Γιάννης Γκολφινόπουλος, Δύο ποιήματα

Zalibarek: Golems (2002)

Zalibarek: Golems (2002)

Ανεπαρκείς χαρτογραφήσεις

Η θερμάστρα που κρατώ σφιχτά στην αγκαλιά μου δεν έχει μέλλον
και το παρελθόν της μου προκαλεί ταραχή. Δυσκολεύομαι να αναγνωρίσω
τους τόπους απ’ τους οποίους πέρασα και δεν καταλαβαίνω τι απέγινε
η βασανισμένη ακρογιαλιά που μέχρι πέρυσι ήταν ακόμα εφικτή μπροστά μου,
ακριβώς δίπλα στο λιμάνι, που επενδύθηκε έξυπνα με κόκκινα τούβλα
και συνεχίζει το έργο του ως σφαγείο βοοειδών.
Θα κλαις, δεν μπορείς παρά να κλαις, επαναλαμβάνει η προστακτική φωνή
που ασφαλώς μου ανήκει, ενώ εγώ αναγνώρισα, σε μια συνάντηση
ποιος ξέρει ποιων δυνάμεων που διέσχισαν τον πατραϊκό κόλπο
ηλεκτροδοτώντας ακαριαία το βυθό του, πως αυτό είναι το τέλος του κλάματος,
το ξέφτισμα της θλίψης που γεννιέται μέσα στη θλίψη και απλώνοντας το χέρι
μου δείχνει με συγκατάβαση το album με τις πολύτιμες καρτ-ποστάλ που συνέλεγα καθ’ όλη τη διάρκεια
της «λεγόμενης» ζωής μου άδειο και ωστόσο διάστικτο
από τα ανεπίστρεπτα ίχνη των μικρών πουλιών της Νορμανδίας
που στάθηκαν για λίγο πάνω του πριν φύγουν πάλι

Mister Swiz

Mister Swiz

Μια μάλλον ανησυχητική διαπίστωση

Ο μαγνήτης έπαψε να είναι διαλεκτικός
και οι συναλλαγές που παρ’ όλα αυτά συνεχίζω να επιθυμώ
κρύβουν παγίδες
Στο ζαχαροπλαστείο —για παράδειγμα—
οι τούρτες τελείωσαν και ο κρεοπώλης, με δάκρυα στα μάτια
ανακαλύπτει πως ο κιμάς είναι τελικά τρούφα.
Αλλά δεν πτοούμαι, κάτι τέτοιο εξάλλου δεν έχει και μεγάλο νόημα
αφού βρίσκομαι για τέταρτη συνεχή άνοιξη παγιδευμένος
μέσα σ’ αυτό το αυτοκίνητο με το πράσινο μεταλλικό χρώμα,
που μου προκαλεί πράσινα μεταλλικά συναισθήματα

Ατενίζοντας μέσα στο σκοτάδι αυτοκτονίες αρχιτεκτόνων,
πραγματοποιούμενες με χάρη και τις απαραίτητες μακέτες
που ανεμίζουν κατά την πτώση απ’ τις ταράτσες του Πολυτεχνείου.
Ήρθε η ώρα να πάρω το τσάι μου
ή μάλλον το τσάι σου
καθώς εσύ θα συσπάσαι τρυφερά,
αποπλανώντας εκείνον που είναι τόσο νέος
ακριβώς γιατί εσύ δεν είσαι πια τόσο νέα
και που ωστόσο θα έδινε τα πάντα
για να είναι μεγαλύτερος

*Από το πρώτο τεύχος (Σεπτέμβρης 2006) του περιοδικού “Κλήδονας” της Υπερεαλιστικής Ομάδας Αθηνών. Οι εικόνες της ανάρτησης δημοσιεύτηκαν μαζί με τα ποιήματα.

Νάιρα Ρακίνη, Ποιήματα

naira2030

Ηρεμία
— όχι αδράνεια, ηρεμία.
Μετά από τόση ανησυχία και στριφογυρίσματα στο κρεβάτι
σχεδόν γαλήνιο είναι αυτό το πρωινό
έχει κάτι από το φως της γαλήνης
να σε ακούω να αλλάζεις θέση στο κρεβάτι
και ο ήχος από τα σκεπάσματα είναι η ωραιότερη μουσική.
Μπορεί να ακούγομαι υπερβολική, αλλά τι σημασία έχει;
Είχα καιρό να γράψω… από χαρά.

