπνευσής του, μιας έμπνευσης μολεμένης έστω από τον κακό πυρετό της αρρώστειας […]».

Ο Αιμίλιος γνωρίζει ότι ο φίλος του, ο Ρώμος, είναι ένας ξοφλημένος, κι ωστόσο τον περιθάλπει. Στην εφημερίδα την οποία διευθύνει, του δίνει χώρο, τον Ιούνιο του 1929, για να αυτοβιογραφηθεί. Είναι οι καλοκαιρινές μήνες, που πάνε και οι ειδήσεις διακοπές…

Στα δεκαέξι του, αυτή η φωτιά του συναισθήματος θα δημοσιεύσει στο περιοδικό Νουμάς. Από το 1902 έχει εγκατασταθεί οικογενειακώς στον Πειραιά, όπου θα ολοκληρώσει ό,τι περιλαμβάνει η περίοδος του σχολείου. Από τη μητέρα του κληρονόμησε τη θερμή και ζέουσα φύση του, από τον φιλόλογο πατέρα του, την αγάπη του για τα γράμματα. Ταξιδιάρης και ταξιδεμένος, από μικρός στα όνειρα, σ’ αυτήν την ήπειρο όπου δεν υπάρχουν σύνορα, προσπαθεί ν’ εκφράσει τον δικό του κόσμο. Πρωτότυπος από φύση και ιδιοσυγκρασία, αν και διαβάζει πολύ, και ενημερώνεται για τα πρόσφατα ρεύματα της λογοτεχνίας, αρνείται να ξεκλέψει ιδέες από τα βιβλία.

Σε συνέντευξή του στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα, το 1937, ενώ ήδη νοσηλεύεται στο δημόσιο ψυχιατρείο, έχει τη διαύγεια να αναφερθεί στα κείμενα που επέδρασαν πάνω του. Και αυτά είναι η ρομαντική ενατένιση του Σολωμού, η ολοκληρωτική βύθιση στην Παλαιά Διαθήκη, ορισμένα αποσπάσματα της Καινής δεν τον ενοχλούν, ο Ομηρος είναι πάντοτε μπροστά του, ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής τραγωδούν το όραμά του. Από τον Σαίξπηρ, πρώτα έρχονται στις επιλογές του ο Εμπορος της Βενετίας, η Τρικυμία και το Χειμωνιάτικο παραμύθι. «Ακόμα», όπως αποκαλύπτει ο ίδιος, «στίχους του Καρντούτσι, του Ντανούτσιο, στίχους διακοσίων Γάλλων και θεατρικά πεντηκοντάδος Γάλλων επίσης, τον Σέλλεϋ, τον Κητς και προπάντων τον Μπάυρον». Ομως: «Περισσότερο απ’ όλα έχω διαβάσει την Αγίαν Γραφήν, τον Ομηρο και τον θείον Πλάτωνα».

Ο Ρώμος Φιλύρας θα συνεργαστεί με εφημερίδες και περιοδικά της εποχής του, κυρίως με χρονογραφήματα και παρουσιάσεις βιβλίων. Η δημοσιογραφία τρώει λογοτέχνες, έλεγαν κάποτε. Παράλληλα, υπηρετεί στον ελληνικό στρατό, αρχικά ως αρχειοφύλακας και στη συνέχεια ως γραφέας. Θα φτάσει στον βαθμό του υπολοχαγού, θα πολεμήσει, κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, σε Ηπειρο και Μακεδονία, όπου έπαθε κρυοπαγήματα. Αποτάχθηκε, λόγω αφροδίσιου νοσήματος, το 1924. Ο κύκλος τού Ρώμου Φιλύρα είχε κλείσει χωρίς επιστροφή. Κατά τον εγκλεισμό του, στον προστατευμένο χώρο των «τρελών», δεν θα σταματήσει να γράφει.

Το πως έζησε εκεί μέσα, το αφηγείται στο κείμενο «Η ζωή μου εις το Δρομοκαΐτειον και άλλα αυτοβιογραφικά» («Καστανιώτης»), το οποίο επιμελήθηκε ο καθηγητής Γιάννης Παπακώστας. Στο βιβλίο αυτό περιλαμβάνονται ακόμη Ο θεατρίνος της ζωής, που κυκλοφόρησε αυτοτελώς το 1916, και Η παράδοξη αυτοβιογραφία μου, για πρώτη φορά ενταγμένη σε τόμο. Η τελευταία πρωτοδημοσιεύτηκε στο εβδομαδιαίο φύλλο Οικογένεια, τον Αύγουστο του 1927. Είναι ο μόνος τόμος που βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία, με ολοκληρωμένα έργα του.

Το εύχρηστο τομίδιο Ρώμος Φιλύρας, το οποίο έχει επιμεληθεί ο ποιητής και καθηγητής Γιάννης Δάλλας, έχει τη μορφή προσωπικής ανθολόγησης και γούστου, και εντάσσεται στη σειρά «Εκ νέου» των εκδόσεων Γαβριηλίδη.

