Τέλλος Φίλης, Υπενθύμιση

Screen Shot 2016-08-05 at 10.26.28

Ένας άστεγος με λερωμένη βερμούδα
κι άπλυτα γένια λευκά
μου θυμίζει κάθε πρωί πως είναι καλοκαίρι
Καθισμένος στη στάση «Ιπποδρόμιο»
δεν περιμένει κανένα λεωφορείο
ένα κομμάτι ψωμί, τρώει την κόρα,
την ψίχα την κρατά για τα αδέσποτα σκυλιά
γέρνει, κοιμάται
ανάμεσα στον ουρανό της στάσης με τα λευκά σύννεφα

Επιστρέφουν οι γείτονες θλιμμένοι απ’ τις ακτές
φεύγουν οι τελευταίοι αδειούχοι
ανοίγουν, κλείνουν καταστήματα
φοιτητές μετακομίζουν
κι αυτός εκεί, σιωπηλός, ακίνητος, άστεγος Ζευς στη σιωπή
δίχως κεραυνούς.

Δεν ενοχλεί κανέναν και κανείς δεν ενοχλείται
είναι το κοινωνικό μας ρολόι στο κέντρο της πόλης
Άλλοι νοιάζονται, άλλοι προσπερνούν,
άλλοι αποστρέφουν το βλέμμα
άλλοι βοηθούν, άλλοι ξαγρυπνούν…
κι άλλοι προετοιμάζονται για τον καιρό των κεραυνών.

Μετά νυχτώνει

κι η υπενθύμισή μας χάνεται στη νύχτα

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Εντευκτήριο στο http://entefktirio.blogspot.com.au/2016/08/blog-post_5.html

Exile by Marjon Van Bruggen

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

Just another piece expelled from this planet.

On this island night comes

at mid-day.

Time is a train,

as usual running late along

a golden rail which

crosses the clock´s face

East to West.

He who makes it here

wonders for the rest of his days

why he is now blind,

seeing only in dreams and nightmares.

He gropes around, hopes

to find a treasure

hidden in the hole where Alice

plunged after her rabbit.

His name is not Alice.

View original post

Tristan Tzara, Επτά ποιήματα

Janco-Dada

Ποίημα για ένα Φουστάνι
(Poeme pour une robe de Madame Sonia Delaunay)

Ο Άγγελος από το χέρι του γλίστρησε
Μέσα στο καλάθι ο οφθαλμός των φρούτων
Των αυτοκινήτων τις ρόδες εκείνος τις χωλαίνει
Καθώς και το ιλιγγιώδη γυροσκόπιο της ανθρώπινης καρδιάς.

***

Ο Θάνατος του Γκυγιώμ Απολλιναίρ

Ξέρουμε το τίποτα
Ξέρουμε το τίποτα της οδύνης
Η όξινη εποχή των παγετών
Οργώνει βαθιά χαντάκια στους μυς μας
Θα προτιμούσε ν’ απολάμβανε της νίκης την ευφροσύνη
Eμείς οι σοφοί καθώς γαλήνια τα πένθη στα κλουβιά σφαλιστήκαν
Ανίκανοι τ’ ο,τιδήποτε να κάνουμε
Αν χιονίσει προς τα πάνω
Αν το ρόδο του ήλιου ανάμεσά μας σταθεί κατά τη διάρκεια της νύχτας
Για να μας ζεστάνει
Κι αν τα δέντρα κρεμάσουν εκεί μέσα σε μια γιρλάντα
-Το μοναδικό μας δάκρυ-
Aν τα πουλιά ανάμεσα μας βρισκόντουσαν ενω καθρεφτιζόμασταν
Στα γαλήνια νερά της λίμνης που πάνω απ’ τα κεφάλια μας στάθηκε
ΙΣΩΣ ΚΑΙ Ν’ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΟΜΑΣΤΑΝ
Πως ο θάνατος θα μπορούσε να ήταν ένα μακρύ κι ωραίο ταξίδι
Και μι’ ατέλειωτη άδεια διακοπών για την σάρκα την υφή το κόκκαλο

