Yona Wallach, Άγριες φράουλες

1236004_532101710196704_1466250386_n

Όταν έρθεις
Να κάνουμε έρωτα
Θα φοράς ένα μαύρο φόρεμα

Με σχέδια από άγριες φράουλες

Κι ένα καπέλο μαύρο

Με σχέδια από άγριες φράουλες

Και θα μου φέρεις

Κι ένα καλάθι γεμάτο άγριες φράουλες

Και θα μου πουλήσεις τις άγριες φράουλες.

Πες με τη φωνή σου γλυκιά σαν χάδι:

”Άγριες φράουλες, άγριες φράουλες,

Ποιος θέλει άγριες φράουλες;”
Δεν φοράς τίποτα κάτω απ’ το φουστάνι.
Μετά
Τα αγόρια θα σε σηκώσουν
Ορατά ή αόρατα
Και θα σε τοποθετήσουν
Πάνω στο κορμί μου.

( )

*Γιόνα Βολάχ (1944-1985). Μια ωραία, αισθαντική φωνή, από την μπητ σκηνή του Τελ-Αβίβ. Mετάφραση: Κωστής Μοσκώφ. Από τη σελιδα του Θεόδωρου Μπασιάκου στο Facebook.

ΕΙΚΟΣΙ ΤΕΣΣΕΡΑ ΚΑΡΦΙΑ ΓΙΑ ΜΑΛΑΚΑ ΚΡΕΒΑΤΙΑ

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_7586

ΧVIII

Τα πολλά τα λόγια τα βαριέμαι.

Μα και τα λίγα επίσης.

Ακόμα και τα ελάχιστα ναι και όχι με κουράζουν.

Προτιμώ με το κεφάλι μου να νεύω πάνω κάτω.

Ηχεί τουλάχιστον ωραία σαν κουδουνίστρα.

ΧΙΧ

Οι λέξεις είναι βδέλλες που μου πιπιλάνε το μυαλό .

Η ποίηση είν’ η στάχτη που με βοηθάει να τις ξεκολλάω.

ΧΧIV

Οι λέξεις είναι σκαλοπάτια που οδηγούν

από το σκοτεινό υπόγειο στο φως.

Πριν όμως τους εμπιστευθείς το βάρος σου

πρέπει να δοκιμάζεις αν μπορούν να το σηκώσουν.

 Αλλιώς αν είναι σάπια ή φαγωμένα

σε ξαναστέλνουν κουτρουβάλα στο σκοτάδι.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ.

View original post

Θωμάς Γκόρπας, Ποιήματα

ΓΚΟΡΠΑΣ 0

Περί ποιήσεως πάλι

Μνήμη Τάκη Σινόπουλου

Δημοτικό Τραγούδι
Χριστόπουλος ήχος μπουζουκιού
Κάλβος ήχος πλατάνων
Σολωμός ήχος γιασεμιών
Παλαμάς ήχος τίποτε
Μαλακάσης ήχος πόλεως σαν παίρνει να βραδιάζει
Καβάφης ήχος πόλεως προχωρημένο βράδι
Βάρναλης ήχος του μέλλοντος από παλιές καμπάνες
Φιλύρας ήχος προπολεμικής ταβέρνας
Σικελιανός ήχος ματισμένος από αρχαίες πομπές και σύγχρονα φαγοπότια
Καρυωτάκης ήχος πόλεως που κοιμάται
Σεφέρης ήχος του παλαμικού τίποτε
Εμπειρίκος ήχος που συνεχίζεται μες στα ποιήματά μας
Λαϊκό Τραγούδι

*”Τα θεάματα”, 1982.

***

Από δω και από κει

Από δω ανθρακιά και πλήξη από κει τα όνειρά μας.
Το γνήσιον η απομίμησις και οι ενδιάμεσες σπαθιές στον αέρα για να
τρομάξουμε τους τρομαγμένους.

***

Οδύνη

Το πέραν του ποιήματος είναι μια δύσις φεγγαριού στην οδό Ιουλιανού μετά το οδυνηρό σώσιμο των τσιγάρων ξημερώνοντας…

***

Τα ίδια και τα ίδια
(απόσπασμα)

Ο Σεφέρης επιτέλους πέθανε οριστικά “στο φέρετρό του
ακούμπησε” η Ελλάδα αυτός πού ακούμπαγε κανείς δε λέει…
Στην κηδεία του πήγανε και πεθαμένοι φίλοι γνωστών
διευθύνσεων κ’ εχθροί φυλετικών και άλλων διακρίσεων…

***

Αναπόληση

Θα καταργήσω τον ουρανό θα καταργήσω τη γη και θ’ αφήσω
μόνο ένα ουζερί

για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό

κ’ εσύ
να περνάς απ’ έξω.

Poetic inspirations @ Emerald – Saturday 6 August – Last reminder

tumblr_o0rxxhoehe1rv33k2o10_5001

Poetic inspirations @ Emerald is on again

Next reading is in

Saturday 6 August, 11.45am-1.45pm

at Emerald Hill Library & Heritage Centre

with

Alix Phelan
Mary Jones
George Genovese

plus open mic

195 Bank St.,
South Melbourne

(opposite South Melbourne Town Hall)
11.45am- 1.45pm
(Library closes at 2pm on Saturdays)

9 χαϊκού για το καλοκαίρι (5-7-5)

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Ι
Είπε ο γλάρος:
γείρε τη φτερούγα σου,
σ’ αυτόν τον νοτιά/
ΙΙ
αργεί το κύμα,
μονάχο να φορτώσει,
όλον τον πόντο/
ΙΙΙ
το καλοκαίρι,
όπου και αν πλάγιασε,
στα χείλη ξυπνά/
ΙV
σπόρος ή ανθός;
του ήλιου η ποίηση,
στο φως φυτρώνει/
V
ο καιρός περνά,
μα το χιόνι αντέχει,
την αχνή ζέστη/
VI
μες στην καρδιά μου,
αιφνίδιος θάνατος,
η προδοσία/
VII
γαλάζια πίκρα
-παρότι ανέμελη-
τη νύχτα σβήνει/
VIII
σκόρπια στη φωτιά,
μικροπαιχνιδίσματα,
των λευκών άστρων/
IX
το μόνο θέρος,
των παιδιών το κάτουρο,
στην ψιλή άμμο/

πίνακας: Βλαντιμίρ Βολέγκοβ – παιδιά στην παραλία

View original post

(ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ)

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_3011Αύγουστος

Αντικριστά

η ζάχαρη

και και τα ροδάκινα.

Κι ο ήλιος

το απομεσήμερο

κουκούτσι σε καρπό.

Φυλάει προσεχτικά

το καλαμποκίσιο στάχυ

το γέλιο του

σκληρό και κίτρινο.

Αύγουστος.

Μαύρο ψωμί τρώνε τα παιδιά

κι υπέροχο φεγγάρι.

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

View original post

Μιχάλης Ραδηνός, Δύο ποιήματα

ραδινοσ

Αθωότης

είμαι άνθρωπος της ιεραρχίας
ξεκίνησα από τον θυρωρό του μεγάρου
πήρε το μικρό φακελάκι
-βεβαίως θα ομιλήσω στον κύριο γενικό-
στον πρώτο όροφο ο γενικός
δεν ζητούσε φακελάκι
ζητούσε κατάθεση τραπεζική
(καραδοκούν κακεντρεχείς…)
-μα φυσικά είναι θέμα ημερών-
ο ιδιαίτερος έδειξε να στενοχωρείται
-ξέρετε υπάρχει στενότης
φυσικά αν έχετε την οικονομική άνεση-

α! ο κύριος υπουργός, πόσο θερμός
πόση κατανόηση στο βλέμμα…
-μα ήμουν κι εγώ άνεργος κάποτε αγαπητέ μου-
στην ταράτσα είχε μικρό εκκλησάκι
έκαμα το τάμα μου, εδώ υπήρχε σιωπή
(μια απειλητική σιωπή…)
άλλο δεν είχα να κάμω
άλλο δεν είχα να πληρώσω..
πέρασα ξανά μετά από καιρό
τα γραφεία ήσαν άδεια
το εκκλησάκι κλειδωμένο,
μόνο κάτι κομφετί τάσερνε ο αγέρας
στα μαρμάρινα πατώματα
θάχανε ως φαίνεται κάποιο πάρτι
κάποια απόκρια θα γιόρτασαν
υπάρχει βέβαια πάντα η πιθανότης
να έκαμα λάθος στο νούμερο του δρόμου

(Μιχάλης Ραδηνός, «Τα κοσμικά της λήθης», 1983)

