Στέργιος Τσακίρης, Ψυχολογία

tsakiris028

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Ανέκφραστος κι ανέλπιδος
ο νέος ένοικπς της οδού Μανδροκλέους.

***

ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Ι

Σαν την τεμπέλικη σαύρα
σέρνεται μέσα μου
αυτό το συναίσθημα
που χρόνια προσπαθώ
να ονομάσω.

Άλλοτε κρύβεται καλά
-το ψάχνω και δεν το βρίσκω-
κι άλλοτε με κοιτάζει με θράσος
στα μάτια
μέσ’ απ΄τα μάτια μου.

Κι όλο σέρνεται
-δίχως όνομα-
στην ταραγμένη ψυχή.

Κι όλο
σέρνομαι

ΙΙ

Δεν αποδείχθηκες τίποτ’ άλλο
παρά μια χαμένη υπόθεση.
Παράλυτος από τις διαψεύσεις
κι άνεργος στον έρωτα καιρό
σφίγγεις τα όνειρα με το ζωνάρι.

Μια χαμένη υπόθεση κι εσύ.
Δεν είσαι μόνος.

ΙΙΙ

Την ώρα που χαράζει
κι αφού ξεμπέρδεψε
με τα φαντάσματα της νύχτας,
ακούει Σοπέν-
παίρνει βαθιές ανάσες
για τα τέρατα της μέρας.

IV

Κάθε πρωί ξυπνά,
ξυρίζει προσδοκίες,
φορά το προσωπείο που τον φωτίζει
και μάρτυρας υπερασπίσεως
εξαγοράζεται
της μίζερης ζωής των πελατών του.

V

Φωνάζει κι η φωνή του
ανεπίδοτη επιστρέφει.

Δεν γεννιέται καν ηχώ
στα πέτρινά του χρόνια.

VI

Ξύπνησα
κι αντίκρισα τόσο φως
που παραλίγο
ν’ αναγεννηθώ.

Μόνο εμπόδιο
η έρημη ψυχή μου-
μες στα χαλάσματα
επίμονα έψαχνε
μια δόση
για να δροσιστεί
μα
οι φίλοι πιο λίγοι
κι ο έρωτας

VII

Πνίγεις
τη μοναξιά
σε πολυκαταστήματα
σε βιβλιοπωλεία.
Σε πολιτείες
άδενδρες
κυκλοφορείς
υλοτομημένος.
Τα χέρια
διαρκώς
στις τσέπες.

VIII

Καθόταν στο κρεβάτι
από εφιάλτη μόλις
έχοντας ξυπνήσει.
είδε, λέει, τη μάνα του να γέρνει
σε μπαστούνι πι και να τη σέρνουν
και να της λείπει το μισό ποδάρι.
έτρεμε στη σκέψη
πως θα μπορούσε να’ βγει αληθινό
πως τα γεράματά τους είναι ήδη στο κατώφλι.

IX

Δεν ξέρει πια πού ν’ αποθέσει
αυτό το βάρος που τον κατατρώει χρόνια.
Σαν τον εθισμένο χαρτοπαίκτη,
που τη μια στιγμή βουλιάζει στη ρουλέτα
και την άλλη ορθώνεται για λίγο,
χάνει πολλά
κερδίζει τίποτα.

Ένα τίποτα όλη του η ζωή.

X

Κουφάρι
σαπισμένου πλοίου η ύπαρξή του
στ’ ανοιχτά μιας ρημαγμένης παραλίας.
Αλισάχνη και σκουριά
νύχτα μέρα διαβρώνουν το σκαρί του.
Στα ρέλια του καμιά φορά
πουλιά της θάλασσας λουφάζουν.

***

ARS POETICA

Ξεσκίζει τις σάρκες του είναι του
και φτερουγιζει ένα τόσο δα ποίημα.

***

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ

Στη φυλακή του εγκεφάλου μου γεννήθηκα
και κάθε νύχτα οι θύμησες με μαστιγώνουν.
Γνόφος μέσα μου και γύρω μου.
Σε τι βοηθάει η ποίηση;
Κανείς δεν γνωρίζει.
Μια γυναίκα κάποτε σ’ αγάπησε
κι όμως την ξεχνάς.
Ταλαντεύεσαι ανάμεσα
στον κόσμο που σε τάξανε
και στον άλλον που ονειρεύεσαι
στο αδειανό σου κρεβάτι.
Η ασθένεια σ΄ εξάντλησε
των αναμνήσεων.
Σκέψεις γεμίζουν το σταχτοδοχείο
και δεν ξέρεις πού να το αδειάσεις.
Στόχους κι όνειρα κυνηγώντας
κατέληξες σ’ αυτό το τεράστιο σπίτι-
σε τρομάζει με την κενότητά του.
Τα παντζούρια σου κλείνουν το φως.
Στης τηλεόρασης και του ίντερνετ
τη βάναυση πανάκεια εγκλωβίζεσαι.
Η άλλη ζωή σε προσμένει
σε σημεία συνάντησης και στέκια.
Η ψυχή σου οικτίρει τον τάφο της
που φθείρεται με τα χρόνια.
Στο παρόν παραληρείς
και στο μέλλον τρελαίνεσαι.
Πόσο ν’ αντέξει κανείς
σ’ έναν κόσμο που δεν μπορεί ν’ ανασάνει;
Στη φυλακή του εγκεφάλου μου γεννήθηκα
κι ασφυκτιώ.

***

ΚΥΝΗΓΩΝΤΑΣ ΤΟ ΑΠΙΑΣΤΟ

Σκοτεινιάζει πια νωρίς,
η θάλασσα μια ανάμνηση,
τα μάτια γύρω μου κλειστά.

Ένα ακυρωμένο ραντεβού,
το κινητό έχει μέρες να χτυπήσει,
σαββατοκύριακο παρέα με τη βροχή.

Κάθε νύχτα που περνά
χειροτερεύουν τα πράγματα.
όλο και δυσκολεύουν
όλο και σκληραίνουν.