***

Η Dada Ανασκόπηση

πέντε νέγρες σ’ ένα αμάξι
ανατινάχθηκαν ακολουθώντας τις πέντε κατευθύνσεις των δαχτύλων μου
όταν κάποιες φορές το χέρι μου στο στήθος μου τοποθετώ για να προσευχηθώ στον θεό
υπάρχει εκεί ένα υγρασίας φως ενός ηλικιωμένου φεγγαριού πουλιά στο
κεφάλι μου ολόγυρα
το πράσινο των αγίων φωτοστέφανο έχει αρθεί από ψυχικές δραπετεύσεις
τραλαλαλαλαλαλαλαλαλαλαλαλαλα
τώρα θα δείτε την έκρηξη μέσ’ στα κοχύλια
κάπου υπάρχει ένας νέος άνδρας που τους πνεύμονές του τρώει
και τόσο έξοχα έκλασε ώστε το σπίτι του έγινε μεσάνυχτα
σα τον γυρισμό των πουλιών που στα ποιήματα του τραγουδούσε
και ο θάνατος αντινάζεται από κανόνια σταματώντας την συζήτηση των γυπών
το πολύ μεγάλο ιστιοφόρο άνοιξε το βιβλίο του σαν ένας άγγελος μολαταύτα
τ’ ανοιξιάτικα φύλλα σου έχουν κολλήσει μια κομψή σελίδα τυπογραφείου
zoumbai zoumbai zoumbai di
έχω ασχοληθεί μ’ όλα τα καλά κι όλα τα κακά αχ την χαρά του στρατηγού
κάθε σάβανο είναι ο κύριος μας και στον κάθε μας κύριο
υπάρχει η δική μου καρδιά
η δική μου καρδιά που της έχω δώσει ένα φιλοδώρημα χεεχεε

***

Προκήρυξη Δίχως Αξίωση
(απόσπασμα, συμπεριλαμβάνεται στα
ΕΦΤΑ ΜΑΝΙΦΕΣΤΑ ΤΟΥ ΝΤΑΝΤΑΪΣΜΟΥ)

Η Τέχνη πρόκειται να κοιμηθεί για ένα νέο κόσμο που θα γεννηθεί
Η “ΤΕΧΝΗ’-παπαγαλία- αντικαταθίσταται από το DADA,
το ΠΛΑΙΣΙΟΣΑΥΡΟΣ, ή το μαντήλι
Το ταλέντο ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΠΟΥΔΑΣΤΕΙ κάνει τον
ποιητή ένα ναρκωμανή ΣΗΜΕΡΑ η κριτική
των ισορροπιών χωρίς προκλήσεις μα με ομοιότητες
ΠΑΓΙΩΝΕΙ ΤΗΝ ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ ΤΩΝ ΑΚΡΙ-
ΒΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΩΝ
Υπόδρομος των αθανάτων εγγυήσεων: δεν υπάρχει τίποτα
πιο σπουδαίο απ’ την σπουδαιότητα δεν υπάρχει
διαφάνεια ή εμφάνιση
ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΣΠΑΣΤΕ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΣΑΣ
ΤΥΦΛΟΙ ανεβείτε στη σκηνή
Η ΣΥΡΙΓΓΑ είναι μόνο για την δική μου νόηση. Γράφω γιατί είναι μια
φυσική λειτουργία όπως όταν κατουράω κι όπως αρρωσταινώ
Η ΤΕΧΝΗ χρειάζεται ΜΙΑ ΕΓΧΕΙΡΗΣΗ
Η τέχνη είναι μια ΑΞΙΩΣΗ αναθερμάμενη απ’ την
ΔΕΙΛΙΑ της ουροποιητικής λεκάνης, η υστερία γεννιέται
μέσα ΣΤΟ ΣΤΟΥΝΤΙΟ
Βρισκόμαστε σε αναζήτηση
της δύναμης που είναι άμεση αγνή νηφάλια
ΜΟΝΑΔΙΚΗ βρισκόμαστε σε αναζήτηση του ΤΙΠΟΤΑ
επιβεβαιώνουμε την ΖΩΟΤΙΚΟΤΗΤΑ της κάθε ΣΤΙ-
ΓΜΗΣ
η αντι-φιλοσοφία της αυθόρμητης ακροβασίας
Αυτή την στιγμή μισώ τον άνθρωπο που ψιθυρίζει
πριν απ’ το διάλειμμα -eau de cologne-
ξινισμένο θέατρο. Ο ΠΕΡΙΧΑΡΗΣ ΑΓΕΡΑΣ
Αν ένας άνθρωπος λέει το αντίθετο είναι γιατί
έχει δίκιο
Έσω έτοιμοι για την δράση του geyser στο αίμα μας
-υποθαλάσσια πληροφορία υπερχρωματικά αε-
ροπλάνα κυτταρικά μέταλλα αριθμημένα μέσα
στην πτήση των ομοιωμάτων
ανω των κανόνων της
και του ελέγχου της
ΟΜΟΡΦΙΑΣ
Δεν είναι για τα σωσμένα μπόλια
που ακόμα λατρεύουν τον αφαλό τους

