Ο ποιητής Θάνος Ανεστόπουλος

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Πριν από λίγες μέρες, μας ήρθε η είδηση του θανάτου του Θάνου Ανεστόπουλου. Αφήσαμε να περάσει λίγο ο θόρυβος της είδησης, «να κατακάτσει ο κουρνιαχτός», όπως λέει εύστοχα ένα δημοτικό τραγούδι, έτσι ώστε να μπορέσουμε με ησυχία και τον απαιτούμενο σεβασμό να αγγίξουμε το έργο του.

Το έργο του Ανεστόπουλου είναι πολυσχιδές, όμως, εδώ δεν θα ασχοληθούμε με τα σκίτσα του, ούτε με τους ποιητές, που μελοποίησε μαζί με τα υπόλοιπα μέλη των Διάφανων Κρίνων, αλλά με την ποίησή του. Γιατί ο Θάνος Ανεστόπουλος ήταν πάνω από όλα ποιητής.

Θα μπορούσε να πει κανείς, πως χαρακτηρίζουμε εύκολα ποιητή κάποιον, που εξέδωσε μόλις μία ποιητική συλλογή, μόλις το 2015 όταν ήταν 48 ετών, όμως, τότε θα έπρεπε να ξεχάσουμε τον Καβάφη, που δεν εξέδωσε ποτέ ποιητική συλλογή όσο ζούσε και αν δεν θέλουμε να πάμε τόσο πίσω, έχουμε το παράδειγμα του Νίκου Γκάτσου, που σε όλη του τη ζωή εξέδωσε μόλις μία ποιητική συλλογή. Βέβαια, ο Νίκος Γκάτσος είχε την τύχη να μελοποιήσουν στίχους του συνθέτες-ογκόλιθοι, όπως ο Χατζηδάκις, ο Θεοδωράκης και ο Ξαρχάκος. Ο Θάνος Ανεστόπουλος έγραφε στίχους, που τους μελοποιούσε και τους ερμήνευε ο ίδιος. Πολλά, λοιπόν, από τα τραγούδια της δισκογραφίας των Διάφανων Κρίνων είναι ποιήματα του Θάνου Ανεστόπουλου γι’ αυτό δεν θα σταθούμε στη μία και μόνη ποιητική συλλογή, που εξέδωσε, αλλά σε ορισμένα ποιήματα, που βρίσκονται αναρτημένα στο διαδίκτυο.

Το πρώτο, που παρατηρούμε, όταν ερχόμαστε σε επαφή με την ποίηση του Θάνου Ανεστόπουλου είναι ότι ο ποιητής ήταν γλωσσοπλάστης. Έφτιαχνε δικές του λέξεις, που φαντάζουν πιο ποιητικές και δίνουν μια άλλη χροιά στην ποίησή του. Για παράδειγμα, η λέξη «αΰπνωτος», που είναι πολύ πιο εύηχη από τη λέξη άυπνος. Επίσης, η λέξη «ηλιοκράτορας» παραπέμπει στη λέξη ηλιάτορας του Οδυσσέα Ελύτη.

Η ποίηση του Θάνου Ανεστόπουλου είναι ορμητική σαν χείμαρρος. Η πλούσια φαντασία του και η ευχέρεια του λόγου του και το πλούσιο και δημιουργικό λεξιλόγιό του φαίνονται κυρίως στα ποιήματα: «Αΰπνωτος», «Βλέφαρα του Φλεβάρη», «ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΠΑΝΘΕΟΝ ΣΤΙΓΜΩΝ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΩΝ», «Ο Ρόντια στον πάγο» κ.α.

Όμως, οι καλύτερες στιγμές του Θάνου Ανεστόπουλου είναι στα κοινωνικά του ποιήματα(*). Εκεί, ο στίχος του γίνεται ασυμβίβαστος και αναρχικός. Εκεί, ο ποιητής οικτίρει τον άνθρωπο, που είναι κλεισμένος στον εαυτό του και δεν τον φτάνουν οι φωνές των κολασμένων της γης. Τον άνθρωπο, που έχει κλειστεί στον δικό του γυάλινο πύργο και φοβάται να βγει παραέξω. Ο άνθρωπος αυτός καταλήγει: «Να φθείρεται ακίνδυνα…. Χωρίς ποτέ ο ίδιος να υπήρξε. / Πεθαίνοντας χωρίς να έχει γεννηθεί.» Στο αφηγηματικό ποίημα «Οι κρεμάστρες» θα συναντήσουμε έναν μετανάστη ρακοσυλλέκτη, που δέχεται ρατσιστική επίθεση από έναν φασίστα μικροαστό.