Ο λόγος του Ιορδάνη σε τουρίστες τής Ακροπόλεως

όμορφη χώρα γεμάτη θεραπείες
νησιά με πραμάτεια ποικίλη -ήλιος, αγέρας, λευκόπετρα,
φως τόσο δυνατό που καίει τα μάτια
βουνά στο μπόι το ανθρώπινο
-μέχρι και οι λύκοι σε δέχονται
κουνώντας την ουρά τους-
όμορφη χώρα γεμάτη παράξενα.
Να ο Επιτηδεύς, αχρείος πολύ
αγαπητός στην αγορά και στις πλατείες·
ιδού ο Φέρελπις, ετούτος (φήμες το λένε)
τον πατριό του έκλεψε, μα κι αυτόν
το πλήθος πολύ αρέσει να χαϊδεύει·
αν πεις για τον Ευάγγελο! τι χαρά
τι αγγέλματα πανηγυριών χαρίζει,
άγγελμα νυκτός ποτέ δεν φώναξε·
όμορφη χώρα γεμάτη καλωσύνη
λείπει και το ποινικό δίκαιο·
εκείνους που γκρινιάζουν
όσους επαναστατούν
δεν τους κλείνουν σε φυλακές,
δεν τους τιμωρούν·
τους αφήνουν να μιλούν στα υψώματα
και το πλήθος από κάτου
χασκογελά μαζί τους

*Από τη συλλογή «Τα κοσμικά της λήθης», 1983. Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Χίμαιρα».

χιμιρα

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Ανεκπλήρωτοι φόβοι, Εκδόσεις Πολύτροπον, 2013 – Επανέκδοση: Εκδόσεις Μελάνι, 2016

b183999

b208924

Από την πρώτη λέξη, η ποιητική συλλογή του εικοσιοκτάχρονου ποιητή από την Χειμάρρα της Βορείου Ηπείρου, τοποθετεί τον αναγνώστη σε μια υποβλητική ατμόσφαιρα, ένα μείγμα Καφκικού φόβου και Καρυωτακικού πεσιμισμού.  Μέσα από σουρεαλιστικές καταστάσεις που ισορροπούν με την παραφροσύνη και απελπισμένες προσπάθειες φωνών να ακουστούν και να αντιδράσουν, ο κόσμος του Γκέζου δεν παραιτείται αλλά συνεχίζει να μάχεται μέχρι το τέλος, παρόλο που αυτό στον κόσμο των «ανεκπλήρωτων φόβων» είναι γνωστό από την  αρχή.

 “ειδοποιητήριο θανάτου”

 Περπατούσα και είδα καρφωμένη στην κολόνα
την αναγγελία της κηδείας μου.
Ένα σκισμένο, σαν τη ζωή μου, ήταν χαρτί.

“Τον αγαπητό μας εχθρό
κι αντίπαλο και σκουλήκι
κηδεύομεν σήμερον.
Απεβίωσε ετών μηδέν
ώρα αγνοουμένη
κάπου μεταξύ μεσονυκτίου και χαραυγής,
εν μέσω ύπνου, δυστυχής
κι ονείρων.
Οι τεθλιμμένοι, λατρευτοί του δολοφόνοι”.

Φόρεσα το δέρμα μου και κίνησα για το μέρος.
Έναν μεγάλο φράκτη κάγκελα βρήκα
και μέσα άνθρωποι πολλοί γύρω απ’ τον τάφο
με το πρόσωπό μου στους ώμους τους.
Φύγε, φώναξαν όλοι μαζί
καθώς άνοιγα με τα κλειδιά του σπιτιού μου.
Δεν επιτρέπονται ‘δω πέρα ξένοι.

 Άλλωστε και η ίδια η φύση περιμένει την φθορά, μόνο ο χρόνος να περάσει απομένει και αυτός όμως, ο ίδιος ο χρόνος, φθείρεται και χάνεται και ανήμπορος πια να γιατρέψει, κοιτάει αμέριμνος και περιμένει το τέλος.

…μα γιατί από το σκοτάδι δεν τη γλιτώνει
Ούτε εκείνο το θαύμα ο ήχος…

…Δεν φοβάσαι τον ουρανό,
Αυτός παρηγοριά μεγάλη
Άντε να πέσει, να τελειώνουμε…

…Χρόνος δεν υπάρχει
θα κρύβεται κάτω από το κρεβάτι
γιατί με φοβάται… 

Το εξωτερικό περιβάλλον, περιβάλλον συνωμοσίας, κλειστοφοβικό, ώμο και απαιτητικό, δύσκολο να γίνει ανεκτό.

ηδονίζονται

Με ρωτούν στον δρόμο οι περαστικοί:
Γιατί κρατάς τα φρύδια σου σφιχτά κατεβασμένα;
Ηδονίζονται να το ακούν:
Για να μην μου βγάλετε τα μάτια.
 
Οι «Ανεκπλήρωτοι Φόβοι» αποτελούν την σύγχρονη ωδή στο τέλος που θα έρθει για τα πάντα. Δεν μάχονται αλλά και δεν υποχωρούν. Είναι εδώ, παραμένουν εδώ για να υπογραμμίσουν όλα όσα είναι μέσα μας, μέσα στην  σκέψη μας. Δεν αστειεύονται, δεν λοιδορούν ούτε φλυαρούν και χρονοτριβούν. Κατευθείαν στο θέμα, δίνουν στην πιο σκοτεινή μας σκέψη υπόσταση και την αποτυπώνουν στο χαρτί όπου με την ανάγνωση την ξορκίζουν.

Ο Γκέζος με λογοτεχνική αρτιότητα, εξαιρετικό χειρισμό της γλώσσας και εσωτερική ωριμότητα δημιούργησε μια κραυγή που παγώνει την οθόνη της καθημερινότητας  και αποτυπώνει την χαραγμένη πορεία προς ένα προδιαγεγραμμένο τέλος. 

Ολοκληρώνουμε την παρουσιάση με ένα αδημοσίευτο ποίημα που  μας παραχώρησε ο ποιητής και δειχνει κατα την γνώμη μας την ποιητική δεινότητα του.

απολογία στον πατέρα (αδημοσίευτο)

Φτωχέ πατέρα σχώρα με
που δεν σου έξυσα την πλάτη,
που σε ρούφηξα και σε ξέρανα και σε κρέμασα
στον τοίχο
απ’ τον σβέρκο με τσιγκέλι
να σε δείχνω στους καλεσμένους μου
τα βαρετά τα βράδια του Σαββάτου,
που σε σημάδευα με το δάχτυλο όταν κάποιος
λιμοκοντόρος με κοστούμι με ρωτούσε
«κι εσύ, γιατί έτσι έχεις καταντήσει;»

Χειρότερα, πατέρα
σχώρα με
που το δέρμα σου στέγνωσα στον ήλιο
και πάνω του έγραψα
τα ποιήματά μου.

Ακολουθεί συντομή συνενετυξη που ευγενικά μας παραχωρησε ο ποιητής.

Χρήστο γεια χαρά! Θέλω να ξεκινήσουμε ρωτώντας σε πως αισθάνεσαι, που από την πρώτη σου συγγραφική προσπάθεια γνώρισες αποδοχή από το κοινό, αρκετές διακρίσεις, δημοσιεύσεις σε τύπο και internet, αλλά και μια σημαντική κατ εμέ διάκριση, το κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2013; 
Γεια σου Απόστολε! Μια λέξη θα ήταν «παράξενα». Όταν έγραφα πριν από την έκδοση των ποιημάτων δεν είχα καμία επαφή με τον χώρο και τους ανθρώπους του, οπότε δεν είχα και καμία ιδέα για το πώς φαίνονταν τα κείμενά μου σε άλλους. Απλώς έγραφα στο φοιτητικό μου γραφείο ό,τι μου κατέβαινε, για τους δικούς μου λόγους. Όταν άρχισαν να με προσεγγίζουν άνθρωποι και να μου λένε ότι τους είχαν συγκινήσει τα ποιήματά μου ήμουν επιφυλακτικός γιατί φοβόμουν ότι δεν ήταν τίποτα πέρα από κολακεία, αλλά σιγά σιγά καθώς αυτές οι εκδηλώσεις συνεχίστηκαν άρχισα να τις λαμβάνω υπόψη μου και φυσικά να αισθάνομαι χαρά και ικανοποίηση. Το βραβείο ήταν μια επισφράγιση όλων αυτών, αλλά γρήγορα το ξεχνάς και πας παρακάτω.

Που πιστεύεις ότι οφείλεται το ότι ξεχώρισες σε μια εποχή συγγραφικής υπερπροσφοράς (αν συμφωνείς) όπου πολλά καλά έργα χάνονται;
Υπερπροσφορά δεν ξέρω αν υπάρχει, αλλά σίγουρα εκδίδονται αρκετά έργα κάθε χρόνο, ιδίως στην ποίηση. Όσο για το αν έχω ξεχωρίσει, αυτό ελπίζω να μπορώ να το πω στο μέλλον όταν θα έχω βγάλει και μερικά βιβλία ακόμα.

