Νίκος Καρούζος, Νεολιθική Νυχτωδία Στην Κρονστάνδη

Τραυλίζοντας οικουμένη καθώς
η πραγματικότητα χωλαίνει κι όπως
ασπροφωλιάζει η λευτεριά στον άστοργο πάγο
περικαλιόμαστε τη σώτειρα τήξη .

(Να ιδούμε αν η Άνοιξη θα συνδράμει τα όνειρά μας.)

Ένας ναύτης: Το μυαλό πως μαλακώνει στα Ουράλια;
Ένας άλλος ναύτης: Τι θέλεις να πεις; Δεν κατάλαβα.

μουχλιάζει το τηλέφωνο, ευδαιμονία

…………..

Νοστάλγησα τα ορυχτά την άφωνη
θηλαστική μου ιερότητα
κι ανατρέχω στον ύπνο που με σώζει
είναι ο πρόχειρος θάνατος
ένα κλούβιο ρολόι
χωρίς τα πριν και χωρίς τα μετά
δεν ήρθα δε φεύγω θα σταματήσω .

– Η εξουσία είναι της Ιστορίας η ευκοιλιότητα .
– Στο χωριό μου τη λένε γλεντοκώλα .

………….
– Φθέγγομαι τρόμο . Και επιτέλους τι νομίζεις πως είναι
τα ιδανικά; Είναι όπως αλευρώνουμε τα ψάρια πριν
από το τηγάνισμα.

………..

Δούλα του φωτός πεταλούδα, φτερά και χνούδι
σε εξωφρένεια!
Ο έκλυτος Δίας κρατεί κεραυνούς αναφαίρετους
δίχως ακόμη πυροδότηση
χορταίνοντας όραση βλακείας
καθεζόμενος υπεράνω πάσης κοσμολογίας.
Κι η μούρη των αλόγων του Φαέθοντα έναντι του
κενού με άφρη κοσμικής ύλης.
Ασθενοφόρο γρήγορα για τον βασιλέα Ληρ !
Ευωδιάζουμε από τρέλα.
Δεν πιάνουν τα φρένα,
χανόμαστε στη διαιρετότητα του Ζήνωνα .

…………….

Η Άννα (που πλησιάζει): Τι νέα έχουμε απ’ την πραγματικότητα;
……
Νικολάι: Φοβάμαι, σύντροφε. Και η επίθεση επίκειται .
Ο Λένιν έχει εμπλακεί στη μοίρα.

– Πανάκριβα ραφτικά.
………….
– Ουτοπία.
– Μα όμως αναιρέσαμε το δάσος.
– Βροχές μανάδες… Άραχλε!

Να και ο τρισάθλιος ήλιος. Μια χλεμπόνα
στ’ ουρανού το κατεστημένο.
…………..
– Με σφίγγει μια αλήθεια, της παραδίνομαι. Με σφίγγει μια
άλλη, κι αυτηνής της παραδίνομαι. Διατρέχοντας του μυαλού
την ωμότητα. Λέω αίμα του ψύλλου κι αμέσως
οσφραίνομαι ρούμι.

– Παραδέρνεις. Αλλά εμένα τα μάτια μου διεκδικούσαν ενότητα
οπτικής, εκκένωση τραγωδίας. Ουδέποτε υπέφερα τις
αντιφάσεις. Αμφί και ρέπω, όχι!

– Χρεμετίζεις φαντασία.

[Την ημέρα εκείνη γεννήθηκα μόνος μου , δεν είχα βιολογικό
προηγούμενο . Σούρθηκα στην τρώγλη της απλής αριθμητικής .
Εκεί διαλάμποντας ενωτίστηκα κόκαλα . ]

Υπερφίαλο φως ισχνότητα του έρωτα!
Τι ναν τα λέμε. Αυτοψυχίατρος είναι ο ποιητής
με καθαρό οινόπνευμα.
Κυρίως θα λεγα θεοσταγής και προ-ιούσα σφήκα.
Θα γαλαζώσει πάλι.

– Μα είναι κι ο άλλος έρωτας, ο γενετήσιος.

– Τι να σου κάνει αυτός. Αν θέλεις, βάζει λίγα παγάκια στη
μελαγχολία μου.

…………………

Είθε να μην υπήρχα
μαβής ο χτύπος της καρδιάς, αλητεία.
Κι αν είπα τις προάλλες τη ζωή αντίρρηση του σκούληκα
δεν έπαψε να φουγαρίζει μέσα μου χαώδης
η απελπισία.
Θες το ζώο θες ο άγιος τίμημα η απουσία.
Κορφόνυχα μες στη φωτιά σε ταραχώδη θράκα
χρονάκια μου και χρόνια
έκανα γω το μπόι μου βλαστοβολώντας ύψος
χωρίς να συμβουλεύομαι
κακούς ονειροκρίτες και θολά μαντεία.
Δεν αναμέτρησα κινδύνους, αποτεφρώθηκα.
Πίστεψα στα χρυσάνθεμα ορκίστηκα στη χλόη
κι όπως ρεκάζει επιστήθιος άνεμος από βροχερά
συμπεράσματα
στα ερυθρά χαλάσματα του ήλιου ξαναφαίνομαι
κι ανιστορώ τα ρόδινα νεφρά μου.