Στα ποιήματα, που αναλύσαμε πιο πάνω ο Θάνος Ανεστόπουλος περιγράφει με αδρές πινελιές τις κοινωνικές αδικίες, όμως, σε άλλα ποιήματα δεν περιγράφει απλά, αλλά προτρέπει. «Ανοίξτε όλες τις φυλακές», γράφει στο ποίημα «Παράθυρα», για να καταλήξει: «Ανοίξτε τα λαμπερά μάτια των παιδιών / και κλείστε την τηλεόραση.» Σε άλλο ποίημα θα δείξει ότι η ελπίδα μένει ακέραια, όσες προδοσίες κι αν γίνουν χρησιμοποιώντας τον εύστοχο τίτλο: «Κάποτε τα δεσμά θα σπάσουνε», ενώ στο ποίημα «το αναντικατάστατο οστεοφυλάκιο» θα γράψει: «Είναι όλα έτοιμα. Οι καιροί αλλάζουν!»

Με αυτή, λοιπόν, τη σύντομη ανάλυση αποχαιρετάμε τον ποιητή Θάνο Ανεστόπουλο και κρατάμε ως παρακαταθήκη τους στίχους του, όπως και τους τελευταίους στίχους του ποιήματος «Σκάψιμο», που θα μπορούσε να είναι η ποιητική διαθήκη του: «Εγώ ο άγνωστο που υπήρξα / δεν είμαι πια εδώ. ……. ΚΟΙΜΗΣΟΥ ΚΙ ΕΓΩ ΘΑ ΚΟΙΜΗΘΩ…/ όταν πεθάνω.»

(*) Τα κοινωνικά ποιήματα του Θάνου Ανεστόπουλου βρίσκονται αναρτημένα στο διαδίκτυο σε αφιέρωμα, που έγινε στο blog: «ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ» και μπορείτε να τα διαβάσετε ακολουθώντας τον σύνδεσμο: http://poihtikostayrodromi.blogspot.gr/2016/09/blog-post.html

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Fast food & Κέρματα

theoxaris2034

Παρουσιάζει ο Ειρηναίος Μαράκης*

Σε προηγούμενη παρουσίαση ποιημάτων του Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου σημειώναμε ότι η ποίηση του «είναι άμεση, απλή, ελεύθερη από δύσκολα νοήματα, με διάθεση για πειραματισμό – φέρνοντας έτσι τον ποιητή σε άμεση επαφή με την σύγχρονη ποιητική παραγωγή στη χώρα μας, αναδεικνύοντας φαινόμενα, καταστάσεις και προβληματισμούς όπως ακριβώς είναι». (Ατέχνως, 24/10/2015). Αυτή μας την εκτίμηση έρχεται να επιβεβαιώσει με τον καλύτερο τρόπο η πρόσφατη ποιητική συλλογή του Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου «Fast food & Κέρματα» (2015) που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μανδραγόρας.

Ο τίτλος της συλλογής εύκολα μας παραπέμπει (κι αν τον διαβάσουμε κυριολεκτικά, δηλαδή χωρίς φαντασία) σε κάτι που είναι γρήγορο και ευτελές, όχι απαραίτητα καλό, που ικανοποιεί τις ανάγκες μας για να ξεχαστεί αμέσως μετά. Αντίθετα τα ποιήματα του βιβλίου φαίνεται να παίζουν με τις παραπάνω καθιερωμένες έννοιες και να τις ανατρέπουν, γιατί ούτε γρήγορα είναι (ακόμα και η ανάγνωση τους θέλει προσοχή κι όχι ένα γρήγορο ξεπέταγμα, γιατί μετά θα χάσουμε την ουσία των λόγων του ποιητή), ούτε πρόχειρα και ευτελή. Ο προσεκτικός αναγνώστης θα αντιληφθεί με ευχαρίστηση ότι τα χαικού της συλλογής (γιατί σε αυτή τη μορφή επιλέγει να εκφραστεί ο ποιητής στο «Fast food & Κέρματα») δεν είναι ένα εύκολο είδος αλλά ένα απαιτητικό είδος όπου για να εκφράσεις με απλότητα τα συναισθήματα και τις απόψεις σου, απαιτείται μαστοριά, σκληρή δουλειά και γνώση των ποιητικών κανόνων, κάτι που κατέχει με πληρότητα ο Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος. Δεν ξεχνάμε ότι στα χαικού μέσα σε δεκαεπτά (17) συλλαβές μπορούν να εκφραστούν τόσα πολλά νοήματα που ίσως ούτε σ’ ένα μακροσκελές ποίημα , δεν θα μπορούσε κάποιος να παρουσιάσει.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο ενότητες (ή αν προτιμάτε, σε δύο ποιητικές συλλογές που συνδιαλέγονται μεταξύ τους) και με ποιήματα που θα μπορούσαν να βρίσκονται στη μία ή και στην άλλη ενότητα. Τα ποιήματα του βιβλίου, είναι ποιήματα λυρικά, γήινα, βαθειά ανθρώπινα κι εκφράζουν την απώλεια των ονείρων και των αγαπημένων προσώπων (δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η δεύτερη ενότητα του βιβλίου, τα «Κέρματα», είναι αφιερωμένα στην αλησμόνητη Μάρα, δηλαδή στην αγαπημένη σύντροφο του ποιητή), υπαρξιακά (με την έννοια ότι αναφέρονται σε καθημερινές εμπειρίες και εικόνες), κοινωνικά και πολιτικά (εδώ ο ποιητής δεν πολιτικολογεί αλλά αναφέρεται ρητά στην πόλη και στους ανθρώπους της – κατά τη γνώμη μας πολιτικός λόγος δεν είναι μόνο οι πολιτικές διακηρύξεις αλλά και η αίσθηση ότι δεν είσαι μόνος σε αυτό τον κόσμο). Η απώλεια του σώματος, τα φιλιά που δεν θα ‘ρθουν, τα λόγια αγάπης τα χαμένα αλλά όχι λησμονημένα, οι ανίεροι χτύποι της μοίρας αλλά κι ο αγώνας του ποιητή να μη λυγίσει, ο ήχος του μπουζουκιού που μένει φίλος παντοντινός ως στήριγμα και παρηγοριά, σκέψεις και προβληματισμοί, να τι εκφράζεται στην ποιητική συλλογή «Fast food & Κέρματα» εμποτισμένα με τη σοφία και την απλότητα που εκφράζει τον ποιητή.

