Ο χρόνος που περνά.
για τη φωτογραφία και την κριτική

Σκόνη πέφτει, όπως τρίζουν τα δοκάρια
του ουρανού.
Μας ασπρίζουν τα μαλλιά.
Δεν πρόκειται να γίνει καμιά καταστροφή,
απλώς περνάνε τα χρόνια.
De la poussière tombe, quand grincent les poutres
du ciel.
Ça nous blanchit les cheveux.
Non que ce soit une catastrophe,
simplement les années passent.
Jiannis Kontos
το ποίημα το βρήκα εδώ:http://kondoslfh2007.blogspot.gr/
Αντιγόνη Ηλιάδη, Απροϋπόθετοι άνθρωποι
όλος ο κόσμος φτιάχνεται και γκρεμίζεται μέσα σε ένα βάζο
Ποιήτριες
τρώμε κοινωνικές πράξεις
ανοίγουμε δημόσια τα ράμματά μας
σε πιάτα στοργικά πλαστικοποιημένα
ταξικά και δομικά αποστειρωμένα
φορούμε γάντια λάτεξ στα κορμιά μας
πάσχουμε από ευγένειες ενάντια στα οράματά μας
το codebar μας έχει ψευδαισθήσεις
είμαστε το ελάττωμα στις αιώνιες γαλουχήσεις
προσοχή σε ποιον στρατό
θα μας επιτάξεις
γιατί είμαστε εμείς που τρώμε
τις κοινωνικές πράξεις
Προνοητικότητα
όταν ήμασταν παιδιά
μας έκοβαν σε κομματάκια το φαγητό
για να μην πνιγούμε από αυτό
ώστε το σύστημα να μας χτυπά
στην παρεγκεφαλίδα με ένα ρόπαλο
μέχρι το κεφάλι μας να λιώσει στο πιάτο
αφού έχουμε φάει όλο μας το φαγητό
για να είμαστε διαθέσιμα για την κοπή
ώστε να ταϊσουν προσεκτικά με εμάς
ένα άλλο παιδί
Αχ πλαστικό
λατρεύω το πλαστικό
την αίσθησή του την αντοχή του
τη σταθερότητα και την υπομονή του
στις αναμνήσεις μου είναι φωτεινό
το αγαπώ όσο μολύνει όσο διαλύει
όσο υπάρχει αυτό στη θέση στο πραγματικό
όσο χωρίζει τα σώματά μας
τα όνειρά μας και παύει κάποιον
αόριστο υπέρτατο σκοπό
πάντα ξεχνούσα και ήθελα να στο πω
ότι με συνθέτει με αναλώνει με μετατρέπει
κι έχει τύχει να το ερωτευτώ
να το ασφαλίσω να το φροντίσω
και μέσα σε αυτό
απορροφητικά να κλειστώ
το μισώ το αγαπώ το μισώ
πόσο μισώ το πλαστικό
Άνω θρώσκεις
τρώω γρασίδι πάρκου
κατουράω τις λέξεις μου
πίνω τις σκέψεις μου
κρατιέμαι από τρίχες
φοράω την επιδερμίδα
τα κόκκαλά μου
κοιμάμαι τα πρωινά μου
στις ώρες κάθομαι
ακούω τα όνειρά μου
μα δεν σε πιάνω
όλο κοιτάς προς τα πάνω
και δεν σε φτάνω
Κι ο θεός είναι νεκρός
και τα μάτια σου ανοίγουν
κι ο θεός είναι νεκρός
σε μια στιγμή μπορούν να αλλάξουν όλα
και μέσα από το στόμα σου
βγαίνουν παράσιτα λύονται προς τα έξω
μία βία από το λάρυγγά σου που κόβεται
η αθωότητά σου δεν βρέθηκε ποτέ
δεν υπέγραψες υπεύθυνη δήλωση
υπάρχεις ή και όχι
είναι δημοκρατική απόφαση
μη φοβάσαι κι ο θεός είναι νεκρός
η γλάστρα είσαι στον διάδρομο
αναμονής προβλεπόμενων γεγονότων
θα πεθάνεις εδώ ή εκεί
κάθε διάβαση είναι μονόδρομος
και κάθε σπίτι κρύο και κλειστό
δεν μιλάς δεν απαντάνε
κι ο ήλιος εκεί πάντα σταθερός
φτιαγμένη από το σάλιο ξένων στομάτων
δύο συν ένας δώρο εραστές αδιαρκείας
το φως τονίζει πιο έντονα τη μοναξιά σου
