Μιχάλης Τάτσης (1977 – 2010), Με το καδρόνι στα χέρια

tatsis1

ΜΕ ΤΟ ΚΑΔΡΟΝΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ
(Πανοπτικόν, 2011)

Το έργο που ακολουθεί είναι προϊόν της καθαρής φαντασίας του δημιουργού του. Οποιαδήποτε σχέση ή ομοιότητα με ονόματα, πρόσωπα και καταστάσεις είναι ολωσδιόλου τυχαία και συμπτωματική. Πολλάκις στο παρελθόν η τέχνη έτυχε να δημιουργήσει εν αγνοία της ανθρώπινους τύπους που ηδύνατο να συναντήσει κανείς και στην “πραγματικότητα” και, ακόμα χειρότερα, πολλές φορές έτυχε να δημιουργήσει ανθρώπινους τύπους που εν συνεχεία κατέκλυσαν την “πραγματικότητα”. Θα ήταν παράλογο, αν και στους καιρούς που έρχονται ίσως και να πάψει να είναι, να διώκεται κανείς για τη φαντασία του, γι’ αυτό που εν δυνάμει μπορεί να κάνει κι όχι γι’ αυτό που έχει ήδη κάνει.

 —

Με ποτίζεις μηλόξυδο, πολιτεία κροκόδειλη,
κι ο πόνος σου στα νεφρά μου

 —

Πολιτεία πολύτροπη, θα γλιστρήσω μια βραδιά κάτω από τα σεντόνια σου σκληρός και θα σε γλείψω αργά με τη βοϊδόγλωσσα μου ίσαμε να γιομίσει ο κόλπος σου υγρά και αγωνία η καρδιά σου. Οξύνει λένε η σφαγή το αίμα. Τότε είναι που θα σε σφάξω κι εγώ με την καρδιά γιομάτη αίμα και θα σε διαπεράσω. Και θα σφαδάζει αίμα το κορμί στο νυφικό κρεβάτι. Και δεν θα χύσω ούτ’ ένα δάκρυ επάνω απ’ το κουφάρι σου. Θα σκουπίσω στο παντελόνι τα χέρια και θα γλιστρήσω απ’ το παράθυρο στη νύχτα σα κλέφτης. Θα ξαποστάσω στη μετάλλινη γέφυρα που σε γνώρισα και θα κρεμάσω τα κανιά μου στο κενό. Θα κρεμάσω τον έναν έναν σπόνδυλο ως τη στήλη στην ιτιά και θα περνά από μέσα τους συρίζοντας η γλώσσα. Από κάτω θα βυσσοδομεί τη μοναξιά του το ποτάμι. Θα κάτσω και θα κλάψω. Θα κλάψω γοερά για όλα τα νεκρά, αγέννητα παιδιά σου. Μακάριος ὃς κρατήσει καὶ ἀντρειωθεῖ τὰ νήπιά σου πρὸς τὴν πέτραν.

***

Ανοίγεις τα πόδια, πολιτεία ξεδιάντροπη, ξανά, και με ξερνάς γυμνό στον κόσμο. Κι έπειτα μου τα παίρνεις όλα ως το ένα. Σκυφτός, στα τέσσερα, σκυλί, να σου φιλώ τα πόδια. Σκυφτός, στα τέσσερα, σκυλί, μια σφαίρα στο κεφάλι. Δε θα σε προσκυνήσω. Θα στυλωθώ και θα σε σπάσω.

***

Τα άκρα γειτνιάζουν μεταξύ τους παράξενα, περισσότερο απ’ ότι το κέντρο, πολιτεία αλλήθωρη. Βλέπεις τα τέκνα σου να περνάν απ’ το χάος στη βασιλεία του τρόμου από στιγμή σε στιγμή, αταλάντευτα, και γεμίζει απορία το μάτι μου. Να φταίει που μοιράζεις δεκάρικα; – που μοίραζες δεκάρικα· τώρα τα φραγκοδίφραγκα χτυπάνε στο τραπέζι. Ακούγεται παντού ο κούφιος ήχος τους να αντηχεί μέσα στα πτώματα σου. Στέφεις βασίλισσα τη σύγχυση και τρώτε ομού με κουταλάκια επίχρυσα τ’ ασπράδι του μυαλού των υποτακτικών σου. Θα δεις τα τέκνα σου κανίβαλους, νεκρόφιλους, κοπρόφιλους, ν’ αλληλοτρώγουνε τις σάρκες τους, να βγάζουνε τα μάτια τους, να κάνουν το σκατό κιμά, να σοδομίζουνε τα πτώματα και να γεμίζουνε σπυριά οι δρόμοι την πανούκλα.
 —
    Όλα θαμμένα στο πύο κι εσύ το τροπάρι σου, πολιτεία σαπρόφιλη.
***
 