Κλείνοντας, αξίζει να σημειώσουμε ότι το «Fast food & Κέρματα» αξίζει να διαβαστεί απ΄ όλους, τόσο από τη νέα γενιά ποιητών για να δει πόσο η παλαιότερη γενιά αναζητά και πειραματίζεται (πετυχημένα) με νέες μορφές ποιητικής έκφρασης, όσο κι από κάθε αναγνώστη που θεωρεί πως η διατήρηση της μνημοσύνης μπορεί να αποτελέσει φάρο φωτεινό για μια ζωή που δεν θα ξεχνά, που δεν θα απεμπολεί τις εμπειρίες και τα παθήματά της αλλά που θα προσπαθεί και για καλύτερες συνθήκες από τις προηγούμενες. Αυτό είναι το μήνυμα που κατά τη γνώμη μας πάντα, περνάει, ακούσια ή εκούσια δεν έχει σημασία, τούτο το αισιόδοξο μέσα στη μελαγχολία του βιβλίο.

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Fast food

IV
Ας ταξιδέψω.
Γι’ αποσκευές αρκούνε
οι λίγοι στίχοι.

V

Έρχονται… Φεύγουν…
Ο σταθμός ερημώνει.
Έρημος κι εσύ.

ΧΧ
Να γράψει στίχους
στο χαρτί ήθελε. Μα
αυτοί πετούσαν.

Κέρματα

Πάνω του λάμπει
ο ουρανός. Μέσα του
σκοτάδι βαθύ.

Δύει ο ήλιος.
Αρχίζει η αγρύπνια
της μοναξιάς μου.

Ψέματα λέω
πως έφυγες. Ακόμα
σε βλέπω παντού.

*Από το http://atexnos.gr/antonis-8-papadopoulos-fast-food-kermata/?utm_campaign=shareaholic&utm_medium=facebook&utm_source=socialnetwork

Poems from a Foreign Country (1)

X385612's avatarX385612

balancing kropotkin whilst quoting baudelaire
(thirty some ill-conceived lines about nothing)

in my wallet I keep an anarchist
muttering
incessantly kropotkins hopes
of freedoms ordered expectations
demanding the impossible.

i keep a priest locked
in the attic amidst
the cobwebs of antiquity
yesterdays sage humming ave maria
reading rereading repeating john 3:19.

immersed in perfume and
smelling of tears in my closet
a nancy boy I keep
freshly shaven trying on queer
tight fitting thoughts
taking in visions of
warm summer days
indoors.

i keep an artist under
the cushions of my couch a
constant pain
in the dada.

in my pocket I keep an alchemist
transmuting lead into garlic mayonnaise
ssssssshhhhhhh listen
can you hear his nerves impatient
awaiting celebrations not quite
touching glory.

i keep a philosopher by my bed
essential absurdist existential
handgun in hand dreaming of
summer algerian beaches ushering
forth the tide of mad sincerity.

View original post

Το βιβλίο.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

img_6340

Είχανε ξεχάσει ποιό ήταν το βιβλίο

συμφωνούσαν όμως όλοι πως το διάβαζε την ώρα που μπήκαν

στην ακτίνα

μ’ ένα μακρύ κατάλογο.

Διάβαζε κι όταν έγινε σιωπή  κ’ οι αρβύλες των φυλάκων

ηχούσαν στο προαύλιο σαν τα χώματα που πέφτουν πάνω στην

νεκρόσακα.

Διάβαζε κι όταν πέρναγαν έναν έναν τους θαλάμους κι ακουγόν-

τουσαν ξερά επίθετα κι ονόματα

και το πατρώνυμο στο τέλος

                                  χαριστική βολή.