6.11.05

Οι ορμονικές διαταραχές
επηρεάζουν σημαντικά τα πλυντήρια ρούχων
και τις μελωδίες των μουσικών.
Κανένας διαχωρισμός καμία θλίψη
για τις ώρες που χάθηκαν
ανέγγιχτες
ανέπαφες
από την απόλυτα ιδιωτική ονειρόσκονη.
Κάτι σαν δικαίωμα…

24.1.06

Δημιουργική μανία, εκείνη που αφήνει η πηγή πίσω της.
Εκτόνωση, ίσως και διέξοδος
για τα ανείπωτα σ’ αγαπώ ή τις ακροβασίες του νου.
Σκοτάδι.
Τα μυστικά φιλιά παίρνουν το δρόμο που τους γνέφω.
Πού πηγαίνουμε;

Κάποτε έρχεται η ώρα
να συμφιλιωθείς με τη φθαρτή σου φύση.
Ένα ρομαντικό τίποτα.

Χάραζα
εύθραυστες μολυβένιες γραμμές
υποκειμενικός χρόνος.
Πάντοτε!

Οι γενναίοι του κάστρου περιπλανώνται
και χάνονται στα υπόγεια μπαρ
και στις άγονες μέρες.
Η φυγή
και το τραίνο της λήθης.

naira1029

*Από το πρώτο τεύχος (Σεπτέμβρης 2006) του περιοδικού “Κλήδονας” της Υπερεαλιστικής Ομάδας Αθηνών. Οι εικόνες της ανάρτησης είναι της Νάιρας Ρακίνη και δημοσιεύτηκαν μαζί με τα ποιήματα.

A Short Analysis of Philip Larkin’s ‘Afternoons’

InterestingLiterature's avatarInteresting Literature

A summary of a great Larkin poem

‘Afternoons’, like a number of Philip Larkin’s other poems, treats the theme of the passing of youth and the setting-in of middle age. But rather than focusing on his own middle age (Larkin was in his mid-thirties when he wrote the poem, in 1959), Larkin examines the lives of others, analysing the existence of a group of young mothers he observes at the local recreation ground. You can read ‘Afternoons’ here.

View original post 700 more words

Σπύρος Μαρούλης, Έξω ο άνεμος φυσάει λέξεις

14102585_1189964517726600_9069968060417863029_n

Έξω ο άνεμος φυσάει λέξεις
Που ο ποιητής δε κατέχει
Και η ώχρα των εποχών
Μου προσφέρει αδικοχαμένες οσμές
………
Απόψε, από σεβασμό
Η βροχή είναι σιωπηλή.
Αλλά η νύχτα δεν μπορεί
Να πει ψέματα
Είναι ταραχώδης
Κραυγάζει θλίψη
Κάτω απ’ τα βλέμματα των πεθαμένων νερών.

Ευριπίδης Κλεόπας, Τα υπόλοιπα είναι σιωπή (αποσπάσματα)

14063777_10210305269689782_7664714027095457016_n

Οι ανολοκλήρωτοι έρωτες διαρκούν για πάντα.
Οι υπόλοιποι είναι αναλώσιμοι.
————————–
Οι νυχτερινοί δρόμοι
δεν έχουν μνήμη από μόνοι τους
—————————-
Την πιο σαδιστική φυλακή
την είδα χτισμένη πάνω
στα βράχια της Κυανής Ακτής.
Τα κάγκελα κοιτούσαν
προς τη θάλασσα.
———————
Μόνο η δημιουργία έχει σημασία.
Ολα τ’ άλλα είναι πόλεμος.
———————
Τι κακιά μετάλλαξη έπαθε ο πίθηκος
και προέκυψε το είδος μας;
Ε, κύριε Δαρβίνε;
——————-
Στο βυθό της Μεσογείου
σαπιοκάραβο με εφτακόσιους μετανάστες
με εισιτήριο, συνήθως πιο ακριβό
από αυτό των επιβατών του Τιτανικού

Νικόλας Ευαντινός, Ενεός…

Fragmented Society

——————————–
——————–

μπροστά στην ελευθερία μου.