    Ποτάμι σκοτεινό σκυλί γάβγισε τ’ όνομα μου, φώλιασε μες στις φλέβες μου, σκάψε τα σωθικά μου! Κάνε αυτό το κούφαλο κορμί να αντηχεί στον φόβο σου, να τρέμει η ρίζα ανάτριχη το σκοτεινό σου μάτι! Να νιώσει μέσα του ζωή και ας πνιγεί τον οφθαλμό στο αίμα! Μπήξε βαθιά τα δόντια σου στην ξύλινη μου φύση και δάγκωσε και ξέσκισε και μάτωσε τα ούλα σου πάνω στ’ ανθόκλαδα μου! Δώσε να νιώσω μέσα μου τα νύχια σου να γδέρνουν έως τον ένα σπόνδυλο των φύλλων τους νευρώνες! Φοβέρισε τα φόβητρα που κρύβω μες στα φύλλα μου που πίνουνε τον ήλιο και διώξε πέρα τα πουλιά, πέρα στον πέρα κάμπο, να πάνε να φυτέψουνε σε νέο χώμα τον καρπό τη σάρκα να ριζώσω!
***
    Τα μάτια σου πέρα απ’ το επέκεινα της όρασης, μικρή κουφάλα πολιτεία, σαπίζουνε το βλέμμα μου. Σκουριάζεις τους βολβούς μου σαν τα τενεκεδάκια αναψυκτικών υγρών και τους πετάς βορά στα δόντια αρπακτικών νεκρών. Θα τους διπλοπατάς και θα ορμίζεσαι (κάτω απ’ τη θάλασσα θα βόσκει ο ουρανός το κρέας μου). Δεν θα υπάρχω μέσα στον καθρέφτη σου θα σκάψεις τ’ όνομα μου. Το φάσμα μου θα κρέμεται σαν κρέπι στις κρεμάστρες σου και θα γυρνάς το μάτι σου αργά μέσα στο αίμα μου αργά πολύ αργά καθώς το δηλητήριο σου θα ρέει στο κορμί μου. Δεν θα μου μείνει τίποτα. Και το κουφάρι μου στα πόδια μαθητών σχολείων φυλακών θα στήνεται αγχόνη της ανίας τους. Με τη λοβοτομή στον κρόταφο θα επιδικάζεις τρόμο. Συγχώρεσέ τους, Κύριε, δεν ξέρουνε τι κάνουν.

***

Μεγαλύνεις τον άρτο της ψυχής μου με τα δόντια σου, τον παίζεις με τη γλώσσα σου και τον ξερνάς πηλό υγρό στο χώμα. Ένα τσουβάλι κόκαλα πλημμυρισμένο αίμα. Ανοίγεις τα αγγεία μου κι αρδεύεις κόκκινο το δέρμα της ερήμου. Κόβεις κομμάτια από τη σάρκα μου και τα ονοματίζεις. Λες ύδωρ, άνθρωπος, ζωή και τα υποθηκεύεις. Δένεις τη γλώσσα μου κλωστή και την υπαγορεύεις. Ράβεις το στόμα σύρματα και μ’ αποκεφαλίζεις. Νέμεις αντίδωρη εκδορά τα μέλη μου φίδι φωνή προστάτη. Και με πετάς στην άνοιξη γυμνό ν’ αντιδικώ το άνθος. Με σάπισες, εσύ, σα μήλο στα ποτάμια σου και τώρα με ξυρίζεις. Στη φυλακή σου κάτεργο γυμνό στυγνά μ’ αυτοχειρίζεις.

***
 
*Ο Μιχάλης Τάτσης γεννήθηκε το 1977 στους Φιλιάτες Θεσπρωτίας. Σπούδασε Ποιμαντική και Κοινωνική Θεολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Δούλεψε επί σειρά ετών σε διάφορα βιβλιοπωλεία του αθηναϊκού κέντρου. Έφηβος ήδη, από το 1995, αναπτύσσει έντονη πολιτική δράση. Για μία δεκαετία και πλέον θα υπάρξει αναγνωρίσιμη φυσιογνωμία του ελληνικού αναρχικού κινήματος. Σταδιακά θα αποξενωθεί από τους πάλαι ποτέ συντρόφους και συναγωνιστές του και θ’ αποτραβηχτεί στον εαυτό του. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του έγκλειστος –κατ’ επιλογήν– σε μια μικρή γκαρσονιέρα στη συμβολή των οδών Τοσίτσα και Τσαμαδού, στα Εξάρχεια, βλέποντας ελάχιστους καρδιακούς και πιστούς του φίλους. Αυτοκτόνησε τον Απρίλη του 2010 σε ηλικία 33 ετών. Το «Με το παλούκι στο γκώλο, με το καδρόνι στα χέρια», η πνευματική του διαθήκη, έργο επάνω στο οποίο δούλευε πυρετωδώς τους τελευταίους μήνες της ζωής του, είναι το πρώτο –και τελευταίο, σύμφωνα με τη ρητή επιθυμία του– βιβλίο του που εκδίδεται. Ο ίδιος φρόντισε να εξαφανίσει επιμελώς όλα τα –σημαντικά κατά τ’ άλλα σε αριθμό– ημιτελή του έργα καθώς και τα όποια ‘κατάλοιπα’ του, τρέμοντας ειλικρινά στη σκέψη των τυμβωρύχων της συνείδησης του μέλλοντος.