Διαπιστώνω ότι το έργο σου τυγχάνει μιας όχι υπερβολικής αλλά αρκετά καλής προώθησης. Υπάρχει συγκεκριμένο πλάνο marketing ή απλά αγαπήθηκε και κατά συνέπεια επικοινωνήθηκε από τους ανθρώπους του χώρου;
Δεν υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο πλάνο. Οι περισσότεροι εκδοτικοί όπως και οι συγγραφείς τους κάνουν λίγο πολύ τα ίδια στοιχειώδη βήματα για να φτάσει το εκάστοτε έργο σε έναν ικανοποιητικό αριθμό αναγνωστών. Από εκεί και έπειτα υπάρχουν πολλοί παράγοντες που θα συμβάλλουν στο πόσοι τελικά θα ακούσουν ή θα διαβάσουν το βιβλίο: η ποιότητά του, το είδος, το θέμα, οι δυνατότητες του εκδοτικού οίκου, η συγκυρία, η τύχη.

Οι ανεκπλήρωτοι φόβοι αλλά από όσο γνωρίζω και το σύνολο του μέχρι στιγμής έργου σου χαρακτηρίζονται από την πεσιμιστική διάθεση. Πιστεύεις σε αυτή την αισθητική, είναι κάτι βιωματικό που πηγάζει από μέσα σου ή απλά άποψη;
Είναι μια δική μου ερμηνεία της πραγματικότητας, ή μια εκδοχή αυτής. Ίσως ακούγεται κοινότοπο και στομφώδες αλλά άμα βάλεις την ύπαρξη στο μικροσκόπιο και την αναλύσεις στα συνθετικά της στοιχεία, στο τέλος όλοι βγαίνουμε χαμένοι. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως η ζωή στο ενδιάμεσο δεν μπορεί να είναι και υπέροχη και πανέμορφη, όπως μπορεί να είναι και οδυνηρή και αβάσταχτη· και αυτό είναι κάτι που θέλω να φαίνεται στα κείμενά μου. Αντιπαθώ τις μονολιθικές προσεγγίσεις, και ιδιαίτερα όσον αφορά την ύπαρξη που αποτελεί ένα πολυπρισματικό φαινόμενο, το οποίο περιπλέκεται ακόμη περισσότερο όταν έχουμε να κάνουμε με την πρόσληψή του από την ανθρώπινη συνείδηση. Ο θρήνος και η απελπισία απέναντι στον θάνατο άλλωστε δεν δείχνουν τίποτα άλλο από μια βαθιά και εμπεδωμένη αγάπη για τη ζωή.

Στην συλλογή σου «ανεκπλήρωτοι φόβοι», αν και υπάρχουν ψήγματα σαρκασμού δεν υπάρχει χιουμοριστική διάθεση που συχνά συνοδεύει την σχολή ποιητών αντίστοιχης κουλτούρας, τουλάχιστον έτσι το εισέπραξα εγώ δεν ξέρω αν έκανα λάθος. Στην δική σου περίπτωση ένιωσα ότι τα συναισθήματα στα οποία υποβάλλουν τα ποιήματα σου είναι γραμμικά και συγκεκριμένα χωρίς να δίνουν περιθώριο στον αναγνώστη για άλλοθι ή αμφιβολίες για το αν οι φόβοι θα εκπληρωθούν ή όχι. Ισχύει κάτι τέτοιο; 
Στα ποιήματα πράγματι υπάρχει σε κάποια σημεία χιούμορ με τη μορφή του σαρκασμού. Στη Λάσπη επίσης υπάρχει ένα τέτοιου είδους χιούμορ σε μεγαλύτερες δόσεις, και σε κάποια διηγήματά μου ακόμη πιο ξεκάθαρα. Από εκεί και πέρα, αυτό που πιστεύω ή θέλω να χαρακτηρίζει τη συλλογή, κάτι που φαίνεται και από τον τίτλο, είναι μια αμφιθυμία απέναντι στον φόβο: ο αφηγητής των συχνά εφιαλτικών σκηνών ίσως επιθυμεί ενδόμυχα την εκπλήρωσή τους, γιατί είναι κι αυτό μια διατάραξη της κανονικότητας, μια ρυτίδα στην επίπεδη λίμνη του χρόνου, μια προσδοκία, για κάτι.

Ποια είναι η γνώμη σου για την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία; Υπάρχουν καλά έργα; Είναι αρκετά;
Υπάρχουν αρκετοί καλοί νέοι ποιητές και πεζογράφοι. Έχω παρατηρήσει (μπορεί να κάνω και λάθος) ότι στην Ελλάδα, από την πλευρά των αναγνωστών κυρίως, εκδηλώνεται ένας σνομπισμός απέναντι στην ελληνική λογοτεχνία. Δεν είναι λίγοι αυτοί που λένε «δεν διαβάζω Έλληνες» και αγνοούν ακόμα και συγγραφείς που έχουν διαγράψει μια πορεία χρόνων στον χώρο με σημαντικά βιβλία, όχι μόνο τους νέους, ενώ την ίδια στιγμή πειραματίζονται με όποιο μεταφρασμένο κείμενο κυκλοφορεί στην ελληνική αγορά – αυτά ισχύουν πιο πολύ για την πεζογραφία. Η αλήθεια είναι πως στατιστικά και μόνο όταν έχουμε μια δεξαμενή βιβλίων από όλο τον κόσμο, από τη μία, και μια δεξαμενή από μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα από την άλλη, τα ξένα σημαντικά έργα θα είναι σαφώς περισσότερα. Πέρα από τη δικαιολογημένη αυτή επιφύλαξη όμως, νομίζω πως συχνά φτάνουμε σε μια βασισμένη στην προκατάληψη υπερτίμηση κάποιων ξένων βιβλίων. Κάτι που πιστεύω πάντως ότι λείπει από την ελληνική λογοτεχνία είναι η εξωστρέφεια και η οικουμενικότητα: η ενασχόληση δηλαδή με θέματα που αφορούν διαχρονικά τον άνθρωπο και την ανθρώπινη εμπειρία, έξω από τα δεδομένα της στενής ελληνικής πραγματικότητας και ιστορίας.

Ποιος είναι ο αγαπημένος σου ξένος και ποιος Έλληνας συγγραφέας;
Από ξένους θα έλεγα τον Κάφκα, που τον αγαπώ σε ένα επίπεδο πέρα από το λογοτεχνικό. Από Έλληνες θα έλεγα έναν ποιητή, τον Σαχτούρη, για τον ίδιο ίσως λόγο.

Ποια είναι τα πέντε πιο αγαπημένα σου βιβλία, αυτά που θα έπαιρνες αν έπρεπε να περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου με αυτά σε ένα ξερονήσι; 
Δεν είμαι καθόλου καλός στις λίστες. Θα έλεγα: Η Δίκη, Αβεσσαλώμ Αβεσσαλώμ, Το Μαγικό Βουνό, Ο Βίος και η Πολιτεία του Σκρουτζ Μακ Ντακ, Πώς να αποδράσετε από ένα ξερονήσι.

Δώσε μας μια ιδέα από το τι ετοιμάζεις για το μέλλον 
Το φθινόπωρο θα εκδοθεί το τρίτο μου βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων Τραμπάλα, από τις εκδόσεις Μελάνι.

Χρήστο σε ευχαριστώ πολύ που με τίμησες με αυτή την κουβέντα. Θέλω να κλείσουμε με ένα σχόλιο σου για την κατάσταση που επικρατεί στην χώρα μας. 
Ευχαριστώ κι εγώ Απόστολε. Για την κατάσταση στη χώρα δεν έχω να προσθέσω κάτι καινοφανές ή ιδιαίτερα ενδιαφέρον, παρά μόνο ότι είναι μια κατάσταση που αν βελτιωθεί κάποια στιγμή τα επόμενα χρόνια δεν θα πρόκειται για μια θεαματική βελτίωση αλλά μια προσαρμογή σε ένα λίγο πολύ σταθερό πλέον πλαίσιο, το οποίο σχετίζεται και με μια επισφαλή πορεία στην οποία φαίνεται να έχει μπει ολόκληρος ο πλανήτης.

*Από το http://readingbooksforfun.blogspot.com.au/2016/07/blog-post.html?spref=fb

Άνθη μέσα από τα κατσάβραχα: Για τον Γιώργο Φιλιππίδη

1038547_mykonos_new017_1

Ένας διάττων, ξεχωριστός ποιητής των ’90s που αυτοκτόνησε πριν συμπληρώσει τα 20 του χρόνια.