***

το καταδίκασε

είναι καλύτερο ν’ αποκρύπτει το ανθρώπινο του ναυάγιο
απ’ τα απασχολημένα μάτια των εμπόρων
σε ψυχές κι αναρίθμητα σφάλματα στην Ιθάκη
καταστρέφει την αποσκευή του ταξιδιού του
όταν κάποιος θα του μιλήσει για το λαδωμένο δέρμα των αθλητών
τα σμήνη των προβάτων σε στενογραφία συμβόλων
που η μνηστή του ζωγραφίζει στον άνεμο χρησιμοποιώντας τις βλεφαρίδες της
η ζωή της άλλαξε στους ηχητικούς συνδέσμους των διακοπών
η νύχτα είναι παγερή
ξέρω γιατί
είναι όταν ο λύκος
τρίβεται πάνω στην πέτρα
εκεί που η γη λειαίνεται
και βάζει το μαστίγιο-σα κομμάτια στη σειρά
κανενός χάσματος η χλεύη ποτέ πριν δεν είχε έτσι ποδοπατηθεί
από βαριά στήθη έκρηξη μπροστά στου στόματός του το κατώφλι
των πλανητών τα χέρια και ανθοφορίας βασανιστήρια στο τέλος
απ’ τα απανθρακωμένα δάχτυλα των κελευσμάτων χαιρετίσματα και ρίζες
δημιουργούν την αναμενόμενη έκρηξη διαμέσου των φλογών
κατα μήκος σχισμές που μπορώ να μετρήσω χάριν του χαμόγελού σου
απ’ την άμετρη ανάσα που πλημμύρισε ο ήλιος του χαμόγελού σου

***

κατά μήκος βηματισμός

το βλέμμα της άμμου
η ακόλαστη γαία
του πύργου ο φλοιός
η ανταλλαγή των λόφων των τερπνών
ο πρώτος λίθος
το θελκτικό χταπόδι
έσβησαν τ’ αμπέλια
απ’ τις στοίβες της αγέλης
ψεύδονται εκείνοι
τότε το ευτελές της εμπιστοσύνης νερό
κι η απανταχού νυχτιά
πόρτες εκπυρσοκροτούν
αόρατα χέρια
το γρασίδι επενδυμένο
η φωνή μπλοκαρισμένη
ο δρόμος αποκεφαλισμένος
το σπίτι ολοσχερώς καμένο
τα πάντα για σένα βλέπεις
δεν βλέπεις τίποτα πια