Το μυαλό μου
γίνεται η γκιλοτίνα μου.

***

Είναι πολλοί που ψάχνουνε τις νύχτες
τον απόκρυφο εαυτό τους
να ικανοποιήσουν.
Κι ύστερα το πρωί με το κοστούμι
κυκλοφορούν και τη γραβάτα
αψεγάδιαστοι σε όλα.

Όμως,
λεπτό
δεν παύει
το αίμα
να ζητά
να σμίξει μ’ άλλο αίμα.

***

-Πώς βάρυνε έτσι ο καιρός;
– Κι η ψυχή μας άλλο τόσο;

***

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Πάλι
πρέπει να:
-να μηδενίσω το κοντέρ
– να τρέξω τον χρόνο απ’ την αρχή
-……………………………………………
-ν’ αναποδογυρίσουμε την αρχαία κλεψύδρα.

*Η συλλογή “Ψυχολογία” του Στέργιου Τσακίρη τυπώθηκε τον Μάρτιο του 2015 και κυκλοφόρησε ως ένθετο στο τεύχος 35 του περιοδικού ‘Ένεκεν” από τη Θεσσαλονίκη, με εξώφυλλο και ζωγραφικά σχέδια Βίλλης Γουσίου και επιμέλεια Κώστα Δρουγαλά.

Θάνος Γώγος, Δύο ποιήματα

gogos0

Βασιλιάς

“Πώς πέρασες Αύγουστε
Χειμώνα;”

“Υπέροχα!
Ήταν ένας παράδεισος πουλιών
και άλλων δίσεκτων απολαύσεων!”

Ο Λευκός βασιλιάς του χειμώνα
κρυστάλλινος απεβίωσε εχτές βράδυ
στους 19 βαθμούς κελσίου.

Σύσσωμες οι εποχές με τον τρίτο ήλιο
κατέφθασαν να παραλάβουν το σώμα του
για την ετήσια ανακατασκευή.

Στη θανάσιμη ακολουθία
και στα επιμέρους τμήματα
του ολονύκτιου θρήνου
απλώθηκε από τον θρόνο του
μέχρι τον δρόμο
μια θλίψη εκθαμβωτικού αυλικού μεγαλείου.

Για άλλη μια φορά, όλες οι υρίες
οι οποίες αποτέλεσαν τη ζωή του
αρκέστηκαν στο κονιάκ στα κόκκινα χείλη
και στην εξής δήλωση:

Και η πορεία του ήταν παράθυρο.
Και το γέλιο του ήταν παράθυρο.
Και οι αγάπες του εμείς ήμασταν.

***

Τα κορίτσια αυτά που
απ’ τα χέρια τους
Διασχίζουν
Εναποθέτουν
Φαντασιοκοπούν
Πετούν
ανεμόσκαλες
βουβούς κινηματογράφους
πράσινα / νύχια / κοχύλια / μακριά
Σέρνονται απ’ τα μαλλιά
και παραμένουν
Νικήτριες:
τα κορίτσια αυτά ποιος θα τα τιμωρήσει.

Μερικές φορές συμβαίνει τα κορίτσια να
χαλαρώνουν
Στις μηχανές και στις αντένες όπου αναζητούν
την ταχύτητα
Διασχίζοντας άλλα κορίτσια

κορδέλες

Σε μυϊκή τάση των τροχοφόρων
Με έλατα μαλλιά και φούστες δίχως νόημα
Μέσα σ’ αγόρια
Μερικές φορές συμβαίνει τα κορίτσια να
χαλαρώνουν.

*Από τη συλλογή “Μεταιχμιακή χαρά”, Εκδόσεις “Φαρφουλάς”, 2013.

gogos

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Γεωφυσικός χάρτης ονείρου 15ης Ιουλίου

images

Όργωσες με την οργή σου τα χωράφια,
το δεξιά και άνω τεταρτημόριο ενός πεπαλαιωμένου ονείρου,
το χώρο πίσω απ’ την κουρτίνα
και πέρα απ’ το διάζωμα.
Σ’ το εξομολογήθηκε ένα βράδυ μια στρατιά περίεργων
στρατοκόπων,
πως πίσω απ’ την κουρτίνα,
πέρα απ’ το διάζωμα
στο δεξιά και άνω τεταρτημόριο
υπάρχει τρόπος όλα να ξεχαστούν.
Ανάμεσα στο λυκαυγές και στο λυκόφως.

Το τοπίο είναι ξερό.
Είναι ένα ξερό καύκαλο.
Όλοι εμείς που έχουμε συσσωματωθεί,
τη μέρα αιμοδότες, τη νύχτα αμμολήπτες.
Ο παραλήπτης είναι βουβός κι αμέτοχος,
δεν ακούει τίποτα,
τ’ αυτιά του καταστράφηκαν
από τα decibel των διθυράμβων.
Το τοπίο όταν κλείνουμε τα μάτια
κινείται προς το μέρος μας,
όταν τ’ ανοίγουμε δεν είναι πια εκεί.
Τη μέρα ευεργέτες, τη νύχτα κλέφτες.

Το τοπίο χάθηκε,
υπάρχει μόνο κάτι απ’ την παλιά του όψη στα όνειρα
του καθενός.
Στο δεξιά και κάτω τετερτημόριο νάρκωση επισκληρίδια.
Οι μεταμορφώσεις του τοπίου
το έκαναν ν’ αποκτήσει κέλυφος και να κρυφτεί.
Υπάρχει μέσα στο τοπίο ένα μυστικό πέρασμα,
όπου εικόνες συνωστίζονται περίεργα,
ποδοπατιούνται γύρω απ’ τις εξόδους κινδύνου
ή τις περίεργες και ακατάληπτες διαδικασίες
ενός ακαμάτικου μυαλού.
Είναι όλα καλά κρυμμένα σ’ αυτό το τοπίο.
Πολύτιμα ορυκτά ασφυκτιούν
στις μόνιμα κλειστές μασχάλες του.