Σε ποιό σπίτι, σε τι δέντρα να τον είχε παρασύρει το βιβλίο

σε ποιό βράχο να ‘χε κάτσει με τα γυμνά του πόδια μες τον

     αφρό της θάλασσας

δεν ήξερε κανένας να μου πει.

Μόνο πως όταν τον διακόψαν

το ‘κλεισε με παράπονο κ’ είπε πως ήταν όμορφο

κρίμα που δεν του ‘μεινε καιρός να το τελειώσει.

Θα προσπαθήσω να το βρω εκείνο το βιβλίο.

Θα τ’ ανοίξω στην τσακισμένη του σελίδα

και

αν αξιωθώ

              θα το διαβάσω ως το τέλος…

View original post 4 more words

Αλέξης Αντωνόπουλος, Χάρτης

nude

Ούτε για φλόγες θα χρειαστεί να ψάξεις,
ούτε για επιγραφές που εξορίζουν την ελπίδα.

Είναι αρκετά πιο απλό:
Καθετί όμορφο θα σε πονάει.

Καταλαβαίνεις, καρδιά μου;
Την πρώτη φορά που θα φοβάσαι να κοιτάξεις τη θάλασσα.
Τότε θα ξέρεις ότι έχεις φτάσει.

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Θοδωρής Ρακόπουλος, Ποιήματα

tapies-04-creu

————–

—–επιφάνια

Στάθηκε λοιπόν μπροστά

με το πνευμόνι του διαμπερές

κι ένα μπουκάλι χωρίς πώμα

ή μέσα μήνυμα

με την αμηχανία του ακάλεστου

στο κατώφλι κυριακάτικα

όταν όλες οι κάβες έχουν κλείσει

«ρε Πάνο» του είπα, «από το χώμα έρχεσαι και μου μυρίζεις

σαν όταν έσκαβες χωράφια· ο ίδιος· κόπιασε».

Εκείνος δεν απάντησε- ούτε καν φαινόταν

να έχει καταλάβει· με κοίταζε αργά στο στήθος

σαν να ψάχνει τους υπότιτλους

κι έβγαζε ένα μαντήλι συνέχεια κόκκινο

σκουπίζοντας την ευφυΐα στάλα στάλα από το μέτωπο.

Δεν ήτανε γλώσσα ο Πάνος.

Δεν «τό ‘χε» που λεν οι γλωσσοπλάστες.

Σε μια μαύρη φωτογραφία ήτανε, χωμένος στο παλιό του ρούχο.

σημ: αυτό το ποίημα βγήκε με αναμμένο το αλάρμ

μόλις προσπέρασα έναν που σου έμοιαζε ρε Πάνο

ακίνητος στο αεράκι του αμπελώνα

με το πουκάμισό του καπνισμένο

λογάριαζε την αριθμητική των πουλιών.

—–πιάτσα ΑΡΙΣΤΟΓΕΙΤΟΝΟΣ

Δε θα βρω χαρά δε θα βρω χαρά

Χιλιάδες χρόνια μες στη σκοτεινή πλατεία

μόνος

Μέσα στην αγορά με τους διαδηλωτές

και τα κρυφά μαχαίρια που αίμα στ’ όνομα μου

Δε θα βρω χαρά μέχρι σκυφτός κι αγνώριστος

ανάμεσα τους

λάμψει μέσα στην άγρια πιάτσα ο Αρμόδιος

ξανά.

—–μορφές στη βάση μιας σταύρωσης

α

ΙΧΘΥΣ

Σε ψάχνω όλο το βράδυ στο τηλέφωνο.

Μετά από κείνο το φιλί

μέσα στα δίχτυα απ’ τα καλώδια του ΟΤΕ

πιάστηκα σαν το ψάρι.

– Και υποκλέπτουν με τ’ ακουστικά οι Ρωμαίοι.

β

αποκαθήλωση

Έβαλα το χέρι στην τσέπη, ζεστό απ’ την αφή σου –

να την κρατήσω να την κρατήσω

Σε κατάπινε το τελευταίο λεωφορείο

Ανάμεσα σε άγνωστους Ιωάννηδες

Δώδεκα ανριβώς γλιστρούσα κάθετος στο χρόνο

– η κατακόρυφη ώρα πώς λιανίζει τα κλαδιά που σε βαστήσαν –

Με το χιτώνα απ’ τ’ άρωμα σου πάνω μου

στα ζάρια του επόμενου πρωινού χαμένο.

—–χωρίς λόγια

———————–(λεζάντα σε ποίημα)

Είναι ορατό εδώ το ύφος,

ψαύσιμο σχεδόν,

αναγνωρίσιμο· ολόδικο της.

Την καταλαβαίνεις στους αρμούς,

στις συρραφές νιώθεις τα θροΐσματα

το νήμα το ύφασμα το ρούχο φέρουν

το αόρατο που είχες το μελάνι της γραφής της.