***

Κανόνας

οι συγκρουόμενες θάλασσες διαδίδουν τον ωκεανό της δικής τους απραξίας
στα κρεβάτια με τα λευκά αφρώδη σεντόνια
στον ήχο που κάνουν οι από κύματα σελίδες όταν γυρίζουν από τον αναγνώστη του
ανικανοποίητου ουρανού
το αγαπημένο και σταθερό χάδι των συννέφων
διαλύεται πίσω απ’ την ομίχλη
η μακρά αναμένουσα υπόσχεση στον ορίζοντα απ’ το χαμόγελό σου
η ξέρα στο σημείο της εκρήξεώς της αποκαλύπτει την νέα άσπρη πέτρα
μιας κολλοσιαίας εταιρείας το στήθος προσφέρεται για του χρόνου το μήκος
και ο άνεμος τα χείλη του δαγκώνει μες στην μαύρη του οργή
σπασμένη είναι η σαφήνεια καθώς περνά μέσα απ’ τα γυαλιά των ζωών μας
ο άνεμος πνίγει την λέξη στου χωριού το λαιμό φτωχό χωριό
είναι η ζωή του περίεργες αποκαλύψεις
θρυμματισμένη των λέξεων η αλυσίδα καλυπτόμενη μες στους χειμώνες και τα δράματα
τα οποία συνδέουν τις οικείες αποκαλύψεις των δικών μας ζωών
και ο άνεμος φτύνει τα πρόσωπά μας
η ακούραστη σκληρότητα του όλου

*Απόδοση: Θ.Δ.Τυπάλδος.

tzara-jeune-300x238

Μάρκος Μέσκος, Τέσσερα ποιήματα

IOANNOU στο τέλος της μέρας

IOANNOU στο τέλος της μέρας

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ

Ένας – ένας οι Ποιητές βρυκολακιάζουν.
Όταν πλησίαζε φιλικά η ασχήμια τότε αγαπούσες τα φτερά του

πάρε με, φώναζες, στα ορεινά κρύα νερά στους άγνωστους Γαλαξίες.

ό,τι δεν πρόλαβε να τελειώσει χίλιες σταγόνες στο βουνό χίλιες

πηγές, το ξωτικό γαλάζιο πουλί μια στιγμούλα, λάμψεις και αστραπές

της θυμωμένης μπόρας, μαχαίρια λάμπουν, τα μαστίγια στον αέρα.

όμως τίποτε δεν εμπόδιζε, παραδείγματος χάριν, στην άκρια της λίμνης

τον βρεγμένον όσιο Ναούμ, να συμφιλιώνει ζεύοντας την άρκτο

με τον αμνό, τους φιλόσαρκους αετούς με τα περιστέρια. μόνο η καρα
κάξα
στις κορφές των θάμνων χλεύαζε τον κόσμο τάχα τραγουδώντας

αλλά τώρα, πες μου να χαρείς, ποιος έμεινε όρθιος και πιστεύει;

Σήμερα ξάφνου νεκραναστημένα κυπαρίσσια σήμερα λάμπει ο ουρανός

(μαζί με τους αρουραίους). κι αν ξυπνήσεις κάποιαν αυγή μαρμα
ρωμένος
γνώριζε όλα τα βάσανα του τέλους, τάξερες. Όσα ντέρτια

έχουν τα πουλιά τα λένε πρωί – μετά όνειρα και συγκοπή. μοναδικοί

θαμώνες της σιωπής σου οι χλωμές ανταύγειες οι παραπονεμένες.

Λοιπόν, μια φορά κι ένα καιρό, στον ύπνο οι μάγισσες ξυπνούσαν

τα καημένα να ξαγρυπνήσουν τον έρωτα και τους νεκρούς. Άραγε

τόθελαν; Ά, πόσον ωραίο το φεγγαράκι που αρμενίζει σιωπηλά, τα

χελιδόνια τιτιβίζοντας στον αέρα! Αν τύχει και δεις στον δρόμο

άλογο δίχως αναβάτη, αύριο-μεθαύριο, πέρασε κι εσύ να πληρωθείς..

***

ΜΝΗΜΗ

Εσύ δεν θα ρωτήσεις πια τι απόμεινε – μαζί τους τελείωσες
ίσκιος πουλιού περαστικός στάλες βροχής στην άκρη των φύλλων

που κρύβονται τα όνειρα το φτωχό σπειρί σε ποιο αμπάρι

του χειμώνα. Ενθύμια περιττά πονάνε την καρδιά σου αλαφροΐσκιωτε

με τη διπλή βέρα στο χέρι πάντα κάποιον θάνατο πενθούσες.

Και τον σέρνεις μαζί σου καίγοντας κεριά λυπημένα και χρόνια

(ό,τι δεν έγινε όνειρο είναι) μνήμη καταχωνιασμένη βαθιά.