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.poiein.gr/archives/14663/index.html και εδώ:
https://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2011/09/18/tatsis/

Βασίλης Βασιλειάδης, Στίχοι

unnamed

Έκπτωτος τής μεγαλοφυίας και κουρασμένος από βακχείες ιδρωμενες με ξεμονάχιασε η ποίηση σέ γειτονιά ξεχασμένη από τον κόσμο πού ακούγονται μόνο τα τζιτζικια χουγιασμένα στις βατομουριες και από τα αγγεία τής έμπνευσης χύθηκαν αυτές οι σταγόνες δημιουργίας . Καλό απόγευμα να έχουμε …………………………… …………….
Τό τρόπαιο τής ακαταμάχητης νεύρωσης τών Ενικοδρόμων
-δυστυχώς οι Ενικοδρομίες είναι επικίνδυνα μεταδοτικές –
είναι η γελοία αίγλη
ενός ρημαγμένου από τήν αγριότητα Τίποτα
αυτή η χαράδρα
πού νικημένος αυτόχειρας
-δέν αντέχονται χωρίς ισχυρά παυσίπονα οι ανελέητοι πόνοι πού χλευάζουν τήν Ενικοβλάβεια –
πέφτει καί σκορπίζεται
χάνεται
σάν νά μήν Υπήρξε ή σάν νά μήν Ήταν ποτέ
τό Άγιο Εγώ τής Ενικοκρατείας
τι κι αν τό έχει καταλάβει
η παράνομη και περιγελασμένη από την διάνοια
αλληλεγγυότοκη νοημοσύνη τών πληθυντικών
πού με πινέλο την ποινικοποιημένη ουτοπική υπερβατικότητα της
επιμένει να αντιστέκεται με τα ακατανόητα παραμιλήματα γράφιτι στους τοίχους
“καταργείστε τίς Ενικοδρομίες και τίς Ενικοκρατίες”
ή πιό πέρα
“η ελευθερία και η ανεξαρτησία
τού ανθρώπου. τής τέχνης. τής ποίησης
έχουν σημασία καί αξία ζωής
μόνον όταν ασταμάτητα
ενδιαφέροντα ή τουλάχιστον ρωτούν
γιά τήν ελευθερία και την ανεξαρτησία τών άλλων ”
μόλις πού πρόλαβα και τα διάβασα
πριν ο επιστάτης καθαριότητας και τάξης της επικράτειας δώσει την αυστηρή εντολή
“να σβηστούν πάραυτα αυτές οι ασυναρτησίες
που βρωμίζουν τούς τοίχους ”

*Από το FUCK OFF long poem.

James Tate: 2 ποιήματα | μετάφραση: Σοφία Γιοβάνογλου

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

3630-02-34-46-7860

Στο σχοινί για το άπλωμα

Η Μίλλυ ήταν στην πίσω αυλή απλώνοντας
τα ρούχα. Την παρακολουθούσα απ’ το παράθυρο
της κουζίνας. Γιατί αυτό να με ευχαριστεί τόσο πολύ;
Γιατί την αγαπώ με χίλιους τρόπους, και γιατί
αγαπάω την ιδέα της καθαρής μπουγάδας που την χτυπάει
ο άνεμος. Είναι διαχρονική, μια νέα αρχή, μια
υπόσχεση για το αύριο. Μανταλάκια! Θεέ μου, αγαπώ
τα μανταλάκια. Θα ’πρεπε να κρατάμε αποθέματα απ’ αυτά.
Κάποτε, μπορεί να σταματήσουν να τα φτιάχνουν, κι ύστερα τι;
Αν ήμουνα ζωγράφος, θα ζωγράφιζα τη Μίλλυ να απλώνει
την μπουγάδα. Αυτός θα ήταν ένας πίνακας να
σε γεμίζει μ’ ευτυχία, και να σου σπάει την καρδιά.
Ποτέ δεν ήξερες τι είχε στο μυαλό της, μεγάλες
σκέψεις, μικρές σκέψεις, καμία σκέψη. Έβλεπε
το γεράκι που έκανε κύκλους από πάνω της; Μισούσε
το ν’ απλώνει ρούχα; Σκόπευε να το σκάσει
με κανέναν ναύτη; Φούσκωναν τα σεντόνια σαν πανιά
επάνω σε…

View original post 644 more words

Γιάννης Ζελιαναίος, Τρία ποιήματα

https://soundcloud.com/a-fetoprotein/xrt6rkjr7yme

Η ποίηση ψοφάει για πεθαμένους

Υπάρχουν εκείνοι που γράφουν για τους beat
και ύστερα ψοφάνε για ένα παιχνίδι αθανασίας.
Υπάρχουν κ’ οι άλλοι που στην καθαρεύουσα
φρονούν πως ξεπαστρεύουν ανισόρροπα λογάκια.
Κ’ υπάρχουν κι άλλοι τόσοι
που χαριεντίζονται σε υπολογιστές
κρατώντας φανερά ημερολόγια
μπας και κρυφακούσει
κάνας ανήμερος εκδότης με φουλάρια
την ξεκωλιά των θαυμαστικών τους.
Υπάρχουν κάμποσοι
και άλλοι τόσοι
που δουλειά δεν κάνουν
παρά μονάχα με το δεξί
στης ρουφιανιάς τη γνώση
στο ξεκατίνιασμα για τρεις στροφές
και μιας γαμημένης ομοιοκαταληξίας
επιμονής στον αφοπλιστικό το στίχο
μονάχα για μια τριχιά στον άλλον.
Υπάρχουν κι εκείνοι
που με αποσπούδαστη κοψιά
ξεραίνουν κόμματα,
χορεύουν το κώλο τους
απ’ το ένα εγώ στο άλλο,
αδειάζουν βιβλιοθήκες σάματις
να πρέπουν για το επίμονο καλό
και το προστατευτικό μιας τέχνης
που οι ίδιοι έστησαν
σε δύο μέτρα
και σε δύο σκατά.
Τούτο το ποίημα είναι χάλια
και το ξέρω
μα το γράφω
είκοσι λεπτά πριν τις τέσσερις.
Σαν προμετωπίδα σε γαμοβιβλίο δε ακούγεται;
Η καρέκλα είναι σκληρή
και το μπουκάλι τελειώνει
μιλώντας τόση ώρα για ένα πράγμα πεθαμένο
που το σκαρτεύουν όσοι δεν στοιχημάτισαν ποτέ.
Η ποίηση είναι ένα πολύ παρεξηγημένο πράγμα,
οι γραφιάδες της δεν έχουν καμία διαφορά
από εκείνα τα κακόμοιρα ζώα
που βλέπεις σ’ ένα κανάλι πριν βάλει την τσόντα του
δύο ώρες μετά τα μεσάνυχτα
γιορτάζοντας το τομάρι τους που γερνάει
και δεν θρονιάζεται σε καμία ήσυχη καυλοκατάνυξη.
Η ποίηση θέλει μουσικές
και ανθρώπους ξεγραμμένους
αλεπουδιάρηδων κλεφτών,
μιας μπάντας απ’ τη δύση
που ξέσκισε τα σμιθ εντ γουέσον
του Μορικόνε
γύρω από έναν προτελευταίο ύπνο του θανάτου
την ώρα που ματώνουν και πάλι τα γινάτια
και ίσως τότε κάτι και πάλι
ίσως και κάτι τότε
πάλι να γίνει.
Η ποίηση ψοφάει για πεθαμένους.

***

Ένα τρίξιμο

Αυτό είναι λοιπόν.
Ένα τρίξιμο.
Πριν ο νεκρός μας πάρει.
Πριν το παιδί ρουφήξει.
Πριν ο παπάς ξοδέψει το κρασί του στο λαρύγγι μας
και πριν η νιότη μας γεράσει
μέσα στους κάμπους της ασυδοσίας.
Ένα τρίξιμο…
Τίποτε άλλο.

***

Outro

Ένας σωρός σιωπές για εκείνον.
Μια φτυαριά μπλε πρωινών.
Ένα μάτσο χαμοί εξαρτημένοι.
Μια σκλαβιά νυχτών.
Ένα ασκέρι άπλυτων ποτηριών.
Η Σοφία στο κρεβάτι
κι εγώ…
…μεθυσμένος…
…στη θέση μου.
Στο τελευταίο κάθισμα
ο διάβολος μαζεύει το καπέλο του
και σφυρίζει έναν στίχο για την αυγή.

*Από τη συλλογή “Ο διάβολος πάνω σε στρατσόχαρτο”, Εκδόσεις Strawdogs, β’ έκδοση, Λευκωσία 2015.

images

Γιώργος Καββαδίας, Δύο ποιήματα

page_1

ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ

Μερικές φορές βλέπω εμένα στον καθρέφτη και τρομάζω από την ηχώ του νου μου…
Θαρρείς και όλα συνωμοτούν να τυφλώσουν τη σιωπηλή μου αύρα…
Θαρρείς και όλα σαλπάρουν για ένα κόσμο ολότελα ξένο,
τελείως διαφορετικό, εξαιρετικά μοναδικό…
Καπετάνιος μας και πάλι ο άνεμος, κι όπου φυσάει, να σου και η πληγή του Φαραώ…
Το νερό σε αίμα μετατρέπει… Οι μεταγγίσεις άρχισαν,
θα αλλάξουμε ταυτότητα, θα γίνουμε αδέρφια…
Ένα με το πλοίο που μας γέννησε…
Ένα με τη φωνή μας που ούρλιαζε απ’ τα πνευμόνια…
Στο αμπάρι φυλάξαμε για το ταξίδι τα εφόδια…
Στο αμπάρι κλειδώσαμε τον ούριο άνεμο…
Καλοτάξιδοι ποτέ δεν ήμασταν, πάντα φουρτούνιαζε λίγο πριν η νύχτα πέσει…
Λίγο πριν τα μάτια μας δέσουνε και μας αναγκάσουν βουτιά στο κενό να κάνουμε,
αλλάξαμε εικόνα, μοιάσαμε περισσότερο με τους κινδυνολόγους.
Εκείνους που φοβερίζουν τη φωτιά να σβήσει…
Εκείνους που απειλούν με βροχή τους υπονόμους…
Μ’ άγγιξε χθες η ηχώ του σκότους…
Ανατρίχιασα μόνο στην ιδέα του πόνου που σε οδηγεί σε ανύποπτη στιγμή…
∆έος, ταπεινότητα και αμφιβολία γέμισε με μιας την παραπονεμένη μου υπερηφάνεια.
Ύψωσα το φως και οδήγησα τον καμηλιέρη στα ιδιαίτερα της καμήλας…
Και λίγο πριν το κουδούνι χτυπήσει,
άνοιξα τα βλέφαρα που ως τότε άκουγαν μονάχα το φλάουτο…
Φλάουτο που σφύριζε σαν ύμνος μες στα αυτιά μου,
και κάθε αίσθηση νεκρή ανέσταινε…
Κρεμασμένη κάποτε από τα ίδια τα φτερά της, έπαψε να πετάει, έπαψε να προσεύχεται…
Ήταν η σιωπή που αυτοσαρκαζόταν
και περπατούσε στις μύτες των ποδιών για να μην καταλάβει κανείς ότι υπάρχει…
Τώρα πια ρίξαμε άγκυρα, τώρα πια δε μιλάμε…
Ό,τι είχαμε να πούμε, το γράψαμε κι ύστερα σε ένα μπουκάλι το βάλαμε…
Όταν ο φελλός θα βγει από αυτό,
κάποιος θα μάθει τις πανσελήνους του σκότους…
Κάποιος θα ακούσει το λύκο να ξεσκίζει τη σάρκα του…
Να αυτοκτονεί…
(1/5/2009, 21:38)

***

ΦΙΓΟΥΡΕΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ

Πλέκω την αλήθεια σαν παλτό που θυμίζει ψέμα και την φοράω στο άγαλμα της δικής σου ελευθερίας…
Μεταμορφώνω την πηγή της γνώσης σε θάλασσα απόγνωσης και βουτάω μέσα της την πρωτότοκη παλίρροια μελανιασμένης ενοχής.
Λογάριασα ξανά το χρέος μου στον λήθαργο και μια κούπα με κρασί στην υγειά σου έχυσα…
Την έχυσα στο πιάτο που το κεφάλι της ποταπής ανευθυνότητας πόζαρε ξελιγωμένο…
Ματιάστηκα κοιτώντας στον καθρέφτη την πολλαπλή νοθεία σε ένα DNA που δανείστηκα απ’ τους προγόνους μου…
Νωχελικά ψιθύρισα το μόνο που στο νου μου είχε απομείνει…
Τα χρόνια καταδίκης στον κάτω κόσμο…
Κόσμο γεμάτο με λουλούδια και καρπούς…
Κόσμο γεμάτο αγγελούδια και νεκρούς…
Τριγυρνώντας στην πλατεία ακροάσεως είδα τη φιγούρα του φωτός κεντημένη σε ένα άστρο χωμάτινης αδρανοποίησης…
Μα ο αγέρας δυνάμωσε, και σκόρπισε το φως στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα…
Και άναψε φωτιές στα χέρια των δειλών να κάψουν τους τολμηρούς…
Με μάσκες έντυσε τα είδωλα και τα ‘κανε φειδωλά αντίτυπα της χαράς, της αισιοδοξίας και του έρωτα. Και τότε η πλάση κρύωσε και χιόνι έπεσε παντού, ασπρίζοντας τον τόπο γύρω απ’ το βαμμένο νυφικό σου…
Μαύρο ήταν και γυμνό…
Σαν να επρόκειτο εσύ να παίξεις το ρόλο της σιωπής…
Και το παλτό που κέντησα σκέπασε τη γύμνια σου…
Και έλιωσε το χιόνι…
Κι ο αγέρας έπαψε…
Κι η γη σκοτείνιασε…
Η νύχτα κρύφτηκε για πάντα…
(25/4/2009, 22:29)

*Από τη συλλογή “…από τις Ερινύες στις Κήρες”, ηλεκτρονική αυτοέκδοση, 2009.

Αντιγόνη Ηλιάδη, Ο πετεινός του ξένου στη δημόσια τουαλέτα

rooster

Ήμασταν σε μια κοινόχρηστη δημόσια τουαλέτα. Βρώμικα πλακάκια. Κρατούσε τον πετεινό σφιχτά από τον λαιμό και με κοιτούσε στα μάτια. Το πουλί δεν πετούσε και δεν λαλούσε. Ήλπιζε ίσως στην φυγή του. Τα ζώα δεν σκέφτονται. Έτσι λένε. Και να σκέφτονται, δεν έχει σημασία. Αδυνατούν να δράσουν. Το κρατούσε αλήθεια σφιχτά. Πονούσα κι εγώ, βλέποντάς το. Ο λαιμός του είχε τραβηχτεί. Αλλά δεν έβγαζα κουβέντα, για να μη χαλάσω την ατμόσφαιρα που τόσο ωραία εκείνος είχε κτίσει. Είχε μια πλαστική σακούλα δίπλα του. Άπλωσε το ελεύθερο χέρι του και έβγαλε μέσα από τη σακούλα μια χούφτα κομμένα γιασεμιά. Ήταν φρέσκα. Ήταν λευκά, πολύ λευκά. Αν μπορούσε θα μου τα είχε φέρει με το χώμα. Μου έδωσε λίγα στο χέρι και κράτησε λίγα για τον εαυτό του. Όσο το ζώο πάσχιζε να ελευθερωθεί, εμείς κοιταζόμασταν. Δεν παίρναμε το βλέμμα μας από του άλλου. Ποτέ. Ήμασταν δύο παιδιά και γελούσαμε. Φάγαμε αυτό που είχαμε στην χούφτα με μια απότομη κίνηση. Έχασα την αρμονία του χώρου και του χρόνου για λίγο. Η στιγμή παρατάθηκε. Μασήσαμε με τον ίδιο ρυθμό, ταυτόχρονα. Η γεύση των λουλουδιών στον ουρανίσκο ήταν γλυκόπικρη και σαν αιθέρια καραμέλα που σε δηλητηριάζει. Αλλά, όταν χανόταν στο στομάχι μας, ήταν αρκετό για να μας οδηγήσει όλο και πιο σταθερά στην κτισμένη σιγή μας.

Τα μαύρα πλακάκια και τα παλιωμένα τοιχώματα στον χώρο εξέπεμπαν φως. Το ίδιο και το ανάκλιντρο της αφόδευσης. Η λεκάνη έλαμπε πεφωτισμένη. Η βρύση έσταζε πηχτό λαμπερό υγρό. Αλλά εμείς δεν μπερδεύαμε τα βλέμματά μας με τίποτε άλλο. Δέσαμε τις παλάμες μας, χωρίς να κινηθούν τα μάτια μας γύρω. Τα γιασεμιά ήταν στα μάτια του τώρα. Άρχισαν να γίνονται δίνες. Να βουτάνε στο απέραντο λευκό και να αναδύονται πάλι προς τα έξω. Ζαλίστηκα γύρω από την κόρη του. Οι βλεφαρίδες πάνω και κάτω, ήταν στημένες στη σειρά, σαν ιδρωμένα κλωνάρια φυτρωμένα σε καμπύλη γη. Δυο μακριά, σκούρα φρύδια έριχναν το σκοτάδι, σαν νυχτερίδες με απλωμένα φτερά και δυο ημικύκλια από την κάτω πλευρά έρχονταν σε έντεχνη αντίθεση με τις λίμνες του. Μέσα στην άσπρη λίμνη, υπήρχε μια μαύρη κουκίδα τεράστια. Δύο. Μάτια που κατέληγαν προς μια βαριά συνοφρύωση. Η ενέργειά του κατευθυνόταν προς εμένα. Στο πρόσωπό του βρίσκονταν κτισμένες όλες οι γραμμές του κόσμου και τον έκαναν να μοιάζει με ξένο. Ήταν ξένος για μένα. Στα μάτια όλων ήταν ένας ακόμη άνθρωπος.

Γύρω μας το απέραντο γαλάζιο. Πάνω στον ουρανό και στα πόδια μας ήταν θάλασσα. Το ένα του χέρι χαλάρωσε. Άφησε τον κόκορα να πέσει μέσα στο νερό. Αυτός στην αρχή αντιστάθηκε. Δεν έλαβε υπόψη του την έκτακτη αλλαγή των συνθηκών. Ωστόσο, στη συνέχεια, τα φτερωτά μπούτια του ζουλήχτηκαν στο ύδωρ με βαθειά συνέπεια και άρχισε να κελαηδάει. Η φωνή του έγδερνε μία άσφαλτο. Το κορμί του πήγαινε πίσω-μπρος καθώς προσπαθούσε, ματαίως, να επιπλεύσει. Το πουλί κολύμπησε μακριά μας. Νιώσαμε την πηγή της ελευθερίας του να μας ξεδιψάει και γαληνέψαμε για κάμποσο. Το λυπηθήκαμε. Είχε τέσσερα πόδια και τρία κεφάλια. Σφίξαμε τα χέρια μας. Οι παλάμες μας ήταν σαν χαράδρες που ενώνονται και ριζώνουν η μια μέσα στην άλλη. Σαν χημεία. Στο αγύμναστο μάτι, μοιάζουν αχώριστες. Κατακρεουργημένοι από την πλεύση μας σε μια αλλόκοτη διάσταση καταβύθισης. Οι δυο βολβοί μας ήταν οι πόρτες μέσα από τις οποίες είχαμε προσεκτικά διαβεί. Νιώθαμε το περπάτημα πάνω στις φλέβες μας και μας καταλάμβανε ο πόθος. Τα πέλματά μας έγιναν κόκκινα. Τα πόδια μας υγρά. Κάτω υπήρχε αίμα. Προσπαθήσαμε να κρατήσουμε τις ανάσες μας για λίγο. Έστεκαν έκθαμβες μπροστά σε αυτό που γινόταν. Τεταμένος ηλεκτρισμός παλλόταν στον αέρα και ρουφούσε εκστασιασμένος το οξυγόνο από τα κορμιά μας. Νιώθαμε σαν υγράγγελοι ενός αυτοκαταστροφικού πάθους.

Μπορούσαμε να χαθούμε για πάντα ο ένας στα μάτια του άλλου. Το πάντα είναι ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Σε μεθά και σε παρασέρνει τόσο επικίνδυνα. Κρύβεται χωμένο ακόμη και σε ένα απειροελάχιστο κομμάτι του δευτερολέπτου. Μπορούσαμε ελεύθερα να μείνουμε εκεί, για να χωνέψουμε τα γιασεμιά. Ακόμα και να μη μάθουμε ποτέ ποιοι είμαστε και από πού ερχόμαστε και πάλι να είμαστε ήσυχοι. Αυτά που θέλαμε πιο πριν, αυτό που ψάχναμε δεν είμαστε εκεί. Δεν είχαμε συνέπεια, ούτε βεβαιότητα. Αλλά ακριβώς αυτή η έλλειψη περιθωρίων ήταν το εκκρεμές που παλλόταν. Η απουσία αιτιότητας μας έκανε να παραληρούμε. Βαδίζαμε σταθερά προς μια σπηλιά. Μέσα η σπηλιά είχε πολλά ρολόγια. από τους δυο μας, επί της μόνης ουσίας. Ήμασταν σε δυο παιδιά που γεννιούνται μόνα τους σε μια νέα γη και μαθαίνουν περπατώντας γεωγραφία. Και ήταν ό,τι πιο αδόκιμο. Το σύμπαν μας γεννούσε σύμπαντα και αυτό με τη σειρά του έτικτε άλλο. Δεν υπήρχε κάτι να σταματήσει την διχοτομική αναπαραγωγή του σύμπαντος μας. Αιωρηθήκαμε εκεί πέρα. Προσπαθήσαμε να περιορίσουμε τη ζέστη, για να μην βράσει το νερό του ωκεανού, πάνω στον οποίο περιπλανιόμασταν. Μα το μόνο που κάναμε είναι να την πολλαπλασιάζουμε και να γεννάμε ήλιους ολοστρόγγυλους και πύρινους, απίστευτα εκτυφλωτικούς. Ήμασταν λίγοι για να χωρέσουμε στο πολύ που φτιάχναμε.
Δεν γίναμε κάτι άλλο από αυτό που ήμασταν κι αυτό μας ένωνε. Σαν να είχαμε γύρω μας μια διάφανη κολλητική ταινία που έσφιγγε τα μέλη μας. Μας έκανε να παλλόμαστε. Τα νευρικά μας συστήματα ενώθηκαν. Μετεωριζόμασταν σαν ένα κι όχι δυο. Τόσο απλό. Όχι δυο. Ένα. Σαν να ήμασταν μικρόβια μέσα στο ίδιο πλάσμα. Η σύνδεσή μας ήταν κάτι δυσπρόσιτο για τους άλλους.