——-
Δεν είμαι ελεύθερος
ούτε τις αλυσίδες μου να φτιάξω.
Αυτό με κάνει ελεύθερο.
——————–

μπροστά στο μέλλον της δημόσιας σφαίρας.
———————–
«Όταν της νύχτας το ποτάμι κυλήσει από τους σκυφτούς φανοστάτες της πόλης, θα ουρλιάξουν όλοι οι φωτοστεφανωμένοι. Από τους ωκεανούς θα αναδυθεί ο πιο παγωμένος ήλιος…Βοναπάρτηδες και γοργόνες, αγκιτάτορες και ιππότες, οι ψηφίδες όλες της παραμυθένιας ηρωοποιείας θα  καρφιτσωθούν πάνω του σαν χαρταετοί που δεν ανακυκλώθηκαν ποτέ. Τρισέγγονα του Λεβιάθαν -σχολικοί σπασίκλες που είχαν μεταμορφωθεί σε κερδομόλες πεταλούδες-  θα γίνουν η λεία των  θρόνων τους, καθώς το σκότος γλιστερό θα εισβάλλει στην γυάλινη αίθουσα των ακροάσεων. Άγγελοι σχοινοβάτες θα εκπίπτουν από τις συννεφένιες ταράτσες και στο στόμα της απόγνωσης θα πέσουν για να αλεστούν από της οργής  το στομάχι. Τότε από τα πέρα σύνορα θα εμφανιστούν αγέλες κύκνων, κοπάδια λύκων, και άοπλες όλες οι λεγεώνες των υστερορωμαικών σφραγίδων. Θα ζητούνε Σύνταγμα και θα τους δοθεί ο Θάνατος. Ο Θάνατος του Παρόντος. Και τότε παρελθόν και μέλλον βουτηγμένα μέχρι τα γόνατα στην λευτερωμένη σκοτεινιά θα ζητούνε Έλεος, για να ξεκινήσει η Εποχή η Επόμενη,  η πέραν των γνωστών τεσσάρων.»
—————————
μπροστά στο χιόνι.
——————
Εκείνη τη στιγμή ήμουν απόγονος αμμοδαρμένων πονηρών νομάδων, εθισμένων στην κάψα και την μονοτονία της τραχύτητας. Εκείνη τη στιγμή ήμουν ιθαγενής μιας χώρας αιώνια μαστιγωμένης από του ήλιου τα καυτά σχοινιά. Εκείνη λοιπόν τη στιγμή εγώ, ένας γιος του καύσωνα, έπρεπε να εφεύρω μια λέξη για να ονομάσω το θαύμα που έβλεπα. Έτρεξα στους γέροντες, σε μύθους και παροιμίες, αρχαία αινίγματα, προϊστορικά βιβλία των θεών μου. Δεν βρήκα τίποτε. Πήγα ξανά στο σημείο του θαύματος. Ο χρόνος κυλούσε. Το θαύμα έλιωνε. Ήταν λευκό, ψυχρό και συμπαγές. Το έσφιξαν οι χούφτες μου μέχρι που κάηκαν. Το μάσησαν τα δόντια μου μέχρι που πάγωσαν. Ο χρόνος κυλούσε. Το θαύμα έλιωνε. Λέξη δεν έβρισκα. Στο τέλος γίνηκε νερό και χάθηκε. Ήταν αποτέλεσμα ακραίων καιρικών φαινομένων. Τότε κατάλαβα πόσο δύσκολη είναι η δουλειά των ποιητών
———————–
μπροστά στο δίλημμα κίνηση ή ακινησία;
——————
Δεν περπάτησα ακόμα ούτε μια σπιθαμή τούτης της γης. Κι όμως όλο βαδίζω. Ακατάπαυστα οργώνω τον κόσμο πότε ως έφοδος και πότε ως υποχώρηση. Ταυτόχρονα βέβαια παραμένω αθεράπευτα ακίνητος, προσηλωμένος τρυγητής  των θαλασσόκηπων που εκτείνονται κάτω από τον μέσα ουρανό, ερωτευμένος βαθιά με τα ψάρια που τραγουδιστά πετούνε με ακλάδευτα πτερύγια στα σπλάχνα μου. Κι όμως όλο βαδίζω και σκέφτομαι πως ούτε μια σπιθαμή γης δεν ανήκει στο βήμα μου -είναι αμαρτία που με αυτή τη διαπίστωση νιώθω αναμάρτητος;
——————