*Από τη συλλογή “Η άστεγη μέρα”, εκδόσεις “Μελάνι”, 2014

Lawrence Ferlinghetti, Δύο ποιήματα

lorens041

ΞΗΜΕΡΩΜΑ, ΜΠΟΛΙΝΑΣ

Τούτη η μικρή καρδιά που θυμάται
και το παραμικρό
αρχίζει σχεδόν πάντα την ημέρα της
προσπαθώντας να τραγουδήσει
κάποιον ηλιόλουστο σκοπό

Τέτοια αναίδεια, τέτοια αυθάδεια
κατάμουτρα στο κάθε τι!
Ωστόσο εγώ θα τραγουδήσω προς τον ήλιο
για να κάνω αρχή —

Τέτοια θρασύτητα, τέτοια διαστροφή
να νομίζεις τις κραυγές των πουλιών για τραγούδι
ενώ μπορεί να είναι κάλλιστα
κραυγές απόγνωσης!

Σαν να μην ήταν η ζωή μας
σαν να μην ήταν όλη η ζωή
μια τραγωδία
λες κι όλα είναι πανηγύρι που περνά

Σαν να μην ήταν η ζωή μας
τόσο πολύ πολύπλοκη —

Ω μεθυσμένο φλάουτο
Ω Χρυσαφένιο Στόμα
τραγούδα ένα τρελό τραγούδι
να μας σώσεις

***

ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΝΑΥΤΙΚΟΙ

Στην πράσινη όχθη του ποταμού
ηλικία κοντά στα εξήντα αρχίζω
να ξαναθυμάμαι
τον παππού μου Desir
στα νησιά της Παρθένου
Την τελευταία φορά που τον είδα
ζούσε σε μιαν απόμερη ακτή
του Αγίου Θωμά
σε μια μικρή καλύβα
κάτω απ’ τους φοίνικες
Ογδόντα χρόνων
ευθυτενής σαν Βίκιγκ
(εκεί που κάποτε οι Δανοί αποβιβάστηκαν)
στεκόταν αγναντεύοντας
πάνω απ’ την ακύμαντη θάλασσα
μάτια γαλάζια ή γκρίζα
με τη θάλασσα μέσα τους
αλάτι στα ματόκλαδα
Ανέκαθεν
υπήρξαμε θαλασσοπόροι
Τώρα
δεν έχει αλάτι εδώ
δίπλα στο μεγάλο ποτάμι
στην ορεινή άγονη έκταση
Παλιοί ναυτικοί
έριξαν στα ρηχά
το ατσάλινο καμάκι
— χωρίς αυτό ήσαν χαμένοι —
πήδηξαν έξω και πεθάνανε

*Από το βιβλίο “Lawrence Ferlinghetti, Ποιήματα”. Μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου. Εκδόσεις “Πρόσπερος”, Αθήνα 1989, στη σειρά “Τετράδια Ξένης Ποίησης”.

Left Melancholy Poetry: The Greek Generation of the 2000’s

Vassilis Lambropoulos's avatarPiano Poetry Pantelis Politics

Here are ten distinct features of the new writers included in the brand-new splendid anthology Futures: Poetry of the Greek Crisis (2015), edited & translated by Theodoros Chiotis:

  1. An Anglophone poetry. Whether it is written in Greek or English, it is a poetry conversing with (mostly) English-language literature and thought, and therefore it speaks (mostly) English. It is written in a manner that makes it sound already under translation.
  1. A translingual poetry. It draws on several idioms and codes, from graffiti to rap, advertising to tweeting. It reverberates simultaneously on several registers. Its Greek is global, its transmission multidimensional. It is emitted, not intoned.
  1. An intermedial poetry. It interacts with all the other arts, especially the visual, but also with aural, tactile, architectural, and virtual ones. Thus it traverses domains and circulates among media, questioning normative notions of literariness.
  1. A performative poetry. It is embodied and acted up, mimicked…

View original post 275 more words

73 Civilians by Antony Owen

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

For seventy-three civilians I leave

The flowers that drones leave on dusty ground

And wrap them in responsible newspapers leaving your tragic news.

For thirty-five children oh fuck it

I leave statistics like coat pegs to hang shame from

And wrap myself in my own arms trying to make sense of first worlds.

For white news anchors selling skin and Gods

I picture little Hamza holding Pokemon monsters to be found

And wrap myself in lovemaking so I can bury begging boys and girls.

For forty-three years I have lived well

Drones once made honey weeping from blackfly Acacia

And I wrapped myself in the swirling fumes of my Dad’s knackered moped.

For seventy-three civilians with names

I will simply report that your deaths were not reported

And that Donald Trump’s boulevard star has a wall built around it now.

For seventy-three holes being dug shallow

I hope your sleep…

View original post 24 more words

Σπύρος Μεϊμάρης, Τέσσερα ποιήματα

Artwork: Carol White

Artwork: Carol White

So What

Άσε τις λέξεις να έρθουν μόνες τους,
με το πάσο τους.
Θα βρουν αυτές τον τρόπο να κατασταλάξουν,
ν’ αράξουν στη σιγαλιά της μνήμης,
όπως στη ρίζα κάποιου δέντρου.

Περνώντας από τον ήλιο στη σκιά,
σε κάποιο δρομάκι του Παρελθόντος,
απεγνωσμένος, εξαντλημένος, αληθινά beat,
σέρνω τα βήματά μου προς το σκοπό που μου έλαχε.

Ξεπερνώ τα όριά μου, σφυρίζω το τραγούδι μου,
αληθινά μόνος, ακολουθώντας εκείνη την πορεία.
Στίξη, αντίστιξη, όλα περνούν από μπρος μου.
Γνωρίζοντας πως όλα περνούν, όλα ξανάρχονται.

***

Δόνηση

Βυθίζω την πέννα μου στο μελάνι του νου.
Γυρίζω πίσω, πηγαίνω μπρος, παραμένω εδώ.
Δεν παρατηρώ χρώματα ούτε σχήματα.
Χαράσσω γραμμές άγνωστες σε λευκό περίγραμμα.