ΤΟΥ M. HULOT*

Τα ποιήματα του Γιώργου Φιλιππίδη άργησα πολύ να τα πάρω είδηση. Κοντεύει μια εικοσαετία από τότε που έφυγε πρόωρα, βίαια και ξαφνικά, λίγο πριν συμπληρώσει τα είκοσι χρόνια του, τον Ιούλιο του 1997. Τα οχτώ ποιήματά του που κυκλοφόρησαν δύο χρόνια μετά τον θάνατό του, συγκεντρωμένα σε μια συλλογή με τίτλο «Γαλάζια Μηχανή» από τη μητέρα του, είναι τα μόνα που έχουν διασωθεί, συν μία επιστολή που όταν γνωρίζεις τον τρόπο που έβαλε τέλος στη ζωή του γίνεται βασανιστική και ανατριχιαστική: «Έχω να πω τόσα πολλά, κι όμως ξέρω πως δεν θα καταφέρω να πω τίποτα. Φοβάμαι ότι η μοναξιά είναι πιο κοφτερή ανάμεσα στους γνωστούς, μέσα στην οικειότητα των προσώπων και των δρόμων. Οι τοίχοι του δωματίου μου δεν λιώνουν ποτέ όταν είναι κάποιος άλλος στο δωμάτιο. Έτσι περιμένω τα βράδια˙ τότε καμιά φορά προσεύχομαι κοιτάζοντας χαμηλά ή κλείνοντας τα μάτια. Το απόλυτο πάλλεται μες στο κεφάλι μου και μ’ εξουθενώνει˙ τόσο που καμιά φορά νομίζω πως όλα τα μελίσσια του κόσμου θέλουν να φτιάξουν τις κυψέλες τους μέσα στο μυαλό μου».

Ο Γιώργος Φιλιππίδης είναι ξεχωριστή περίπτωση ανάμεσα στους Έλληνες ποιητές της δεκαετίας του ’90. Πέρασε σαν διάττοντας αστέρας από την ελληνική πραγματικότητα, έγραψε σε πολύ νεαρή ηλικία (έφηβος) όλα τα ποιήματα και έδωσε τέλος στη ζωή του με έναν ιδιαίτερα άγριο τρόπο (απαγχονισμό και ταυτόχρονη αυτοπυρπόληση). Η ποίησή του έχει κάτι από Ρεμπώ, είναι τρυφερή, εύθραυστη, ασφυκτική, με μια ένταση που δικαιολογείται από το νεαρό της ηλικίας του, αλλά και μια αδικαιολόγητα στενή σχέση με το θάνατο. Μέσα από τις γλυκόπικρες στιγμές που δείχνουν ένα παιδί που χρησιμοποιεί με υπέροχο και αξιοθαύμαστο τρόπο τις λέξεις (Ακούστε καλά! / Κωδωνοκρούστης στην καμπανούλα, / σαρκοφάγο λουλούδι της ασκήμιας μου, / στο αχανές πεδίο της καμπούρας μου όπου, / απαράλλαχτα έναστρος ουρανός, αιωρείται η αστρόσκονη που είμαι) ξεπετάγονται λόγια προφητικά, που φανερώνουν την διαίσθησή του για αυτό που ερχόταν (Αφού σπαρτάρησε στ’ αγκίστρι της βίας / η Ευρώπη κοιμάται / σαν κρέας σε χασάπικο, / φρουρούμενη από διμοιρίες μπάτσων).

Ο Γιώργος Φιλιππίδης γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Ήταν ένα παιδί μικροαστικής προς μέσο-αστικής οικογένειας, πήγε σχολείο στα Ανάβρυτα. «Ο Γιώργος ήταν πολύ στα Εξάρχεια από νεαρός έφηβος, καταλήψεις, Πολυτεχνείο, μέχρι την Τρίτη Λυκείου είχε ζήσει όλον τον μεγάλο πανικό του ’95» λέει ο Σύλλας Τζουμέρκας, σκηνοθέτης και κολλητός φίλος του στο πρώτο έτος στο πανεπιστήμιο και μέχρι το τέλος του. 15 χρόνια μετά τον θάνατο του Γιώργου Φιλιππίδη ο Σύλλας έφτιαξε το ντοκιμαντέρ-αφιέρωμα στο οποίο μιλούν συμφοιτητές τους και άνθρωποι που τον γνώρισαν. Το συγκεκριμένο Παρασκήνιο ήταν η αφορμή να γνωρίσω τα ποιήματα του Γιώργου.

«Αποφάσισα να το κάνω και για προσωπικούς λόγους. Το έκανα και για μένα αυτό το Παρασκήνιο» λέει. «Είναι κομμάτι της ζωής μου με έναν πολύ έντονο τρόπο αυτό. Τον Γιώργο τον γνώρισα στο Πανεπιστήμιο, περάσαμε μαζί στη θεατρολογία. Ήταν ένα χρόνο πιο μεγάλος από μένα και κάναμε παρέα από την αρχή. Πήραμε μαζί ένα ταξί ένα απόγευμα, έγιναν οι σωστές ερωτήσεις και κολλήσαμε. Είχα έρθει από τη Θεσσαλονίκη και ήταν τελείως άγνωστη η Αθήνα για μένα. Στην ουσία ήταν ο πρώτος φίλος που έκανα στην Αθήνα. Μετά ζήσαμε μια μεγάλη περιπέτεια, εγώ πέρασα μεγάλη ευτυχία, κάναμε παρέα κι ήμασταν πάρα πολλές ώρες μαζί. Τα ποιήματά του τα έζησα από την αρχή. Η «Μελίσσα», η «Γαλάζια Μηχανή» και το «Γκρίζο» γράφτηκαν εκείνη τη χρονιά που είχαμε γίνει μια παρέα παράξενη: η Πολύ Φλουρέντζου, Γιούλα Μπούνταλη, Χριστίνα Θανάσουλα, Σοφία Θανοπούλου, Μάχη Αγγελούλη, κ.α. –είναι μια χρονιά της θεατρολογίας Αθήνας αυτή που ήταν λίγο αλλιώτικη απ’ τις άλλες».

Η ποίησή του έχει κάτι από Ρεμπώ, είναι τρυφερή, εύθραυστη, ασφυκτική, με μια ένταση που δικαιολογείται από το νεαρό της ηλικίας του, αλλά και μια αδικαιολόγητα στενή σχέση με το θάνατο.

Όλα ξεκίνησαν μια αυγή που γκρίζεψε η θάλασσα και χλόμιασαν τα πεύκα. Χαλάσανε όλα τότε και η γη γέμισε δάκρυα που στάζουν μαζί με το φόβο, το φόβο, το φόβο. Κάτι πέτρες, που πρωτύτερα τις πλάθαμε στις παλάμες μας, γίνανε βράχια. Μερικοί κιόλας, μοναχά που τις βλέπουν, σκέφτονται τώρα πόνο και αξίνα και φτυάρι. Πώς έτσι έγινε και όλα τα πλοία έχουνε άξαφνα μια πατρίδα και σε κανέναν δεν μπορείς να βάλεις τα όνειρά σου να τα πάει στ’ αστέρια, καθόλου δεν καταλάβαμε και ούτε μας είχε περάσει από τον νου πως κάτι τέτοιο μπορούσε να είχε συμβεί. Την πρώτη μέρα είχαμε τον θάνατο του σχοινοβάτη. Ήταν κακόκεφος και μονάχος του πάντα κοίταζε να περνά τις ώρες του. Τη μοίρα μας αυτός την έπλεξε στο βήμα του, σε μια από τις παραστάσεις του, με τα επιδέξια δάχτυλά του σημάδεψε το ύψος και τα κόκκινα χείλη φίλησαν το μέτωπο της αλήθειας και η καρδιά του γδύθηκε σ’ ένα υπόγειο και τα μάτια του έσταζαν αίμα και λεπίδες σαν θέλησε να στρέψει το βλέμμα του ψηλά, πιο πάνω από τη χορδή αυτή που τον στήριζε. Μα εμείς σαν έπεσε βουίξαμε όλοι και χαϊδέψαμε το θόρυβό του με τις θολές κραυγές μας.