μπροστά σε κάποιο νυχτερινό του Chopin.
————————–
«Θεόρατη η σκιά του λεπτού της χεριού πάνω στην λεπίδα σελήνη. Τα μαλλιά της λευτερώνονται και φτιάχνουν πεντάγραμμα για το τριβελιστό τραγούδι των γρύλλων. Οι παράνυμφες πορτοκαλιές την καμαρώνουν. Με την μυρωδιά της φλούδας τους ραντίζουν το  στροβίλισμά της. Καθώς βαρυπατά τον αέρα της νύχτας, ανοίγονται πηγάδια σε κάθε της βήμα,
–στον πάτο τους το φεγγαρόφωτο πολλαπλασιάζεται. Κοιλάδα νυχτερινών ουρανών η πίστα της. Καθώς λυγίζει στο πλάι το λαιμό, ένα μικρό αστέρι πέφτει απ’ τις κόγχες των βλεφάρων της. Ύστερα πιάνει την ουρά της βραδινής δροσιάς, και χάνεται στον αυλό της σελήνης. Ναι, πάει καιρός που μένω να κοιτώ τον κήπο πίσω απ’ το τζάμι. Πάνω του πέφτουν κάτι ψιχάλες. Σαν χαμηλόφωνες νότες  λυγίζουν τα χέρια που κρατούν το άδειο της φόρεμα..»
—————–

μπροστά στην όραση
——————–
Μια κοπέλα μεγαλώνει στα μάτια μου. Όσο τα ανοίγω, τόσο απλώνεται, εκπτύσσεται γαργαριστή σαν κάποιο πλατύμακρο ποτάμι, που τα υγραίνει. Με καθάρια υδάτινα βλέμματα κατακλύζω τον κόσμο και τα πράγματα μουσκεύουν, μαλακώνουν και παίρνουν σχήμα αληθινό. Έτσι πότε το σπίτι είναι ένα μεγάλο στόμα που καταπίνει σιωπές σαν ηρεμιστικά για να κοιμηθεί -και πότε όχι-, πότε τα μάτια των ανθρώπων είναι ανάποδες πινέζες που εξακοντίζουν λήθη -και πότε όχι-, πότε τα κορμιά κάτω απ’ τα παλτά είναι οι πύρινοι κίονες της κόλασης, άκαυτα στην αιωνιότητα -και πότε όχι-, πότε η κιθάρα είναι μια λεπτοκαρυά που στοίχειωσε στο ξύλο της των σπίνων το τιτίβισμα -και πότε όχι-, πότε τα αστέρια είναι οι τρύπες που άνοιξε στον ύπνο του κόσμου το μυδραλιοβόλο του Θεού -και πότε όχι-, πότε το ασταμάτητο γάβγισμα των πεινασμένων σκύλων οιωνός για κάποια παντοτινή παύση της Ιστορίας -και πότε όχι-. Κι όμως στην χίμαιρα ζωή υπάρχει μια τρανή παρηγοριά:  η υδάτινη γυναίκα των ματιών μου που όλο μεγαλώνει, κάποτε θα σκίσει τα μάτια μου και θα νιώσει τον κόσμο έξω τους. Τυφλός, θα είμαι ο πρόγονος μιας νέας όρασης.

Γιάννης Ρηγόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

wallerotas-ceb3ceb9ceb1cf84ceaf-ceb5cf81cf89cf84ceb5cf85cf8ccebcceb1cf83cf84ceb5


ΑΚΙΝΗΣΙΑ

Στ’ αρχαία πεζοδρόμια
δεν ακούω τα βήματα των προγόνων.
Σημάδια από σκοτεινό αίμα
θρηνούν τον άγγελο
που ήταν της νιότης.
Τώρα σε μια ακινησία καθισμένος
γράφω τραγούδια
που κανείς δεν θα τα νιώσει.