Πέρασε αφήνοντας

έκκριμά της πίσω λέξεις.

Από αυτές ανάδρομα τραβώντας

βρεθήκαμε σε αυτό το άνοιγμα: εδώ

το τοπίο ισορροπούσε μετέωρο

η οποιαδήποτε ανθρωπογενής προσθήκη

θα μπορούσε να το χαλάσει

γι αυτό και το διασχίσαμε με την ανάσα κρατημένη

ωσότου εξωκείλαμε σε

αυτό

εδώ το ποίημα –

Ακολουθούν υπογραφές.

***

*Από τη συλλογή “Φαγιούμ” (2010).

Αργύρης Μαρνέρος, Δέκα ποιήματα

de5f1401-d093-4904-9920-1b8177376647-1020x680

ΑΓΑΛΜΑΤΑ

Σ’ αυτό το χωριό
Μη στήστε άλλα αγάλματα
Μας είπε μια γριά
Που ανταμώσαμε στη βρύση
Κι αυτά που είχαμε
Μετανάστεψαν.

ΟΙ ΘΕΟΙ

Εμπρός στρατιώτες μου
Φώναξε ο Στρατηγός
Κι ο θεός είναι μαζί μας
Εμπρός λεβέντες μου
Και μάλιστα γρήγορα
Γιατί κι αυτοί οι απέναντι
Έχουν το δικό τους θεό.

ΥΠΕΡ ΒΩΜΩΝ ΚΑΙ ΕΣΤΙΩΝ

Αυτοί πέσανε στη μάχη
Υπέρ βωμών και εστιών
Οι άλλοι ξαπλωμένοι στο σαλόνι
Ψήνουν σουβλάκια στους βωμούς
Και δίνουν την εστία με αντιπαροή
Σε ημέτερο εργολάβο.

ΗΔΟΝΙΚΑ

Καθισμένη η Δημορατία
Πάνω σε τριακόσια σκαμνιά
Πίνοντας τριακόσιους καφέδες
Και άλλα τόσα τσιγάρα
Ξύνει τον κώλο της ηδονικά
Με τρεις χιλιάδες νύχια.

ΤΩΡΑ…

Τώρα τελείωσε ο πόλεμος μας είπαν
Σπείρτε μέσα στα κράνη σας λουλούδια
Και μεις τους πιστέψαμε
Τώρα τελείωσε ο πόλεμος μας είπαν 
Τα κανόνια θα τα κάνουμε τρακτέρ
Και μεις τους πιστέψαμε
Τώρα τελείωσε ο πόλεμος μας είπαν
Χτίστε τα σπίτια σας κάντε οικογένειες
Και μεις τους πιστέψαμε
Τώρα τελείωσε ο πόλεμος τους είπαμε
Κι αφήστε μας ήσυχους δίπλα
Στα λουλούδια τα τρακτέρ και τα παιδιά μας
Μα αυτοί δεν μας πίστεψαν.

ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ

Τώρα το ξέρω
Πρέπει ν’ αγαπήσω τη ζωή
Ανάμεσα απ’ τα συντρίμμια
Που βρίσκονται μπροστά μου
Πρέπει να αγαπήσω ξανά
Κάθε μικρό κομμάτι
Κι ένα ένα να τα βάλω στη σειρά
Όμορφα δεν είναι μόνο
Τα απείραχτα πράγματα
Και τα σπασμένα αγάλματα
Έχουν τη δική τους τη χάρη
Και ίσως είναι αυτά
Που πιο πολύ μας μοιάζουν.

ΣΧΟΛΙΚΑ ΘΡΑΝΙΑ

Μου μίλησαν
Πιο Πολύ για Αβραάμ­
Παρά για Σωκράτη
Πιο πολύ για Χριστό
Παρά για Διόνυσο
Άσε τα σχολικά θρανία
Είπε ο γέρος της παρέας.
Και δες στην πλατεία το χορό
Μέσα στη μνήμη του κορμιού
Ήτανε πάντα Διόνυσoς ο χρόvoς.

ΣΥΝΤΑΓΗ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

Μέσα στη βάρβαρη απλοποίηση των παραμυθιών
Oι μεν πιστoί κοιμούνται ευτυχισμένοι
Oι δε ποιμένες γλεντούνε τρισευτυχισμένοι.

ΖΩΟΦΙΛΟΣ

Εγώ υπήρξα πάντα ζωόφιλος
Αγαπητέ μου έλα μέσα
Στην κουζίνα να σου δείξω
Πόσο τρυφερά πόσο απαλά
Τα πλάθω εγώ τα μπιφτέκια.

ΠΟΣΟΣΤΑ

Θέλουμε ποσοστά
Απ’ το γάλα μας
Φώναζαν τα πρόβατα
Θα είμαι πιο γενναιόδωρος
Μαζί σας είπε ο τσέλιγκας
Θα σας δώσω ποσοστά
Από το κρέας σας.