………………………….

Είτε στον ύπνο (παξ) είτε στην εγρήγορση (κοάξ) ονομάζομαι
γοργά μελλοθάνατος.

…………..

Θρομβώδη φυλλώματα, συνεσθίομαι
μαζί με τ’ άνθη
διασχίζω τους γάμους των θάμνων
αναφλέγοντας το γραφτό μου σε άναρθρους
όρθρους
κι αποτυχίζω την απόγνωση κατακείμενος
όρθιος.
…………

Λέω συχνά τα νεφρά μου θα υπερισχύσουν.
Εντούτοις μαθητεύω πια συνέχεια σε τρόμο
κάθε βράδυ ξαναστοχάζω πως όχι
δε θα ξυπνήσω
κάθε πρωί ξεριζώνω φλέγματα υποφέροντας
μιαν άγρια ναυτία που δεν εξελίσσεται ολότελα
κι ανατριχιάζω
κάτι νύχτες με εθελούσιο μαύρο κάτι νύχτες
από τεράστια αιμοχαρή φεγγάρια
για να διαλευκάνω επιτέλους τα άσπρα μου
μαλλιά ως τη συντέλεια.
Δε θυμάμαι θυμάρι που να μην ανάδωσε πάντοτε
την ευωδιά του
με ήλιους ορεινούς αναφωνήματα στη μνημοσύνη.
Δεν ξέρω τι κάνει το συκώτι μου δεν ξέρω
τι κάνει η καρδιά μου
μαστίζομαι από ένοχη θέαση κι ανωφερή
αχτημοσύνη
χαράζω σύμφωνα και εκφέρω φωνήεντα φρίκης.

– Θρησκευτική υπόθεση. Κι ο χρόνος τώρα δεν είναι
μαγνητοταινία της αιωνιότητας. Ανακρούεται επιστήμη,
κουκιά μετρημένα. Μα είναι αμπόρετο να τσιμπήσει κανείς
τη θάλασσα.
Η Ιστορία τελικά συναναστρέφεται αγάλματα .

……………
– Τι εστί λάμψη;

– Ποιος αποφάσισε τα πτώματά μας;

——————–

– Ξέχειλα τα οράματά μας. Εμπλουτισμένοι αθανασία.
– Νυμφίοι της ελπίδας αρουραίοι.

[Λάμπουμε όλοι στην Κρονστάνδη. Στην πιο περήφανη γεωγραφία]

………………..

Σε βοερά μνημόσυνα βοράς κι αθώας βαρβαρότητας
με πετεινών αθλήματα στους χαμηλόκορμους ουρανούς
ωσότου πιάσουν ένα γύρο οι βροχάδες τα πρωτόνερα
ώσπου να ανοίξει της χυνοπωριάς το κατουροβάρελο.
Θα ‘τανε πέρσι.
Ρεμβώδη νοήματα, τυραγνία του βήχα, σκελετός από μέσα…
………..

[Βραδυάζει στο κείμενο. Η κατακρήμνιση του απογεύματος: ωριμότητα.]

– Αν έλιωνε ο πάγος, αν τους προλάβαινε η Άνοιξη…

……..δεν έχει όρια η ευφράδεια της Σταύρωσης
ούτε το πορτοκαλί που με τύφλωνε
φωσφορίζοντας
μα εγώ τη γλώσσα την αποκλήρωσα
δε μαζεύω ψυχοχάρτια χαζεύω την αγριότητα
οι καιόμενες πορφυρές δεκαετίες
από υδρόγεια νόηση
και αναπηδά στη χύτρα του πεπρωμένου
ο χόχλακας.
Φεγγάρι μου βγαλμένο μάτι ρεμβάζω σου
τ’ ασπράδι.

…………………

Εγώ λοιπόν έκπληχτος από χέρι διαστέλλω γαλαξίες
κι ανατείνομαι όνειρος
αποβάλλοντας το πραγματικό κι αναθυμούμενος μόλις
εκείνη την αρτηρία του αόρατου
την πλεξούδα του καπνού σε ανώδυνο ύψος.
Εδώ επιμένουμε όλοι.

– Άννα, τι συμβαίνει;

– Άρχισε η επίθεση.

– Άννα, έχε γεια, θα πεθάνουμε.

– Νικολάι, σ’ αγαπούσα ολόκληρη.

– Μιαν άλλη φορά, θα ξαναγίνει, Άννα

……………………………

διεδίδοτο δε εκάστω καθότι αν τις χρείαν είχεν –

V383

Μια ταινία του μπλόγκερ theskyremainsthesame.wordpress.com

Με μια απαγγελία του konpapapanos από το https://enaetsi.wordpress.com

‘V383’ is a short film shot between February and June 2016 in Maastricht, the Netherlands.
Recitation (translated from Greek):
“I still remember the airplanes in the night sky, crashing into smooth shores due to mist. The moon has fallen. Every bloodstained summer we pray for burnt faces; and so it happens”.