Στο χάος κινούμαι, ονειρεύομαι, αφομοιώνομαι.
Ίδιος με το τίποτα δεν αναγνωρίζω τίποτα.
Τίποτα δεν γράφεται μέσα μου, τίποτα έξω μου.
Ανασαίνω κοπιαστικά, προσπαθώ τις πιο απλές κινήσεις.

Υπάρχουν ίσως ίχνη μου κάπου στο πουθενά.
Αναζητώ εκείνο που έχασα ή που νομίζω πως έχασα.
Καταγής κάθομαι, αφουγκράζομαι, επανέρχομαι.
Η ηλικία μου είναι ότι δεν μπορώ να συναισθανθώ.

Ο χρόνος τρέχει φαινομενικά, όμως μένει ακίνητος.
Ίδια πράγματα στα πεζοδρόμια που κυλούν κι εξαφανίζονται.
Φωνασκίες από τα διαμερίσματα του Παρελθόντος.
Άγνωστες λέξεις που υπεισέρχονται στον Ουρανίσκο.

Απογεύματα νοσταλγικά της βραδινής οδού που μας καλεί.
Ρίγος στο στήθος, δόνηση στην καρδιά, τρέμουλο στα χείλη.
Μια δοξασία παλλαϊκή που όμως έχει σβήσει, έχει περατωθεί.
Το πάθος, το μένος έχουν μεταβληθεί σε δοκιμασία συνεχή.

Η ανακάλυψη του φωτός μέσα μας έγινε διαδοχικά.
Ήταν μια στιγμή μαγική, οδυνηρή, ξαφνική, που έπεσε.
Το είχα δει στο νου, το είδα και μπροστά μου.
Το άσπρο του νοσοκομείου με απορροφά απόλυτα.

Θέλω να γυρίσω πίσω, καλύτερα όμως να μείνω ακίνητος.
Χωρίς να κάνω μαγικά κατάφερα να σταθώ ολόιδιος
Παρατηρώντας το χρώμα του Ουρανού ν’ αλλάζει.
Ήμουν το σημείο αναφοράς όλων αυτών των σκέψεων.

Υπήρχε το πριν και το μετά δυστυχώς.
Ήθελα να τα αναιρέσω, να τα απαλείψω δια παντός.
Όμως δεν γινόταν, ήταν ο Χρόνος που τα όριζε.
Έφευγαν οι πνοές από πάνω μου, εύρισκα καταφύγιο.

Έπραττα μύρια όσα μου επέτρεπε η φυσιολογία μου.
Πηγαινοερχόμουν στον Χρόνος όπως ο καθένας.
Ήθελα να σταματήσω, να οραματισθώ, να κοιμηθώ.
Φίλοι πολλοί άγνωστοι, αθέατοι, ασύγκριτοι.

Όσο μου επέτρεπε η Μοίρα είχα δει και δοκιμάσει.
Απογοήτευση το όνομά σου είναι Ζωή.
Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια είδα και πόθησα.
Τώρα κάθομαι κι αναμετράω.

Τα ίδια ρούχα για γιορτές & για καθημερνές.
Τον είδα και τον θαύμασα, απόρησα μαζί του.
Πέρα απ’ το παράθυρο στο βάθος του ορίζοντα
Απλώνεται η θάλασσα της Μνήμης.

Όσο δυνατή κι αν είναι η ανάσα δεν είναι απεριόριστη.
Με καθορίζει όπως και τις φράσεις που εκφέρονται.
Είναι ένα μυστήριο τόσο φανερό που κανείς δεν το ξέρει.
Απορώ διαρκώς με τους άλλους και όλο και περισσότερο.

Μια καντάτα γνώριμη, συμπαντική με συνοδεύει.
Είτε είναι του Bach, είτε είναι της Jazz,
Εκεί μέσα ξετυλίγομαι και αναπνέω.
Μια λιποθυμία απέχω από τη λύτρωση, τη φώτιση.

Μα ποιος είμαι, τι κάνω;
Ποιος είναι αυτός;
Ο πόνος μου είναι αδερφός.
Θα τελειώσω με αυτές τις λέξεις.

***

Ανάπαυλα

Από κάπου είχε τρυπώσει το φως, ένα ξέφωτο.
Το γράψιμο φαίνεται πως θα συνεχιζόταν.
Τα διάφορα σημειωματάρια έκαναν την εμφάνισή τους.

Μουσικές λογιών, λογιών έκαναν την εμφάνισή τους.
Το κενό υψωνόταν, εμφανιζόταν, αποκαλύπτονταν.
Μια, δυο γεγονότα, μια πληγή, δυο πληγές εμφανίζονταν.

Θα τους έλεγε ότι είχε να τους πει.
Το μάτι πόναγε, το στόμα, το κεφάλι πόναγαν.
Ύστερα η μουσική θα ερχόταν.

Θα τους τα έλεγε όλα σκεπτόταν, φανταζόταν.
Μια φορά, δυο φορές, για πάντα αιώνια.
Καθισμένος στον καναπέ ονειρευόταν.

Θα ονειρευόταν το ήξερε.
Δεν κοντοστεκόταν.
Όπως έκοβε τα νύχια του σκεφτόταν κάτω από το φως.

Ο ήλιος εισήλθε, δεν οπισθοχώρησε, δεν δίστασε.
Φώτισε το μπαλκόνι, εισήλθε στο σαλόνι, κοντοστάθηκε.
Άγγιξε την καρδιά μου σιωπηλή όλο το χειμώνα, ακίνητη.

Τι άλλο θα ερχόταν κανείς μας δεν ήξερε.
Ακόμα κι αυτός, ο τόσο νοσηρός,
έπαιρνε κουράγιο, αντιστεκόταν.