συνέχισε – να δούμε τι θα μπορέσεις να πάρεις για τα σκοτάδια

κοντολογίς η ξενιτιά του σώματός σου στο χώμα. κι όλα λήγουν εδώ

ανύπαρκτες αιώνιες στιγμές – με τη μνήμη του άταφος σκύλος καημένε!

Έλα να παίξουμε μαζί της – θυμάται – θυμάσαι – θυμάμαι

θυμούνται όσοι τελευταίοι, ισορροπίες τρέμουσες στο γεφύρι της δωδεκά
χρονης
νύφης το πέρασμα με ρακί ευχές και τριαντάφυλλα

όργανα μουσικά (έχει τραγούδια η λησμονιά) σαν αφρισμένα πουλάρια κι άλογα που σ’ άγνωστους δρόμους θα χαθούν. Θα χαθούν;

*Από τη συλλογή 
Χαιρετισμοί, 1995.

***

ΜΟΝΑΞΙΑ

Έτσι Φαντάζεσαι. Συχνά όμως δεν είναι.
Ξαφνική πετριά στο νερό κύκλος και κύκλος έγκλειστον δείχνει

την πληγή που τσάκισε την ηρεμία και τώρα αφηγείται:

πρώτα η σιωπή. και τα λησμονημένα κόκκινα φύλλα
στο χώμα κείτονται ή στον αέρα κοκόρια αποκεφαλισμένα

ελάχιστα ελπίζουν. Άγνωστα τα ηχηρά παιχνίδια – σιωπή

πεθαμένη. Ακροβολισμένα σκυλιά μοιράζονται το σκοτάδι.

Ήσυχα κοιμάται το κοπάδι – ήσυχα; Και ποια ψυχή κρύβει

το ποίμνιο; Κινδύνους μαχαίρια κραυγές. σαν όνειρο κακό

σαν το Νοέμβρη που θάρθει απειλητικός με τις ομίχλες

και τους κοκκινολαίμηδες και τα πουλιά σούστες ανα-

πνοές ακόμα. Όσο θηλάζει η ερμιά τις χαμηλές φωνές

τ’ ανείδωτα άνθη κάθε διαβάτη. Μονάχος και μοναχή

όλη η ζωή μ’ ένα παράθυρο μονάχα, εκείνος μυστική γλώσσα

προτού καν αρθρώσει την εικόνα, άρρωστο παιδί που

λυπάται μόλις βραδιάσει – γυρίζει ο τροχός στο κενό

στο τίποτε. Μα εάν τα κόκαλα περπατούνε ακόμα ρίξε

ένα βλέμμα κι εδώ, δρόμος είναι κι ο θάνατος, δέντρο

στον κάμπο που αντέχει, δες πως τα βραπτσιάνια*

τρίβονται στο χώμα εξοικειωμένα για τα ψηλά πετάγματα

και για τα μαύρα κάτω. εν τέλει φαντάσου τα αν μπορείς

πέραν της υπεροψίας των αιώνων. Φιλικά πλησίασε τη μοναξιά.

*μικροπούλια
**Από τη συλλογή 
Χαιρετισμοί, 1995.

***

ΧΙΧ

Κι αν το ρολόι σταματημένο στον ίλιγγο του ηλίου

κι αν η θάλασσα παφλάζει στον πάτο της σιωπής

κι αν αθέατα άλογα βουλιάζουν στο χρυσάφι ακόμα

αν η στροφή του κόσμου στο βάραθρο οδηγεί των αιμάτων

κι αν θάνατος είναι των αγριμιών οι φωνές.

ας πούμε ακόμη δυο λόγια

παραδείγματος χάριν η Καρατζιόβα παράγει

πιπέρια μπαμπάκι καπνό και χασίσια

κι όταν παζάρι ημέρα Πέμπτη και με όποιον καιρό

οι μάνες δημόσια θηλάζουν στον μαστό

τα νεογνά βλαστάρια και τα πίτσκα

*Από τη συλλογή “Στον ίσκιο της γης” 1986.