Tέλλος Φίλης, Ονομαστική εορτή

Cyril Zannettacci, “Avenue de Flandres”, Paris 2016

Cyril Zannettacci, “Avenue de Flandres”, Paris 2016

Σοφία Αγάπη Πίστη Ελπίδα
ό,τι μας λείπει γιορτάζει σήμερα
μου το υπενθυμίζουν τα ημερολόγια
δεξιά πάνω από τη σημείωση με τους ανεξόφλητους λογαριασμούς
αυτές που προσπερνάμε γρήγορα ― με τύψεις

Tα πρόσωπα θυμόμαστε ― σ’ αυτά να στείλουμε ευχές
στις λέξεις μη στεκόμαστε
άγνωστες παραμένουν, αν όχι ενοχλητικές
κάτι για να γελάσουμε ζητάμε ―μια πλάκα να σπάσουμε―
μην και θρυμματιστούμε
να περάσει η αδίστακτη μέρα

Tα άλλα ζητάνε αντοχές
κι επιμονές και μνήμες και σιωπές
Σοφία Αγάπη Πίστη Ελπίδα
―σοκολατένια να τους πάρω
και μετά την απουσία να θρηνώ στα διαδίκτυα―

*Ο Τέλλος Φίλης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, μεγάλωσε στο Νέο Ψυχικό και, ύστερα από πολυετείς περιπλανήσεις εντός και εκτός, επανεγκαταστάθηκε πριν από λίγα χρόνια, οριστικά, στη Θεσσαλονίκη. Δημιούργησε την ομάδα «Η Ποίηση Γυμνή» και συντονίζει τη δράση της. Έχει εκδώσει τα βιβλία “Η αποσιωποιητική ηλικία” (2014) και “Ένας απλός υπάλληλος βιντεοκλάμπ και άλλα κείμενα” (2015).

**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του Εντευκτηρίου στο http://entefktirio.blogspot.com.au/2016/09/t.html

Carlos Javier Morales, Τρία ποιήματα

SONY DSC

SONY DSC

ΣΙΓΟΥΡΙΑ

Ένας άνθρωπος ερωτευμένος μπορεί να μιλάει για τη ζωή,
τους ανθρώπους να πείθει και να τους ενώνει στο σκοπό του.
Ένας άνθρωπος ερωτευμένος είναι ένας κίνδυνος:
μπορεί να καταλύει τείχη, μάνταλα,
και τα φέρετρα ν’ ανοίγει.
Μέσα στη σάρκα του την πιο βαθιά αξιοκαταφρόνητος να είναι μπορεί
γιατί όλη του η τύχη βρίσκεται στο άλλο κορμί˙
μπορεί να μη γνωρίζει τίποτα, αλλά θα μιλάει για πράγματα εμφανή,
γιατί αυτού του κόσμου το μεδούλι θα αγγίζει:
τις πιο γόνιμες ζώνες του και τα πληγωμένα του μέλη,
και παθιασμένος με τα χείλη του φιλάει
όλες τις επιπτώσεις του λατρεμένου δέρματος,
που είναι το ασφαλές του λιμάνι.
Ένας άνθρωπος ερωτευμένος ποτέ δεν είναι ανόητος
και όταν σφάλλει, κατευθείαν θα το διαπιστώσει:
οι φράσεις του δεν εξαρτώνται απ’ την υπερηφάνεια, αλλά απ’ την υπακοή
στο ρυθμό που το στήθος από το οποίο τρώει του σφραγίζει,
κι όταν έχει καταβροχθίσει πιο πέρα απ’ το δίκαιο,
η δαγκωματιά του θα τον κάνει να επανορθώσει
και να επιστρέψει τους καρπούς στο δέντρο της ζωής.
Ένας άνθρωπος έτσι να μας κάνει κακό δεν μπορεί:
με τις γραμμές του στόματος που αγαπά θα έχει εμμονή
και νιώθει πως ο κορμός του βρίσκεται σε άλλη μέση
και πως βαδίζει με ξένα πόδια ξέρει
και ψηλαφίζει τη συνειδητοποίηση πως είναι ανολοκλήρωτος,
πως είναι ένας άθλιος όταν σκέφτεται τον ίδιο του τον εαυτό.
Αλλά αυτό να μας προσβάλλει ποτέ δεν θα μπορέσει:
γιατί σε οποιοδήποτε άτομο καταφύγιο θα ζητήσει
σαν να ήταν όλοι το μπράτσο που του λείπει.
Εμείς είμαστε ελεύθεροι να του ανοίξουμε τις πόρτες μας:
αν τίποτα δεν του ανοίξουμε, ευτυχισμένος θα πορευτεί
στη φωτιά της σάρκας που χαϊδεύει χωρίς παύση για να τυλιχτεί
γιατί δική του είναι.
Ένας άνθρωπος ερωτευμένος είναι η σιγουριά
πως φυλάει κάποιο μυστικό η ζωή
που θα πρέπει να συλλάβουμε γρήγορα ή αργά.