*Η εικόνα της ανάρτησης είναι του Tom Clark.

Γιάννης Λειβαδάς για τον Kenneth Rexroth

kenneth-rexroth

Ο Κέννεθ Ρέξροθ γεννήθηκε στο Σάουθ Μπεντ της Ιντιάνα στις 23 Δεκεμβρίου του 1905. Έμεινε ορφανός στην ηλικία των δώδεκα και μεγάλωσε μόνος στο Σικάγο, όπου πέρασε όλη του την εφηβεία δουλεύοντας σαν ανταποκριτής τοπικών εφημερίδων και ζώντας ανάμεσα στους μουσικούς, τους καλλιτέχνες, τους εκκεντρικούς και τους ακτιβιστές που δημιούργησαν το γνωστό μποέμικο κλίμα της πόλης την δεκαετία του ’20.

Ο Ρέξροθ μορφώθηκε σχεδόν μόνος του, —αφού φοίτησε μόνο πέντε χρόνια σε κανονικό σχολείο— διάβαζε και μελετούσε (σε όλη του τη ζωή) ακατάπαυστα. Έγραφε ποίηση, πήρε μαθήματα ζωγραφικής, μαθήτευσε σε μια θεατρική πρωτοποριακή σκηνή και έμαθε μόνος του αρκετές ξένες γλώσσες. Ξεκίνησε να γράφει και να δημοσιεύει σε περιοδικά από τα δεκαπέντε του χρόνια. Στα δεκαεφτά του ήταν πρότυπο παραγωγικότατου ποιητή και ζωγράφου. Στα τέλη της εφηβείας του γύρισε σχεδόν όλες τις ΗΠΑ με οτοστόπ, πέρασε αρκετά καλοκαίρια δουλεύοντας σαν μάγειρας σε φάρμες και συνεργεία ξυλοκόπων. Κατάφερε επίσης όντας έφηβος να κάνει μόνος ένα ταξίδι στο Παρίσι. Μετακόμισε στο Σαν Φρανσίσκο το 1927, ακριβώς την μέρα που αυτοκτόνησε ο τότε σημαντικότερος ποιητής της περιοχής, Τζωρτζ Στέρλινγκ.

Κάνοντας διάφορα ετερόκλητα επαγγέλματα, ο Ρέξροθ δεν άργησε να ευαισθητοποιηθεί πολιτικά, ειδικά μετά την εμπειρία των ιστορικών πολιτικών γεγονότων στο Σικάγο τη δεκαετία του ’20, και να προσχωρήσει στο αναρχικό κίνημα. Παράλληλα με το ποιητικό του παράστημα, ο Ρέξροθ αναγνωρίστηκε ως σημαντική προσωπικότητα στους χώρους κινητοποιήσεων των εργατικών συνδικάτων και των αναρχικών συνδέσμων της εποχής. Σε όλη του την ζωή πρωτοστάτησε στα αντιπολεμικά κινήματα και αγωνίστηκε για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το 1968 μετακόμισε οριστικά στην περιφέρεια της Σάντα Μπάρμπαρα, όπου ξεκίνησε να δίνει διαλέξεις για την Underground ποίηση και το τραγούδι. Μέσα στη δεκαετία του ’70 ταξίδεψε επανειλημμένα στην Ιαπωνία όπου και έζησε για μεγάλα διαστήματα, μελετώντας σε βάθος την κουλτούρα και τη λογοτεχνία της.

Ο Ρέξροθ είχε δείξει από πολύ νωρίς στην καριέρα του ότι συμμεριζόταν απόλυτα την θρησκευτική ηθική — όταν μάλιστα αυτή συνδυαζόταν με τον αναρχισμό και την κοινωνική δράση. Αξίζει να αναφέρουμε πως τις αναρχικές του ιδέες τις κράτησε ζωντανές, όντας πολιτικά ενεργός ώς τον θάνατό του, στις 6 Ιουνίου του 1982 στο Μοντεσίτο της Καλιφόρνια.
Από καθαρά ιστορική άποψη ο Ρέξροθ θεωρήθηκε πατέρας της λεγάμενης «Αναγέννησης του Σαν Φρανσίσκο» και προπομπός, ή πρωτεργάτης, του κινήματος των Μπιτ. Στην πραγματικότητα όμως ο καθοδηγητικός του ρόλος και η ανάμιξή του στις θρυλικές ποιητικές βραδιές και εκδηλώσεις που λάμβαναν χώρα στο πασίγνωστο τζαζ κλαμπ Cellar, ήταν ο λόγος για τον οποίο ονομάστηκε «Νονός των Μπιτ».