Ενόσω ζούσε, ο Ρώμος Φιλύρας -κάποτε πρέπει να ολοκληρωθεί η έκδοση τών απάντων του- τύπωσε έξι ποιητικές συλλογές (Ρόδα στον αφρό, 1911, Γυρισμοί, 1919, Οι ερχόμενες, 1920, Κλεψύδρα, 1921, Ο πιερότος, 1922, Θυσία, 1923) και το αφήγημα Ο θεατρίνος της ζωής (1916). Στην Κύπρο, το 1918, είδε το φως της έκδοσης η μετάφραση Brada Και το κύμα γύρισε πίσω -στο οποίο δεν έχουμε κάνει αυτοψία-, με το όνομα Απόλλων Φιλύρας. Στα παλαιοβιβλιοπωλεία, μπορείτε να αναζητήσετε τα ανέκδοτα ποιήματά του Πορτραίτα και κειμήλεια (Κισσός), που εξέδωσε, το 1981, ο φίλος του Ναπολέων Παπαγεωργίου.

*Βασίλης Κ. Καλαμαράς, Βιβλιοθήκη, Σάββατο, 10 Ιουλίου 2010.

*Πηγή: http://dytikosanemos.blogspot.com

Παρθενικό Τραγούδι

Των δεκατέσσερω χρονών αντρείεψ’ ο ρυθμός 
και το κορμάκι σου ένιωσε καινούργια ανατριχίλα, 
και σύναυγα σου διάβηκε τις φλέβες ο χυμός 
της άνοιξης και της καρδιάς τρεμούλιασαν τα φύλλα…
Και ροδοσκάσαν τα φιλιά στο κοραλένιο στόμα… 
κι είπεν η σάρκα: -“Σήμερα κάτι άγνωστο ποθώ” 
κι αλίμονο τον έρωτα δεν ένιωσες ακόμα 
που φούντωσε στα στήθια σου της νιότης τον ανθό!

Τραγική Νύχτα

Απόψε στις κιθάρες τους τα Πνεύματα 
θα μέλπουνε κρυφούς ρυθμούς και τρόμους 
και στο ρυθμό του χαλαζιού θα σέρνουνε 
μαύρους χορούς οι καταχνιές στους δρόμους.
Οι αγέρηδες μανιάζοντας θα στήνουνε  
τις σκήτες τους στ’ αφρόλουστα ακρογιάλια,  
των λουλουδιών τα ταίρια θα χωρίζουνε,  
μα και θα ορμούν, θα οργώνουν τα κανάλια.
Απόψε η νύχτα σκιάχτρο στις ψυχούλες μας  
και χάροντας απάνου από τη κλίνη…  
Οι καταχνιές, που υφαίνουν το τρισκόταδο,  
θα’ ρθουν να σαβανώσουν τη Σελήνη…

Εαρινό

Ω, ‘κείνο το αλάλητο στην άνοιξη, 
μες στη γλυκειά, την απαλή λαχτάρα. 
Ω, ένα πουλάκι μέσα μου λαλεί, 
και τρέμει, φτερουγιάζει, λαχταρεί,
κάτι απαλό κι απόκοσμο πολύ…  
Και νιώθωντας πως κάτι το καλεί  
έξω απ’ τον εαυτό του κι απ’ τη φύση,  
και θαρρώντας πως άκουσε φωνούλα,
 
τρέμει σάμπως στο λούλουδο η δροσούλα,  
και κοντεύει να φύγει απ’ τη ψυχή μου  
και πετώντας στα μάκρη της αβύσσου  
να γίνει χερουβείμ του παραδείσου…

Στον Άδη
 
Μια μέρα θα μισέψουμε στα σκότη 
κι αν δεν το ήπιαμε όλο το ποτήρι. 
Κι αν δεν εμείναμε σε θεία αγνότη, 
το κορμί μας στον τάφο θ’ απογείρει.
Στερνή αγάπη θε να μοιάζει πρώτη, 
τόση λαχτάρα μες στο πανηγύρι 
της ζωής μας ανάρπαζε κι η νιότη 
μας φούντωνε του αίματος τη πύρη.
 
Οι κοπέλες μονάχα θα εικονίζουν 
κάθε χαρά που πέρασε και πάει 
και θα στέκουν εμπρός μας σε παράτα.
Κι ούτε κι ο νους θα ξέρει όταν θα σχίζουν, 
σαν άγγελοι των ουρανών τα χάη, 
ποια πιο πολύ μας χρύσωνε τα νιάτα.

Καρτέρι
 
Πάντα να περιμένω στ’ ακρογιάλι, 
σαν άλλοτε, σα χθες, σήμερα -χρόνια! 
μες απ’ τη στάχτη να πετιέμαι πάλι, 
φοίνικας, κρίνο στα τετράκρυα χιόνια.
Τον ίδιο εμένα να θωρώ σε εικόνα, 
σ’ ένα γιαλό, προσμονητή του αγνώστου, 
που ‘ρχεται τάχα σα σε νάρκη αρρώστου, 
μα γλιστρά κάτω προς τον καλαμιώνα…
 
Καπνός να βγαίνει από ένα τζάκι πέρα, 
να φτάνει η βάρκα χωρίς νέο πιλότο, 
δίχως μαλλιά κυματιστά στον αέρα, 
όνειρο αγάπης και στερνό και πρώτο.