«Είχε και κάτι βαθιά ηλίθιο αυτό που ζήσαμε σ’ εκείνα τα χρόνια. Σε όλα τα επίπεδα. Και βαθιά βλακώδες, σε σχέση με πράγματα που καταλαβαίνεις αργότερα» συνεχίζει ο Σύλλας. Τον ρωτάω πώς ήταν ως άνθρωπος. «Υπάρχουν χαρακτηριστικά Δον Ζουανικά, υπάρχει μια μεγάλη ευθυμία σε βαθμό παραλόγου, ένα μεγάλο άνυσμα σε διαθέσεις, από μεγάλες ευθυμίες σε μεγάλες κατατονίες, μεγάλες σιωπές. Δεν μιλάμε για μια κατάσταση που πηγαίνει ευθεία. Υπάρχει και έντονη ανασφάλεια με τη γραφή σε βαθμό συχνά αυτοκανιβαλιστικό. Μιλάμε για εφηβεία, μια συνθήκη ανασφάλειας που σου δημιουργούν τα 16, 17, 18 χρόνια. Όλο το πράγμα είναι τελείως ασαφές, μπορεί να είσαι απλά ένας κλόουν, μπορεί αυτό που κάνεις να μην έχει καμία αξία. Είναι άλλο πράγμα να είσαι 35 και άλλο στο πρώτο έτος στο πανεπιστήμιο –επί ΠΑΣΟΚ, σε μια Ελλάδα που δεν έχουν συμβεί όλα αυτά που ακολούθησαν, μιλάμε για την Ελλάδα των ’90s. Όλοι προσπαθούσαμε να ανακαλύψουμε ποιοι είμαστε μέσα σε όλο αυτό το πράγμα και ο Γιώργος προσπαθούσε το ίδιο. Αν δεν το δεις ως κάτι εύθραυστο, κάτι εξαιρετικά ευάλωτο το έχεις δει λάθος».

Τη δεύτερη μέρα συνέβη το εξής: ένας από μας, κρατώντας σφιχτά ένα δρεπάνι στο χέρι του, έδωσε μια και αποκεφαλίστηκε, αφού (όπως φάνηκε) είχε ακούσει τα πεισιθανάτια λόγια ενός συντρόφου του (αυτού με τη μακριά γενειάδα). Αμέσως τη θέση του, που ως τότε κατείχε το κεφάλι του, κατέλαβε το σώμα ενός ιχθύος, που έδειχνε με τη συννεφιασμένη όψη του ξεκάθαρα την ατράνταχτη θέλησή του ν’ ανταμώσει το πέλαγο. Λίγο αργότερα κύλησε εκεί, εξαρτώντας το σώμα του από αγάλματα ανέκφραστα μα χρόνια δουλεμένα. Αυτά που γίνανε μας ξαφνιάσανε πολύ, αν και δεν ήταν διόλου απίθανα να συμβούνε (έτσι το ’χουμε να νομίζουμε για απίθανα τα πιο πιθανά) και αποφασίσαμε κάτι να κάνουμε να τους δώσουμε τέλος. Συνταχτήκαμε έτσι τη δεύτερη μέρα το απόγευμα κοντά στην πηγή, αυτή που μας δίνει το ακριβό νερό που πίνουμε, και πολλοί θέλησαν να μιλήσουν και πολλοί μιλήσανε. Μα ήτανε δυο τρεις που είπανε πολύ σημαντικά και σοφά πράγματα, βγαλμένα βαθιά μέσα απ’ τη γροθιά ανάμεσα στα στήθια τους, την κόκκινη. Αυτά θα σας τα πω κι εγώ όπως τα είπανε, για να δείτε ακόμη, και μ’ όλα όσα στο μεταξύ διάστημα είχανε συμβεί, υπήρχαν ακόμη μερικοί που μίλαγαν με σύνεση και έρωτα στα λόγια τους: Πρώτος πήρε το λόγο ένας που ήταν στην εμφάνιση ίδιος παιδαρέλι. Μονάχα τα μπράτσα του ήταν αντρίκια, καθώς και αυτά που έλεγε και έτσι κανείς δεν βρέθηκε να του πει να σταματήσει. Είπε λοιπόν: «Σε μια θεώρηση αντιθέτων προσωπική, το κόκκινο δεν είναι παρά λανθάνον γκρίζο κι απαιτητικό. Μας ζητά άθλους μύριους και ούτε άνθη προσφέρει ούτε αλήθειες. Κι όλοι ξέρουμε τη θλίψη την από την απόρριψη προερχόμενη πως είναι απέραντη και λεία σαν ευθεία γραμμή». Ύστερα πέταξε το καπέλο του στον αέρα και εξαφανίστηκε ή μάλλον χύθηκε κάτω από την χρυσόσκονη, σαν στάχτη το σώμα του. Κι είπε κάποιος πως έφυγε έτσι για να τιμήσει τα λόγια του. Και τις άλλες μέρες ποτέ κανείς δεν τον ξανάδε και ποτέ δεν ξαναμνημονεύτηκαν αυτά που είπε (πλην σήμερα). Και σαν κόπασαν τα λιγοστά σχόλια για τον λόγο του και μίλησαν και άλλοι και άλλοι και τέλειωσαν και αυτοί και κάθισαν και έπαψαν να ρητορεύουν, πήρε μια γυναίκα να μιλάει και είπε πράγματα που κανείς δεν άκουσε, για πολέμους και τέτοια. Κι ύστερα είπε και αυτά που όλοι αφουγκράστηκαν με ευλάβεια, μιας και δεν μπορούσαν να την καταλάβουν. Κι είπε τα ακόλουθα: «Μακριά σου δεν είναι καθόλου ωραία, χιονίζει και βρέχει πολύ και δεν υπάρχει πουθενά κόκκινο, μόνο γκρίζο, γκρίζο, γκρίζο. Στο κοράλλι που μου έδωσες έπαψαν πια να διακρίνονται τα ίχνη των δαχτύλων σου, έτσι θα χρειασθώ κάτι περισσότερο, κάτι πιο πολύ ή που απ’ αυτό δεν θα σβήσουν ποτέ τα αποτυπώματά σου, γιατί ναι, μακριά σου αλήθεια κρυώνω».

«Τον έβλεπες ως ποιητή;». «Και βέβαια τον έβλεπα ως ποιητή, όπως έβλεπα τον εαυτό μου ως σκηνοθέτη. Δυνάμει ποιητής και δυνάμει σκηνοθέτης, έστω. Ήμασταν πολύ αποφασισμένοι, ακραία αποφασισμένοι να κάνουμε αυτό που θέλαμε, με τον έναν τρόπο ή τον άλλον. Αυτή η σχολική χρονιά το 1997-98, για μένα είναι καθοριστική. Άρχισαν από το Μάρτη και μετά να γίνονται διάφορα πράγματα που και σήμερα δεν είναι ξεκάθαρα, γιατί βασίζονται σε φίλτρα ανθρώπων. Δεν είναι η αλήθεια του Γιώργου όμως, είναι η αλήθεια όπως την ξέρει ο καθένας μας. Από κει και πέρα υπάρχει μια συναισθηματική, υπαρξιακή και ψυχική ένταση στο πρόσωπο η οποία είναι θηριώδης, υπέροχη και μοναδική. Κατά τη γνώμη μου αυτό υπάρχει σε μεγάλο βαθμό και στα ποιήματα. Το Γκρίζο είναι πάρα πολύ ένα τέτοιο έργο. Έχει μια καταγραφή από το ύψος του κενού και είναι και το έργο το οποίο γράφτηκε τότε, το Πάσχα.».

«Ο Γιώργος Φιλιππίδης σε μια ηλικία σχεδόν απαγορευτική έφτασε εκεί που άλλοι πασχίζουν χρόνια να φτάσουν. Η ποίησή του – το αισθάνεσαι αμέσως αυτό- δεν είναι απλά ελκυστική, δεν είναι απλά σύγχρονη, η ποίησή του είναι επείγουσα».

«Τι εποχή αυτοκτόνησε;». «Ήταν Ιούλιος. Εκείνο το καλοκαίρι είχαμε κανονίσει να πάμε interail με άλλους φίλους μας. Ο Γιώργος το ακύρωσε δυο μήνες πριν φύγουμε και μας έκοψε όλους, άρχισε να απομονώνεται. Είχε μια μεγάλη άρνηση, ένα μεγάλο όχι σε όλα. Και μιλάμε για μία εξαιρετικά βίαιη αυτοκτονία. Έχει μια σημασία για όλους εμάς που τον ζούσαμε, είναι μια πολύ σημαντική πτυχή όλου αυτού, υπάρχει μια τρομακτική βία».