***

ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΝΕΡΟ

Κάθομαι στο παραθύρι της ανατολής
αναπολώντας το αίμα μου
καθώς κάτω στο δρόμο
περνούν φορτηγά και ερπηστριοφόρα.
Σ’ ένα μαλακό χώμα
να μπω
να λύσω τα αινίγματα με τους πεθαμένους.
Λέξεις ανύπαρκτες ή χαμένες
σε ρίζες αιώνων
κρατάνε το μυστικό
και στους ζωντανούς στρώνουν τραπέζι.
Πηγές φαντάσματα
βγάζουν αίμα και νερό
τους διψασμένους και τους χορτάτους
πως θα ξεχωρίσουν;

***

ΞΥΔΙ ΚΑΙ ΝΕΡΟ

την κορυφή της σκάλας
στέκεσαι και αγναντεύεις τη θάλασσα
Στο πρώτο σκαλοπάτι πεσμένος
προσπαθεί να κουνήσει τα φτερά του:
Άγγελος είναι λαβωμένος.
Δεν τον κοιτάς.
Ο δικός σου άγγελος περιμένεις νάρθει από τα νερά.

Ο λαβωμένος θέλει να σου πει μια ιστορία
πούχει να κάνει με την αγάπη
με τη θάλασσα
και τα μαχαίρια.
Θέλει να σου πει πως τον βρήκαν απροστάτευτο
από τη δική σου απαντοχή
και τούσπασαν τα φτερά.
Ελεύθερη νάσαι πια
Να μην τον καρτερείς γιατί δεν θάρθει.

Όμως όπως εκείνα τα πουλιά
που έχουν δεχτεί τα βόλια
και σέρνονται στους θάμνους ή τα πεζοδρόμια
ήρθε στο πρώτο σκαλί σου κι έπεσε.

Είναι αυτός που καρτερούσες.
Ξέπλυνε τον με ξύδι
και ράντισε τον με αρμύρα.

***

ΚΑΚΟ ΣΠΥΡΙ

Κακό σπυρί στο κόκαλο
Καλόγερους και μάγους
Γονάτισε.

Ρήμαξε και μιαν άνοιξη
Κι ένα καλοκαιράκι.

Τις μυστικές γραφές του
Κληρονόμησε
Ένας καμπούρης γυρολόγος
Τις κάνει θράκα
Και πυρώνεται
Όταν το χιόνι
Κλείνει τους δρόμους
Για τα πανηγύρια.

*O Γιάννης Ρηγόπουλος ζει στο Άργος. Δημοσιεύει ποιήματα, δοκίμια και κριτικά κείμενα σε ποικίλα έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, ενώ έχει εκδοτική ανάμειξη στο περιοδικό “Αναγέννηση”. Έχει εκδώσει ουκ ολίγα βιβλία, μεταξύ των οποίων την ποιητική συλλογή “Ενδοφλεβίως”, από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Η εικόνα της ανάρτησης είναι από το προσωπικό του ιστολόγιο.

Bonny Cassidy Reviews The Hatred of Poetry

unnamed-1

The Hatred of Poetry
by Ben Lerner
Text Publishing, 2016

Reflecting Ben Lerner’s considerable reputation as a novelist and poet, this essay speaks in a voice both sure and self-deprecating. At this level it has already fulfilled a conventional definition of its genre – the effort of rhetoric to explore an idea or problem. The problem that Lerner considers – why is poetry a subject of hatred? – is hardly urgent, and he is quick to admit this. After all, the essay’s topic is an inverted defence of poetry, a tradition with a long history. The pleasures of this contribution, therefore, are Lerner’s unashamed and confident belief in poetic form, and the sympathetic truth to be found in his conclusions.

The ebook of Lerner’s essay presents a narrow, condensed column of text, which we could see as a nod to enjambment (visually, not rhythmically – this isn’t a lyric essay). The margins in the print version, while still generous, are less of a feature. Nevertheless, in both formats this padding (the Projectivist field) feature paraphrasings of the body text, a bit like pull quotes, little echoes or a chorus (and sometimes hecklers) of resonant metaphors. As an extension of its content, this essay’s form is a reminder of the author’s own poetic craft, and a simple but pointed interruption of the familiar prose paragraph.

What is expected of poetry, and what should be expected? Lerner’s discussion revolves upon the sentiment found in Marianne Moore’s ‘Poetry’, specifically, that to read poetry with honest contempt it is to uncover its workings – and its alchemy. Using Moore’s insight, Lerner insists that the hatred of poetry is necessary in order to read and write against the poor examples and traps of the form. That is, to hate poetry is to understand ‘the gap between the actual and the virtual’ which constitutes the poetic treatment of language. As Charles Bernstein asserts in his defence, ‘The Difficult Poem’, ‘a poem may be easy because it is not saying anything.’ The hatred of poetry is to see the failure of poetry, and that is a good place to begin loving it.