Χωρίς ρυθμό ζωή δεν υπήρχε, τώρα πια το οραματιζόταν.
Ετούτη η βραδιά τόσο μακριά τώρα πια δεν στεκόταν.
Αν ήταν έτσι θα μπορούσε να πει, θα μπορούσε να πιστέψει
κάθε λογής θαύμα, κάθε εικασία, κάθε ελπίδα.

Όμως ακόμα ήταν νωρίς, δεν ήξερε, δεν μπορούσε να ξέρει.
Σηκωνόταν κι έπεφτε, σηκωνόταν κι έπεφτε.
Αυτή ήταν η κατάσταση.

***

Υπέρβαση

Τι κι αν ήρθαν οι άνεμοι από αλλού.
Τι κι αν με συνόδεψαν οι τύψεις ως εδώ.
Ξαναγυρίζω εκεί. Αναθυμάμαι.
Πέρα μακριά ο ήλιος, το παράθυρο.
Εγώ ξαπλωμένος.

Θα μου άρεσε να λέω ότι προχωρώ προς τον ήλιο,
αφήνοντας πίσω μου όλα τα ποιήματα της συμφοράς.
Φλογισμένος από την κορφή ως τα νύχια,
διψασμένος για τον πραγματικό κόσμο,
ξεχασμένος από όλους, πορεύομαι εκεί που ξέρω.

Αφήνοντας το νου μου ήσυχο, αφουγκράζομαι τις πηγές,
βουτιέμαι στα κρυστάλλινα νερά τους.
Από πάνω ο ουρανός με υποδέχεται, με χαιρετά.
Ανέρχομαι κι εγώ σιγά-σιγά στο γνωστό εκείνο θόλο.
Υφαρπάζομαι από χέρια γνωστά, χέρια τρυφερά & στιβαρά.

Τα Ουράνια παίζουν το αγαπημένο Θείο τραγούδι.
Λικνίζομαι, αναπαύομαι, ψιθυρίζω τα όμορφα τα λόγια.
Επαναλαμβάνω τις θεϊκές φράσεις που ηχούν μέσα μου.
Τα λόγια που ηχούν στο κεφάλι μου με γιατρεύουν
απ’ όλους τους πόνους, τα βάσανα μιας ζωής, την απώλεια.

Γνωρίζω πως βρίσκομαι εκεί που πρέπει, εκεί που αρμόζει.
Αγγελικές φωνές με συνοδεύουν σε κάθε μου βήμα.
Τα τύμπανα της Πανδαισίας ηχούν, οι στίχοι ακολουθούν.
Το τοπίο εμπρός μου απλώνεται μεγαλόπρεπο.
Το κορμί μου ανέρχεται ψηλά, μουρμουρίζει κι αυτό.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα 2009-2013”.