κι ο θεός είναι νεκρός
Σαν τον χριστό
είμαι μέσα στην οθόνη
το χιαστό μου σώμα λιώνει
για μας υπάρχει πολύ πάθος
όλα είναι ανάποδα
δεν πρέπει να ανησυχώ
όσο ακούω τον συνειρμό
και βλέπω στον νεροχύτη
το νεκρό και το άβιο
τα μαξιλάρια μου είναι λάθος
μα αυτό που με τρομάζει
έιναι ότι τις νύχτες το χέρι σου
ακουμπάει στον σταυρό
κι είμαι κι εγώ σαν τον χριστό
τα βράδια δεν μπορώ να κοιμηθώ
κι αν στριφογυρνώ δεν φταις εσύ
φταίει που πάνω μου το κράτος
στραγγίζει το αίμα του πειράματος
γλείφει το φως το απορρυπαντικό
προτάσσει το φυσιολογικό
μετράω ξαναμετράω
νύχτες σκαλίζουν ένα κενό εσωτερικό
που χύνεται σαν τσάι στο καθιστικό
σε λεκέ έξτρα ανόθευτο
τα μαξιλάρια μου σταθμεύουν σε λάθος
πρόκειται το σημείο του εγώ
με σπρώχνει σε ανεξιχνίαστο βάθος
να θυμάσαι πως τα βράδια
αδυνατώ να κοιμηθώ
κι είναι εκεί το εγώ κι είναι το πάθος
Ερινύες
μολυσματική ασθένεια
εξαπλώνομαι στα άκρα σου
στα πεζοδρόμια και στις υπηρεσίες
κατατρώω τις ουρές σου
κλέβω τα σούπερ μάρκετ
και τα βιβλιοπωλεία σου
στέκομαι και θάβω το είναι μου
στις φανταχτερές πλατείες
πνίγομαι στις ταμειακές μηχανές
στις φασιστικές ιδεολογίες
είμαι το αρνητικό το πρόσημο
στην ένα ευρώ πίτσα σου
και στα γιγάντια σινεμά σου
ο άστεγος του κουτιού
στις οικογενειακές κατοικίες
η υγρασία πίσω από την κουλτούρα
και η ασχήμια της ομορφιάς σου
είμαι η μοναχικότητα του σεξ
η χοντρή μπάρμπι
ο νεκρός θεός
τα αιματηρά οπισθόφυλλά σου
ο άνθρωπος μέσα στα γιγάντια άδεια πιάτα
η βραδινή βάρδια τα σφαγμένα ζώα
και τα άδεια δωμάτια
βγαίνω από τα σωθικά σου κι
εξαπλώνομαι στα άκρα σου
υψηλού κινδύνου
μολυσματική ασθένεια
ρίσκο καθημερινού θανάτου
στη φυσική τάξη πραγμάτων σου
θα με βρεις μπροστά σου
οι ερινύες του μύθου σου είμαι
η εκδίκηση για τα νεκρά παιδιά σου
Απροϋπόθετοι άνθρωποι
μιλάνε μόνοι τους
στέκονται στη μέση του πουθενά
γελάνε υστερικά και φοράνε
ελαττωματικά πλαστικά
χορεύουν άσχημα
βρίζουν χωρίς συναίσθημα
μυρίζουν κωδεΐνη και βαρβιτουρικά
στον ύπνο τους μιλάνε πρόστυχα
συχνάζουν τις νύχτες σε εργοστάσια
είναι φτιαγμένοι από κραγιόν και μεϊκάπ
και τα όνειρά τους έρχονται
από τους λόφους στο Αφγανιστάν
ως το τρεχούμενο αίμα στα βουστάσια
δεν έχουν προϋποθέσεις
μόνο αλλεργίες σε όλα τα υλικά
τρώνε λυγμούς και σφάζουν μνήμες
περπατούν μόνο ανάποδα
λέγονται τελείες και ντεφορμέ παράσιτα
κλείνουν τις πόρτες για να μπούνε
είναι μωρά γεμάτα άχυρα
σε οικογένεια δεν χωρούνε
χωρίς ψυχή φωτοσυνθέτουν δεν ζούνε
κρυφά αγαπούν νεκρούς κι αγάλματα
Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Πέντε ποιήματα
ΕΞΟΦΛΗΘΗ
Εξοφλήθη ο λογαριασμός της ΔΕΗ,
πιο δίπλα του ΟΤΕ παρατημένος,
στο τραπεζάκι της ΕΥΔΑΠ και τα κοινόχρηστα,
υπομονετικά περιμένουν τη σειρά τους.
Μέτρησες τα λεφτά σου και δεν φτάνουν.
Κι είναι στ’ αλήθεια τραγικό:
Πληρώνεις μια ζωή λογαριασμούς
κι όλο καινούργιους πρέπει να πληρώσεις.
Σάμπως δεν είναι όλη η ζωή
ένας λογαριασμός
που κάθε μέρα
πρέπει να ξοφλάμε.
***
ΤΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ
Στο πρακτορείο
πλήθος γύρω τα εισιτήρια
μ’ αναχωρήσεις, αφίξεις, επιστροφές.
Μες στο μικρό γραφείο
ξεδιπλώνονται
τόσοι και τόσοι τόποι μακρινοί
Τζαμάικα, Σεϋχέλλες, Μπαχάμες.
Κι αυτός
να ζει δίπλα σε τόσα εισιτήρια
και να μην έχει ακόμα ταξιδέψει.
***
ΣΚΟΝΗ
Τι μου ζητάς να θυμηθώ;
Η σκόνη κάλυψε το σπίτι,
θάμπωσαν τα έπιπλα,
σκλήρυναν οι καρδιές.
Τι μου ζητάς να θυμηθώ;
Η σκόνη μπήκε μες τα μάτια και τα θόλωσε,
τ’ αυτιά βούλωσαν,
ξεχάστηκαν οι φωνέες.
Τι μου ζητάς να θυμηθώ;
Είναι τα μάτια μου θολά.
Η σκόνη απ’ τα παλιά ποτέ δε φεύγει.
***
ΑΥΤΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ
Αυτή τη νύχτα
δεν μπορώ να κοιμηθώ,
η καρδιά μου χτυπά.
Το δωμάτιο γυρίζει,
οι δρόμοι τρέμουν.
Σεισμός του πλήθους η φωνή,
τραντάζει τα θεμέλια του σπιτιού,
διώχνει τα όνειρα,
μαίνει στ’ αυτιά μου,
με τρομάζει.
Αυτή τη νύχτα
δεν μπορώ να κοιμηθώ,
η καρδιά μου χτυπά
στην Παλαιστίνη!
***
ΦΩΝΕΣ
Μέσα στο σπίτι
ακούς φωνές.
Άδειο το σπίτι,
θαρρείς πως η σιωπή μιλά.
Όταν κοιμάσαι
ακούς φωνές,
ξυπνάς,
έξω απ’ τα όνειρα οι φωνές σ΄ακολουθούν.
Χλομιάζεις,
τα σκεπάσματα τραβάς,
κρύβεις το πρόσωπο μέσα στο μαξιλάρι.
Τ’ αυτιά βουίζουν,
οι φωνές σφυροκοπούν.
Ποτέ δεν ξεγελάς τις αναμνήσεις.
*Από τη συλλογή “Ερείπια”, Εκδόισεις Ρέω, Αθήνα 2010.
That movie i saw when i was a kid by Carolyn Srygley-Moore
in the movie, tenderness ended with this: a circle of children cast stones at a bird, a bird already injured, & when the girl did not join, thrust a stone into her hand, chanting, throw it, throw it! today, wondering when the sweetness left, when the Sunday teacher stopped saying he was a sweet boy; when the brother first said “hey, did you know our little sister is a bitch?” i see, someone says, a gap in foundation, a furrowing of landscape, where we place the pit bull. you see, via the pit bull, a lack of negation, a holocaust through action & hope inverted. well. it is not a neutral conversation, he says, but it must be had. be had. i changed my bedroom walls pink to yellow at a young age; no shams, pillows without cases, curtains torn like human membrane at the window — to remember, that’s…
View original post 54 more words
Kenneth Rexroth, Τρία ποιήματα
Προπόρευση των Ισημεριών
Η στιγμή είχε έρθει, περπάτησα μέσα στου Φλεβάρη τη βροχή,
Το κεφάλι μου σαν όστρακο γεμάτο από τους ρυθμούς του.
Και γύρισα στο σπίτι τη νύχτα να γράψω για την αγάπη και τον θάνατο,
Την υψηλή φιλοσοφία, και του ανθρώπου τη αδελφοσύνη.
Μετά από μύχια γνωριμία μ’ αυτά τα πράγματα,
Στοχάζομαι τις αλλαγές των νερών,
Των λουλουδιών, των πουλιών, των λαγών, των ποντικών,
Κι άλλων μικρών ελαφιών
Που συμπληρώνουν του χρόνου την περιοδικότητα.
Και του σφυγμού μου τους καθυσηχασμούς.
***
Ο χρόνος είναι μια σειρά εγκλίσεων, είπε ο Μακ Τάγκαρτ
ΙΙΙ
Κουβέντα σ’ ενα σκοτεινό δωμάτιο
Πουλιά πετούν μες στoν συννεφιασμένο καθρέφτη
Και ποτέ δεν γυρίζουν πίσω
Ο καθρέφτης ξεφτίζει
ΙV
Χιλιάδες λευκά σκόρπια
Πέταλα πάνω στων ωρών τα ύδατα
Μουσική σεληνόφωτου κυματίζει τη θάλασσα
Κοινότοπα συναισθήματα
Στεναχώριες και φιλιά
Φωνές που τραγουδούν και φωνές
Πέρα στην ομιχλώδη ακτή
Γύρω από τις φωτιές των ξεβρασμένων ξύλων
Τραγουδούν για πάντα για πάντα.
***
Καθρέφτης
Το απόγευμα σβήνει με κόκκινες
Κηλίδες φωτός πάνω στα φύλλα
Στη βορειοανατολική πλευρά του φαραγγιού.
Η εξημερωμένη κουκουβάγια μου
Στέκει γαλήνια στο θανατικό της κλαδί.
Μια ανόητη καρακάξα σκούζει
Και ρίχνεται κατά πάνω της.
Εκείνη την αγνοεί. Χασμουριέται
Και τινάζει τα φτερά της.
Η καρακάξα πετά μακριά κράζοντας με τρομάρα.
Το βασιλικό μου φίδι κουλουριασμένο
Ακίνητο πάνω σε βιβλία και χαρτιά.
Ακόμα και η γλώσσα του είναι ακίνητη,
Μα τα κίτρινά του μάτια εποπτεύουν.
Τα ποντίκια τρέχουν χαριτωμένα
Στους τοίχους. Πέρα από τους λόφους
Το φεγγάρι είναι ψηλά, κι ο ουρανός
Γίνεται κρυστάλλινος μπρος του.
Το φαράγγι θαμπίζει στο μισόφωτο.
Ένα αόρατο παλάτι
Γυάλινο, γεμάτο διάφανους ανθρώπους
Βρίσκεται γύρω μου.
Πάνω από τον θαμπό καταρράκτη
Η έντονη υπόσχεση φωτός υψώνεται
Πάνω από του φαραγγιού το άνοιγμα.
Ένα γυμνό κορίτσι μπαίνει στην καλύβα μου,
Με πόδια λευκά, λικνίζοντας τη μέση,
Και με ευωδιαστό φύλο.
*Από το βιβλίο “Κένεθ Ρέξροθ ποιήματα”, σε μετάφραση Γιάννη Λειβαδά, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 2014.
Ευτέρπη Κωσταρέλη, Πέντε ποιήματα
ΤΟ ΝΟΗΜΑ
Σε μπόρες μνήμη δεν απέκτησες
και από ομπρέλες
άγνοια είχες.
Τ μουσκεμένα πόδια
μένουν να σου θυμίζουν
πως δεν έχεις απάντηση:
Τι νόημα έχει η βροχή;
***
ΣΥΝΝΕΦΑ ΣΤΟ ΧΑΟΣ
Βροχερή αίσθηση
η αμφιθυμία.
Αλλόκοτη απόπειρα
η αποτύπωση του κενού.
Ξένες οι πληρωμένες αισιοδοξίες
χαστουκίζουν ανήλιαγες οικειότητες.
Σε ένα σύμπαν απροσδιόριστα γερασμένο
κλήθηκες να πολιτογραφηθείς
και από όλα πιο πολύ σε τρομάζει
το γινόμενο των εμπειριών
επί την ηλικία των επιθυμιών
με παρανομαστή ένα συννεφιασμένο χάος.
***
ΥΠΑΡΧΕΙΣ;
“Σκοπός της ζωής μας είναι
το σεσημασμένο δέρας της υπάρξεώς μας”
Α. Εμπειρίκος
Το νόημα του πρωινού
κατάπιε λαίμαργα
η φλυαρία προβλέψεων.
Ξεψυχισμένες νότες παρόντος
ήχησαν σαν την κούπα του καφέ
που γλίστρησε από τα χέρια
ταράζοντας τη νοσηρή ονειροπόληση.
Κεράτινη επικάλυψη των αποφάσεων
η αμφιβόλου υγείας φιλοδοξία
χαρτογραφεί σκοπούς
ή σκοπιμότητες;
Να νιώθεις ξεχωριστός
Να εστιάζεις μίλια μακριά απ΄τη θνητότητα
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ψευδαίσθηση…
***
ΑΝΤΙΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ
Διάπυρα μάτια αποζητούν
τη δροσιά της σιωπής
το ανάλαφρο χάδι της μοναξιάς
Σβηστά τηλέφωνα.
Απενεργοποιημένα φώτα.
Κεριά να τρεμοπαίζουν
αναποφάσιστα
επιζητώντας την επιβεβαίωση
της ύπαρξής τους
στον αναπτήρα.
Κι όμως γαλήνη διαχέει
ο καπνός των φρεσκοσβησμένων
ρομαντικών ειδωλίων.
Τώρα ξέρεις πως καμιά αλλαγή
δε θα βεβηλώσει
τα μελαχρινά ταξίδια στην ενδοχώρα.
***
ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΙ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ
Απομαγνητοφωνώ
τα κίνητρα αυτού του
-ηχορυπαντικού-
κόσμου,
αξίες και ιδανικά
ενός παγετώνα παρόντος.
Οι διάβολοι χορεύουν
ειρωνικά
στους ρυθμούς
της όποιας επιβίωσης.
Ακτινογραφώ τη λαϊκή οργή
σε πολιτείες με εξειδικευμένη σιωπή
και Πιλάτους με βιολογικά κρεμοσάπουνα
και αιθέρια έλαια δακρύων.
Ψυχές στερημένες από αέρα
βαλτωμένες στη χωνευμένη ανελευθερία
και τις πρόστυχες ανισότητες.
Δυο γενιές κομίζουν το βάρος μιας ελπίδας.
απασφαλισμένη βόμβα
στα θεμέλια κάποιου ακόμα κατεστημένου.
Κι η Άνοιξη
Ίσως δώσει φτερά
σε όσες κάμπιες επέζησαν της έκρηξης.
*Από τη συλλογή “Βερντάντι”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2013.
Μαριάννα Πλιάκου, Πέντε ποιήματα
.
Μόνο βουλώνοντας τη σιωπή με της ανάμνησης την αλεπού
μπορώ τ’ αλάτι όλης της θάλασσας να σβήσω
και σε γλυκά νερά να κλάψω το κορμί σου. .
***
Πατρίδα
Μαζί τα δάχτυλά μας κλειδωμένα,
μήπως και μείνουμε όρθιοι,
μα οι τσέπες μας γεμάτες πέτρες.
.
.
Κάποτε είχαν μέλι και λεβάντα,
μελάνι και χαρτί.
Για όλα εκείνα που θα γράφαμε,
κι άλλα τόσα που θα βρίσκαμε.
.
Μα κάπου στην αρχή,
στης σιγουριάς μας τα χωράφια,
σκοντάψαμε στους βράχους που φυτρώσαν.
.
Μας τέλειωσε το μέλι,
μας τέλειωσ’ η λεβάντα.
Όσο για το χαρτί,
και τούτο σώθηκε,
κι ας είχαμε πολύ μελάνι ακόμη.
.
Κ’ η μάνα μας,
με άδεια στήθια μας κοιτά,
κι ανώφελα μας καταπίνει.
***
Χρόνος
Αντικριστά καθίσαμε και πάλι.
.
Εμείς εδώ,
με σκαλιστές σκιές στο μέτωπο
τις ώρες της επιθυμίας ν’ ασβεστώνουμε
με τρύπιους τενεκέδες λογικής.
Και στην ελπίδα του “είμαι”,
το “δεν είμαι” να γευόμαστε,
σ’ ετούτο τον παράλογο εμφύλιο.
Σιωπηλός, απέναντι, εσύ,
δεν ξέρω τι μυρίζεις.
.
Σοφία ή Σαρκασμό.
.
***
Η ροδιά στη στροφή του δρόμου
Σπάσανε τα χέρια σου κι έπεσαν
στη γη, χαλίκια.
Κι εγώ,
που τόσο ήθελα να μ’ αγκαλιάσεις,
έσκυψα και μες στην τσέπη τα ’βαλα.
.
Κι όπως σε είδα να μ’ αφήνεις,
δεν ήξερα πως κάποτε
δε θα με καίει τ’ ουρανού σου η βροχή
και η ροδιά που μου ’δειξες στου δρόμου τη στροφή.
.
Όσο για τα χαλίκια,
με τον καιρό γινήκαν βότσαλα,
που έσπειρα στη θάλασσα
και φύτρωσαν κοράλλια.
***
.
Όχι εμείς
.
Και το ποτάμι τρέχει πίσω στην πηγή.
Κι εμείς που δεν προλάβαμε να πιούμε,
πέτρες πετάμε στην κοιλιά του.
Λες κι αυτό να φταίει.
Αυτό κ’ οι Άλλοι.
.
Μα προπαντός οι Άλλοι.
.
***
.
*Από τη συλλογή “Σιωπή”, εκδόσεις Πολύτροπον, 2015. (Τα πήραμε από τη σελίδα της Ana Doulia στο Facebook
Ειρηναίος Μαράκης, Τρία ποιήματα-Αφιερώσεις
Ασπρόμαυρες φωτογραφίες
στον Ιωάννη Στεφανουδάκη
ασπρόμαυρες φωτογραφίες
πρόσωπα στιβαρά
φοβισμένα χαμόγελα
οικογενειακές καταστάσεις
πόσες ιστορίες έχουν να πουν
πόσες ζωές χάθηκαν
στον καθημερινό συμβιβασμό
ασπρόμαυρα τραγούδια
συνοδεύουν αυτό το ποίημα
αποχαιρετά τη μέρα ο ήλιος
πάνω από το λιμάνι
***
Έλλειψη
στον Βαγγέλη Κακατσάκη
κάθε μέρα, κάποια μητέρα
μαζί με το παιδί της σταυρώνεται
περιμένοντας το ίδιο βράδυ για να αναστηθεί
όταν ξημερώσει θα δικαστούν πάλι
η μητέρα, ο γιος κι η κόρη αγκαλιά
από τους Φαρισαίους της ζωής
γελούν οι Υποκριτές, πίνουν κρασί
για να σταυρωθούν την ίδια νύχτα,
κάποτε η μητέρα φεύγει οριστικά
τότε, τα παιδιά μόνα τους βαδίζουν
τον δύσβατο δρόμο των Παθών
και κλαίνε, φοβούνται, τραγουδούν
τραγούδια της ξενιτιάς θυμούνται
προσπαθώντας την έλλειψη της μητέρας
κάπως να υποκαταστήσουν
***
Δρόμος
στον Αντώνη Θ. Παπαδόπουλο
βγήκε στον δρόμο
άνθρωπος ερωτευμένος κι οργισμένος
σε μια διαδήλωση έκανε αλυσίδα
χέρι με χέρι με την αγαπημένη του
επιτέλους ανακάλυψα την Ποίηση, φώναξε
*Η φωτογραφία που συνοδεύει τα ποιήματα είναι του διάσημου φωτογράφου Γουόλτερ Λάσαλι (http://blog.mantinades.gr/2015/08/25/pos-itan-ta-chania-ti-dekaetia-tou-1960/)
Αργύρης Χιόνης, Έχων σώας τας φρένας
Το παρόν βιβλίο απαρτίζεται από εννέα διηγήματα, στα οποία κυριαρχούν –μόνα τους ή σε συνδυασμό– αυτοβιογραφικά, μυθοπλαστικά και ψευδοδοκιμιακά στοιχεία. Κοινό τους θέμα εἶναι –σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα– «το παράλογο της ύπαρξης και η ασάφεια των ορίων μεταξύ τρέλας και λογικής».
Τα διηγήματα, γραμμένα με παιγνιώδη και ενίοτε παρωδιακή διάθεση, ακολουθούνται από σημειώσεις, οι οποίες εντάσσονται αφηγηματικά στο κείμενο με τρόπο που θυμίζει κάποτε τον Μπόρχες. Ωστόσο, τα παιγνιώδη στοιχεία λειτουργούν συνειδητά ως αντίβαρο στο υπαρξιακό βάθος.
Όπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας: «Επειδή το θέμα του βιβλίου είναι αρκετά βαρύ ή, μάλλον, δυσβάστακτο, το ύφος είναι, συχνά, παιγνιώδες, ώστε να μη βαρύνεται η ψυχή όχι μόνο του αναγνώστη αλλά και του ίδιου του συγγραφέα».
Έχων σώας τας φρένας
Και άλλες τρελές ιστορίες
Αργύρης Χιόνης
Επιμέλεια: Γιώτα Κριτσέλη
Εικονογράφηση: Εύη Τσακνιά
Κίχλη
208 σελ.
ISBN 978-618-5004-46-0
Τιμή: €13,80