In examining this ‘gap’ or failure, Lerner sets ‘the abstract potential of the medium’ against language that does not call itself poetry. We might compare that abstract potential to the way that paint, clay, fibreglass, the body or the voice are used in other art forms. It is often most starkly visible in works that draw attention to their re-contextualisation of the medium, such as Marcel Duchamp’s readymades or Kenneth Goldsmith’s uncreative writing. Perhaps what distinguishes poetry from those other art forms is that human language occupies the thing we consider the least abstract of all – consciousness. Lerner does not address this distinction or condition of poetry, however – perhaps because it would require fattening the essay into fields of biology, speech act theory, art history and more, which would ruin the svelte line of that unbroken, inarguable column. His essay’s intense focus and economy are as much proof of the author’s poetic flair as its ideas.

It is important to point out that this essay, while agreeable to poets, is not an exclusive address to them. On an intuitive and observational level it is hard to disagree with his theory – surely Aristotle would not – that non-poets are fallen poets, that is, those who have ‘poetic capacity as all language users do, but who have let its art leave them.’ For Lerner this condition explains the mutual embarrassment caused when the adult poet announces their art: the poet wants to efface her backwardness, and the non-poet feels ashamed of his lost self. Here, Lerner treads soft anthropological territory: ‘The ghost of that romantic conjunction makes the falling away from poetry a falling away from the pure potentiality of being human.’ This seems to pick up on the closing stanza of Moore’s poem:

if you demand on the one hand,
the raw material of poetry in
all its rawness and
that which is on the other hand
genuine, you are interested in poetry.

It is a little difficult to reconcile this vision of the human condition – and when or where the fall occurs is not indicated by Lerner – with the narrow cultural scope of the essay’s textual examples. Lerner draws mostly upon modern, Anglophone poems, so we must assume that ‘poetry’ in this essay refers to the modern, Western tradition that calls it such. By extension he suggests that the hatred of poetry is a normal condition of Western readers. In this way Lerner limits the texts and readers to which his thesis may refer; a clever rhetorical manoeuvre, since a broader cultural or linguistic field of reference requires a scholarly depth and breadth that, once again, would turn this essay into a different creature altogether. Lerner embraces the essay for what it is allowed to be – a snake-hipped gambit – but in doing so he protects his discussion from its own gaps.

Lerner implies his awareness of this, when attempting to understand what a defence of poetry is about. It is, he says, an ideal way to write about what poetry is or should be without having to go through the actuality of struggling with a poem. In some ways the genre of the defence (and the manifesto, as he later argues) has worked counterproductively, by simply alluding to the qualities of poetry without forcing the reader to engage directly with them: ‘Which is not to say that defences never cite specific poems, but lines of poetry quoted in prose preserve the glimmer of the unreal.’

This cannot be said for William McGonagall’s ‘The Tay Bridge Disaster’, which Lerner analyses. In such an example, this gap between the poem’s virtual and actual success can be perceived by those with even the least interest in or knowledge of poetry. In a very bad poem like this one, the difference between intention and result is palpable:

we feel the immense ambition – the impossible ambition – internal to a poem like McGona gall’s, feel it all the more intensely because of the thoroughness with which his ambition outpaces his ability. A less bad poet would not make the distance between the virtual and the actual so palpable, so immediate. Nothing mediocre: The more abysmal the experience of the actual, the greater the implied heights of the virtual.

As Lerner is at pains to point out, the late critic Allen Grossman is a key critical source for this argument. In his essay, ‘The Poetics of Union in Whitman and Lincoln’, Grossman sets out what is to become the thesis underpinning Lerner’s essay, including Lerner’s own lengthy analyses of McGonagall and Walt Whitman. Grossman writes:

One reason we turn to criticism of poetry is to bring to pass projects that become possible only when we make statements about poetic texts … In this sense, we do not intend the poem; we intend the intention that brought the poet to poetry … Our judgement upon the poem is an assessment of the likelihood of the coming to pass of what is intended.

Grossman’s argument is that poetry tries to imagine its better, impossible self – the place where language is abstracted from structure and yet can be received like a telepathic bolt – a poem that leaves no footprint. So when Lerner arrives at the central conclusion of his essay, the chosen metaphor completes his extension of Grossman’s theory: ‘The hatred of poetry is internal to the art,’ writes Lerner, ‘because it is the task of the poet and poetry reader to use the heat of that hatred to burn the actual off the virtual like fog.’

We might wonder about poetic traditions that duck around the constraints of verbal structure, such as Concrete or Sound poetries. Do their intended, virtual affects bypass the actuality of grammar and vocabulary? Lerner, however, takes up historically avant-garde poetry movements as some of the deepest representations of poetry-hate. Their shared dissatisfaction with decorative abuses of poetry expresses a larger dissatisfaction with the society that undertakes such decoration. The only ways to respond to this error, so it would seem to Dada or Italian Futurism, is to smash the poem. Yet this, too, is an illusion, as Lerner reminds us: ‘They might redefine the borders of art, but they don’t erase those borders; a bomb that never goes off, the poem remains a poem.’

Again, this reduction relies upon Lerner setting certain cultural boundaries, namely, those that distinguish poetry or art from other forms of living like kinship, faith, magic and ritual. Nevertheless, Lerner draws the West’s ideological promises for poetry into direct comparison with what he calls a nostalgia for the future, that is, a yearning for a mythical golden age when poetry ‘spoke’ for ‘all’. No doubt, reader, you will have encountered many versions of that conversation, and sadly it’s one that gets regularly trotted out by arts festivals, broadcasters and even critics. I am reminded of when, in the wake of Kate Tempest’s recent visit to Australia, I was invited by ABC local radio to discuss ‘the relevance of poetry’ – as though Tempest’s performances had single-handedly revived it from a deep, ancient slumber. The academisation of poetry, as it is commonly phrased, is blamed for killing a golden time of universality, by insisting upon difference and a poetics of identity politics. Lerner’s own essay may draw upon the long tradition of the defence, but it seizes a timeliness that will be most welcome to fellow haters (lovers) of the form.

While Grossman’s scholarly mode is ponderous and methodical, Lerner’s style is light and assertive. He makes a successful illusion of an organic, probing discussion without workmanlike joins to be seen. Furthermore, Lerner draws compellingly from his own understanding of writing and reading poetry; he doesn’t seek to make poetry mystical, but he is able to admit the pleasurable and hard-to-articulate aspects of the craft. In one beautiful example, he compares poetic space to ‘the little clearing’ created in a cinema. Ultimately, though, for Lerner and for many of us, it is ‘fucking and getting fucked up’ that are most akin to watching a poem struggle between being actual and virtual. Taking part in that tussle is how haters ‘perfect [our] contempt’ of poetry, sticking around to see if the raw can touch the genuine.

*Bonny Cassidy is current Feature Reviews Editor at Cordite Poetry Review. She is a poet and essayist living in Melbourne, and Lecturer in Creative Writing at RMIT University. Bonny is author of Said To Be Standing (Vagabond, 2010), Certain Fathoms (Puncher & Wattmann, 2012) and Final Theory (Giramondo, 2014). Her poetry has been anthologised and widely featured in journals locally and internationally. She has helped develop several poetry education programs and now runs the monthly Sporting Poets reading in Melbourne.

**Taken from Cordite Poetry review at http://cordite.org.au/reviews/cassidy-lerner/2/

Andre Breton: «Το Όνειρο και η Επανάσταση είναι φτιαγμένα για να συμμαχήσουν!» | Θ. Δ. Τυπάλδος

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

andré-breton-1930

Ξέρω πως όσο ζω πάντα θα υπάρχει ένα νησί μακριά
Andre Breton

28 Σεμπτεμβρίου 1966: Φεύγει στα εβδομήντα του χρόνια, ο χρυσοθήρας στου “καιρού το χρυσάφι”, ο συλλέκτης μιας αιωρούμενης στην ατμόσφαιρα της avant garde, -στην ατμόσφαιρα της, μα πολύ πιο πέρα αυτής-, μορφή έκφρασης. O ποιητής, ο δοκιμιογράφος, ο πεζογράφος, ο επαναστάτης, μα πάνω απ’ όλα, ο θεωρητικός κι εκφραστής του υπερρεαλιστικού κινήματος, ο Andre Breton.