«Υπάρχει ένας πυρήνας οργής και έντασης, αυτό γιατί δεν το έβγαζε στα ποιήματά του;». «Τα ποιήματα του Γιώργου δεν είναι ποιήματα οργής, η κατάλληλη λέξη να χαρακτηρίσεις αυτό που υπάρχει είναι η ευθραυστότητα. Δεν υπάρχει η εφηβική ή μετεφηβική αντίδραση. Υπάρχει κάτι αληθινά ασφυκτικό, κάτι εορταστικό και μεγάλη ευαλωτότητα. Τα ποιήματα τα διάβαζα από το ξεκίνημά τους, ήταν μια εποχή μου ήμασταν πολύ κοντά. Μου άρεσαν, έγραφαν και άλλοι φίλοι μας, αλλά τα ποιήματα του Γιώργου μου άρεσαν στα αλήθεια. Κι είναι αληθινή καλλιτεχνία και τίποτα άλλο. Υπήρχε μέταλλο. Το ήξερα ότι υπάρχει μέταλλο, μου το έλεγε το ένστικτό μου ότι υπάρχει ειδικό μέταλλο, και κολλήσαμε και στην καθημερινότητά μας. Νιώσαμε εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο. Δεν έχει τίποτε να κάνει με άλλα πράγματα που έρχονται πιο μετά, την αναγνώριση ή την μη αναγνώριση, την άβυσσο της κακίας και της μικρότητας, και όλο αυτό μου άλλαξε τη ζωή. Και με καλό και με άσχημο τρόπο».

Έχω να πω τόσα πολλά, κι όμως ξέρω πως δεν θα καταφέρω να πω τίποτα…
“Έχω να πω τόσα πολλά, κι όμως ξέρω πως δεν θα καταφέρω να πω τίποτα…”

Κανένας δεν κατάλαβε σε ποιον αλήθεια απευθυνόταν η γυναίκα, μα επειδή πού και πού ήθελαν να ελπίζουν πως επρόκειτο γι’ αυτούς. Έτσι ξεσπάσανε καυγάδες στο πλήθος, που λιαγιάσανε μόνο σαν ήρθε τη γυναίκα φτερωτό άλογο και την πήρε και είδαν ότι αυτό ήταν η μούσα της. Ο τρίτος που μίλησε με ενδιαφέρον ήταν στ’ αλήθεια ζοφερός και μήνυσε πως ήρθε τάχα το τέλος, μα αποδείχτηκε στο τέλος ένας τρελός πως ήταν. Με τα εξής λόγια απευθύνθηκε στο ακροατήριο: «Ακόμη και οι λέξεις σκαρφαλώνουν να κοιτάζουν μέσα στα μάτια μου. Ο τρόμος με δένει σαν να με ελέγχει και αναρωτιέμαι στ’ αλήθεια για την ειλικρίνειά του. Κι αν κάτι να μη μου πρέπει δουν στο μυστικό μου καταφύγιο, ποια η φρικτή μου η μοίρα μετά!». Τότε ακριβώς φάνηκε η αρρώστια του. Κι αυτός άφρισε στο στόμα και άρχισε να κτυπά τα μέλη του στην εξέδρα, που είχε στηθεί για τις ρητορείες, και ούρλιαζε με λέξεις ακατάληπτες πάνω στη σύγχυση που είχε και ύστερα έκλαιγε πικρά. Αυτός μόλις του πέρασε η κρίση αυτή έφυγε μακριά ντροπιασμένος και λένε πως είναι ακόμη και μέχρι τις μέρες μας κλεισμένος σε μια σπηλιά πίσω από τους καταρράκτες, όπου με αγάπη μια που τη λένε Άννα τον νοιάζεται. Κι αυτοί ήταν οι αξιοσημείωτοι λόγοι. Η απόφαση πάντως που βγήκε, μια και δεν μπορούσαμε αλλιώς το κακό να σταματήσουμε, ήταν να κινήσουμε για τη δύση του ήλιου, που όλοι παραδέχονται πως αυτή ρυθμίζει και κανονίζει το χρώμα που θα ανατείλει η μέρα. Και τ’ άλλο πρωί συμφωνήσαμε να ξεκινήσουμε. Και θα το κάναμε, αν δεν συνέβαινε αυτό που συνέβη: Πρωί πρωί της τρίτης μέρας λοιπόν στέρεψε η πηγή μας και πια μέρος για να πίνουμε νερό δεν είχαμε. Με μαύρες φτερούγες μας αγκάλιασε ο θάνατος. Μαράθηκαν τα χορτάρια και οι λάσπες στέγνωσαν κι έσκασε η γη. Στην πρόχειρη πολιτεία που οργανώσαμε στον καταυλισμό μας αυτόν, πάνω από το άλλοτε υγρό οδόστρωμα (είχαμε ασφαλτώσει για τις ανάγκες των οχημάτων ένα δυο δρομάκια) κάθονταν μόνο η σκόνη κι η ομίχλη, αυτή που είχε κουρνιάσει εκεί από την υγρασία διαλύθηκε, μα ό,τι είδαμε δεν ήτα καθαρότερο και καθόλου δεν μας ξεθάρρεψε. Το τέλος κάθε μόχθου στους κορμούς που είναι ακόμη γεροί μα άδειοι και στα φύλλα που αλάφρωσαν άξαφνα, η αρχή εκεί κοντά στις φωλιές των μυρμηγκιών και των άλλων εντόμων, που ως τώρα τα ακούγαμε και τώρα έτσι απρόσμενα σώπασαν και αυτά μαζί με τις αχτίδες του ήλιου. Στον ύπνο τους πολλοί ξυπνούσαν με κραυγές και αγωνία από το ατσάλι –τη στυφάδα αυτή- που τους έδενε τη γλώσσα, και σχημάτιζαν ζωγραφιές στον αέρα με τα δάχτυλά τους μέσα στο παραλήρημά τους, μήπως έτσι έφερναν κοντύτερα τον σκοπό τους. Κι έτσι πέρασε και η τρίτη νύχτα και ξημέρωσε γκρίζα η τέταρτη μέρα. Και με έκπληξη είδαμε, όσοι αντέξαμε τη φοβερή δοκιμασία, πως πάλι το νερό έτρεχε στη στέρνα. Και αμέσως όλοι ενοήσαμε τον σκοπό τον ανώτατο που είχε αυτή η προσωρινή λειψυδρία: πως ήταν δηλαδή σημάδι· πως μας ορμήνευε κάτι. Και τότε πολλές προτάσεις και εξηγήσεις ακούστηκαν, πως τάχα τον κώδικα θα έλυναν μα μία μόνο γίνηκε πιστευτή, ενός σμιλευτή του μαρμάρου.

«Ο Γιώργος Φιλιππίδης σε μια ηλικία σχεδόν απαγορευτική έφτασε εκεί που άλλοι πασχίζουν χρόνια να φτάσουν. Η ποίησή του – το αισθάνεσαι αμέσως αυτό- δεν είναι απλά ελκυστική, δεν είναι απλά σύγχρονη, η ποίησή του είναι επείγουσα» γράφει ο ποιητής Γιάννης Στίγκας στον πρόλογο της Γαλάζιας Μηχανής. «Γιατί ο Φιλιππίδης ενσαρκώνει την τεράστια υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου, με μια γλώσσα πυρετική, ακροβατική, χίλιες φορές πιο ακροβατική από το χαμόγελο του Da Vinci. Γιατί δεν αρκείται στην κραυγή, αλλά ξέρει και να την σκαρφαλώνει. Κάτι –που κατά τη γνώμη μου- είναι κι ο μοναδικός μας δρόμος προς το όνειρο: Αδέλφια μου / ακούστε καλά / μια μέρα θα φτιάξουμε / τον γυάλινο κήπο που ονειρευόμαστε / μια μέρα από το γυάλινο πηγάδι του / θα αντλήσουμε / ζεστή σοκολάτα / και λουλούδια εντελβάις. Γιατί διαθέτει μια κοινωνική συνείδηση κοφτερή –κοφτερή, όπως ακριβώς πρέπει: Μήπως και να καταλάβει κανείς / πόσο πολύ δεν με νοιάζει / αν καούν όλα / τα δολάρια / και τα μάρκα / και τα γιεν του κόσμου. Ε, τέτοιος άνθρωπος είναι. Με την ευαισθησία ξενυχτισμένου λουλουδιού: Γύρεψα πάντοτε εκδίκηση / στ’ όνομα κάθε τι εύθραυστου / είχα ξεχάσει πως ό,τι είναι εύθραυστο / είμαι εγώ / πως είσαι εγώ. Ή: Γδέρνομαι σε μια δυο αληθινές φιλίες και σ’ έναν έρωτα / … Αγαπώ (θέλω να προλάβω να το κάνω καλά, όλο και καλύτερα) / Είναι στιγμές που δεν φοβάμαι τον θάνατο. Ξέρετε, μου είναι πολύ δύσκολο να σας μεταδώσω πώς λειτουργεί αυτή η ποίηση μέσα μου. Κι ίσως, αν σας έλεγα ότι ηλεκτρίζει το κουράγιο μου κι ότι μέρα με την ημέρα με κάνει να μαντεύω μες στους ανθρώπους μια δύναμη σχεδόν αστρονομική, του εσαεί – καινοφανούς αστέρα. Ή, μάλλον, ξεχάστε τα όλα αυτά και κρατήστε μονάχα το εξής: Λύσου και λιώσε / ζούμε μονάχα για το χνώτο του φωτός / … ζούμε για μιαν ανάσα σβησμένη / άπειρο / όμως άπειρο είναι / ό,τι το άπειρο βυζαίνει. Έτσι είναι. Γι’ αυτό και όποτε σκέφτομαι τον Γιώργο Φιλιππίδη, τον σκέφτομαι σε χρόνο αποκλειστικά ενεστώτα. Άλλωστε, το λέει και ο ίδιος: μα η μηχανή –γαλάζια θα προσθέσω εγώ- / Μα η μηχανή αγρυπνά και ταξιδεύει / έστω και χωρίς αναβάτη».