(Μαδρίτη σαν παραλήρημα, 1996)

ΚΟΥΒΑΝΕΖΙΚΟ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ

Αν σκέφτεσαι πως σου ανοίγει αυτή η μουσική
άλλων καιρών παράλληλων τις πόρτες,
και πως ένα μπολερό, από μόνο του, μπορεί
να ακυρώσει τη μνήμη σου την τόσο φειδωλή,
μην το αμφισβητείς, έχε πίστη σ’ αυτή τη σπασμένη φωνή
για μια αγάπη πιο σκληρή και πιο όμορφη
από όλες τις αγάπες σου˙
άκου αυτό το τραγούδι που μόνο του μπορεί
να σε ελευθερώσει από το παρελθόν και από το μέλλον
το τόσο πια προβλέψιμο, που αηδία σου προκαλεί.
Ξέχνα, ονειρέψου, άκου, μόνο άκου:
άκου για πάντα αυτή τη σπασμένη φωνή
από ένα παραλήρημα ωραίο κι αξιοζήλευτο
που την αγάπη και την τιμωρία στέφει ένδοξο
για τόσο που έχει αγαπηθεί. Μόνο άκου
οι πιο απαγορευμένες πόρτες πώς ανοίγουνε
για μια φτωχή καρδιά όπως η δική σου
που επιτέλους, ν’ αναπνεύσει λαχταρά, άλλους αέρηδες˙
πώς διαγράφονται όλα αυτά που έζησε, όλα αυτά για να ζήσει:
και είναι όλα μια ωδή, που βιώνεται την ίδια στιγμή που γιορτάζεται.
Άκου, μόνο άκου
καθόσον το τραγούδισμα διαρκεί.

(Νέα Εποχή, 2007)

ΔΟΚΙΜΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ

Για της φωνής τον τονισμό, για το ποίημα,
είναι ανάγκη ο άνθρωπος σε ειρήνη με τον εαυτό του να βρεθεί:
προς το μέλλον να κοιτάζει και να μη βλέπει τίποτα
περισσότερο από έναν πλατύ δρόμο, με ομίχλη αν είναι δυνατόν.
Πόσες φωνές τον επικαλούνται να ακούει
και να καταλαβαίνει πως δεν είναι εύκολο να απαντήσει άμεσα.
Το παρελθόν του να ξεχνάει εντελώς,
γιατί δεν εξυπηρετεί η εμπειρία σε τίποτα.
Να ξέρει πως η ήδη ακουσμένη μουσική
ποτέ δεν θα ηχήσει όμοια με εκείνη τη νύχτα
όπου όλα είναι πιθανά. Να καταλαβαίνει
πως ο χρόνος δεν είναι γνωστός, πως δεν υπάρχει προθεσμία
για να ολοκληρώσει το έργο του, και πως δεν υπάρχει έργο
που διαρκεί για πάντα από μόνο του.

Για της φωνής τον τονισμό, για το ποίημα,
είναι ανάγκη να μην είναι μόνος ο άνθρωπος,
να βρίσκει πάντα κάποιον ικανό να τον διορθώνει,
ν’ αρχίσει νέα ζωή να του ζητά,
να του απαιτεί
τη ζωή ολοκληρωτικά.

(Αυτή η αγάπη και αυτή η φωτιά, 2011)

SONY DSC

SONY DSC

*Ο Carlos Javier Morales (Σάντα Κρούζ, Τενερίφη, 1967), είναι διδάκτωρ Ισπανικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης και καθηγητής ισπανικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Τενερίφη. Έχει εκδώσει 6 ποιητικές συλλογές και έχει ασχοληθεί με την κριτική σύγχρονης ισπανόφωνης ποίησης. Διαχειρίζεται το ιστολόγιο http://www.carlosjaviermorales.com
**Από την Ανθολογία ΣύγχρονηςΙσπανικής Ποίησης σε μετάφραση και επιμέλεια Άτης Σολέρτη.

Φαίδων Μουδόπουλος, Τρία ποιήματα

moon

Ζατρίκιον

Σπουδή Μ. Αναγνωστάκη

Θέλω να παίξουμε.
Τον στρατό μου θα τον συγκεντρώσω προσεκτικά,
θα τον τοποθετήσω τακτικά
–όπως μ’ ορμήνευσαν σύμβουλοι συμβουλατόροι. Μ
ε τα πιόνια μου αρμονικά,
με μαεστρία στημένα,
θα παγιδεύσω τον τρελό σου
και στου σκακιού το τάρταρο θα τον αφήσω.

Τα άλογά μου και τους πύργους θα κρατήσω,
που ξέρουν να καταπατούν τα χρώματα
–και τα χώματα
ξανά και ξανά.
Και την βασίλισσά μου,
παντρεμένη με συνοικέσιο, ομοίως.
Γιατί αυτή ξέρει
πότε να ακολουθεί και πότε όχι
τα χρώματα,
ανάλογα με το συμφέρον.

Τον τρελό μου όμως θα τον θυσιάσω
–παράπλευρη απώλεια.
Έτσι ρομαντικός που είναι,
απρόβλεπτος και πιστός σ’ αξίες
δεν μου χρειάζεται διόλου!
Κι αυτή η παρτίδα, βέβαιον έχει
το Τέλος.

***

Απάντηση

Μα τα άσπρα και τα μαύρα
κόκκινα θα φανούν στη μάχη.
Και οι στρατιώτες κάποτε
τον τρελό θα τον λατρέψουν.
Και τότε θα μιλούμε με άλλες
αναλογίες και στατιστικές.

***

Τα παραμύθια μας

Ένας έμπορος, επαγγελματίας οδηγός καραβανιών,
στην Μεσοποταμία την αρχαία, διηγείται.

Εμάς τα παραμύθια μας,
γύρω απ’ την φωτιά είναι δοσμένα
για χαμένους παραδείσους,
έρωτες,
φίλους και ξεχασμένους τόπους.

Με αίμα και ιδρώτα
είναι ποτισμένοι οι στίχοι μας.
Από ταξίδια μακρυνά,
απέραντες διαδρομές,
ανείπωτες μάχες,
ανέκφραστα χείλη
αυτών που μείνανε πίσω.

Όχι.
Για φλύαρους πολιτικούς,
κοντυλοφόρους και γραμματικούς,
δεν ομιλούν τα παραμύθια μας.
Ούτε για πρωταπριλιάτικα αστεία,
που εν τέλει δεν αρέσουν σε κανέναν.

Γι’ αυτό και κείτονται στο σκοτάδι,
πιο ξεχασμένα κι απ’ την αδηφάγο έρημο,
πιο λησμονημένα κι απ’ τους νεκρούς μας,
τα παραμύθια μας.

*Από τη συλλογή “Ιστορίες κρίσης (και άλλων παραγόντων”), εκδόσεις Μύρτιλο 2016.

No 100-6 (οδός …)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

να

την ακούς να χαχανίζει,

πως μοιράζει τα υγρά της αναρωτιέμαι,

~

παρατηρώ

το γέρο Σαντ απέναντι,

σάρκα που λιώνει,

φιλοσοφώ με τη μύγα,

καθισμένη στη σιωπή του τραπεζιού

και το κουτάλι μου,

η καύλα σε σιρόπι,

να ταΐζει ακόμη τσιγκουνιές και νάρκες,

έγλυψα το δάκτυλο,

χυμούσε το κρουασάν πρόστυχα,

πασάλειβε,

ήπια και μια γουλιά Εμπειρίκο,

παίζω μαγεμένη
πολυκατοικία,

~

οραματίσθηκα μετά,

μαθήματα ακολασίας σε ποιητική λέσχη:

~

εγώ,

αυτή,

δυο κότες ανέγγιχτες,

μια λευκή,

μια έγχρωμη,

τον πλασιέ καλλυντικών του πέμπτου,

τη δικαστίνα του τρίτου,

συνταξιούχο,

ένα σκύλο,

και τη γυναίκα του από κάτω,

λεσβία

~

αλλά σηκώθηκα,

με την πίστη του πιστού που φιλά το χέρι του παππά του,

Επίσκοπος ο φόβος,

ο νεροχύτης ποιεί και απαγγέλει,

κι έπλυνα τα πιάτα,

αμέσως,

έπειτα
~
(alexmil)
photo: Kevin Cooley

View original post

Ζήσης Αϊναλής, Στον εγκέφαλο του Ιλχάν

14d1c-25ce25a025ce259525ce25a125ce259125ce25a325ce25a425ce2595

Και καμιά φορά τύχαινε καθώς που κοιμόμουν
να κρεμάζει το χέρι μετέωρο
έπαιρνα τότε το μικρό ψαλιδάκι
που κρύβοντας πάντα στο κομοδίνο μου
για να κόβω τα νύχια μου
και προσεχτικά μη ξυπνήσω
τη γυναίκα γυμνή γυρισμένη στο πλάι
έπαιρνα να κόβω το χέρι μου
σκάλων’ η λάμα στο κόκαλο πάντα
σκριτς σκρατς
θα μπορούσα και να ουρλιάξω
αν δεν με είχανε
χρόνια τώρα
ακρωτηριάσει

***

Τη μέσα μου μέρα μετρώντας
χαραγμένη
το χέρι κορμί
αναμνήσεις σπαράγματα
ν’ αμφιβάλλεις
σάρκες πληγές
πρόωρα
χαραμάδες
διαμελισμένες κραυγές τα χαράματα
υπήρξε άραγε στ’ αλήθεια
κανείς απ’ τους δυο μας
εκεί;

***

Τυφλωμένος την υδρωπικία του πάθους
που ο χρόνος ανατινάσσοντας
την υστερόβουλη αναμονή
μέχρι ξανά
που μέρες ξοδεύοντας
τις νύχτες αναπολώντας
που μόνος μακριά
η μέσα μου ματιά σκίζει τα στήθια σου σ’ άλλα χείλη
το φύλο σου
άπληστα χιλιάδες δάχτυλα διατρέχουνε τον ιδρώτα σου
άλλα
κορμιά
του κορμιού σου φωτιά
αίμα ποτάμι με πονάς

***

Χώμα κορμί ορίζοντας
ο μεθυσμένος πόνος
άσπρο του άστρου στο άκρο η σιωπή
ο επιδεινωμένος χρόνος
πλατύγυρη βουή εφήμερο μαρμαρυγή
και διχοτομημένος μόνος
στο βάθος πλήθος πλάτος
παράταιρος
η ήττα κράτος

***
Continue reading

Ισμήνη Γ. Λιόση, Δύο ποιήματα

14333705_983568995121928_1700715101496586393_n

ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΠΟΡΝΕΙΟ

α
το σπίτι μας είναι μια κλειδωμένη νύχτα
η μέσα γυναίκα τρομαχτική
με βαθυκόκκινο φρουρό και ενώτια από δυναμίτη
μιλάει με οιωνούς
απόψε κι άλλοι άνδρες του Άδη
θα μαγαρίσουν το φουστάνι της

β
κύριοι αλητεύουν καπνίζουν διαπομπεύουν
το βασανισμένο σώμα της
ενδεδυμένο ακόμη
πριν τίξει τη σάρκα του και γίνει ψυχή

γ
κάτω από την γλώσσα
επί της γλώσσας
η γλώσσα της λειχίας και της ποίησης
είναι το κλειδί της ευτυχίας τους
δεν το γνωρίζουν

δ
είμαστε δώρα
νταν ντιν νταν σήμαντρα σήμαντρα σωματικών ειδήσεων
εν ποιήσει γυναίκες νυχτερίδες
κρεμασμένες ανάποδα
απ’ τα σιβυλλικά μαλλιά μας
οιωνίζουμε την μοίρα των κυριών

ε
αθανασία στο ποίημα
η ποιήτρια καταζητείται
τα νύχια της ποίησης βοηθάνε
να χαράξετε ονόματα χαράς
πάνω στους τάφους σας

ζ
η ποίηση φοράει πάντα μαύρα φτερά
και ακριβά μωβ παντελόνια
αντιγράψτε την ποίηση
φορέστε μαύρα φτερά
κι ακριβά μωβ παντελόνια
.
ΕΠΙΘΥΜΙΑ

πάμε να κολυμπήσουμε στους καθρέφτες
με λυτά μαλλιά χωρίς μάτια
μόνο με χαριτωμένες κοιλιές
από σαρκοβόρα μικρούτσικα στόματα
μόνο με στήθη ρύγχη
ας παίξουμε ως χαρίεντα τελώνια
στον υδράργυρο των ματιών τους
και λιγωμένους έρωτες ας υιοθετήσουμε
το γένος των φαντασμάτων υπηρετούμε
μα γυναίκες χειροπιαστές θα ξαναγίνουμε
μόνο από αρσενικό φιλί
προς ώρας
φορέματα εμείς ανήξερα από πλεκτάνες
ω πόσο θέλουμε πόσο παρακαλούμε
να ε ξ α π α τ ή σ ο υ μ ε τους ά ν τ ρ ε ς
να αγαπήσουμε την σάρκα μακριά απ’ την ψυχή
και την ψυχή εντός κερματισμένη στην σάρκα

*Από τη συλλογή “Νεκροταφείο φορεμάτων”, εκδόσεις Τύρφη 2016.

Alice Allan reviews Lisa Brockwell and Tamryn Bennett

eg-cover-shadowed-202x300

Earth Girls
by Lisa Brockwell
Pitt Street Poetry, 2016

unnamed

phosphene
by Tamryn Bennett
Rabbit Poets, 2016

Lisa Brockwell’s Earth Girls and Tamryn Bennett’s phosphene are both compelling first collections in their own right. Reading them side-by-side, however, an equally compelling contrast emerges. Where Brockwell looks for clarity and direct engagement with her audience, Bennett invites interpretation, offering many clues and few concrete answers. This contrast reveals something else: the strengths of one approach do not threaten, or cancel out, those of the other.

In an interview with Northerly editor Barnaby Smith earlier this year, Brockwell outlined her approach to writing poetry: ‘Accessibility is a priority for me, but not at the expense of intelligence, nuance or complexity,’ she said. ‘I want my poems to be accessible, but by that I just mean that I want a reader to be able to engage with the poems, to find something there. That doesn’t mean the poem is easy, or able to be explained.’

This balance is clear in every one of the poems that make up Earth Girls. Often it’s Brockwell’s titles that do the heavy lifting, spelling out a subject and allowing the rest of the poem to move freely around it. ‘On Becoming a Housewife for the First time at the Age of 41’, for example, begins:

I learn to cut up a melon, though remain unable to bring a knife to a whole chicken. I save small lizards from the dogs. I find myself on tuckshop duty with my dearest friend; at university we didn’t see this coming.

In other poems, such as the short, seething ‘Honey’, it’s the slow reveal of a story that holds our attention:

Where is the honey? You asked me
that morning, wide awake to the menu
of the world. I hadn’t seen the honey
in years: the jar a harem of sun,
radiant and louche, perfected by a city
of drones

In her interview with Smith, Brockwell explains that Earth Girls brings together seven years’ worth of work. The care she has taken in choosing pieces for the collection is obvious. With the exception of one or two minor poems, most are strong enough to hold their own ground. More than a few offer the satisfying jolt of an original comparison: ‘Window box platonic’ for example (‘Waiting for the train’), or ‘tambourine / of wind in trees’ (‘When I run’).

The two-part poem ‘Laika and Oleg’ is one of the high points in the collection. This is a moving account of the fate of the dog Laika, the first living creature to orbit the earth, and of the man who selected and trained her:

Metal walls, the only smell is chemical,
disorienting me like those blank
corridors in the lab. When I close my eyes
he comes to me with ‘good girl’, with his warm hands

It’s an unflinching poem, almost bruising to read. There are points when it’s tempting to stop altogether, but Brockwell leads us gently forward through Laika and Oleg’s story.

Brockwell consistently combines line breaks at natural pauses, with those that draw the reader down to the rest of a phrase. This technique creates a steady rhythm that supports her exploration of other difficult subject matter. For example, the three-part poem ‘Uluru’ – another crest in the collection – begins with characteristic openness: ‘Three days after my middle miscarriage / we went to the desert.’ Further into the poem we see another of Brockwell’s strengths: her insistence that her poems share personal experience, then stretch beyond it:

… Within minutes I knew
a dingo took that baby. Then grief grabbed me
with its jaws. This country could not
countenance a woman who did not collapse
on prime time, who would not unstitch herself
in front of strangers. A woman at her very edge.

In her acknowledgements Brockwell mentions contemporaries including Judith Beveridge and Dorothy Porter – two poets with a breathtaking ability to communicate both lurking menace and joy in apparently everyday subjects. At its best, Earth Girls reaches toward these unspoken things with the ‘lucidity’ Porter spoke about in her 2001 Judith Wright memorial lecture. ‘Lucidity can write with a tongue of fire,’ Porter said. ‘Often it’s a sense of urgency, a sense of dire times, that can make a poem searingly lucid.’

While Brockwell’s subjects generally remain close to home (her poems on the aftermath of Japan’s 2011 tsunami and the amusing ‘Jennifer & Angelina’ notwithstanding) this ‘sense of urgency’ is achieved on a local scale. Again she pushes beyond personal experience into wider social observations in the ekphrastic series ‘Point of View,’ which responds to the work of Tasmanian landscape artist Philip Wolfhagen. At one point, the speaker expresses her relief that the painting in front of her is not:

… one of those where she
is waiting around, always out of frame
while some idiot she is married to
takes their only horse, dresses up
in a tin hat and does some grandstanding.

The points where the collection could be stronger – and they are rare – occur when Brockwell strays beyond clarity into over-explication. Indeed, it’s the polish in the majority of the poems that makes a meticulous reader itch to pull out a word here and there. For example, the lines ‘Sitting / on the rocks in her swimming costume, / her hair wet and loose down her back’ (‘Seaworthy’) are enough to complete the picture without the next line: ‘a woman who has just finished her swim.’ Similarly the qualifiers in these lines could be left out: ‘For me, it’s after the harvest, only just / but even so, a different season’ (‘Waiting for the train’).

While Earth Girls generally adheres to structures and themes familiar to readers of Australian poetry today, Tamryn Bennett’s phosphene occupies an entirely different space. This is the fourth book in the Rabbit Poets Series published by Rabbit: A Journal of Non-fiction Poetry, adding to collections by Jordie Albiston, Tim Wright and Geraldine Burrowes plus three more debuts launched with Bennett’s collection. It continues editor Jessica L. Wilkinson’s exploration beyond the bounds of the poetry we’re used to – bringing attention to the experimental, and testing the limits of nonfiction.

Phosphene is made up of four poems and spans 50 pages, using meticulous typesetting and blank space to create movement – a sense that the poems are spreading across the pages. Each English stanza is mirrored by a Spanish translation courtesy of one of Bennett’s collaborators, composer Guillermo Batiz. The work of visual artist Jackie Cavallaro also complements the text, adding an intricate visual layer to the book. In Bennett’s introduction we learn that phosphene actually began life as a collaborative exhibition with Batiz, Cavallaro and performer Tamara Elkins.
Bennett explains that her work on phosphene began in Mexico ‘as a series of rituals and offerings at sacred sites’. ‘Offerings were tied with thread and placed in the ashes of shrines, cracks of temples and beneath desert dust,’ she explains. ‘Mirroring ruins and fractured histories, the fragmented elegies of phosphene are what remain after the light of the moment has passed.’ This is lofty subject matter and it’s to Bennett’s credit that she works toward her goals through scarcity of language, rather than weighing these ideas down with words. The following stanzas from the first poem, ‘at the temple of letters’, give some idea of Bennett’s compact approach:

white on red
we roam the ruins

blanco sobre rojo
rondamos las ruinas

the rocking bridge,
the dried river

el puente que mece,
el río seco

white on red
all sins, all saints

It’s clear that Bennett wants more than just the physical space created by short lines. There’s also expansiveness in terms of subject matter. The third poem in the collection, ‘the invisible’, best illustrates this. It begins in a misty valley before moving ‘through fields of cactus / to the desert by the sea’. The poem then begins to switch between confined spaces – rib bones, a wardrobe, a hall, a mirrored room and holes in a wall – and open spaces: a green stream, the sky, and a ‘garden of bones’. The elegiac quality of the book is perhaps most pronounced in this poem. ‘the invisible / keep living’, Bennett tells us, ‘sadness stacked / in towers / surround the bed’.
Along with Cavallaro’s finely detailed images, punctuation marks are also dotted around the poems on most pages, suggesting the desert dust Bennett encountered when first creating the work. This also adds to the sensation that the poems are floating, suspended above the page rather than printed onto it.
The fact that each line is doubled through its Spanish translation is another crucial element. As each poem progresses, it feels natural to match each English word with its Spanish translation. ‘Owl’ becomes buhó, ‘chance’ becomes azar and ‘holy nothing’ becomes bendita nada. This pattern concentrates each line, bringing the shape and meaning of every word into focus. With shorter lines, this focus becomes sharper still, as in this section from ‘the invisible’:

aquí,

here,

*

and here,

y aquí,

the ground remembers

el suelo recuerda

Taken as a whole, phosphene is a wild, open landscape with features that only gradually become familiar. Finishing a first reading, we find hints of this expansive, quiet world, but the full picture isn’t clear. This is a space that invites many repeat visits. It’s with each subsequent reading that phosphene rewards us.
As the book becomes more familiar, each page takes on the quality of an individual artwork as well as being part of a greater whole. The book’s rhythm can be heard as the speaker, the accompanying ‘you’ and the minor characters, move back and forth between confined and open spaces, and through time. This movement is anything but linear – it’s closer to a spiral or a layering of images and memories. As the book ends, Bennett hints at completion without giving in to neatness:

here is where you leave
your hair,

here,

in the desert,
in his hands

With each reading it becomes easier to see how Bennett is contributing to the tradition she notes in her introduction – that of the ‘xopan cuicatl’ or ‘spring song’ of Nahuatl poetry: ‘Each of these acts is part of a longer thread,’ Bennett says of her work. ‘Each a knot to remember the past and our place within it.’
It’s tempting to end here by finding similarities between phosphine and Earth Girls – to look for a way to bridge any perceived ‘gap’ between an experimental project and a lyric one. These two works do share many strengths. Both have a clear goal, are precise in working towards that goal, and show wholeheartedness in each step taken. But their real strengths are actually entirely independent. Far from placing them in opposition, these differences reinforce each poet’s place on the flourishing continuum of Australian poetry today.

*Alice Allan is a writer and editor living in Melbourne. Her work has been published in journals such as Rabbit, Going Down Swinging and Offset.

**Taken from Cordite Poetry Review at http://cordite.org.au/reviews/allan-brockwell-bennett/

Κυριάκος Ραμολής, Πέντε ποιήματα

cf80ceb9cebdceb1cebaceb1cf82-1

(ταξ)ιδιώτες

Μια θάλασσα κάμπια
της πανώλης εξάγγελος,
τα μάγουλα των εμπόρων
τα θρύψαλα των νεκρών μας,
οι παραθεριστές να παζαρεύουν
με τα σωσίβια στη ράχη:
-Ένας φακός! μια σφαίρα!

Ωστόσο πάντα ο άνεμος
πληρώνει το λογαριασμό.
Πριν ανοίξει τα γκαρσόνια
που σκύβουν να του ξεφύγουν
κι εσύ θαρρείς πως υποκλίνονται.

***

Κίτρινα

Στο Θόδωρο Αγγελόπουλο

Ήμουν πάντα ο φαντάρος
που ναύλωσε τη γριά
σχεδία της Μέδουσας
Εισέπλευσα στον ωκεανό
απλά για να χαϊδέψω
τη χαίτη ενός προβάτου
Δεν υπήρξα θαλασσοπόρος
Σε ένα ποτάμι στάθηκα
και κάρφωσα την παλάμη μου
Έκτοτε ακόμα περιμένω
τη μάνα του αντάρτη
την ερωμένη του αστού
να φιληθούν, να φιληθούν
πάνω στην άδεια γέφυρα

***

Πριαπισμός

Μία διεύθυνση
της χειρονομίας μας
Στο μπαλόνι
που εξαπολύει
ο ξυπόλητος ήλιος
Η βελόνα στο χέρι σου.
να υφάνουμε το φως
που ολοένα υπόσχεται
την επιείκιά του
στις ανεμώνες
κάποιας άνοιξης

***

Μπράλος

Συγκερασμός ή ένωση
μια κωδωνοκρουσία
κυοφορεί το σύννεφο
τρομάζει τα σπουργίτια
που πεταρίζουν ξέροντας
μονάχα τη νεροποντή.

***

Αποχαιρετισμός στα (ρ)όπ(α)λα

Σάπισε η μεμβράνη μου
και δε βροντά το ταμπούρλο
μιας ψυχής σερπετής
στο καρφί και το κάρβουνο

μόνο ο τρελός κηπουρός
με το μπκιρένιο ποτιστήρι
φυτεύει τις σταγόνες του
στο στέρνο που λαχτάρησε
να πει ένα τραγούδι

*Από τη συλλογή ‘Εσωτερικό σωλήνα”, Εκδόσεις Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, Δεκέμβρης 2008.