Πολλά έχουν γραφτεί κι έχουν ειπωθεί -καλοπροαίρετα ή κακοπροαίρετα- για τον Breton, αλλά το ποιός ήταν πραγματικά ο Breton, μόνο στο έργο του μπορούμε να το διαπιστώσουμε κι όπως θα γράψει στο αυτοβιογραφικού χαρακτήρα αριστούργημά του “NADJA”: “ Όσο για μένα, θα συνεχίσω να κατοικώ στη γυάλινή μου κατοικία, όπου μπόρει να με δεί κάθε ώρα όποιος με επισκέπτεται, όπου ό,τι κρεμιέται απ’ τα ταβάνια και στους τοίχους στέκεται ως δια μαγείας, όπου ξεκουράζομαι τη νύχτα πάνω σ’ ένα κρεβάτι γυάλινο με γυάλινα…

View original post 1,866 more words

Γιώργος Ρούσκας,

Άυλο Πύαρ

Άυλο Πύαρ 

Ρήμαξε όλη μου η ζωή 
κυνηγώντας όνειρα 
που ήταν φτιαχτά. 
Τα νιάτα μου σπατάλησα 
γιατί μ’ έπεισαν 
πως τα λίγα 
δεν είναι αρκετά. 

Εγώ ο Άτλας. 
Ο Σίσυφος πάλι εγώ. 
Εξόριστος 
στον τόπο μου τον ίδιο. 
Λερναία Ύδρα 
ο πολιτισμός 
μα δυστυχώς 
δεν είμαι ο Ηρακλής. 

Δώσ’ μου να πιω 
το νέκταρ των χειλιών σου. 
Διψώ. 
Την αμβροσία θέλω 
των πιο απόκρυφων πηγών 
απ’ τα ζεστά, 
ποτάμια ύδατά σου 
λαίμαργα να ρουφήξω. 
Στα μακριά μαλλιά σου 
άσε με 
γυμνός να τυλιχτώ. 

Να πίνω άυλο πύαρ 
απ’ τα Λευκά σου Όρη 
να γεύομαι το σώμα σου 
σαν αχνιστό ψωμί 
και του ιδρώτα σου 
τα αρώματα να γίνονται 
υπέρτατου 
ερεθισμού αφορμή. 
Τ΄ αξύριστο μου μάγουλο 
με τρυφερότητα 
στο αριστερό σου πέλμα 
άσε με ν ακουμπώ 
το χρίσμα για να λάβω 
ώστε πολίτης άξιος 
του Όλυμπου να γίνω• 
στο πλάι σου να περπατώ.

***

Ονειρεύομαι;

Ονειρεύομαι ένα τόπο χωρίς φράχτες
χωρίς βία, χειραγώγηση, εκβιασμούς
με δωρεάν ηλεκτρικό, τηλέφωνο, νερό
και πάροχο επικοινωνιακό

χωρίς εισιτήρια, μέτρα εισπρακτικά
ειδήσεων δελτία ψυχαναγκαστικά
διαφημίσεις, χάπια, τιμωρία
μα με συμπόνια, αγάπη, γέλιο, αφθονία

με δωρεάν τη στέγη, ρούχα, φαγητό
απάλειψη των «πρέπει» από το λεξικό
με φως, με χρώμα, μουσική
αρμονική συνύπαρξη όλων όσων στη γη

χωρίς ρολόι, βασιλιάδες,
κηφήνες, πρίγκιπες παραμυθιών
Μπομπ Σφουγγαράκη, Μπάρμπι, εξολοθρευτές
κατευθυνόμενη παιδεία, φυλακές

Το σύμπαν όλο, αν βγάλεις το κενό,
χωράει σ’ ένα μπιζέλι τόσο δα μικρό.
Στο δίλημμα του Ηρακλή κακία ή αρετή
υπάρχει τρίτος δρόμος: Η Ζωή.

Ονειρεύομαι ένα τόπο ανθρώπινο
αμόλυντο, ελεύθερο, ειρηνικό
για κάποιους όσο ουτοπικό
τόσο για εμένα εφικτό.

*Η ποιητική συλλογή “Άυλο Πύαρ” του Γιώργου Ρούσκα, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Χίλων το 2013.