Το πρώιμο έργο του ήταν συμπαγές και αυστηρά προσωπικό, αρκετά παρόμοιο με εκείνο των Εικονιστών. Μετά τα είκοσι χρόνια του, προσέγγισε ταυτοχρόνως την τεχνική του ποιητικού Κυβισμού, όσο και την γλώσσα του Μαλλαρμέ, την οποία εκείνη την εποχή εκθείαζε. Τα συγκεκριμένα ποιητικά πρότυπα δεν κράτησαν για πολύ και ο Ρέξροθ έπαψε να τα χρησιμοποιεί, καθώς άρχισε να αποκτά την συνείδηση του κοινωνικού ποιητή — τελικά του εκφραστή μίας καθαρά εξεγερσιακής άποψης, με ένα πολύ απρόσμενο τρόπο.

Ο Ρέξροθ δημιούργησε ένα προσωπικό κανόνα συνδυάζοντας τον αναρχισμό με την μεταφυσική και την θρησκεία, την πίστη για την ατομική σωτηρία της ψυχής με την κοινωνική επανάσταση για την σωτηρία ολόκληρου του σύγχρονου κόσμου. Επίσης ταύτισε την λατρεία προς τη φύση, με την λατρεία στον έρωτα, που για τον ίδιο ήταν ταυτόχρονα λατρεία στο Μεταβλητό, στο Αεικίνητο. Ο τρόπος αυτός ήταν που τον ώθησε σε μία σχετική ομοθυμία με το κίνημα των Μπιτ. Και μέσα από την ανάδειξη της Μπιτ ποίησης, θα κέρδιζε κι εκείνος την μέγιστη αναγνώριση. Η σημαντική αυτή αλλαγή μέσα του, τον οδήγησε στην ατραπό της λεγάμενης «Αυτόματης Γραφής», και στον ευρύτατα αναγνωρισμένο στις μέρες μιας, «Μεταμοντερνισμό της καθημερινής γλώσσας».

Πιθανότατα το πιο χαρακτηριστικό πράγμια στην ποίηση του Ρέξροθ, να ήταν ο τρόπος με τον οποίο συνταίριαζε τα πλέον ανόμοια, κι εκ πρώτης όψεως, αταίριαστα θέματα. Την ίδια στιγμή που εμβάθυνε μέσα στη φύση, εμφάνιζε μία (καθοριστική για τον ποιητικό του λόγο) παράλληλη συνείδηση ενός ανθρώπου που η τύχη του είχε κριθεί ή είχε στιγματιστεί από έναν ασύμφορο και απάνθρωπο πολιτισμό. Παρατηρώντας τα αστέρια, ο νους του έφτανε στον Ισπανικό Εμφύλιο, ανεβαίνοντας στα βουνά θυμόταν τον Σάκο και τον Βανζέτι. Ο Ρέξροθ ήταν αυθεντικός φυσιολάτρης και πιθανόν ο πρώτος από τους ποιητές της Δυτικής Ακτής που συχνά ζούσε απομονωμένος στα βουνά και κατέγραφε την αίσθηση του φυσικού περιβάλλοντος. Όσο για την πολιτικοποίησή του, που ήταν κυρίαρχο χαρακτηριστικό του, ανά περιόδους επηρέασε άμεσα το ύφος της γραφής του και τη θεματική του. Σε γενικές γραμμές όμως, και σύμφωνα με τις δηλώσεις του ιδίου, δεν ήταν ποτέ ένας στρατευμένος ποιητής. Η κινηματική δράση του ποιητή, δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να αναμιχθεί με τις ποιητικές του επιδόσεις. Εξάλλου έφτασε στο σημείο να χρησιμοποιήσει πολιτικούς όρους, ιστορικές αλήθειες και γνωστά πολιτικά πρόσωπα, σαν καίρια αισθητικά στοιχεία της εποχής παρά σαν ακμές που σκόπευαν στην πολιτική αφύπνιση.

Στις μέρες μιας η φήμη του Κέννεθ Ρέξροθ επανήλθε κυρίως με την απρόσμενη πρωτοβουλία γνωστών εκδοτών και μελετητών της αμερικάνικης ποίησης, να τον αναγνωρίσουν πολύ καθυστερημένα και να τον συμπεριλάβουν στις επίσημες ακαδημαϊκές εκδόσεις, αποδίδοντας στο έργο του την πρέπουσα διάκριση.

Η συμβολή του στην αναγνώριση και την κατοχύρωση των ελευθεριακών ιδεών στα πλαίσια της ποίησης και της κινηματι-κής δράσης, —από την Γενιά των Μπιτ ως την έκταση των γεγονότων μέσα στη δεκαετία του ’60—, θεωρείται ανεκτίμητη. Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος ουδέποτε εκμεταλλεύτηκε την αξιοσύνη και το κύρος του για να κερδίσει έστω μια θέση (που του ανήκε δικαιω-μιατικά) μέσα στο ποιητικό ντελίριο που επικράτησε για αρκετά χρόνια στους κύκλους των υποτιθέμενων «ποιητών της αμφισβήτησης».

Παράλληλα, οι μελέτες και οι μεταφράσεις του γύρω από την ασιατική λογοτεχνία και φιλοσοφία, τον κατέταξαν ανάμεσα στους κορυφαίους ειδικούς, και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία της λεγάμενης «ελευθεριακής συνείδησης» και έμπνευσης, ουκ ολίγων γνωστών σήμερα, αμερικανών ποιητών. Πέρα από την ποίηση και τις μεταφράσεις (ελληνικής, ισπανικής, γαλλικής, κινέζικης και ιαπωνικής ποίησης) ασχολήθηκε με το δοκίμιο, τη ζωγραφική, τη δημοσιογραφία και τη γραφή ενός αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος.

Τα ποιήματα του παρόντος τόμου επιλέχτηκαν από το σύνολο των απάντων του δημιουργού. Σίγουρο είναι, πως η έκδοση ενός μικρού τόμου ποιημάτων, δεν είναι δυνατό να καλύψει το αισθητικό φάσμα και τις μεταβολές που χαρακτήριζαν το έργο του ποιητή. Αυτή η εργασία έρχεται να θεμελιώσει την παρουσία του Κέννεθ Ρέξροθ στα ελληνικά γράμματα και να ανοίξει τον δρόμο για μία μελλοντική, πιθανά ολοκληρωμένη παρουσίαση του σπουδαίου ποιητικού του έργου.

Γιάννης Λειβαδάς

*Το παρόν κείμενο είναι η Εισαγωγή στο βιβλίο “Κέννεθ Ρέξροθ Ποιήματα”, των εκδόσεων Ηριδανός (Αθήνα 2014) σε επιλογή και μετάφραση Γιάννη Λειβαδά.

Myron Lysenko, Rocks in their Place

myron

My father answered the door in his dressing gown

The front lawn neatly mown, rocks in their place

His mouth opened and words spilt out like milk

The lemon tree stood tall above its dropped fruit


The fog in his eyes lurking there like memories

He smiled as if he knew he should recognise me


The garden missing once again this year
He led me to empty cups arranged on a table

Myron Lysenko was born in 1952 in Heyfield, Victoria, the son of Ukrainian post-war migrants. At the time when I first got to know him, he helped Kevin Brophy co-found and co-edit the vibrant literary journal Going Down Swinging – which went on to become one of Australia’s best-known and longest-lasting ‘little magazines’, still going strong. (In fact the launch party for the 37th issue is happening tonight in Collingwood, Melbourne.) Myron continued in his editorial role from 1980-1995 before passing it on to new editors. He was the haiku editor for the special 30th issue of Going Down Swinging.

He’s a lot younger than me, and now, many years after we first met, lives in a country town with his partner who is also a poet, and they’re raising their young daughter.

He tutors in Creative Writing at the Carlton Neighbourhood Learning Centre in inner Melbourne, and at the Woodend Neighbourhood House in his rural town. 

His poetry has appeared in literary journals over 400 times in Australia and internationally since 1981.

As you can see from the photo, he is also still presenting poetry by speaking it aloud. He is the convenor of Chamber Poets, a monthly reading of spoken word. He also runs regular ginko (haiku walks) in various scenic places. Myron plays ukulele and writes songs for his poetry band Black Forest Smoke. He moved from an inner suburb of Melbourne to his present home in 2011, and is the Victorian Regional Officer for Haiku Oz. He loves haiku and senryu, which he has been exploring for years; he is probably one of the best-known of current Australian haiku writers.

He is the author of six books of poetry. The last one,
a book of haiku was published in 2005. They are all sold out and out of print now, but you can still sample more of his work online. Clips on Myron reading poetry live and performing with his band can be found at:
 http://www.youtube.com/channel/UC93MXBvIG9T53isfUOhO8yQ

He also has a YouTube channel: 

Much of Myron’s writing features deadpan humour, with a particularly Australian flavour. You’ll have to go to YouTube for that e.g the introduction by his old friend Kevin Brophy, followed by Myron reading what he calls a fiction about the start of Going Down Swinging: https://www.youtube.com/watch?v=GI6wpoPhCqw

In the poem I’ve chosen to share with you, I fell in love with the spare yet vivid descriptions, the way the scene comes alive in these couplets of keen attention to detail, the restraint and assured craft which convey so much tenderness and pain via objective observation. Myron’s poetry always tended this way – and I think the haiku have also been good training in these qualities (as they tend to be for all who seriously attempt them). 

Besides my admiration for the poet’s skill, this poem touches me on a personal level. Both my own father and my husband Andrew (both now deceased) had dementia. So, although neither of them played out this exact scene with me, there are things I recognise in both the father and the son in the poem. 

It’s beautiful in what it does and doesn’t say.

*Taken from http://poetryblogroll.blogspot.com.au/2016/09/i-wish-id-written-this.html