Το χρονικό πλαίσιο στο οποίο έζησε και έγραψε ο Γιώργος Φιλιππίδης ήταν μια περίοδος ψευδο-ευημερίας, με την Ελλάδα να ετοιμάζεται για την Ολυμπιάδα, τη φούσκα του χρηματιστηρίου να διογκώνεται και να ετοιμάζεται να σκάσει, ΠΑΣΟΚ, νεοπλουτισμό και τους Έλληνες να προσπαθούν να πλουτίσουν με ψέματα.
Στον Σεργκέι Γιεσένιν― ξανά!
13.5.2016
Στον Σεργκέι Γιεσένιν― ξανά!

«Δεν υπήρχε καμία σύνδεση με την ελληνικότητα. Αισθανόμασταν πιο πάνω» λέει ο Σύλλας. «Δεν μπορούμε να φτιάξουμε ένα life style γύρω από αυτό, φαντάσου ένα παιδί με σπυράκια, δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί, είναι μια συνθήκη εφηβείας που δεν είχε περιθώρια για περισσότερα πράγματα. Διαβάζαμε πολύ Ρεμπώ, Απολινέρ, Ντοστογιέσφκι, Βερλέν, οι βασικές συζητήσεις μας ήταν για τον Ντοστογιέσφκι. Από κει και πέρα υπήρχε μεγάλη απόσταση κατά το δυνατόν από την ελληνική τέχνη, πολύ συνειδητή. Βλέπαμε πολύ σινεμά, Τρίερ, Κρόνενμπεργκ, δεν ήταν μόνο λογοτεχνικές οι αναφορές, ήταν κάτι πιο ευρύ στις δικές μας γενιές, μουσική, Πάουντ, έπαιξε σίγουρα έναν ρόλο και ο μοντερνισμός. Μουσικά ακούγαμε πάρα πολύ Spiritualized, Nirvana, grunge που ήταν κάτι πολύ κοινό, είχαμε έναν φίλο που τραγούδαγε ρεμπέτικα, μας άρεσαν τα rave πάρτι, ακούγαμε τα πάντα. Υπήρχε μια απίστευτη ζωντάνια, υπήρχε ζωτικότητα, υπήρχε ένα άρπαγμα από τη ζωή, ακόμη και από τον θάνατο. Δεν είναι μια ιστορία μελαγχολίας, θλίβας και κατάθλιψης. Υπήρχαν μηχανές, πάρτι, έρωτες, υπήρχε κάτι πολύ ζωντανό. Ήμασταν 18 χρονών –ο Γιώργος 19 -τώρα θα ήταν 38».

Αφού λοιπόν χτύπησε τη γροθιά του με πάταγο στο δρύινο ξύλο του πάγκου, που δούλευε την τέχνη του, και με οργή περίσσεια, που πολλοί την απόδωσαν στην αναμονή και την αναβλητικότητα που είχαμε ως τότε (μάλλον) δείξει, βροντοφώναξε τη γνώμη του και και ξεχείλιζε σαν μιλούσε θάλασσα από τα μάτια του και κύματα ήταν τα λόγια του: «Μα τι τάχα να σήμαινε σαν όχι πως δεν έχουμε άλλο χρόνο για συζητήσεις και λόγους. Ήτα η πρόγευση αυτού που σιμώνει σαν φιλί που σου δείχνει τον έρωτα. Ας φύγουμε αμέσως από το καταραμένο μέρος, να κυνηγήσουμε την τύχη μας, να ξαναβρούμε τα χρώματα. Μα γι’ αυτό το ταξίδι, που σαν πάνε όλα καλά θα ξεκινήσουμε αύριο, θα χρειασθεί κάτι ο καθένας σας να δώσει. Θέλω να περνάτε όλοι, ένας ένας, μπροστά από τον πάγκο, αυτόν που πάνω του θαυμάζετε τα όσα έχω φτιάξει, και να αφήσετε ο καθένας ό,τι ποτέ κανείς δεν σας ζήτησε!». Και περάσαμε όλοι από το ορισμένο μέρος και ο καθένας έδινε τα δικά του, άλλος έρωτα, άλλος ψέμα, τρυφεράδα, σκέψη, λογικό, αλήθεια, έχθρα, τη γη, και έδωσε ακόμη κι αυτόν τον ήλιο. Και αυτά τα πήραμε όλα μαζί μας και όταν ήρθε η στιγμή να φανούν χρήσιμα και να πάρουμε βοήθεια απ’ αυτά, τότε ένα ένα τα χρησιμοποιούσαμε κατά την περίσταση. Πάντως, καθώς μας είχε προταθεί, τραβήξαμε για τη δύση την Πέμπτη μέρα το πρωί πρωί. Και παραδώσαμε τον καταυλισμό μας στις φλόγες. Και δεν θα γυρνούσαμε ποτέ πίσω και το ξέραμε. Μερικοί που ποτέ δεν είχανε πιστέψει ότι τελικά θα αναχωρούσαμε τα χάσανε και αντί ν’ ακολουθήσουν εμάς, πέφτανε μέσα στις φλόγες και αυτοπυρπολιόντουσαν, αφού είχαν πρώτα ξεγυμνωθεί και κρατώντας στα χέρια τους λουλούδια, γαρδένιες, μαργαρίτες, κυκλάμινα. Και κάποιοι άλλοι στήνανε οδοφράγματα και ρίχνανε πέτρες ο ένας στον άλλον χωρίς ευτυχώς να μας πειράζουν εμάς. Και αυτή ήταν μία ομαδική μανία που δεν μπορούσαμε ποτέ να εξηγήσουμε και που αφάνισε πολλούς από μας, που τους λέγαμε αντριωμένους ως τότε. Και μερικοί έκαναν κάτι πολύ αστείο σ’ εμάς που είχαμε τα φρένα μας σώα ολωσδιόλου: ετοιμάζανε τις βαλίτσες τους ή άλλες τσάντες που είχαν και τις γέμιζαν με τα χρειαζούμενα (χτένες, βούρτσες, ρούχα, σαπούνια και τέτοια), χωρίς να τους περνά απ’ το μυαλό πως το ταξίδι μας θα ’ταν πολύ διαφορετικό. Και εύλογα όσοι τόσο είχαν παρανοήσει τον στόχο μας δεν τους πήραμε μαζί μας, γιατί μάλλον φορτίο θα ήτανε παρά πολύτιμη βοήθεια. Μα όλα αυτά καθώς και οι χαμοί των άλλων τις προηγούμενες μέρες μάς λιγόστεψαν στ’ αλήθεια και μείναμε βέβαια, με κάποιες εξαιρέσεις, λιγότεροι από πριν αλλά πιο εκλεκτοί. Και ξημέρωσε λοιπόν η πέμπτη μέρα. Ακολουθήσαμε ένα μονοπάτι πολύ στενό, που δεν μας χωρούσε να περπατάμε δυο δυο και κάναμε φάλαγγα που άγγιζε πέραν από τα βλέμματά μας, ως το δάσος. Είχαμε αποφασίσει να μη σταματήσουμε την πορεία μας ώσπου να έρθει το σκοτάδι. Κι αυτό έκανε πολλούς από την κούραση και την απογοήτευση να σκάβουν λαγούμια σαν τα ποντίκια στη γη και να λένε πως εκεί πια θα κατοικήσουν, μέσα σε υπόγειες στοές, και πως θα έκαναν εκεί ζωή καλύτερη απ’ την αβέβαιη τη δικιά μας… Έψαχναν να βρουν φαγητό μέσα εκεί που δεν έφτανε αυτό το λιγοστό φως που μας ζωγράφισε εμάς που συνεχίσαμε, ίσα ίσα για να διαφέρουμε αναμεταξύ μας. Και ως να βραδιάσει είχαμε διανύσει δρόμο πολύ, μα είχαμε πολύ περισσότερο μπροστά μας. Κι ο ύπνος που κάναμε σαν σταματήσαμε ήταν τέτοιος, που κάποιοι το θέλησαν να μην ξυπνήσουν καθόλου, ούτε την έκτη μέρα, για να συνεχίσουμε στο μονοπάτι. Την έκτη μέρα κατά το απόγευμα στέρεψε έξαφνα το μονοπάτι. Χάσαμε τα ίχνη του και όσο κι αν ψάχναμε, ήταν μάταιο. Έπρεπε έτσι μόνοι μας πιο να οδηγηθούμε και μόνοι μας να ανοίγουμε περάσματα, αφού ήταν κακοτράχαλο το μέρος και δύσκολα.