Το τρίξιμο μιας πόρτας που άνοιγε, μιας άλλης που έκλεινε. Ήχος κελαρύσματος κι έπειτα ένας άλλος, που έμοιαζε περισσότερο με βιαστικό καταρράχτη. Η βρύση τρέχει. Βήματα ακούστηκαν στο διάδρομο, πάνω στα πλακάκια που νομίζαμε ότι είχαν φτιαχτεί μονάχα για εμάς. Ένας χτύπος πάνω στην πόρτα και ο κόκορας πνιγμένος και κρεμασμένος από τη λεκάνη να στάζει νερά. Το στρίγκλισμα της πλαστικής σακούλας καθώς την πάτησε με τα παπούτσια του. Ή εγώ με τα δικά μου, αλλά δεν με θυμάμαι να κινούμαι. Η στιγμή μηδενίστηκε. Δεν είπε τίποτα το χέρι που χτύπησε την πόρτα. Οι καρδιές έλιωσαν και τα μαύρα πλακάκια άρχισαν να κλαίνε νερά. Βγήκαμε από την τουαλέτα.

Περάσαμε από τις πυκνές συστάδες κόσμου που κατέκλυζε το μπαρ και την πίστα του κλαμπ και κάπου στα μισά τον έχασα. Ο πετεινός ακουγόταν, κάπου πίσω από τους ηλεκτρονικούς ήχους που θέρμαιναν παράφορα τα τύμπανά μου. Τα βήματά μου με περπάτησαν προς τα έξω.

Μόλις με χτύπησε ο αέρας, ένιωσα να συνέρχομαι. Βγήκα βίαια από τις σκέψεις μου. Άρχισα να λογικεύομαι. Να επιστρέφω. Μουρμούρισα πέντε έξι πράγματα. Ομπρέλα, οδοντόβουρτσα, οπάλιο, Ορφέας, οπωρολαχανικά. Όλα άρχιζαν από το φαντεζί και τραβηγμένο όμικρον. Τα επαναλάμβανα σταδιακά και με μελωδία. Συνερχόμουν. Τα χέρια μου κινήθηκαν πάνω στη μέση μου και μου κατέβασαν το παντελόνι και μετά το εσώρουχο. Όταν οι γλουτοί μου γυμνώθηκαν, κάθισαν σε ένα πέτρινο σκαλάκι και ένιωσα ένα γλυκό πάγωμα. Έσκυψα. Κατούρησα λίγο. Αυτό ήταν! Σκέφτηκα. Και μετά από λίγο, ξημέρωσε και είδα τον πετεινό να περπατάει ορθός. Ήταν ζωντανός. Στητός κι ακλόνητος, λίγο πιο πέρα.

*Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.
http://frear.gr/?p=13886

Aksinia Mihaylova, Επιστροφή (Завръщане)| μετάφραση Μαρία Δούμπα

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

PC037740G

Σμήνος χήνες – οι σταυροί στο νεκροταφείο,

καλωσορίζουν-ξεπροβοδίζουν,

από το σφύριγμα της ατμομηχανής ξυπνώντας,

στ’ αναχώματα τα χορταριασμένα τα φτερά τους μπλέκουν,

μεγαλώνει το σμήνος φθινοπωριάτικα, μυρωδιά από καλαμιές που καίνε

απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο του τρένου,

γαλαζωπές φλογίτσες στον λόφο- οι φθινοπωρινοί κρόκοι,

οι ψυχές των νεκρών βγαίνουν για τρύγο.

Μαθαίνω να κουβεντιάζω.

Mοσχοσίταρο ευωδιάζει η ποδιά της γιαγια-Λίνας,

«αυτή η δουλειά δεν έχει τέλος,

θα ξεκουραστώ στ’ ασπροχώματα».

Στις τσέπες της-κομματάκι ψωμί κι ιστορίες,

σε ψίχουλα σκορπίζονται από τα χέρια της που τρέμουν

και στο χώμα των χρόνων βουλιάζουν:

«Άννα, νεράκι φρέσκο φέρε μου».

Να σιωπώ μαθαίνω.

«Καπνίζεις πολύ» μου λένε,

για τα μικρά της ελαττώματα δικαιολογία ψάχνω

στην αφήγηση αυτής της προγιαγιάς με τον λουλά,

που, πριν λίγο, έφυγε απ’ τον κόσμο αυτόν,

ανοίγω το κοφίνι και τα ξεφλουδισμένα καλαμπόκια ρίχνω,

αρμαθιές με καπνό απ’ το υπόστεγο κάτω,

λευκά κολοκύθια κατά μήκος του τοίχου.

Θα επιστρέψω στον…

View original post 225 more words

Γιώργος Φιλιππίδης, “Γαλάζια μηχανή”, Καστανιώτης, β’ έκδοση, 2000 [α’ 1999]

Ευτυχία Παναγιώτου's avatarΕυτυχία Παναγιώτου | exwtico

DSC_0508_editedDSC_0505_editedDSC_0507

Ένα Παρασκήνιο για τον ποιητή Γιώργο Φιλιππίδη. Πέμπτη 9/2, 22.00, στην ΕΤ1. Σενάριο-σκηνοθεσία: Σύλλας Τζουμέρκας

View original post