Άγνωστη

Απόψε και να μ’ έβλεπε ‘κείνη π’ αναζητώ, 
αυτή που δεν εγνώρισα και που ποτέ δεν είδα, 
που στη καρδιά μου ευλαβικά τόσο καιρό κρατώ, 
σα κάποια προμηνυτική που με φωτίζει, αχτίδα.
Απόψε, που σκιρτά η καρδιά, το μάτι λάμπει αδρό, 
σπιθίζει το αίμα μέσα σου κι αγάλλεται η ψυχή μου, 
κι ανυψωμένη η σκέψη μου στ’ άπειρο, μ’ αργυρό 
φως φεγγαρίσιο, αχνοφωτά, ντύνει την έκστασή μου…

Μπόρα Του Μάη

Μέσα στον Μάη αλάλαζεν ο θρίαμβος του χειμώνα
και της βροχής το σύθαμπον εβρόντα ο κεραυνός
και το χαλάζι μάραινε τη τροφαντή ανεμώνα
και τα μπουμπούκια π’ άνοιγαν ματάκια προς το φως.

Και μέσα στο τρισκόταδο δεν έλαμψεν η μέρα
και δεν ακούσαμε γλυκό τραγούδημα πουλιών,
μα να βογγά απόκοσμα τον καταλύτη αγέρα
στα τρίστρατα των λιβαδιών και των περιβολιών.

Και τ’ όνειρο μας που ‘λεγε να λουλουδίσει τώρα
προσμένοντας τόσο καιρό του Μάη το λαύρο φως,
αλίμονο! η απάντεχη το πρόφτασεν η μπόρα
και σα μπουμπούκι το ‘καψεν ο μέγας κεραυνός…

Στο Χωρισμό Της…
 
Τη μέθη της χαράς να σε κερνούσα 
που δεν ηύρες στον πρώτο σου δεσμό, 
συ να γινόσουν της χαράς μου η μούσα 
κι ας μ’ έσερνες προς ένα χαλασμό.
 
Ντελικάτη, κρινένια εσύ, ολανθούσα 
μες στ’ άσπρο φόρεμά σου, εαρινό, 
σεμνή, παρθενική, χαμογελούσα, 
να ζούσα στον απλό σου στοχασμό.
 
Κι ας ήταν όλη μαγική σου χάρη 
μιαν απαλή να μύρωνε ζωή, 
κρυσταλλένια σαν το μαργαριτάρι,
 
γεμάτη από αγάπη κι ηδονή: 
-όλα χαρούμενα, σε ρύθμισμα ένα, 
τα χτυποκάρδια μας αρμονισμένα…

Δεν Ήτανε Να Γίνω…
Ένα πουλί που λάλησε 
στον άνεμο της νιότης, 
στ’ ολάνθιστο απαλό κλαδί 
κάποιας αγάπης πρώτης
 
και το τραγούδι του άλλαξε 
σε πικρό ξάφνου θρήνο. 
Δεν ήτανε να γίνω 
ό,τι έχω ‘νειρευτεί…

Έμπνευση

Δεν είν’ άλλο στον κόσμο απ’ την έμπνευση μόνο,
μόνο αυτή νανουρίζει τον πικρό μας τον πόνο
και μας σώνει απ’ του χρόνου τον βαρύ τον κασμά.

Να σε βλέπω, να παίρνω τα όλα σου, όλα τα ωραία,
να τα λιώνω στου στίχου τον κυλούμενο γύρο,
να τα κλώθω, να γίνουν πολλά, ένα, μια ιδέα,
κι απ’ της έμπνευσης όλα ραντισμένα το μύρο.

Ήπειρος

Κάθε φορά που βρέχει ο ουρανός
θυμάμαι τα δρολάπια της Ηπείρου
κι ανάβει μέσα μου βαθύς καημός
και με κυλά στα σύθαμπα του ονείρου.

Και βλέπω μες στα χιόνια κάποιο μ’ όνειρο
σαν τον καρπό απ’ το κλαρί να πέφτει
και φλόγα ολόσβυστη στα στήθια μου
κι όλα παρτά απ’ τον πόλεμο του κλέφτη.

*Πηγή: http://www.peri-grafis.com

Ρώμος Φιλύρας: μακαρίζω την παιδική μου ευτυχία για την ανήσυχη ζεστασιά…

Προτού γεννηθώ, πριχού προετοιμασθή το άνοιγμα των ανοιχτοκαστανών γαλανών ματιών μου στο φως του ήλιου, στο φως του φεγγαριού και αστριών, στο φως του κόσμου, αισθάνομαι τώρα πως εσκιρτούσα στις φλέβες του καθαυτού πατέρα μου, σε μια γλυκεία, διαυγή κι ερωτική, λεβέντικη θερμή κι ιπποτική διάθεσι και στην γλυκόαιμη καρδιά και σάρκα της καθαυτό μάννας μου, με το συγκινητικώτερο παλμό και την πιο ένθεη μανία. Και λέω των “καθαυτό” πατέρα μου και μητέρας μου, γιατί προέρχομαι από το αίμα 15 πατεράδων και 22 μαννάδων πρώτης ποιότητος αίματος, δηλαδή Αυτοκρατορικού-Βασιλικού και άλλων τόσων, δευτέρας ποιότητος, δηλαδή μαρκησιακού, πριγκηπικού, δουκικού, κομητικού και τουρκαλβανικού.

Ήμουν νευρικός, μικρός, ιδιότροπος, ιδιόρρυθμος, αλλοπρόσαλλος, βερέμης, κλαψιάρης, παραπονιάρης, λιγόψυχος, ανυπόμονος, ατίθασσος, επίμονος, πεισματάρης.

– Τι είσαι τέλος πάντων! Μου είπε κάποτε μια σπάνια κυρία που είχα αγαπήσει κι αγαπώ πάντοτε, που την αγάπησα όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο, με στοργή και πόνο, σαν αγαπημένη παρηγορήτρα, μ’ άπειρη αγάπη κι έρωτα αιώνιο και που κάθε φορά τρέμω στην ενθύμησί της, μην τύχη και τη xάσω καμμιά μέρα για πάντα – ο μη γένοιτο. Βαθύτερα απ’ όλες τις υπάρξεις του μικρού μου xωριού, μόλις ξύπνησα στην αίσθησι του κόσμου διαυγέστερα, έδεσα τη ζωή μου αυτή τη γυναίκα, αν κι ήρθε αργότερα απ’ τη φαμίλια μου και απ’ όλες τις άλλες αντρίκειες και γυναικείες υπάρξεις στη ζωή μου. Πλάι στη μάννα μου, που ενεψύχωσε, σα νεώτερή της, όλη τη στοργή για τη μέλλουσα ζωή μας. Κι είτε κοντά της, είτε μακρυά της, τους ίδιους παλμούς αισθάνομαι πάντα γι’ αυτή κι αν έxω γίνει λίγο καρδιακός, είνε γιατί δεν είμαι πάντα κοντά της. Μπορεί η καλή μου να μη μ’ αγαπά τόσο πολύ και πάντοτε, μπορεί ν’ απασxόλησε το νου της με ματαιοδοξίες, όπως κι εγώ κάποτε, μα εγώ θα την αγαπώ πάντα στον αιώνα και μετά θάνατον. Σ’ ένα μόνο νεύμα της εγώ υποκύπτω και σωριάζομαι δικός της και μόνο δικός της. Όλ’ η ζωή μου είν’ εκείνη! Μα ήταν κι άλλες, ήταν κι άλλοι που μ’ αγαπούσαν.

Ήταν προ πάντων ο πατέρας μου, ο ξανθός λεβέντης, ο ωραίος ιππότης, ο αγνός ιδεολόγος, ο ειλικρινής άνθρωπος, ο λαμπρός Ελληνιστής, ο ευφράδης ρήτωρ, ο ενθουσιώδης πατριώτης, ο φίλαλλος, ο αλτρουϊστής, ο αυτοθυσιαζόμενος δια τους άλλους, ο γεμάτος αυταπάρνησιν, ο γλυκύς Βασιλάκης, xάρμα δι’ όσους ήσαν εις θέσιν να τον εννοούν μέσα εις το στενόν επαρxιακόν περιβάλλον, αυτόν τον κυανόαιμον κι ευγενή, απόγονον όλων των Αυτοκρατόρων του Κόσμου, τον ανεπιτήδευτον, απλόν και αφελή, κάρφος διά τους εxθρούς του, λόγω της κυριαρxίας του επί των ψυxών των καλών και των κατακτήσεών του μεταξύ των γυναικών, η φήμη των οποίων έφθανε μέxρι των Αθηνών και υπερέβαινε και τα όρια της Ελλάδος, φθάνουσα μέxρι Λονδίνου και εκείθεν μέxρι των εσxατιών της Κίνας.
[….]
Ο καλός μου πατέρας μού ‘λεγε, όταν ήμουν μικρός, εκνευρισμένος, παραπονιάρης και κλαυθμηρός:
– Τι σου λείπει; Δε μού ‘λειπε τίποτα. Μού ‘λειπε το Άγνωστο, εκείνο που ονειρευόμαστε να ‘ρθη μια ‘μέρα στη ζωή μας σαν ραγδαία βροχή ευτυχίας, σαν χαλάζι αφθονίας, πλούτου, σαν ξέσπασμα της ανυπομονησίας μας για το απροσδόκητο, που τάχα θα ‘νε κάτι νέο, μία απόλαυσι δριμεία πνευματική, γιατί όταν ήμαστε παιδιά με όνειρα και φιλοδοξίες, δεν επιτρέπαμε στην αίσθησί μας να ομολογήση πως διψάμε τον έρωτα κι όχι την πνευματική κατάκτησι. Και που νά ‘ξερα πως τα καλοκαιρινά μεσημέρια μου κι οι νυχτερινοί μου ύπνοι, ήταν γεμάτοι απόλαυσι…

Τώρα που ξύπνησα κι όλο ξυπνώ στην ενθύμησι των περασμένων, μακαρίζω την παιδική μου ευτυχία για την ανήσυχη ζεστασιά, τα χάδια της μητέρας μου και τόσων γυναικών κοντά της, που ήθελα όμως να ‘νε πυκνότερη: Τόσο μού ‘λειπε η απόλαυσι, τόσο δυνατό αίμα ήμουνα, τόση υπεραιμία ζάλιζε τα μελίγκια μου, τόση δίψα ηδονής ετάραζε, ταράζει και θα ταράζη το κορμί μου και το πνεύμα μου, ως που εντελώς να γεράσω.
[….]
Ό,τι με φλόγιζε περισσότερο στην παιδική, την εφηβική μου ηλικία και τώρα και πάντα, ήταν η προσήλωσι στη ρυθμική και στην έμμετρη δημιουργική εργασία: Το να γράφω ποιήματα, το να ριμάρω στίχους, ήταν, είνε και θα είνε ο μοναδικός στη ζωή μου προορισμός, η μόνη μου κατεύθυνσις και φιλοδοξία. Όταν ήμουν πιο μικρός, σε στιγμές ανόητες σκέψεως, έλεγα: Αν δεν γίνω εντός τριών ετών μεγάλος ποιητής, θ’ αυτοκτονήσω!
Πολλοί καλοθεληταί ή κοτσομπόληδες, μοχθηροί ή αντίζηλοι, όπως θέλετε, περιγελούσαν τότε αυτή μου την κουταμάρα, αποδίδοντες εις ερωτικά ή άλλα ελατήρια τον αφορισμό μου: Πατούσαν και πατούν στην πήττα, γιατί ποτέ δεν βρέθηκα ή πιστεύω να βρεθώ στη ζωή μου σε τόσο θολή ψυχολογική κατάστασι, ώστε να αισθανθώ την ανάγκη ν’ αφαιρέσω μόνος μου τη ζωή μου, εκτός αν βρεθώ πιεσμένος από δεινότατα περιστατικά και πάλι το αγαθό της ζωής θα ‘χη αιώνιο για μένα το θέλγητρο του…
[….]
Ό,τι με εφλόγιζε στη ζωή μου, ήταν το να είμαι, αν ήμουν, αν μπορούσα να είμαι ή και να μπορούσα να γίνω, τελειοποιών ό,τι είχα μέσα μου ως «φυσικόν δώρον» στην υψηλότερα και ανωτέρα σημασία της λέξεως: «Ποιητής». Δεν εύρισκα μεγαλύτερον προορισμόν για τη ζωή ενός φωτισμένου, Διανοητικού ανθρώπου, από το να είνε, αν ήτο, δημιουργός, δηλαδή ποιητής, λυρικός υμνητής, ενθουσιώδης απολογητής της ζωής, του συναισθήματος και της συγκινήσεως, της χαράς, του πόνου, του έρωτος, του καϋμού και του θανάτου. Όλα, έλεγα μέσα μου, είν’ ένα επάγγελμα, μία επιστήμη, εμπόριο, βιομηχανία, βιοπάλη, χρήμα και ύλη: Ό,τι μένει, ό,τι μας υψώνει επάνω από τα καθημερινά, ό,τι μας δονεί, μας συγκινεί, μας ενθουσιάζει, μας ρίχνει σ’ έκστασι, μας συνεπαίρνει και μας ανεβάζει στα ύψη της αισθήσεως, είνε αυτό το ποσόν συγκεκινημένης και ευνοϊκής εις συγκίνησιν ουσίας, που έχουμε μέσα μας, δηλαδή εκείνο που λέγεται τάλαντον, επομένως η Τέχνη, ιδίως η θεία Ποίησις, ο Λόγος, που είνε «εν αρχή», όπως είπε κι ο Χριστός, η έκφρασις του συναισθήματός μας, η μετουσιωμένη σε ρυθμό και σε ήχο συγκίνησίς μας, το κρυφό μας αίσθημα ή μαράζι, η αγάπη μας, ο παλμός της ζωής μας.
Ρώμος Φιλύρας (1888-1942)

*Το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από το βιβλίο “Η ζωή μου εις το Δρομοκαΐτειον και άλλα αυτοβιογραφικά” (κεφ. Η παράδοξη αυτοβιογραφία μου) – εκδ. Καστανιώτη, 2007

*Πηγή: http://k-m-autobiographies.blogspot.com

Ρώμος Φιλύρας
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο Ρώμος Φιλύρας (1898-1942) ήταν Έλληνας ποιητής. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ιωάννης ή Γιάγκος Β. Οικονομόπουλος. Γεννήθηκε στο Δερβένι Κορινθίας το 1898 και πέθανε στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 1942.
Μορφώθηκε κατ’ οίκον από τον πατέρα του, που ήταν εκπαιδευτικός.
Στα 14 του εγκατασταθήκανε στην Αθήνα όπου εργάστηκε σε αθηναϊκές εφημερίδες ως δημοσιογράφος. Παράλληλα άρχισε να γράφει ποιήματα («Το Δερβένι μας») αλλά και μερικά πεζογραφήματα. Πέρασε πολλές περιπέτειες και μεταπτώσεις σ’ όλο τον υγιή του βίο. Το 1920, συνεπεία αφροδισιακού νοσήματος, πέρασε τα σύνορα της ουτοπίας και του δράματος, για να υποκύψει στη τρέλα. Το 1927 κλείστηκε στο Ψυχιατρείο, για να μη κατορθώσει να βγει ποτέ από ‘κει.
Δε σταμάτησε να γράφει, άλλοτε καλά και στρωτά κι άλλοτε παντελώς αλλοπρόσαλλα ποιήματα, τα οποία συνέγραφε σε χαρτί του ψυχιατρείου και τα χάριζε αφειδώς στους επισκέπτες.
Πέθανε το 1942, στις 9 Σεπτεμβρίου, στο “Δρομοκαΐτειο” Θεραπευτήριο.
Στις 15 Απριλίου του 1940, η εφημερίδα “ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ”, έγραφε:
“Προχθές την πρωίαν ο στρατιώτης του 5ου λόχου του 7ου Συντάγματος Ιωάννης Οικονομόπουλος, ο γνωστός ποιητής υπό το φιλολογικόν ψεύδωνυμον Ρώμος Φιλύρας, απεπειράθη να αυτοκτονήση διά του όπλου του, βληθείς κάτωθεν της σιαγόνος. Ο αυτόχειρ στρατιώτης μετεφέρθη εις το Β’ Στρατιωτικόν νοσοκομείον, η Δε κατάστασίς του είναι αρκετά σοβαρά”.
*Από το http://www.sarantakos.com/

Χαρακτηριστικά του έργου του

Στην ποίηση του, διαφαίνεται η πρόθεσή του να χρησιμοποιήσει νέες λυρικές φόρμες αλλά και φραστικούς νεωτερισμούς, ενώ δεν λείπει η μουσικότητα και ο ρομαντισμός.

Εργογραφία

Εξέδωσε έξι ποιητικές συλλογές που δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά “Ακρίτας”, “Ηγησώ”, “Οικογένεια”, “Μπουκέτο”, “Νουμάς”, “Νέα Εστία”, “Παναθήναια” κ.α.
Ρώμου Φιλύρα: Πορτραίτα και Κειμήλεια – Ανέκδοτα ποιήματα. Με την φροντίδα του Ναπ. Παπαγιωργίου, Αθηνα 1981.

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο “ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ” που βρίσκεται στη διεύθυνση http://logoskaitexni.blogspot.com

Romos_Filyras

ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΟ

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Δεν θέλω ιδέες που χωράνε στο κεφάλι.

Θέλω μονάχα μια ιδέα αλλά μεγάλη.

Τόσο που να χωρέσει το κεφάλι μου.

Που ολόκληρο να με χωρέσει.

Μια ιδέα που γεννά.

Και δεν γεννιέται.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

Από τη συλλογή «ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΟ»

View original post

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Έξι ποιήματα

Η αναχώρηση

Θα φύγω κάποτε απ’ το νυχτερινό σταθμό

γλιστρώντας προς τη χλόη άγνωστων τόπων

καθώς το ψάρι, αδιάφορος για τον πολύχρωμο βυθό

αθόρυβα, καθώς αξιωματούχος πικραμένος θα γλιστρήσω

Όχι πως φεύγοντας θ’ αλλάξω τη ροή των βρώμικων νερών

Υστεροφημία

Είπες κάποτε αυτά τα ποιήματα θ’ αγαπηθούν πολύ

θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι.

Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη

θα διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις.

Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν

ή θα ταφούν σε ανήλια σπουδαστήρια – κι είπες πάλι

ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει

Η συμμαχία του θεού

Θε μου, τι να μισούσα απόψε περισσότερο

Την ψεύτικη θάλασσα, μικρή σαν λίμνη, ανώνυμη

το ποδοβολητό και τις φωνές μικρόψυχων παιδιών

φώτα θαμπά που φέγγαν στα κεφάλια μας,

εκείνον τέλος που με βασανίζει τόσο ανέμελα

όσο όλοι μαζί που πέρασαν ή θα ΄ρχονται,

εκείνον που λυπάμαι τόσο που γεννήθηκε

έτσι αργά σε τόπον αφιλόξενο – τα βέλη σου

γι’ αυτόν που έκαμε όλες τις επαναστάσεις και τα ποιήματα

που τον ακούω, νύχτα μέρα, και βογκάω

Ο όμορφος αφροδισιολόγος

Ο φίλος μου ο όμορφος αφροδισιολόγος

νεαρός, με ωραία χείλη και βοστρύχους ξανθούς

μου εξήγησε τρία απογεύματα γιατί αποφάσισε

μιαν ειδικότητα που στις μέρες μας έχει ξεπέσει.

«Τι να ελπίσω σ’ ένα δυο σταγόνες αίματος, έλεγε

σ’ ένα τοπίο όλο κόκαλα αποκαρδιωτικό.

Αυτά μπορώ και τα σκεπάζω – μένουν πάντοτε

θερμές εστίες μιας μόλυνσης τρομαχτικής

τ’ ασήμαντα θανατηφόρα έλκη»

Οίκτος

Εγκλωβισμένους μες στη φυλακή της άνοιξης

όλο χειρονομίες και ψιθύρους

Πώς τους λυπάμαι τους ερωτευμένους

που τριγυρίζουν συντροφιά ή μόνοι

μέσα στο στήθος τους άλλο πια δεν λάμπει

μονάχα η ψεύτικη, η αλλοιωμένη εικόνα

Μα περισσότερο λυπάμαι αυτό τον νέο

που πλέκει στίχους όλο απελπισία

γι’ αυτούς, μόνο γι’ αυτούς θέλει να ζήσει
Κι όμως λυπάμαι περισσότερο τον ήλιο

που λάμπει φρέσκος στην καρδιά της μέρας

Τετράδια μουσικής

Τα ρούχα μας είναι γαλάζια

γαλάζια τα δέντρα κι ο άνεμος

μες στα μαλλιά σου, γαλάζιοι κι εμείς

Περπατούμε ανάλαφροι κάτω απ’ τα δέντρα

τα φύλλα τραυλίζουν στα πόδια μας

όλα σχεδιάστηκαν καθώς λαχτάρησες

μες στο προαύλιο, μέσα στο ποίημα

της φυλακής

Γεωργία Τρούλη, Η περισσοδάκτυλη

Αrtwork: alessandro kokocinski

Αrtwork: alessandro kokocinski

Λοιπόν κύριε ασπόνδυλε, θέλω να επενδύσω όλες μου τις καταθέσεις στην έρευνα για κάποιο ζώο. Για την ζέβρα. Ναι, ξέρω χιλιοειπωμένα όλα. ’Ομως με εξιτάρει η κορμοστασιά, η ταχύτητα, το φυσικό τους περιβάλλον, η διχρωμία τους, αυτό το δίπολο.
 
Το τόσο συζευκτικό, διαχωρισμένο, παλιοκαιρισμένο, το τόσο χρωματικά ανυπόφορο και μη υπαρκτό, τόσο απαραίτητο και τόσο ηλιθιωδώς συμβολικό, η ευγένεια του ίππου
 
Θα κάνουμε μια έρευνα για το ποιες ζώνες υπερτερούν, ποιες ρίγες. Πώς δεν μπερδεύονται και δεν ανακατεύονται τα χρώματα όταν γεννιούνται, όταν βρέχει, όταν ιδρώνουν, όταν πηδιούνται. Είναι τόσο κανονιστική η ζωή τους; Τόσο ακραία, τόσο ζυγιασμένη ή τόσο εκ διαμέτρου αντίθετες οι αποφάσεις τους; Πώς βλέπουν εαυτό σε αντανάκλαση..Είναι γκρι;
 
Θα προτιμούσαν μονοχρωμία; Με την οπ αρτ νιώθουν οικεία; Θεωρούν ότι εμπνέουν;
 
Εξαντλείται η σχάση και η σύνθεσή τους; Θυμίζουν πλακόστρωτο, σκάκι ή σύστημα λειτουργικό; Επιμένουν σε διαχωρισμό όταν κάνουν σχέσεις; Ανακατεύουν συναίσθημα;
 
Ναι λοιπόν, θα δώσω τα χρήματα όλα. Να μάθω πώς να σκορπάω για ένα γούστο που θα μου λύσει την ύπαρξη.
 
Αχ, κύριε ασπόνδυλε, μην γελάτε και μην εκνευρίζεστε. Άλλαξα γνώμη. Θα χαρίσω σε εσάς τα χρήματα. Να αγοράσετε κέλυφος ευτυχίας. Σας λείπει. Θα χαρώ πολύ, αλήθεια .Εγώ έμαθα να μεταμορφώνομαι. Η φυσική επιλογή μού επιβάλλει να γίνω η επιθυμία μου.
 
Θα γίνω για κάποια χρόνια τετράποδο, θα έχω δίστηλο δέρμα. Θα εφεύρω τρόπους να μαδάω, να τρίβομαι πάνω στα φυτά και να αλλάζω χρώμα. Θα ξέρω σε ποιους ποταμούς και σε ποια βροχή θα βουτάω. Θα ακυρώσω σταδιακά το μονόχρωμο της διχρωμίας . Θα ζευγαρώσω τόσες φορές με αρσενικές ζέβρες και θα γεννήσω τόσες φορές το όλο χρώμα και το μη. Στο τέλος θα πετύχω την απόχρωση, την μετάλλαξη την διαστρωμάτωση. Θα αποκτήσει ροή η εικόνα.

Θα ξαναγυρίσω άνθρωπος αφού πρώτα θα έχω δώσει στις ύαινες το τελευταίο μου γέννημα. Τυχερές ήταν. Κατάπιαν τέσσερις αποχρώσεις. Ούτε ο ήλιος δεν καταπίνει έτσι μονοκόμματα χρώμα νύχτας πριν το ξημέρωμα. Γιατί, ποιος θα τα βάλει με την φύση για να λύσει διλήμματα μιας ύπαρξης και ένα καπρίτσιο;
 
Θα έρθω να σας δω. Θα είστε ευτυχισμένος, ασφαλής, θα έχετε βγάλει οστά, αλλά θα παραμένετε ασπόνδυλος. Τα παιδιά σας θα παίζουν στην αυλή με λούτρινα σε σχήμα ζέβρας και χρώμα τόξου συνταγματικού.
Πληθώρα το χώμα και οι αποφάσεις.
 
Εκείνη την στιγμή θα ακούτε στις ειδήσεις για ένα σπάνιο είδος ζέβρας, περισσότερο συγγενικό στο άλογο. Έχει τέσσερα χρώματα τα οποία αλλάζουν με την διάθεση και ζει κυρίως στην Ευρώπη. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί οι ύαινες δεν είναι ποτέ στην ουσία πεινασμένες.
 
Θα σας χαμογελάσω. Θα φύγω με καλπασμό. Δεν θα με αναγνωρίσετε

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_8161

Οι τάφοι είναι χαρούμενοι

τα όνειρα πάντα περνούν

                            μέσ’ απ’ τους τάφους

κι ύστερα ορμούν

τινάζονται ψηλά

ανοίγουν και σφυρίζουν

το θάνατο τότε τον ξεχνούν

δεν τον θυμούνται.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Από τη συλλογή «ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ» 1962

View original post

Aleppo by Cath Campbell

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

Sharp on her tongue, acid
the berry she’s spent, but wanting
to sup the hell out the night
and shut away the bodies,
the trashed mosaic
of bone and flesh
from a country she’ll never visit.

The pictures come too fast,
roil up her throat,
burning gullet,
backfiring vomit.
They bombed the place
and it was murder, she says
to the no-one on the next stool.

She slides loose,
head astrum with the six o clock news,
views floor through haze,
numb-toed, torso swayed. Rocking.
Bollocks! Gonna walk the road home,
she mutters, and feeds her fare
into the too-fucking-late Red Cross box.

View original post

Νο 86 (φωνές έξω από το κεφάλι)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

( ανοίγω
τη βρύση,
μου θυμίζει παραδόξως να πιπιλάω το δάχτυλο
μιας μοναχής,
την κλείνω
και μια σταγόνα,
σαν παραστρατιωτική οργάνωση με λάβαρο
οργανισμού νερών,
ξεφεύγει,
πέφτει,
στο νεροχύτη,
ως το τέλειωμα  μεταλλικού
χεριού
και συγκρούεται με τη λίγδα ,
το πιάτο του χθεσινού της βραδινού,
και κυλά,
τη φαντάζομαι νερωμένο σπέρμα,
στο μπρίκι
του πρωινού,
θαρρώ πως πνίγεται στο κατακάθι
του καφέ,
σώζεται όμως από τη βαθιά κούπα στη σωρό,
ένας απολιθωμένος
μαστός,
που τη στάζει
σε μια μισοδαγκωμένη της μπουκιά
και μια
χαρτοπετσέτα
μουλιασμένη,
όπου και χάνεται παντοτινά )
~
είναι,
η ακριβής μου θέση στο φαρμακολογικό σύμπαν
των
λεκέδων μου,
έχω σε πτώχευση
ακόμη και τους κόμπους μου
και το χειρότερο,
νομίζω πως με κοιτά πίσω από τη πόρτα της
κόλασης,
από το ματάκι,
μια σταγόνα του θεού
~
(alexmil)
η photo από τον Dran

View original post

Why does Greek criticism have a problem with translations of new Greek poetry?

Vassilis Lambropoulos's avatarPiano Poetry Pantelis Politics

The arrival on my desk of yet another brand new anthology shows that international interest in Greek poetry continues to develop in several languages. Translations appear now regularly in magazines, books, festivals, performances, and other fora. They take the form of anthologies, compilations, special sections, or individual selections.

This broad dissemination, which has not happened to Greek poetry since the era of the 1970s, is treated unsurprisingly in Greece (only!) with (at best) silence or (at worst) scorn. In public and in private, in print and social media, journalists and scholars express their nervousness over this multilingual circulation, invoking one and the same predictable reason: Current global interest in Greek culture, they argue, can only be explained by the ongoing economic crisis, and therefore it has an exoticizing, if not colonizing, function; once the crisis recedes, it will evaporate. Yet this argument is little more than a defensive and isolationist…

View original post 260 more words

Lawrence Ferlinghetti, Στους Νταντά Θ’ Άρεσε Μια Μέρα Σαν Κι Αυτή

quote-poetry-is-eternal-graffiti-written-in-the-heart-of-everyone-lawrence-ferlinghetti-36-18-43

Στους Νταντά θ’ άρεσε μια μέρα σαν κι αυτή
με τις ποικίλες της πολύ πραγματικές
μη πραγματικότητες
κάθε μια τους έτοιμη να γίνει
πολύ αληθινή για την τοποθεσία της
που ποτέ δεν είναι τόσο μακρινή
ώστε να ‘ναι η Βοημία
Οι Νταντά θ’ αγαπούσαν μια μέρα σαν κι αυτή
με τον ήλιο της σαν ανάλαφρο βολβό
που λάμπει τόσο διαφορετικά
για διαφορετικούς ανθρώπους
μα που ακόμα λάμπει το ίδιο
πάνω στον καθένα
και στο καθετί
σαν
ένα πουλί σ’ ένα τραπέζι έτοιμο να τραγουδήσει
ένα αεροπλάνο μέσα σ’ ένα επίχρυσο σύννεφο
ένα χέρι απ’ τη λάντζα της κουζίνας
να γνέφει σ’ ένα παράθυρο
ή ένα τηλέφωνο έτοιμο να χτυπήσει
ή ένα στόμα έτοιμο να κόψει το κάπνισμα
ή μια νέα εφημερίδα
με τη νέα ιστορία των νέων της
για μια καρκινοπαθή χορεύτρια
Ναι οι Νταντά θα πέθαιναν για μια μέρα σαν κι αυτή
με το γλυκό της καρναβάλι του δρόμου
και την τόσο αληθινή της κηδεία
που μόλις τώρα περνάει από μέσα του
με την αληθινή της νεκρή χορεύτρια
τόσο όμορφη και βουβή
στο σάβανό της
κι ο τελευταίος εραστής της χαμένος
μέσα στο όχι μοναχικό πλήθος
και της χορεύτριάς της ο αγαπημένος
έτοιμος να πει Νταντά
και ο ιερέας της που περνάει
έτοιμος να προσευχηθεί στο Νταντά
και να προσφέρει τις τόσο υπερφυσικές του
απολογίες
Ναι οι Νταντά θα ‘χαν αγαπήσει μια μέρα σαν κι αυτή
με τις όχι τόσο τυχαίες της
αναλογίες

*Από τα “Ποιήματα”, σε μετάφραση Κώστα Γιαννουλόπουλου & Φώτη Αθέρα, εκδ. Νεφέλη.