July 2016 by Andy Brown

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

I wade into dark water

I cannot swim

I live in bleakness

I do not blink

I exist in eddies of experience

I will not explore

I pray pleasures of prison

I cannot swim

I know addiction as an ally

I do not blink

I sense sanctuary of the cave

I will not explore

I caress, claw, contemplate suicide

I cannot swim

I flatter fetid floor of my failure

I do not blink

I fear success and solitude

I will not explore

I drown in defined darkness

I do not swim, blink or explore

View original post

Λίνα Φι, Τρία ποιήματα

13445561_10154286526218270_3058228669157991057_n

Δάφνη

μετρό.
κάλαντα.
Δάφνη.
Δάφνη των Φώτων.
Δάφνη παραμονής των Φώτων.
σε λίγο θα βγει το φως.
φως του μετανάστη κουλουρτζή
που περιμένει το κουλούρι να του πει μια καλημέρα
των λαθρεπιβατών από ζελέ κουνάμενων στο ρυθμό βίαιων τρένων
του ξεσκονόπανου καθαρίστριας
που πονάει στο με μίσος άγγιγμά της
του φεγγαριού που χάνεται
-χάθηκε ολότελα-
του ουρανού που ήθελε μια ακόμα ώρα ύπνο
σε λίγο βγαίνει…
πολλά υποσχόμενο φως
να δούμε ποιές πληγές μας θα φωτίσεις πάλι.

***

καταλάθος

τη βλέπω τη ζωή
βγαίνω απ’ αυτή και βλέπω.
δεν αξίζει
-ούτε λίγη-
ευαισθησία για παρομοιώσεις.
μόνο ο θάνατος η εναλλακτική
που αντοχή μου δίνει.
γρυλίζω
από λάθος βρεθήκαμε εδώ
μια αποτυχία μια μιζέρια ο οργασμός
που εις πέρας μας έφερε.
γρυλίζω
μνήμες περνάνε απ’ το μυαλό
από λάθος ξεμείναμε κι από έρωτα
κι αυτές σε άλλους θα αφήσω.
καπνίζω
μέχρι που…
μέχρι τα χείλη μου να κάψω
αυτό θα πει τέλος.
μη βιαστείς να κρίνεις
ότι είμαι ελαφριά
μη βιαστείς να με σηκώσεις
το πνεύμα μου είναι που ζυγίζει.
όταν θα φύγει
-τότε μόνο-
τότε θα είμαι μόνο τόσο ελαφριά
όσο με βλέπεις.

***

στη μνήμη

μπλέξαν τα χέρια τους
σε καλώδια διάφορων χρωμάτων.
την οργή τους καλά αξιολόγησαν
και δεν την αδικήσαν
ξεσπώντας τη σε μετρήσιμο χρόνο.
αγωνιστές που άνοιξαν κι έφυγαν
φύγανε άνοιξη
κι εγώ κοντά στο θάνατό τους να λυπάμαι
όχι για τη φυγή
ποιός θα λυπόταν για μία ένδοξη φυγή
αλλά επειδή -μικρούλα μπροστά τους-
δεν πρόλαβα να τους γνωρίσω.
παίρνω όμως δύναμη
όχι απ’ το θάνατο ετούτη τη φορά
μα απ ́την τόλμη αυτών
που αγέρωχα μπροστά του στέκονται
ζυγιάζουν τις πληγές τους
και μπαίνουν σίγουροι στην αναμέτρηση
κι ας μη γνωρίζουνε καλά την έκβασή της.
αυτοί γνωρίζουν
τέτοιες ώρες
να κρύβουν την τρεμάμενη ψυχή τους
τεχνική που στο θέατρο κανείς δε μου έμαθε
γιατί αυτή η τεχνική χρειάζεται ζωή αληθινή.
κι όταν η ανάσα μου τελειώνει
με ανιδιοτέλεια χαρίζουνε τον ένα πνεύμονά τους.
στην ιστορία αυτή που χάραξαν
κάποιοι πριν από ‘μένα -και από ‘σένα ίσως-
τη χάραξαν στη μνήμη
έτσι που δεν καλύπτεται από κανένα υλικό σ’ αυτή
χέρια μπλεγμένα σε καλώδια
σαν χέρια μαιευτήρα
με τραβάνε στη ζωή
κι έτσι ανοίγω τα μάτια για πρώτη μου φορά
γίνομαι πυροκροτητής
ξαναγεννιέμαι.