Τα ποιήματα της «Γαλάζιας Μηχανής» είναι σπαρακτικά, χωρίς ηλικία, απίστευτα ώριμα και όσο και αν προσπαθείς να τα κατατάξεις κάπου στέκουν αυτόνομα και μοναδικά, όπως μοναδικός ήταν και ο δημιουργός τους. Και η αυτοχειρία του τα κάνει ακόμα πιο φωτεινά -γιατί είναι το έργο ενός νεαρού ανθρώπου που μπορεί να έφυγε πρόωρα και ξαφνικά, σε μια ηλικία επικίνδυνη, που πολλά αγόρια ξεπερνούν το όριο, αλλά τουλάχιστον ήταν μια πράξη επιλογής και η εκπλήρωση μιας επιθυμίας. Λογοτεχνικά δεν ανήκουν σε καμία κατηγορία.

«Είναι δύσκολο να χαρακτηρίσεις τον Γιώργο λογοτεχνικά με την έννοια των σχολών» λέει ο Σύλλας. «Μιλάμε για κάτι το οποίο βγήκε τελείως μόνο του, είναι αυτόνομο. Δεν υπήρχε και χρόνος για να γίνει αυτή η επαφή και να τον γνωρίσουν άλλοι συγγραφείς, ήταν πολύ μικρός, από το λύκειο πέρασε στο πανεπιστήμιο και πρακτικά υπάρχει ένα όριο στον αριθμό των ανθρώπων που μπορείς να γνωρίσεις.

Θυμάμαι απίθανα ταξίδια στη Θεσσαλονίκη, μια εκδρομή στη Μύκονο, ετερόκλητα πράγματα, θυμάμαι ότι είχε πάει στην Πάτρα για το καρναβάλι, ένα ελληνικό κιτς μετα-μεταπολίτευσης σε όλο του το μεγαλείο. Τώρα το βλέπουμε, μετά, αφού όλος αυτός ο κόσμος έχει καταρρεύσει. Συγκρουόμασταν ακόμα πολύ άγουρα τότε, αλλά με ένα πραγματικό μίσος για την προηγούμενη γενιά. Ποια ήταν η εύκολη ζωή ακριβώς; Τα σόγια; Τα φροντιστήρια; Τα Πάσχα στο χωριό; Μιλάμε για την απόλυτη αποπνευματικοποίηση, για τον απόλυτο επαρχιωτισμό, για τον απόλυτο νεοπλουτισμό, και μέσα σε όλα αυτά τα κατσάβραχα που γκρεμίστηκαν στη συνέχεια με εκκωφαντικό θόρυβο βγήκαν μερικά λουλούδια. Αυτή η συλλογή είναι σίγουρα ένα από αυτά. Τα άνθη μας θεωρώ ότι βγήκαν από τα κατσάβραχα».

Ο Γιώργος Φιλιππίδης αυτοκτόνησε λίγο πριν κλείσει τα 20 του χρόνια. Τα ποιήματά του κυκλοφόρησαν ένα χρόνο μετά το θανατό του σε μια συλλογή με τίτλο «Γαλάζια Μηχανή» από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Τα αποσπάσματα είναι από το «Γκρίζο».
Ευχαριστώ πολύ τον Σύλλα Τζουμέρκα για τις πληροφορίες που επέτρεψαν τη δημιουργία αυτού του αφιερώματος και τις φωτογραφίες από το προσωπικό του αρχείο.

*Από το http://m.lifo.gr/articles/book_articles/109090 με περισσότερες φωτογραφίες κ.λπ.

Georg Trakl, Τέσσερα ποιήματα

trackl-300x131

Χειμωνιάτικο βράδυ

(Δεύτερο σχεδίασμα)

Έξω απ΄το παράθυρο όταν πέφτει το χιόνι,

Και ήχος σήμαντρου μακρύς όταν το βράδυ απλώνει,

Η τάβλα μέσα για πολλούς είν΄ έτοιμη, στρωμένη,

Κι η κάμαρη τούς καρτερεί πλούσια στολισμένη.

Μετά από δρόμο μακρινό κάποιος κοντοζυγώνει

Σε μονοπάτι σκοτεινό την πύλη της αυλής,

Ένα δέντρο της Χάριτος ολόχρυσο φυτρώνει

Κι ανθίζει από τους δροσερούς χυμούς μέσα της γης.

Ο οδοιπόρος σιωπηλός μέσα στο σπίτι μπαίνει

Από κατώφλι που το πέτρωσε ο καημός,

Κι επάνω στο τραπέζι εκεί λαμπρό τον περιμένει

Ψωμί, μα και κρασί λουσμένο μες στο φως.

***


Ένοχοι εγκλήματος

Μαίνεται η νύχτα στη μεριά π΄έσμιξαν τα φιλιά μας, φοβερίζει,

«Ποιός θα σας σώσει απ΄την ενοχή;», κάποιος μας ψιθυρίζει,

Μα εμείς μες σε γλυκούς σπασμούς μιαρής λαγνείας,

«Συγχώρα μας στη σκέπη σου!», ζητάμε της Μαρίας.

Λαίμαργα αρώματα, άπληστα, τα ανθογυάλια βγάζουν,

Τα ένοχα μας μέτωπα στολίζοντας σκεπάζουν,

Κι εμείς εξαντλημένοι μες στην άχνα πνιγερών ατμών,

Στο όνειρο συγχώρηση ζητάμε της Μαρίας των Ουρανών!

Μα η Σφίγγα μπρος στις τύψεις μας πιο σκοτεινή προβάλλει,

Και των Σειρήνων η πηγή πιο δυνατά παφλάζει,

Ώστε η καρδιά μας πιο άνομη μες σε λυγμούς και πάλι:

«Συγχώρα μας στη σκέπη σου, Μαρία!», της κραυγάζει.
`
***

Ψίθυροι το απόβραδο

Του φθινόπωρου ο ήλιος τρεμοπαίζοντας φθίνει,

Κι οι καρποί απ΄τα δέντρα κυλάνε στη γη,

Μες σε χώρους γαλάζιους κατοικεί μια γαλήνη
Κι ένα ολόκληρο δείλι κρατά η σιγή.

Με μια κλαγγή μεταλλική ο θάνατος ηχεί
Το λευκό ζώο θα σωριαστεί, στο χώμα θα τσακίσει

Και το τραγούδι κοριτσιών ηλιοκαμένων -το τραχύ,

Μέσα στων φύλλων τη ροή κι εκείνο θα σκορπίσει.

Το μέτωπο ονειρεύεται χρώματα του Θεού,

Όπως της τρέλας οι φτερούγες απαλά θα το αγγίζουν,

Στο λόφο περιστρέφονται σκιές παντού

Από τη σήψη κυκλωμένες να μαυρίζουν.

Γεμάτο είν΄το δειλινό με ησυχία και κρασί

Κι ήχους πικρούς κιθάρας πονεμένης,

Αχνά σκορπά το φως μια λάμπα και εσύ

Μέσα στο σπίτι σαν στο όνειρο θα μπαίνεις.
`
*
**

Φθινόπωρο

Στέκουν στο φράχτη οι ηλίανθοι φεγγοβολώντας

Κι οι άρρωστοι μες στη λιακάδα σιωπηλοί,

Μοχθούν γυναίκες στα χωράφια τραγουδώντας

Και των μοναστηριών το σήμαντρο λαλεί.

Πουλιά για μύθους μακρινούς σου κελαηδούν
Και των μοναστηριών το σήμαντρο λαλεί.

Τα καστανά σταφύλια σήμερα πατούν

Και στην αυλή παίζει γλυκά ένα βιολί.

Μοιάζουν πράοι οι άνθρωποι και γελαστοί,

Τα καστανά σταφύλια σήμερα πατούν.

Διάπλατα είναι οι νεκροθάλαμοι ανοιχτοί

Με ζωγραφιές του ήλιου οι ακτίνες τους κοσμούν.

*Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης.
**Από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr