Φάνης Παπαγεωργίου, Πέντε ποιήματα

Vimark, Ghost city

Vimark, Ghost city

Ψαλίδισμα χειλιών

Η τελευταία μέρα που χτυπιόταν σαν το ψάρι
είδε τα καμπαναριά να χύνονται στον ήλιο
καθώς σέρνονταν μέσα στις αχτίδες τους

τα δοκάρια να στάζουν μέλι
ίσως πατάγανε σε πόδια μελισσών

τα χάδια πηγαινόερχονταν σαν αφετηρίες
χωρίς να ξέρουν που ανήκουν

ήταν τυλιγμένα με σφυρίγματα των ξακουστών
των ανθρώπων που μεταφέρουν ρυμουλκά
κρεμώντας τους πάνω από τα νέφη

στον προορισμό της συντριβής, της πτώσεως
με μαύρα περιλαίμια στους ναύτες

ευθεία για την οδό των αγαλμάτων

***

38 βαθμοί ακριβώς

Η γλώσσα ήταν θυροκολημμένη

με ένα ρίγος, σπαραγμοί από α-

βέβαια μπορούσες να διακρίνεις
μεταξύ των λέξεων, αυτές:
ασταμάτητα, αβυσσαλέα, αλησμόνητη,
αλλοίμονο
ασφαλώς μιλούσε για κάποια γυναίκα
κινούταν προς τον αρνητικό του πόλο
σερνόταν σε μαγνητικό πεδίο

και με τον ονειροκρίτη ανά χείρας
τον βαστούσε η Μοίρα
θα ήταν βεβαίως χαμερπής

καθώς ξεφυσούσε και φυσούσε έμοιαζε

να επιθυμεί να θηλάσει τα λουλούδια
βέβαιος ίσως πως άγγιζε την έρημο

και πως αυτή κολλούσε πάνω του σαν άμμος
του είχε γίνει πυρετός

***

Βυρσοδεψείο Νο. 12231

Η σημασία κύλησε

από κάτι λέξεις όπως
αγαπημένη, φυλάγομαι, σημαίνω

και από το κύλισμα

γεννήθηκαν άλλες όπως
πυροβληματική, γλωτός, ασφυρί

κι έτσι αυτός κι αυτή

έμαθαν να ξελασπώνουν την αγάπη τους
αμέσως πριν την φάνε

***

Δυνατότητες δύο νέων

Θα γύριζαν την υδρόγειο/

συζητούσαν την ύπαρξη ηπείρων

θα βούλιαζαν στο λευκό χυλό του φωτός/
μετρούσαν τις αποστάσεις των αστεριών

θα περιπολούσαν τον κόσμο/

γκρεμιζόταν αστέρι στο φιλί τους

θα γέμιζαν το κενό/

οι χορδές εκτόπιζαν τους ήχους

θα γινόντουσαν δίκοπο πρόσωπο/

τα ποτάμια κρεμόντουσαν πάνω από τη θάλασσα
θα ήταν μέλλον/
αν είχαν παρόν

***

Μέσος ή Μεστός

Δυο κτήρια, αν αγγίζονταν

θα τα αποκαλούσαμε μεσοτοιχία
με τον ίδιο τρόπο που ένα τυχαίο
άγγιγμα ανθρώπων θα το λέγαμε
μεσοβέζικο

και τη θάλασσα μεταξύ ηπείρων
μεσόγειο

το κατάρτι μέσα σε αυτήν
μεσιανό

και φωτισμένο ίσως,

μεσημέρι
στην μεγάλη τρύπα

από την ανατολή μέχρι τη δύση

μέσα της δεν έβλεπε

τα μάτια της ήταν μεστά μέσα στο βάδισμα τους

και τα χέρια της δεν τον οδηγούσαν στις σπηλιές

στο μέσα των δαχτύλων της

κι είχε μια μέση ξύλινο δοκάρι

για να βαστάει το μεστό της στόμα

είχε μέσο και σκοπό να την παγιδεύσει

στα μεσαία κύμματα που εξέπεμπε από το κεφάλι του
δεν ήταν δα και μεσόκοπος

το κενό μεταξύ τους ήταν κομήτης
μεσουρανούσε

*Από τη συλλογή “Η θάλασσα με τα 150 επίπεδα”, Εκδόσεις Κουκούτσι.