*Από τη συλλογή “δημιουργικό μηδέν”.

Φαίδων Μουδόπουλος-Αθανασίου, Πέντε ποιήματα

istories krisis

Κρίση

Κρίση οικονομίας, προϋπολογισμών και διαφθοράς.
Στην χώρα αυτή, την αυγή του εικοστού πρώτου αιώνα,
χρήμα ανίκατε μάχαν.
Στο μεγάλο μας τσίρκο Σοφοκλή
Αριθμοί και νούμερα πάσης φύσεως επιβάλλονται
πάνω σε μάζες αστέγων, πενήτων και άβουλων θεατών.

Από μηχανής θεός ουδείς
την λύση του δράματος για να προσφέρει.
Και οι ιθύνοντες, σιγήν την του ιχθύος.

Εθισμένοι οι θεατές σε μελοδράματα φθηνά
αδυνατούν να κατανοήσουν την κορύφωση του δράματος
και τα δάκρυά τους τα χαρίσανε αλλού,
σε μικρά κουτιά, μπιζού,
και ανεκπλήρωτους, τηλεοπτικούς, έρωτες.

Κάποιοι δακρύζουν από τα δακρυγόνα στους δρόμους
μιας επανάστασης που έγινε μόδα.
Και οι επαναστάτες δακρύζουν
με την εικόνα της ασπρόμαυρης λαίλαπας
και διαφοροποιούν την στάση τους, με τη σιωπή…

***

Μεγάλη Παρασκευή

Όταν η συνείδησή σου θα σου χτυπάει την πόρτα,
μην ανοίξεις!
Θα έχεις γεράσει και τα πόδια σου θα τρέμουν
κάτω απ’ την κουβέρτα, δίπλα στο τζάκι.

Έτσι κι αλλιώς όλα όσα πέτυχες,
τα πέτυχες μ’ αυτήν εξόριστη,
βαθιά μέσα στου μυαλού σου τα μπουντρούμια
καταχωνιασμένη.

Άσε την λοιπόν απ’ έξω,
να ξεπαγιάζει πάνω στο κρύο χιόνι
που θα πατά ξυπόλητη.
– κι ας φαίνονται ακόμα στα πόδια της
τα σημάδια απ’ τα καρφιά του μαρτυρίου.

Κι αν παγώσει;
Τι έγινε;
Εσύ έχεις ζέστη μέσα στο σπίτι.

Νίψε λοιπόν τας χείρας σου
πριν προετοιμαστείς για δείπνο.

***

Μ

Το μέτρο είναι το παν.
Το μέσον ανάμεσα σε δυο ακρότητες
Κατ’ Αριστοτέλη.
Χωρίς το μέσον στη ζωή δεν προχωράς
και πρέπει πάντα να τ’ αποζητάς
σε ιατρεία, κλινικές
στη δουλειά, στα δικαστήρια
στον Αγώνα.

Το μέσον είναι το επιδιωκτέο
για να λάμψεις στη ζωή σου.
Πρέπει να κατέχεις το μέτρο.

–μέτρον άριστον–
Μέσον Άριστον.

Πέτυχες έτσι δεν είναι;

***

Απόκριες

Ας μην το κρύβουμε άλλωστε, διψάμε για ουρανό
Μ. ΣΑΧΤΟΎΡΗΣ

Όλος ο ουρανός δικός μας.
Ενοικιασμένος με δάκρυα, πίστωση και ρύπους.
Γαλάζιος, ανυποψίαστος παρακολουθεί
γεμάτος περιέργεια
τις παρελάσεις, τ’ άρματα,
τους καρναβαλιστές με τις όμοιες στολές
που παρελαύνουν.

Όλοι γελούν, ξέγνοιαστοι περπατούν.
Ξεσκάνε, κοιτούν τον ουρανό
απέραντο και γαλανό,
με τις χρυσές ακτίνες του ήλιου
φωτοστέφανα στα κεφάλια τους και στα σύννεφα.