Βασίλης Βασιλειάδης, Στίχοι

alkis

ο νησιώτικος βράχος γυμνός,ή δημιουργία λουσμένη στόν ιδρώτα, αλμυρισμένη από παλφασμούς θάλασσας ιόνιας καί( θές δέν θές) ουτοπίζεσαι κοιτώντας τόν ανοιχτό υγρό ορίζοντα
………………………………………………………………………………………….
ξάγρυπνη και ιδρωμένη
βολοδέρνει ή νευρικότητα του μπροστά στόν ανεμιστήρα
σαλεμένη ή παρεγκεφαλίδα
βουλιάζει σέ συστοιχίες λεξημάτων
reor
reri
Ratio
άρθρωση λόγου κατρακυλισμένη σέ υπολογισμούς καί λογαριασμούς
οί εκτιμήσεις τής λογιστικής
εποπτεύουν μέρα-νύχτα τόν εγκέφαλο
καί ή μηχανική τών νευρώνων του
φροντίζει νά συναρτηθεί ή εννοιολογία τών λέξεων
μέ τήν κατά γράμμα αναπαράσταση
τής πραγματικότητας τής υπαρκτής συναλλαγής
γλώσσα καταπονημένη από περιορισμούς καί καταστολές
τάξης ασάλευτης καί αδιαμφισβήτητης,
αγγαρεμένο από τήν διαχείρηση σκοπιμοτήτων
λογικόγλωσσικό σύστημα………..
στρίβει τσιγάρο
ξεδιψάει τόν χωροταξικό του αποκλεισμό
μέ μία σκατόμπυρα τών εβδομήντα λεπτών τό μισόλιτρο
σκουπίζει μέ τήν παλάμη τά χείλη του
καί συνεχίζει…….
Λόγος
ενέργεια ωστική τού γίγνεσθαι
πού χαράζει μέ
τόλμη
όνειρο
φαντασία
ακόμη καί μέ ουτοπία πού ζητάει από τό κάθε παρόν τό αδύνατο
τή ρότα τού υπάρχω πρός τόν ανοικτό ορίζοντα τού Είναι
επιμένει
νά μήν υπάρχουμε έτσι απλά
αλλά νά Είμαστε,
ή άρθρωση Λόγου
κυοφορεί κεφαλαιοποιήσεις τών στοχασμών καί τών ενεργημάτων
ακόμη καί μέ τρόπο συγκρουσιακό
ώς δράστης ανατινάξεων τών αδιεξόδων
σέ ένα Είναι
σπάνιας έλλογης ποιότητας καί αισθητικής
ύφανση περίτεχνη
μέ νήμα ανθρώπινων καί ανθρωπιστικών αξιών,
όταν μιλάς μέ Λόγο,μουρμούρισε
έχεις άλλη οπτική τής ζωής καί τού ανθρώπου
είναι απόλαυση μιά τέτοια ματιά……
άλλο είναι
ν΄αγαπάς
νά ονειρεύεσαι
νά ερωτεύεσαι
νά φαντασιώνεσαι
νά ουτοπίζεσαι
καί νά ενεργείς
μέ τόν Λόγο
πού σέ θέλει νά συνειπάρχεις μαζί του διαλεκτικά
καί αλλοιώς είναι νά υπ(ο)-άρχεις
σάν ζωή καί σάν άνθρωπος
υπό τή Αρχή
Ratio……..
οί αυτοματισμοί ξύνουν τά ιδρωμένα του αχαμνά
βρίζει τό σκυλί πού γαυγίζει τήν ομηρία του στό αστικό διαμέρισμα.
γέλασε δυνατά μιλώντας στόν εαυτό του……
άντε ρέ μπαγλαμά
νά σέ δώ νά ερωτεύεσαι ανθρώπους καί ζωή
μέ τούς κανόνες
τής Ratio
rational way of love…….χαχαχα….γάμησε τα
δέν μπορούσε νά σταματήσει τό γέλιο
γινεται?αναρωτήθηκε
εμ δέν γίνεται
είσαι χαμένος από χέρι
τσαλάκωσε τό άδειο τενεκεδάκι τής μπύρας
καί τό πέταξε στό πάτωμα
πάμε,
πάμε παρακάτω
θά τά πούμε όλα σ΄αυτήν τήν ξαγρύπνια………..
Reality
Πραγματικότητα
ασύμπτωτη κι αντίθετη
μέ τήν Αλήθεια
Truth……….
μερικές φορές
από ατύχημα σπάνιο
μπορεί καί νά ταυτίζονται……
τήν πραγματικότητα μάς τήν κατασκευάζουν
κομμένη καί ραμένη στά μέτρα τους
ή τήν κατασκευάζουμε εμείς
κατά πώς θέλουμε νά μάς εξυπερετήσει,
ή Αλήθεια όμως
αυτή ή ασέβεια πρός τήν Πραγματικότητα
ακόμη κι άν δέν φαίνεται
ενυπάρχει
αψηλάφιστη
σάν ζητούμενη έκπληξη
καί παράδοξο………
αφοσιώνεται γιά λίγο στήν καταστολή μυαλού
πού εκπέμπει δωρεάν ή τηλεόραση
επανέρχεται….
αλλοίμονο
άν παγιδευτεί τό μυαλό
καί ό δημιουργικός του στοχασμός
στίς κάθε φορά κατεστημένες κατασκευές ζωής
στίς παγιωμένες εικόνες
καί στις φαινομενολογίες
τού κόσμου τής Πραγματικότητας,
σκέψου μονάχα
νά κατασπαταληθείς κωμικοτραγικός
σάν υπήκοος πεδίων επιφάνειας
σέ καθεστώς πραγματικότητας
μόνο στήν Αλήθεια
υπάρχεις
σάν Είμαι
ανεμπόδιστο
νά παραβιάζει ακόμη καί νά αγνοεί ντιλετάντικα
τις επιστασίες καί τά προστάγματα της……..
βαριέται
αλλάζει σκηνικό
ακούει τίς ρίμες τών Melle Mel,Kid Creole καί Cowboy
νά μικροφωνίζουν επάνω στίς διαπασών νότες τού HipHop
απολαμβάνει τήν ρυθμική γέννηση τής βλάσφημης ποίησης
ράπ old school
χαμογελάει τήν ικανοποίηση του
πού αυτά τά δεκαεξάμπαρα γυροφέρνουν τόν κόσμο
φτύνοντας στά μούτρα όπου βρεθούν κι όπου σταθούν
τόν κυρίαρχο λόγο
μέ τίς κατεστημένες λογικές καί εκφραστικές ιεραρχίες
καί τούς ηλίθιους,τούς γαμημένους τούς ανταγωνισμούς του……….
Ethic
Ethos
Ηθος
γεννημένο από τίς θελημένες αυτορρυθμίσεις
τής ελευθερίας
τής αλήθειας
τής δικαιοσύνης
τού λόγου
τρόπος πού ευφορεί τήν ανθρώπινη ολοκλήρωση,
πρόκληση αιρετική
γιά νά αναδιπλωθείς γιγαντωμένος
καί αυτοξεπερασμένος
πρός τήν ανοιχτή συνείδηση
πού σκέφτεται
πώς τά πράγματα μπορεί νά υπάρχουν κι αλλοιώς
έξω καί πέρα
από τήν εμβέλεια τών συμβάσεων
και τών προαποφασισμένων φορμαλισμών
πού σέ επικυρώνουν όντας άφωνος
σάν τόν οντολογικό κληρονόμο τους…….
πατάει μηχανικά σχεδόν στό πληκτρολόγειο
http://www.global porno
τό σωτήριο visual μπορδέλλο
καταποντισμένος στή κάβλα
από τό άσαρκο in vitro
ηλεκτρονικό γαμήσι,
ή στύση κάνει τό αίμα νά λυσσάει στήν καροτίδα
ή σπερματόρροια καταχύνεται στό πάτωμα
σκουπίζει τόν φαλλό μέ τίς καρώ χαρτοπετσέτες τού fast food…….
Ηθική
Moral
κατασκευασμένη από τίς ετυμηγορίες καί τίς διατάξεις
τού Κανόνα
τής πραγματικότητας
τής ratio
τής νομιμότητας,
υπαινικτικό τής ακύρωσης τού Ηθους
αυτό τό αντιαισθητικό ψηφιδωτό
ορθολογικής κανονοκρατίας τής Moral,
απειλεί τιμωρία
τό όπλο τού φόβου
τής ένοπλης Ηθικής
άν τό υπάρχω αρνηθεί νά γίνει παθολογία υποταγής
στήν τάξη τού Κανόνα καί τής Αρχής……
πήρε τήν Φωφώ στήν αγκαλιά του
κι άφησε τήν αγάπη της νά γλύφει τό αξύριστο πρόσωπο του
τήν χαιδευε μιλώντας την,
σκέφτομαι Φωφώ μου
πώς Αμοραλιστής κι Ανήθικος
αντίθετος πρός τήν ζωή τήν κανονιστική
πού σέ βουλιάζει στά σκατά τών προσωπικών σου κατεστημένων συμβάσεων
μπορείς νά είσαι,
Άηθος όμως Φωφάκι
δέν έχεις τό δικαίωμα νά είσαι,
άμ δέν σαλεύει ό νούς από τό Ηθος,συνέχισε
από τήν Ηθική σαλεύει
αυτή τήν διαστρέβλωση τού Ηθους
τήν γαμημένη τήν Moral
τόν διακινητή μεγάλων ποσοτήτων αισχρότητας
τοξικής καί θανατηφόρας
γιά εμάς………………..΄………..