Tέσσερα χρόνια Εκδόσεις Straw Dogs

poster-4-xronia

Πέρασαν ήδη 4 χρόνια από τότε που οι εκδόσεις Straw Dogs ξεκίνησαν από την Λευκωσία το εκδοτικό τους ταξίδι όταν και τον Σεπτέμβρη του 2012 κυκλοφορούσαν το πρώτο τεύχος του Straw Dogs magazine. Οι εκδότες του, Γιώτα Παναγιώτου και Γιάννης Ζελιαναίος μαζί με τον γραφίστα τους Στέλιο Χέλμη, κυκλοφόρησαν μέσα σε αυτά τα χρόνια πέντε τεύχη του περιοδικού, τέσσερις ποιητικές συλλογές κι έχουν στα σκαριά άλλα τέσσερα βιβλία που θα ανακοινωθούν σύντομα.
 
Θέλοντας να το γιορτάσουμε μαζί σας φτιάξαμε ειδικά και αναλυτικά πακέτα προσφορών των περιοδικών και των βιβλίων όπου θα ισχύουν από τις 12 έως τις 30 Σεπτεμβρίου.
Στα συνημμένα θα βρείτε το σχετικό αρχείο.
 
Επίσης για το διήμερο 24 & 25 Σεπτεμβρίου οι εκδόσεις μας θα βρίσκονται στην Αθήνα και στην Βιβλιοθήκη Βολανάκη (Στουρνάρη 11, Πλατεία Εξαρχείων) με δικό τους πάγκο, στα πλαίσια της «Κινητής Βιβλιοθήκης» που διοργανώνει η Bibliotheque και το Clipart radio.
 
Σημείωση: Όποιος δεν επιθυμεί να λαμβάνει ενημερωτικά email των εκδόσεών μας μπορεί να στείλει κενό απαντητικό μήνυμα και θα τον αφαιρέσουμε από την λίστα μας.
 

Σας ευχαριστούμε εκ των προτέρων

 
http://www.strawdogsmagazine.com/

ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ STRAW DOGS ΣΕ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 12 ΕΩΣ 30 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

Τεύχος #1 €6.00
Τεύχος #2 €6.00
Τεύχος #3 €6.00
Τεύχος #4 €6.00
Τεύχος #5 €8.00
Οποιαδήποτε 2 τεύχη €15.00
Οποιαδήποτε 3 τεύχη €22.00
Οποιαδήποτε 4 τεύχη €30.00
Όλα τα τεύχη του περιοδικού €40.00
Γιάννης Ζελιαναίος / Μακάριοι οι Σκύλοι του Οινοπνεύματος €6.00
Γιάννης Ζελιαναίος / Ο Διάβολος πάνω σε στρατσόχαρτο €6.00
Μακάριοι οι Σκύλοι του Οινοπνεύματος & Ο Διάβολος πάνω σε στρατσόχαρτο €12.00
Στέλιος Ροΐδης / Η σοκολάτα και το κερί €7.00
Λουκάς Λιάκος / Στροφορμή €7.00
Οποιαδήποτε 2 βιβλία €15.00
Οποιαδήποτε 3 βιβλία €18.00
Όλα τα βιβλία €25.00
1 οποιοδήποτε τεύχος + 1 οποιοδήποτε βιβλίο €15.00
2 οποιαδήποτε τεύχη + 1 οποιοδήποτε βιβλίο €22.00
3 οποιαδήποτε τεύχη + 1 οποιοδήποτε βιβλίο €28.00
4 οποιαδήποτε τεύχη + 1 οποιοδήποτε βιβλίο €35.00
Όλα τα τεύχη του περιοδικού + 1 οποιοδήποτε βιβλίο €42.00
1 οποιοδήποτε τεύχος + 2 οποιαδήποτε βιβλία €18.00
1 οποιοδήποτε τεύχος + 3 οποιαδήποτε βιβλία €22.00
1 οποιοδήποτε τεύχος + όλα τα βιβλία €28.00
2 οποιαδήποτε τεύχη + 2 οποιαδήποτε βιβλία €28.00
3 οποιαδήποτε τεύχη + 3 οποιαδήποτε βιβλία €38.00
4 οποιαδήποτε τεύχη + όλα τα βιβλία €50.00

Όλα τα τεύχη και όλα τα βιβλία €60.00

Σημ. Στις τιμές συμπεριλαμβάνονται και τα ταχυδρομικά έξοδα

Melbourne – Electric Shorts 2016

From "Sprint to the past" by Selkin Fedor

From “Sprint to the past” by Selkin Fedor

– Screening info

Twelve short films have been selected to screen at this year’s Electric Shorts. There will be films by emerging and mid-career film-makers from Australia and overseas (Iran, Colombia and Russia).

They will cover a range of subject matter, style and genre, including experimental, straight-up narrative, music, animation, movement and more. All the films have been funded fully by the film-makers.  

7.30pm, Wednesday, September 28
Loop, Meyer Place, Melbourne

Free entry

Details electricshorts.com.au   
Enquiries:  0417 567 077

Ιφιγένεια Σιαφάκα, To τραγούδι του λύγκα

Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka's avatarΕνύπνια Ψιχίων

To τραγούδι του λύγκα

.

Άλλωστε έτσι τη θέλανε όλοι από τότε. Ξόμπλι. Όταν την απιθώνανε σε ρούχα κυριακάτικα, «σήκω, μουρή, κι βάρεσ’ η καμπάνα», νερό, ανατριχίλα, βούρτσα, «πάνου του κιφάλ’!», νερό, «μαδάς!», βούρτσα, άλγος, πολλές κινήσεις, νευρικές. Μιλιά αυτή, πλεγμένη σε κοτσίδα κρυβότανε στις κάλτσες. Αναμονή σε στάση καθώς πρέπει, πάνω στα υποδήματα. Λιτές κινήσεις, καθόλου φληναφήματα, στο ύψος της ήβης δάχτυλα. Καπακωμένες ενοχές με θλίψη ευθυτενή. Κόκκινα μάγουλα, μάτια επίσης, ξόμπλι του οίκου, εύτηκτο.
Μετά την παρφουμάρανε, χαράματα. Χωρίς μπουκιά, πομαδιασμένη. «Πάμι!» Ένα τσουβάλι, να μεταλάβει το χρυσό δοντάκι, κι ας βρώμαγε λεμόνι. Λιβανιζότανε ξινίλες στις μετάνοιες, σε κάθε επίκυψη δίναν και παίρναν σφάχτες κοσμιότητας. Αφόριζε υγρά. Χωρίς μπουκιά, πομαδιασμένη. Σε λίγο θα τα επέστρεφε και αρώματα και χρυσαφικά και δώρα. Όλα θα τα επέστρεφε. Αντίδωρα. Κρυφά στην τουαλέτα, φλομωμένη, ωραία πεθαμένη
.

 

Dino_Valls_-_In_Memoriam

.

Μετρούσε το λείψανο το ωραίο στο χωριό της. Ανήκε στα υπέρ του αποδημήσαντος, το εξετάζανε στις κηδείες…

View original post 125 more words

Nanja Noterdaeme, Τέσσερα ποιήματα

Artwork: Tom Clark

Artwork: Tom Clark

Δεν ξέρουμε τι ήταν

Δεν ξέρω τι ήταν
μια μέρα που πήγα
να σε πάρω
σε βρήκα στις
φαγωμένες σκάλες
στο ύπαιθρο θεατράκι

Δεν ξέρουμε αν ήταν
εντελώς ανώδυνη
η βροχούλα που δάκρυσε
γιατί
η σιωπή μετά την καταιγίδα
μου έλεγε

Δεν ξέρουμε γιατί
η μικρή βροχή
μου έλεγε τόσο απαλά
ότι περνάει
η ζωή
ότι είμαστε μόνοι.

Δύσκολα τα λόγια
Δύσκολες οι αγάπες
Δύσκολη η δουλειά
που σαν μονοτονία
μας θλίβει και μας
κλέβει την ενέργεια.

Από μακριά πατριάρχης
πάντα φαίνεσαι
κι εγώ
που πλέον δεν είμαι βασίλισσα
ακούω την βροχή να κλαίει.

***

Ο πατέρας

Δυο το πρωί
Δυο πουλιά
κελαηδούσαν
αγκαλιασμένα
ανέβηκαν ψιλά ψιλά
εκεί που το λένε
Ζενίθ.
Τιτίβιζαν κάτι,
σαν να είχαν ψυχή.

Η μέρα πριν
ένα ποτήρι
έπεσε,
το παράθυρο
χτύπαγε
Ο πατέρας μου
θύμωσε
Δεν μπορούσε
να μπει.

Η μέρα μετά
Τρεις καφέδες
στα σκαλιά
του υπόγειου,
η μάνα μου κι
εγώ,
τρεις καφέδες,
στα σκαλιά,
έλα μπαμπά!

Δυο κούπες
αδειάσαμε,
η τρίτη
με τον καφέ
έμεινε.

Ο πατέρας μου
δεν ήρθε πια.
Τον είχαν πάρει τα δυο πουλιά.

***

Αλόγιστα

Και στους παππούδες
δώσε μια ευκαιρία
να σφίξουν τα χαλινάρια
στις γροθιές της ιστορίας.

Να σκάψουν με την γλώσσα τους
βαριά,
καρύδες, καρδιές, και κόκαλα.

Τον γείτονά της ο
Γάκης η γιαγιά να ποθεί
και αυτός ο παππούς, ας
ξαναγίνει παλικάρι
όχι μόνο στην εκδρομή.

Δώσε τους ένα ποίημα
να τους θυμάται η ζωή
για να περάσει η ώρα
αυτή που πέρασε πια
όταν πριν το πάρεις
χαμπάρι, θα πάψει
το ρολόι να χτυπά.

***

Φωτογραφία

Έσκισα την φωτογραφία
και άναψα μια μικρή φωτιά
και στο ναό στρωμένο
με γαρίφαλα και πανσέδες
έθαψα το τσουρουφλισμένο απόκτημα.

Έτσι έθαψα 20 χρόνια,
ναι, porca miseria, 20
χρόνια οργή,
όπου για άσπρη μέρα
μάλλον υπήρξε η πρώτη.

Τρία μαύρα άλογα

Τρία μαύρα άλογα διέσχισαν
το πλακόστρωτο του χωριού.
Το μεγάλο μπροστά, το μικρό στη μέση και το μεσαίο
να κλείνει τη σειρά,
μαύρα βελούδινα, με τις θεϊκές χαίτες να ανεμίζουν ελαφριά
πριν εξαφανιστούν οριστικά
με την φευγαλέα εικόνα του άγνωστου.

«Πρέπει να τα σκοτώσουμε», είπε ένας χωριανός.
«Θα μας πλακώσουν μια μέρα, όλο και πολλαπλασιάζονται».

Πρωτοεμφανιζόμενες ποιητικές φωνές με προοπτική

ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΓΚΟΛΙΤΣΗ*

H Δανάη Σιώζιου (1987), μεγαλωμένη στην Καρλσρούη της Γερμανίας και στην Καρδίτσα, με σπουδές αγγλικής φιλολογίας στην Αθήνα και μέλος της ομάδας του περιοδικού «Τεφλόν», εμφανίζει την πρώτη ποιητική της συλλογή Χρήσιμα παιδικά παιχνίδια και ήδη από τον τίτλο της μας ανοίγει σε μια ιδιότυπη προβληματική.

vivlio_2_11

ΔΑΝΑΗ ΣΙΩΖΙΟΥ
«Χρήσιμα παιδικά παιχνίδια»
Αντίποδες, 2016
Σελ. 80

Χαρακτηρίζοντας τα παιδικά παιχνίδια ως «χρήσιμα» συναντά την ουσία του παιχνιδιού, μες στο βάρος και στην ιερότητά του, κάτι που υποδηλώνει ότι το ίδιο το παιχνίδι αποτελεί τάξη, δημιουργεί τάξη στην αταξία, άρα ίσως και να παρέχει έναν τρόπο ψυχικού οφέλους, μια μορφή αυτογνωσίας.

Απέναντι σε έναν ατελή κόσμο λοιπόν, στη σύγχυση και στη ρευστότητα της ζωής η ποιήτρια αντιτάσσει το παιχνίδι, την προσωρινή και περιορισμένη αυτή μορφή τελειότητας, ακινητώντας την ύπαρξη, δηλ. κατορθώνοντας μια μορφή μη μεταβολής, συναντώντας τον Homo Ludens του Γ. Χουιζίνγκα (εκδ. Γνώση, 2010) και ξορκίζοντας το επικείμενο του αφανισμού μας.
Αν μάλιστα ο Μίλτος Σαχτούρης είναι ο «τρελός λαγός» της ποίησής μας (ο οποίος και εμφανίζεται στη συλλογή με το θηρίο του, «μη φεύγεις θηρίο, θηρίο με τα σιδερένια δόντια») η Σιώζιου είναι μια ακρωτηριασμένη ποιήτρια-παιδί, μια τεμαχισμένη κούκλα που τελετουργικά, μες στο ακίνητο και διασκορπισμένο των μελών της, οργανώνει τον κόσμο γύρω της ώστε να αποκαταστήσει «οριστικά» την τάξη στην αταξία, την ακινησία στην ένταση, τα παιδικά χρόνια στο τώρα που μας συμβαίνει.

Βλέπουμε στη συλλογή, που απαρτίζεται από τέσσερα μέρη: «Ζωολογικός κήπος», «Κρύπτη», «Εγκληματολογικό μουσείο», «Στο πάρκο», μια δομή που ακολουθεί τον Βάλτερ Μπένγιαμιν (Μονόδρομος, εκδ. Αγρα, 2006), τη γιαγιά να κεντά δαντέλα ολόλευκη για τον γάμο της ποιήτριας, μα πλησιάζοντας στο τέλος της να τη χαλά αθόρυβα, πάλι τη γιαγιά να φορά τα Σάββατα το νυφικό και να «στέκεται πλάι στην πόρτα περιμένοντας» τον νεκρό παππού, μια νιόπαντρη επίσης, την Αλεξάνδρα, να πέφτει από την ταράτσα και να γίνεται πουλί, τη μαμά που αντί για καρδιά «έχει έναν καταψύκτη που η κοιλιά του δεν γουργουρίζει ποτέ», τα τρία κορίτσια της γιαγιάς φορώντας την ποδιά του χασάπη με μαχαίρια ακονισμένα να ξεσκίζουν τους τρυφερούς λαιμούς των πασχαλιάτικων ζώων, ακέφαλα κοτόπουλα να χοροπηδούν στους κήπους κ.λπ.

Η ποιήτρια διατηρώντας την αυτοερωτική ωμότητα του παιδιού («επιθυμώ να νυμφευτώ την καρδιά μου») εμφανίζεται συνολικά συνεπαρμένη από τον ρυθμό της γέννησης και του αφανισμού (λέει χαρακτηριστικά για τον παππού: «ο πρώτος μου έρωτας και ο πρώτος μου θάνατος») και αναμετράται με την ανθρώπινη μοίρα προσκολλώμενη σε έναν παιδικό-ονειρικό κόσμο όπου μετασχηματίζει το ρίγος και τον «συγκλονισμό» από τη συνάντηση της συνείδησής της με τον κόσμο σε ποίημα-ανάμνηση.

Δεν προτάσσει μάλιστα το παίζειν, αλλά το ίδιο το παιχνίδι που γίνεται μέσο για να αναψηλαφήσει το αδιέξοδό της, την ασφυκτική μοναξιά της και τη διαρκή αίσθηση της εγκατάλειψης-ναυτίας που νιώθει. Το ποίημα ως παιχνίδι-ξόρκι τελικά ασκεί μια ευεργετική επίδραση, στον ψυχισμό της και στον αναγνώστη, αξιώνοντας μια μορφή ασφάλειας και νηνεμίας.

Τέλος, σκαλίζοντας τις πληγές της, φαίνεται να ανακουφίζεται προσωρινά τουλάχιστον, προκαλώντας μια μορφή πόνου που δείχνει να την απολαμβάνει, αποκαλύπτοντας πως μέσω του παιχνιδιού επαληθεύουμε την ετερότητά μας, θέτουμε όρια και κανόνες και ίσως μετασχηματίζουμε τον λίγο κόσμο – χώρο που μας αναλογεί.

————————————–
georgota_0

ΑΝΤΖΕΛΑ ΓΕΩΡΓΟΤΑ
Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη
Ποίηση, Γαβριηλίδης, 2016, 
Σελ. 76

Στην ίδια γραμμή, πιο ώριμη όμως, ρυθμική και τραγική, η Αντζελα Γεωργοτά (Κέρκυρα, 1977) με σπουδές στη φιλοσοφική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης και δημιουργικής γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, ενώ ξεκινά από την Κατερίνα Γώγου και την Αν Σέξτον, συναντώντας τη μετωπική αμεσότητα της μιας και την εξομολογητικότητα της δεύτερης, στην πρώτη της συλλογή Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη, μας ανοίγει σε έναν δικό της μορφικά και ατμοσφαιρικά κατακτημένο κόσμο.
Κινούμενη μακριά από έτοιμες φόρμες και στροφικά σχήματα, η ποίησή της −με ομοιοκαταληξίες και τονισμούς που ζευγαρώνουν σπειροειδώς σε φαινομενικά άτακτα σημεία του στίχου− βαδίζει έμμετρα σε μετα-σαχτουρικά μονοπάτια και ξέφωτα, πιστοποιώντας τη μέγιστη δυνατή μουσικότητα της ποίησης και τη χαρακτηριστική εξπρεσιονιστική της εικονοποιία, η οποία τελικά πυκνώνεται σ’ ένα ποίημα κάδρο.

Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: «Στεκόμουν μετέωρη/κάτω από τα πόδια/το σύμπαν έκαιγε […] Ασπρες κυρίες μου μιλούσαν/και ένας Ανδρας με σιδερένιο πρόσωπο/με χτύπαγε στην πλάτη,/καθώς οι λέξεις του με κάρφωναν στο πάτωμα» ή συντομότερα: «Θυμόμουν το κόκκινο και έσταζαν τα χέρια παπαρούνες» ή «τα όνειρα τρυπώνουν μες στο στήθος,/γίνονται γάλα,/παίρνουν μορφή».

Είναι φανερό πως η εικόνα-κάδρο είναι αυτή που οδηγεί το ποίημα, ενώ το «νόημα» σαφώς έπεται. Η εικαστική-σκηνοθετική μάλιστα οργάνωση-άρθρωση του ποιήματος, η οποία συχνά αποκαλύπτεται ως πηγαία, ξεκομμένη από το «νόημα», λες και κάνει σημειωτόν στο ίδιο σημείο διανοίγοντας έναν μεταιχμιακό τόπο ή ενεργοποιώντας μια καταβύθιση.

Η ποιήτρια, προτάσσοντας έντονα το υποκείμενο, τον φορέα του προσωπικού θα λέγαμε βιώματος, σκηνοθετεί ή προσπαθεί να αδράξει ένα μεταίσθημα, κινούμενη ταυτόχρονα προς τον τόπο του απολόγου, με την έννοια του τελικού λόγου-απολογισμού, όπου και προσπαθεί να καταλήξει σε οριστικά σχετικά συμπεράσματα και σε ποιητικές μεταγραφές που αποτυπώνουν τη στιγμιαία αίσθηση-συναίσθημα.

Η νόηση εκ των υστέρων φιλτράρει και «λογοκρίνει» το βίωμα οδηγώντας το συχνά σε προειλημμένες θεωρήσεις και στάσεις.

Η ρυθμική και η φραστική λιτότητα της ποίησής της, ο χειρισμός του ρυθμού έως την τελευταία σελίδα της συλλογής με ωριμότητα, οι σαφώς προσεγμένες αλλαγές στίχων και στροφών, η λιτότητα και η πυκνότητα των ποιημάτων, η αξίωση μιας κάποιας αρχιτεκτονικότητας στο σύνολο, αλλά και ο παιγνιώδης διάλογος μεταξύ ρυθμού και περιεχομένου, όχι απλά αφήνουν μια αίσθηση πως ο αναγνώστης κοινώνησε-συμμετείχε σε ποίηση, αλλά επίσης καλούν και προς μια επαναφορά και μια μελλοντική επανατοποθέτηση απέναντι στο ποίημα το οποίο και αναμένει μες στην ερμητικότητα την επανεκτέλεσή του.

*Από την Εφημερίδα των Συντακτών http://www.efsyn.gr/arthro/protoemfanizomenes-poiitikes-fones-me-prooptiki

Η άλλη διάσταση | Αντιγόνη Ηλιάδη

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

AnHl

Ι.
θέλω να γυρνάμε μαζί σπίτι το βράδυ
να μιλάνε τα πόδια μας με τα χέρια μας
στο κόκκινο φανάρι της Ολυμπιάδος
να μου κλείνεις με τα δάχτυλα το στόμα
και να αναπνέω στο μαξιλάρι
να είμαστε τα παιδιά του Μπατάιγ
χαμένα στον δερμάτινο χάρτη
τα χείλη σου πλαγιασμένα από τον πόθο
που σου άφησε το σεντόνι στην πλάτη
θέλω να γυρνάμε μαζί σπίτι το βράδυ

***

II.
είμαστε ένας αειφόρος συνδυασμός
και το στρώμα του κρεβατιού
είναι ο κόσμος από κάτω μας
και κάθε μας καύλα κι επαφή
μία ιερή ανάμεσά μας τελετουργία

View original post 482 more words

Γιώργος Β. Μακρής, Τρία ποιήματα

makis-4-256x300

Απόσταση


Πνιγόντουσαν τα λόγια σπρώχνοντας

μια πέτρα στο στόμιο της πηγής τους

κι οι δαυλοφόροι μέσα στο προαύλιο

πρέπει να είχαν σβήσει τους δαυλούς τους

από φόβο

μήπως το φώς γίνει στο τέλος η αιτία…

Κι οι δαυλοφόροι ήτανε πάντα ανύπαρκτοί

Ούτε το προαύλιο ξέρουμε να υπάρχει.

Όμως υπήρχε φως και κάποιος φύσηξε τη φλόγα

Ίσως οι δαυλοφόροι που κοιμήθηκαν.

Είμαστε πάντα εκεί
που κρέμεται το κινητό σκοτάδι

εκεί που οι διαστάσεις πρέπει να συγχέονται
και αμφιβάλουμε αλήθεια αν είναι υπαρκτές.

Είμαστε πάντα εκεί

που ζουν οι αιώνιοι άνεμοι και οι θάλασσες οι φιλικές

ο αγώνας τους και μείς για να παρατηρούμε.

Έχουμε την απόλαυση του θεάματος

μιας κινητής σειράς μεταλλικών ραμφών

όπου αέναα τον άνεμο δολοφονούν

Κι αυτός πάντα προτάσσει εν’ άλλο στήθος.

Οι νυχτερινές θάλασσες φοράνε την πρωινή

Μάσκα της καλοσύνης..

Οι ημερήσιες θάλασσες φοράνε τη νυχτερινή

μάσκα της κακίας.

Και μείς στη γέφυρα του τρίτου ποταμού
που το πρωί στις όχτες του ξερνιούνται οι πνιγμένοι

δεν είδαμε ποτέ το πρόσωπό τους.

Ούτε και τα δικά μας πρόσωπα δεν ξέρουμε καλά

ούτε να τα μαντεύσουμε μπορούμε

όσο και αν σφίξουμε τα χέρια μας χωρίζει

τις επιφάνειες μιας ποσότητα ανέμου.

Οι δαυλοφόροι έπεσαν να κοιμηθούν γι’ αυτό το λόγο

Και μείς γυρίζουμε την πλάτη σε κάθε μια πνοή φωτός

ή και χαμογελάμε…

Και κάθε νύχτα ρίχνουμε μια πέτρα στο βυθό

και κάθε νύχτα τραγουδάμε μια κοπέλα

που πνίγηκε μέσα σ’ έναν καθρέφτη.

Κι όταν γεμίσει η θάλασσα από πέτρες

ή ο αέρας πήξει σ’ έναν ήχο

πάλι δεν θα υπάρξει αποτέλεσμα.

(1941)

***

Φθινόπωρο


Είμαστε τα κορίτσια που κουράστηκαν

να γελούν και να αμύνονται.

Είμαστε οι ρίζες των δέντρων που ξάπλωσαν

ο αέρας που κουνούσε πάνω τους τα φύλλα.

Άδειοι στρατώνες οι ψυχές μας, μυρίζουν

Το φθινόπωρο περ’ απ’ το δάσος.

Η βροχή μυρίζει, τα φύλλα μυρίζουν

η γη μυρίζει.

Οι νέοι άνθρωπο φεύγουν

τα παραθυρόφυλλα κλείνουν.

Μπαίνουν τα γυναικεία ποδήλατα

στην αποθήκη.

Το άλλο καλοκαίρι θα ευθυμήσουμε.

Είμαστε οι άνθρωποι που έμειναν

κάτι είναι και αυτό.


[1941;]

***

Εμείς που δεν μας κούρασε να λέμε ολοένα

και τι θα γίνει αύριο

και τι έγινε χτές

που δεν μας έγινε ακόμα βαρετό

ν’ αθροίσουμε ολοένα τις μέρες μας

και να’ ναι πάντα πενιχρό το άθροισμα

σαν το συμπέρασμα που βγαίνει από τις συμβουλές

που θεσπίσαμε πια νόμους από πάνω μας

κι έχουμε πια τα μικρά μας έθιμα

πόσο ποτέ μας δε θα ανοίγαμε πανιά

πόσο δε θα λιμάραμε συρματένια κιγκλιδώματα

αν μας δινόταν ευκαιρία.

Είμαστε πια ένας μικρός λαός

Ο’ πιο μικρός λαός…

Δε ζητάμε αλλά δικαιώματα

γιατί ξεχάσαμε πια το χειρισμό τους.

Δε ζητάμε πιο πολλή επιείκεια

Γιατί δεν ξέρουμε καλά τον εαυτό μας.


[1942;]


Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από το αφιέρωμα στον Γιώργο Β. Μακρή του Χαράλαμπου Οταμπάση, με τον τίτλο «Γιώργος Μακρής: θραύσματα ενός γυάλινου “εμείς”», που δημοσιεύτηκε στο Ποιείν στο http://www.poiein.gr

Γιώργος Βέης, Ποιήματα για το Χαρτούμ

the-university-of-khartoum

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ
 
 Η ώρα τροχόσπιτο κολλημένο στη λάσπη
με τρύπια λάστιχα βλέπεις εικόνες στίγματα
ένα ακόμα οικόπεδο Χιροσίμα η γλώσσα μας
κακοφορμισμένο απόγευμα
κεφάλι που έγινε μπάλα στα πόδια της Κυριακής
διαστημόπλοιο χωρίς καύσιμα
που έχασε την τροχιά του
οι αστροναύτες  θυμώνουν
που δεν έχουν πια Γη να βλέπουν
αλλά σπασμένα αγγεία των θεών από κομήτες
ξεχασμένοι, γεμάτοι σκουπίδια του νου αυτοί που ήμασταν
κι αυτό το υπέροχο γράμμα Α
ο αριθμός 2014 μπαμπάκι που μούσκεψε
δεν μπορεί να κρατήσει άλλα ούρα και δάκρυα
 
πώς αυτό είναι ο εφιάλτης
όλων των αλκοολικών του κόσμου
 
***

ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΒΑΣΗ
 
Μέσα στο ίδιο σπίτι κατοικούν κι άλλοι
δεν φαίνονται, αναπνέουν όμως μαζί μας
δεν ζητούν εκδίκηση ή θυσίες στο βωμό της ανάμνησης
έχουν χορτάσει φαίνεται μ΄ αυτά
όχι μνήμη, αλλά ενόραση ψιθυρίζουν
όχι μνήμη, αλλά ενόραση,
με το πρώτο φως της αυγής
θέλουν στοργή να δείξουν
στα παιδιά που έφυγαν
μέσα στο κλάμα.
 
***

ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ
 
«Να μη διαλυθεί καμιά μέσα στο σύννεφο
από πολλή γνώση κι άλλη τόση ανέχεια σημαδεμένες
τρωτές και λαβωμένες ήδη του καιρού
αθύρματα της άγριας τύχης
ανάβουμε από την έγνοια
φωτοχυσία ξόδεμα σαγήνης
κάρβουνα μετά και στάχτη ονείρων
ή κάρβουνα σε τιμή ευκαιρίας
ή μήπως πλάνη;»
πρόλαβε να ρωτήσει η μέλισσα
λίγο προτού την καταπιεί ο κότσυφας.
 
***

ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΟΙ
 
Βήματα πάλι του κατοικίδιου σπορέα
εκτός κι αν είναι το πέρασμα
από την κρεβατοκάμαρα στην κουζίνα
εκείνου του αόρατου ζώου των σπηλαίων
ναι
του χρωστάμε ακόμη λίγο αίμα
από τότε που μας βοήθησε να επιζήσουμε
την εποχή της μεγάλης ξηρασίας.
 
***
 
ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΜΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ          
 
Πρέπει ν΄ αντέξω όπως ο κάστορας
την ορμή του ποταμού
ν΄ αρνηθώ όπως ο κόρακας το ξεφτισμένο σκιάχτρο του
να εξαντλήσω όπως η μύγα
όλες τις εκδοχές της εισβολής στη ζάχαρη
ν΄ ανεχτώ όλες τις ύβρεις του στερεώματος
όπως ο εκ γενετής ζητιάνος έχει μάθει ν΄ ανέχεται
και μετά να πετάξω πάνω από τα χαλάσματα του κόσμου
ένα καλαθάκι άχρηστες πράξεις και παραλείψεις
αερόστατο κήρυκας χωρίς καν λέξεις.
 
***
 
ΗΜΕΡΗΣΙΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
 
Ακούω: Πανορμίτης.χρυσελεφάντινο.Κομοτηνή…
τις θυμάμαι
ακριβώς όπως τις συλλάβισα τότε για πρώτη φορά
τις ήθελα όμως αποκλειστικά δικές μου στο άμεσο μέλλον
ο θησαυρός του Δημοτικού Σχολείου
όπου η κάθε καινούργια λέξη
από τον Δάσκαλο κυρίως
ή τον διπλανό μου στο θρανίο
που δεν σήκωνε κεφάλι από τα βιβλία του
η κάθε καινούργια χώρα στον ρυτιδιασμένο χάρτη
δίπλα στον μαυροπίνακα
 
έκπληξη από ύπαρξη.
 
***
 
ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΜΕΡΙΚΗΣ
 
Μια βδομάδα στεγνός, λάβαρο της πείνας
άλλοι βαστάνε δυο βδομάδες
μεγάλο ζόρι, μισοσπασμένα κλαδιά της αντοχής
το δικό του όριο οι δέκα μέρες
μετά θα λυγίσει μέσα στα ένδοξα χρώματα του φθινοπώρου
για μια μπουκιά εξάρτηση
στον περίβολο της Εκκλησίας των Βαπτιστών
με τα Φύλλα Χλόης αγκαλιά
ανυπόταχτο Χάρλεμ, ματωμένο Μπρονξ.
 
***
                              
Η ΦΕΝΑΚΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

 
Συνοικία μοιάζει απέξω, μέσα κρύβει το χάος
εξοντωτική ήπειρος αχανής των ματαιοτήτων
η μαύρη τρύπα των ματιών
θυμάσαι μήπως πού έμενα;
Επιστρέφω μετά από χρόνια και είναι κρύο
σειρήνες όχι πανικού αλλά εκδίκησης τώρα
δεν είχα προβλέψει εμφύλιο
σε λίγο άδειες πλατείες
θα μας χωρέσουν φαντάσματα.
      
*Η εικόνα της ανάρτησης είναι από εδώ: https://pandoxeio.com/2012/12/11/veis2/the-university-of-khartoum/