Το βράδυ όμως,
θα βγάλουν τις μάσκες-παρωπίδες τους
και θα συνειδητοποιήσουν έκπληκτοι πως
ο ουρανός πωλείται σε τιμή ευκαιρίας.
Ξένοι θα τον αγοράσουνε συμβουλατόροι
και θα καταργήσουν τις απόκριες, τις παρελάσεις.

Αγανάκτηση βαθιά θα τους γεμίσει τότε.
Τους ξεγέλασαν!
Κι ενώ γλεντούσαν το πρωί,
έγιναν οι νόμιμες διαδικασίες για την εκποίηση.

Μα φυσικά, όλοι δεν φταίνε!
Τους ξεγέλασαν άλλωστε!
Και στο μεγάλο φαγοπότι
τον ουρανό δεν αφουγκράστηκαν.

Γιατί να το κρύψουμε άλλωστε;
Πλέον, διψάμε για ένα καρβέλι ψωμί
πρώτα απ’ όλα!

***

Επιθυμία

Θέλω να βγω και να ουρλιάξω σαν λύκος.
Γι’ αυτά που με πνίγουν.
Για την Αγάπη
και το Μίσος.
Τον Άνθρωπο
–υπάνθρωπο

την «φυσική» καταστροφή και την υποκρισία,
το Δ.Ν.Τ, την εκκλησία.

Θέλω να βγω και να ουρλιάξω σαν λύκος
γι’ αυτά που μας πνίγουν.
Μα είτε βρίσκομαι άφωνος
πάνω στη μεγάλη ώρα
είτε όταν παράφωνος
αρθρώνω λόγο,
χάνεται γοργά
στη χάβρα των παραταξιακών συμβουλατόρων,
των τηλεπαραθύρων και των καγκελαρίων.
Φωνή βοώντος εν τη ερήμω.

*Από τη συλλογή “Ιστορίες Κρίσης (και άλλων παραγόντων), εκδόσεις Οσελότος, Αθήνα 2016.

Τζένη Μαστοράκη, “Τα πάθη της αγάπης” & Tom Waits “Green Grass”

Ευτυχία Παναγιώτου's avatarΕυτυχία Παναγιώτου | exwtico

Διαβάζονται/ακούγονται μαζί

_20160803_141824_edited

Τα πάθη της αγάπης
Παντού νερά, σαν τα φλαμανδικά τοπία που

δεν περνάει φως ή ψάρι, κι από τα έγκατα φω-

νές, θούρια πολιορκητών, ραγίσματα, λαβω-

ματιές από τους μέσους χρόνους, όψεις βαρβά-

ρων χρυσωμένες και πονάνε.

*

Με το λαγούτο σταυρωτά στο στήθος, και το

καρφί στο μάτι, πέρα πέρα, άντρες γενναίοι,

κόρη ευγενική, και γύρω μαίνονται φουσάτα—

*

Ωραία ζωγραφιά και πράσινη, που θα την πω

τα πάθη της αγάπης.

Ιστορίες για τα βαθιά, Κέδρος, 1983, σ. 19

 

Tom Waits “Green Grass”, Real Gone, release date 3 Oct. 2004

View original post

James Tate, Today I am falling

11207331_1649088918655127_5536420760640694065_n

Σήμερα καταντάω

Τοπίο θανατερής αναισθησίας

μπουμπούκι έτοιμο ν’ ανοίξει ––

εκεί θέλω να είμαι, πρέσβης 

σε άνθη που κοντεύουνε, πρώτος

να αναπνεύσω τις πνιγηρές τους μυστικές τους 

τις οσμές. Σήμερα καταντάω καταντάω

καταντάω ερωτευμένος και λαχταράω

να τον αφήσω αυτόν τον τοπο δια παντός.

James Tate 
(8 Δεκεμβρίου 1943–8 Ιουλίου 2015.

*Μετάφραση: Χάρη Σταθάτου.

9780062399205_custom-c4d575bfefe87584f420709818c5364ecc90e5fc-s300-c85