*Απόσπασμα από τό FUCK OFF σέ δημιουργία.

Αντιγόνη Ηλιάδη, Χελιδόνια

Daria-Petrilli3-857x500

«Δεν θυμάμαι πώς πετούν τα χελιδόνια.» Της είπε κι εκείνη γύρισε και τον κοίταξε. Κάθισαν στο τραπέζι και κοιτάζονταν μες την ησυχία, για λίγη ώρα. Ακούστηκε μια σελίδα να γυρίζει. Τον διέταξε να σκουπίσει τα πόδια του μέσα στο πιάτο που είχε μπροστά του. Αυτός τα σήκωσε πάνω στο τραπέζι και άρχισε να τρίβει την άμμο από το δέρμα κι ακουγόταν το γδάρσιμο που του άφηνε μικρές κουκίδες, συντριβανάκια από αίμα. Επόμενη σελίδα και η σιωπή φάνηκε εκκωφαντική. Τον διέταξε να πάρει την άμμο με τις χούφτες του και να την φάει. Αυτός κοίταξε το παράθυρο με τα κάγκελα και ένιωσε τον κρύο αέρα της νύχτας στις πίσω τρίχες στο λαιμό του. Βούτηξε το χέρι του στην άμμο και ηδονίστηκε με την απαλότητά της. Σήκωσε το χέρι του γεμάτο και το έφερε στο στόμα και ρούφηξε προς τα μέσα. Έβηξε δυο τρεις φορές, αλλά στο τέλος κατάπιε. Ένιωσε το λαιμό του ξερό. Έβηξε ξανά. Τον κοίταζε. Σήκωσε το δάχτυλό της και του έδειξε τους κόκκους άμμου που είχαν μείνει στο πιάτο. Αυτός πήρε το πιάτο μπροστά στο στόμα του και το έγλειψε. Το άφησε κάτω ήρεμα.
Από την πλευρά της ακούστηκε ένας γδούπος, έκλεισε το ευαγγέλιο, το ακούμπησε πάνω στο τραπέζι και ξεκούμπωσε το πουκάμισό της αργά. Αυτός άρχισε να τρέμει. Έβηξε ξανά. Εκείνη δίπλωσε το πουκάμισό της και το ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας της. Αυτός είχε μείνει κάτωχρος εμπρός στην ανόθευτη γύμνια της, στα ριζά των κατάμαυρων μαλλιών της, πίσω στο λαιμό της, στα ανάγλυφα κόκαλα της πλάτης της, που ανέβαιναν το χάρτινο δέρμα της, στο κτίσιμο της σπονδυλικής της στήλης, στους ώμους της που ήταν δυνατοί και στέρεοι και στα μακριά της χέρια που κινούνταν γρήγορα και τακτικά. Το γυμνό της στήθος έλαμψε σαν μεγάλο, παχύ και ροδόλευκο φρούτο, κάτω από το φως της κίτρινης λάμπας. Αυτή άγγιξε με τις άκρες των δαχτύλων της την ρόγα που έσταξε πάλλευκο γάλα. Έπειτα, πήρε το πιάτο μπροστά της και στράγγιξε με τα δάχτυλά της το στήθος της, συνθλίβοντάς το, μες το πιάτο. Εκείνος ήταν σίγουρος πως θα πεθάνει. Του είχε κοπεί η ανάσα και ένιωθε βαθιά συγκινημένος. Εκείνη, με απαλές κινήσεις, έσπρωξε το πιάτο προς το μέρος του και ξαναπήρε το ευαγγέλιο στα χέρια της, χωρίς να βάλει το πουκάμισό της.

Αυτός με ανεξέλεγκτο τρέμουλο, δοκίμασε να πάρει το πιάτο στα χέρια του. Όμως το πιάτο ταλαντεύθηκε επικίνδυνα και το γάλα κόντεψε να χυθεί έξω κι έτσι το άφησε κάτω. Την κοίταξε, για να βεβαιωθεί πως τον παρακολουθούσε. Έπειτα, έσκυψε το κεφάλι του, διψασμένος από ασίγαστο πόθο και άρχισε να πίνει το γάλα με μεγάλες γουλιές. Το ένιωσε να τρέχει στην μύτη του, στο λαιμό του, στα πλάγια του στόματός του, αλλά δεν τον ένοιαζε. Ρούφηξε και την τελευταία σταγόνα από το πιάτο και σηκώθηκε. Την κοίταξε. Αυτή έκλεισε το ευαγγέλιο και του έγνεψε να πάει κοντά της.

Κανείς τους δεν άκουγε την σιωπή, γιατί ήταν πνιγμένοι από τα λόγια των σωμάτων τους. Γονάτισε μπροστά της. Ξάπλωσε ανάμεσα στα πόδια της. Ένιωθε σαν ανάποδο τριαντάφυλλο, γερμένο προς τα μέσα στο χώμα. Δεν επιθυμούσε παρά να συρθεί εκεί, από όπου γεννήθηκε. Με το βλέμμα του συνάντησε το δικό της, ανάμεσα από το κενό των πληθωρικών μαστών της. Τα μάτια της ήταν σαν δυο λαμπερές θάλασσες, κατάμαυρες που σε κοιτούσαν όπως τα ρολόγια. Κινούνταν, αλλά ποτέ δεν ήξερες για ποιον και αν ήταν για κανέναν. Κι αν ήξερες τον κίνδυνο, πάλι, ήθελες να πνιγείς μέσα τους.

Continue reading

Ε. Μύρων, Οκτώ ποιήματα

article_507762_1

Ορυμαγδός

Κάθομαι και χαζεύω το τασάκι
ώρες ώρες
Φορτωμένο με σκέψεις
κι αποτσίγαρα καθώς είναι,
θυμίζει χωματερή
ή νεκροταφείο
Καμιά φορά ρίχνω
λίγο νερό,
ίσως για να σιγουρευτώ
ότι έσβησαν οι καύτρες
ίσως για να μην ενοχλεί
η μυρωδιά της αποσύνθεσης

***

Σκήπτρο και λύρα

“Ἄσε τὰ γύναια καὶ τὸ μαστροπὸ
Λαό σου, Ρῶμε Φιλύρα.
Σὲ βάραθρο πέφτοντας ἀγριωπό,
κράτησε σκῆπτρο καὶ λύρα.”

Κώστας Καρυωτάκης
“Υποθήκαι”

Εκεί ψηλά ελπίζω να γράφεις στίχους και νότες
Ξύπνιος από τη νύστα του βραχνά καταλύτη
Ελεύθερος καβαλάρης στων ονείρων τα μήκη
με αερικά και νεράιδες συνταξιδιώτες

Εκεί δε θα σε κυνηγούν πια για τις επωμίδες
θα έχεις γλυτώσει από τα τετράκρυα χιόνια
Απέναντι στο λογικό θα ‘βαλες ωτασπίδες
ώστε να μην έχει δαιμόνια και τελώνια

Εφηύρες τελικά κείνο ‘κει το παυσώδυνο
για το βάσανο του χρόνου, τον βαρύ κασμά,
που θα ‘κανε το ρυθμό τού κόσμου πιο ρόδινο;

Να περιγράφεις με ρίμα, τον ουράνιο μπασμά
Εσύ, χορευτής του θεϊκού ρυθμού υποφήτης
Τα ψηλά να μαγεύει της τέχνης σου η βαθύτις

***

Ξόρκι

Θα σκύψω μόνο για να
φιλήσω τον ουρανό
για κανένα άλλο λόγο
για κανένα ιερό χώμα

Κι αν δε μας κάνει,
θα σκάψουμε μέσα του
να βρούμε άλλον,
με καινούργιο χρώμα

***

Άτιτλο ξόρκι

Κάποιο μπαρουτοκαπνισμένο ξόρκι
μου ‘γνεψε
με στίχους αμόλυντους,
ακέραιους, τρισδιάστατους

Βούλιαξα μαζί του
και ξύπνησα με το φως
της νύχτας
σ΄ένα, σαν όνειρο αναποδογυρισμένο

Όλα φάνηκαν θρύψαλα
κομμάτια ιδεών
πτώματα λέξεων

Όλα γυρνούσαν ξανά
με υπόκρουση το αίμα
στις εσχατιές της μνήμης

***

”Σε τούτο το χωριό λοιπόν”

Σε τούτο το χωριό λοιπόν
όλοι, στην κόγχη του χρόνου
ακούμε εν είδει δεκτών
το ίδιο σήμα ραδιοφώνου

Το τέλος είναι μη ανακλιτόν
μα όλοι μας παρέα τραγουδούμε
τάχα εν’ άσμα ισοβιτών
σάμπως με ζωή αιώνια δεθούμε

Νέοι, μεσήλικες και γέροι
παρέα ας χορέψουμε
πιασμένοι χέρι- χέρι

σιμά στο καμπαναριό
σαν να μη μισέψουμε
ποτέ απ’ το μικρό χωριό.

***

Άτιτλο

Καβαλάρηδες φασμάτων
πασχίζουμε μ’ ένα δόρυ,
να τρυπήσουμε την
παλαιόθεν πανοπλία του αδιαφόρετου.

Ξεζεύοντας τ’ άλογο,
– μήτε ζυγούς, μήτε χαλινάρια –
να γλυκάνουμε τις θύελλες
να πλατύνουμε τη διαδρομή.
Έχοντας ακούσει όμως
και τις καταρρακτώδεις θύελλες
μα και τις αγνές απλωσιές
του ήλιου, να διαστείλουμε
τη μουσικότητα του αύριο.

Να “παίζει” μέσα μας αλλεοτρόπως
το μέλλον.

***

Φαντασία

Σαν συμμαζευτούν τα σύγνεφα,
να τους ανοίξουμε μια τρύπα
να πέσουν οι κεραυνοί
πριν ζωντανέψουν.
Να τους γραπώσουμε με τα μάτια,
να δούμε λίγο παραπέρα
Να ξεχάσουμε για λίγο τη φτώχεια της όρασης.
Α! Τι βάλσαμο:
Πόσο μαλάκωσαν τα μάτια,
πόσα καλοκαίρια βλέπουμε
ενώ κοπανιούνται έξω χίλιοι χειμωνες;
Να κρατήσει κι άλλο η μαγεία αυτή…!
Να την κρατήσουμε κι άλλο τη μαγεία αυτή!
Σ’ ένα κηπάκι να τη βάλουμε
να τη φροντίζουμε.
Ποιος ξέρει; μπορεί κάτι να φυτρώσει…

***

Κι αν σας φαίνεται σκληρό

Κι αν σας φαίνεται ωμό και σκληρό
αυτό το ποίημα
να ξέρατε μονάχα, πόσο ωραιοποίησα τον πόνο.

Πόσο σφιχτά βούλωσα το στόμα μου
να μην ακουστούν ολόκληρες οι κραυγές της γέννας.

Πόσα παγάκια κατάπια
για να μην κάψω το χαρτί με την ανάσα μου.

Πόσο λευκό χρειάστηκα
για να σπάσει το μαύρο
και να σπείρω ορχιδέες
δίπλα στα κοφτερά μου δόντια.

Αν σας φαίνεται ωμό και σκληρό
αυτό το ποίημα,
που να βλέπατε
πόσο τραχύ είν’ το βλέμμα
του όταν σας κοιτά
να απορείτε.

*Όλα τα ποιήματα έχουν δημοσιευτεί στο ιστολόγιο του Ε. Μύρωνα στο http://a-lektor.blogspot.gr